ΛΙΝΟΥ ΜΕΛΑ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (ΚΑΡΟΥΣΟΥ), Αρ. Αγωγής: 1207/13, 7/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1207/13 Μεταξύ: ΛΙΝΟΥ ΜΕΛΑ, από Αγία Νάπα Ενάγοντα -και- ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (ΚΑΡΟΥΣΟΥ), από την Αγία Νάπα Εναγομένου ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 25/2/14 Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Γ. Πιττάτζης για κ. Γ. Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση ο κ. Μαρκουλλής) Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κα Χριστοδούλου για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. ( για να ακούσει απόφαση η κα Ζανέττου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας - Αιτητής (στο εξής Αιτητή) καταχώρησε την παρούσα αγωγή με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο, Δ.2 Κ.6, στις 2/10/13. Με αυτή αξιώνει (α) το ποσό των €153.391,40 σεντ πλέον τόκο 9% από 27/11/06 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ή και γραμματίου ή και έγγραφο αναγνώρισης χρέους, πληρωτέου την 30/12/06. Η αγωγή επιδόθηκε στον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση (στο εξής Καθ' ου η Αίτηση) στις 14/11/13 ως εμφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε εμφάνιση στις 22/11/13. Στις 27/11/13 ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης την οποία απέσυρε στις 9/1/14 που ήταν ορισμένη αφού είχε καταχωρηθεί ήδη εμφάνιση στις 22/11/13. Στις 9/1/14, δηλαδή την ίδια ημέρα που απέσυρε την αίτηση για απόφαση λόγω μη εμφάνισης, ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης ΄Εκθεσης Υπεράσπισης, η οποία ορίστηκε στις 5/2/14. Η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη στις 10/4/14 εκτός αν καταχωρείτο υπεράσπιση. Στις 7/2/14 καταχωρήθηκε η έκθεση υπεράσπισης. Έτσι η αίτηση στις 10/4/14 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση. Ο λόγος που αναφέρονται αυτά είναι για να καταδειχθούν τα δικονομικά μέτρα που λήφθησαν από τον Αιτητή και ο χρόνος που αυτά έγιναν. Ακολούθησε η υπό εξέταση αίτηση δεκαοκτώ ημέρες μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης, ήτοι καταχωρήθηκε στις 25/2/14, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή με την οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο αντίγραφο του Γραμματίου συνήθους τύπου ως είναι ο ορισμός του σε αυτό. Ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι είναι ο Ενάγων στην αγωγή και ο Εναγόμενος δεν του πλήρωσε το ποσό του γραμματίου, που όπως του εξήγησαν οι δικηγόροι του είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου που είναι ένα από τα πιο ισχυρά έγγραφα στο νομικό κόσμο. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση, με βάση τη μελέτη που προέβη ο ίδιος και τον συμβούλευσαν οι δικηγόροι του, δεν έχει υπεράσπιση και είναι πρόδηλο ότι γίνεται για να προκληθεί καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18 Θ.1-2&9(α) και στη Δ.48 Θ.1-4 και 9. Ο Καθ' ου η Αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 9/7/14 η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση με την οποία επισυνάπτεται ένα τεκμήριο, ήτοι το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης του Ε. Δ. Αμμοχώστου αρ. 3959/04. Προβάλλονται πέντε λόγοι ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα: Η αγωγή και/ή η αίτηση είναι παράτυπη, καθότι δεν καταγράφονται σε αυτή ουσιαστικές και επαρκείς λεπτομέρειες του γραμματίου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η υπογραφή του επίδικου εγγράφου έγινε υπό ψυχική πίεση και/ή εξαπάτηση του, με την καταχώρηση της υπεράσπισης του αποκάλυψε τέτοια γεγονότα που αποδεικνύουν καλή υπεράσπιση και ο Αιτητής προσπαθεί να προσπορισθεί αθέμιτο όφελος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, γίνεται ανάπτυξη των λόγων ένστασης και εμφαντικά αναφέρεται ότι έχει καλή υπεράσπιση που αφορά την απαίτηση, αφού υπέγραψε το επίδικο έγγραφο υπό το κράτος ψυχικής πίεσης και/ή εξαπάτησης του για το λόγο ότι ένεκα της ποινικής υπόθεσης, Τεκμήριο 1, εάν δεν κατέβαλλαν το οφειλόμενο ποσό στον Φ.Π.Α. θα φυλακίζονταν. Έτσι λόγω αδυναμίας του Αιτητή να εξασφαλίσει χρήματα εκείνη την περίοδο εισηγήθηκε να καταβάλει ο ίδιος το ποσό των £250.000 και ο Αιτητής το ποσό των £80.000. Αφού συμφώνησε με αυτή την εισήγηση ο Αιτητής, επειδή δεν είχε χρήματα θα τα λάμβανε από Τράπεζα με δάνειο. Η Τράπεζα όμως ήθελε εξασφαλίσεις. Ένεκα τούτου ο Αιτητής εισηγήθηκε την σύνταξη του επίδικου εγγράφου για να το παραδώσουν ως εξασφάλιση στην τράπεζα. Η τράπεζα αποδέχθηκε το επίδικο έγγραφο ως εξασφάλιση και παραχώρησε το δάνειο στον Αιτητή. Η μεταξύ τους συναντίληψη ήταν ότι ουδέποτε θα διεκδικείτο το ποσό αυτό από τον Αιτητή καθότι γνώριζε πολύ καλά ότι ουδέποτε του το όφειλε αφού ουδέποτε το έλαβε. Αφού καταβλήθηκε το ποσό αυτό στον Φ.Π.Α. απαλλάκτηκαν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι το γραμμάτιο υπογράφηκε για να βοηθήσει τον Αιτητή και όχι γιατί του έδωσε χρήματα. Εκμεταλλευόμενος δε τούτο, στη δύσκολη στιγμή που ήταν και οι δύο, προσπαθεί τώρα με δόλια μέσα να εξασφαλίσει το αναφερθέν ποσό το οποίο δεν του οφείλει αφού ουσιαστικά τον εξαπάτησε για να το υπογράψει. Απόδειξη των πιο πάνω ισχυρισμών του και της προχειρότητας του εγγράφου, που κατά την άποψη του δεικνύει και τον λόγο για τον οποίο συντάχθηκε, είναι ότι η εγγύηση που υπάρχει σε αυτή υπογράφεται από αυτόν τον ίδιον τον Αιτητή. Εάν οι ισχυρισμοί του Αιτητή, συνεχίζει, ήταν αληθείς και επεδίωκε την εξασφάλιση των χρημάτων του, σίγουρα δεν θα δεχόταν να υπογράψει, ουσιαστικά άκυρη εγγύηση. Κλήθηκε και αντεξετάστηκε ο Καθ' ου η Αίτηση με μία μόνο υποβολή εκ μέρους του κ. Πιττάτζη ότι όσα αναφέρει στην παρ. 3 της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση δεν είναι αλήθεια, για να απαντήσει, όχι έτσι είναι. Οι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, αφού καταπιάνονται με τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις και επιχειρηματολογούν επί αυτών για να καταδείξουν από την μια την ορθότητα των θέσεων που έκαστος εξ αυτών προωθεί και από την άλλη την κατάρριψη των ισχυρισμών που πάλι ο κάθε ένας από αυτούς προβάλλει, εισηγήθηκαν με επίκληση σχετικής νομολογίας, ο μεν δικηγόρος του Αιτητή ότι δεν έχει αποδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση κυρίως στη βάση ότι πρόκειται για γραμμάτιο συνήθους τύπου για το οποίο η μόνη υπεράσπιση είναι αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 80 του ΚΕΦ. 149, η οποία δεν αποδείχθηκε, και γι' αυτό πρέπει να μην του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί και να εκδοθεί απόφαση, η δε δικηγόρος του Καθ' ου η Αίτηση εντελώς το αντίθετο, και καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αφού κατά την άποψη της έχει αποδειχθεί υπεράσπιση στη βάση του αναφερθέντος άρθρου και νόμου, δηλαδή ότι υπεγράφη το γραμμάτιο κατόπιν δόλου και/ή εξαπάτησης. Σημείο αντιπαράθεσης αποτέλεσε και αν το Δικαστήριο πρέπει να βασιστεί στην υπεράσπιση ή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η νομική βάση της αίτησης ρυθμίζεται και θεμελιώνεται επί της Δ.18 Κ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως: Δ.18, Κ.1(α): 1. (
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Σε μετάφραση: «1.(α) Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 κανονισμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με τη περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης» Από την πιο πάνω διατύπωση συνάγεται ότι: (Α) Ο Ενάγων πρέπει να εγείρει την αγωγή του σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο Δ.2, Κ.6. (Β) Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. (Γ) Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, η οποία να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται εάν υπάρχει και να δηλώνει ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ο Ενάγων υπέχει υποχρέωση να καταδείξει ότι συνυπάρχουν οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις: Το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει και να ελέγξει πρώτα ότι ο Αιτητής έχει αυστηρά συμμορφωθεί με την Δ.18, Κ.1, γιατί τότε μόνο το Δικαστήριο περιβάλλεται με δικαιοδοσία εξέτασης της ουσίας της αίτησης που είναι η ύπαρξη εύλογης και καλόπιστης υπεράσπισης (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Ogcondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης στην επάρκεια ή την πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται στην υπόθεση Symon & Co. v. Palmer's Stores Ltd
(1903){1912} 1 K.B. 259, 266-27 ως ακολούθως: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. .............................. An application is often made under Order XIV, not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV, r.1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. ............................. Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία.» Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, 789 επ. όπου αναλύεται εις βάθος η έννοια της προσωπικής γνώσης του ομνύσαντος και το νόημα της αποδίδεται και μεταφέρεται στη συνέχεια. Φαίνεται από την Δ.18, Κ.1 ότι θεωρεί ως δεδομένο ότι ο Ενάγων είναι ικανός να κάνει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι Ενάγων. Είναι πάγια αρχή της νομολογίας ότι εάν ο Ενάγων καταφέρει να αποδείξει την συνύπαρξη των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων τότε ο Εναγόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εύλογη, συζητήσιμη, καλή, εκ πρώτης όψεως ή πλήρη υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή ή που να δικαιολογούν όπως το Δικαστήριο παραχωρήσει σ' αυτόν άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Αυτό το μέρος της εξέτασης μιας αίτησης για συνοπτική απόφαση πραγματεύεται η νομολογία μας στις υποθέσεις Kypros S. Kyprianides v. Symeon Ioannides
(1996)1 C.L.R. 265, C.Y.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co. Ltd v. Ioulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 204, Γεώργιος Καζαμίας v. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 752, Trans Middles East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, 243, όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και από τις αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση. (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 A.A.D. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1988)1 Α.Α.Δ. 22 πέραν των πιο πάνω που ήδη έχουν αναφερθεί λέχθηκε ότι είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται «καλή τη πίστει» ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια τα γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης, πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια ακόμη και αν ο Εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρης της απαίτησης. Επί πλέον αναφέρεται ότι στην υπόθεση εγείρονται πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολότητα της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ και άλλου v Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, λέχθηκε ότι συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Άλλωστε το Δικαστήριο πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο και να παρουσιάσει σε ακρόαση τις θέσεις του. Το Δικαστήριο οφείλει με πολλή προσοχή και περίσκεψη να βλέπει ένα τέτοιο αίτημα. Από την άλλη όμως δεν θα πρέπει να απολήγει σε διακοσμητική διάταξη η Δ.18 Κ.1 και στην ουσία να περιπέσει σε αχρησία. Αρχίζοντας από το θέμα κατά πόσο το Δικαστήριο θα βασισθεί στην υπεράσπιση ή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση για να καταλήξει εάν αποκαλύπτεται κάτι περισσότερο από σκιώδη αλλά λιγότερο από πιθανή υπεράσπιση αναφέρω ότι στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο βασίζεται στις ενόρκους δηλώσεις όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Michalacis Christodoulou v. Olympia Erotokritou
(1956)21 C.R. 175 και δεν προσκομίζεται μαρτυρία. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην Αίτηση Αρ. 91/93 Χριστάκη Αυγουστή και άλλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 409 στην οποία λέχθηκε ότι εκείνο το οποίο μπορούσαν να κάνουν οι Αιτητές ήταν να δώσουν ειδοποίηση για να αντεξετάσουν τον Ενάγοντα πάνω στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τους, πράγμα που δεν είχαν κάνει. Εξετάζοντας τώρα πρώτα κατά πόσο τηρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω σύμφωνα με την Δ.18 Κ.1(α) καταδεικνύεται ότι: (Α) Η πρώτη προϋπόθεση πληρείται αφού η αγωγή εγέρθηκε επί κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου Δ.2 Κ.
- (Β) Επίσης ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 22/11/13 και μετά καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Κατ' ακρίβεια μετά και την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης στις 7/2/
- Επομένως πληρείται η προϋπόθεση αυτή. (Γ) Ως προς την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης φαίνεται ότι με την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα - Αιτητή ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα επιβεβαιώνεται η αγωγή και το ποσό που αξιώνεται ως διαπιστώνεται άλλωστε από το Τεκμήριο που επισυνάπτεται με αυτή και όπως πιστεύει ο ομνύων δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Με την πλήρωση των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Καθ' ου η Αίτηση να αποδείξει ότι έχει κάτι περισσότερα από σκιώδη και κάτι λιγότερο από πιθανή υπεράσπιση. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης, ότι η αίτηση είναι παράτυπη, διαπιστώνεται ότι η αίτηση εδράζεται επί της ορθής νομικής βάσης, Δ.18 Κ.1(α) και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Όσον αφορά ότι η αγωγή και η αίτηση είναι παράτυπη καθότι δεν καταγράφονται ουσιαστικές και επαρκείς λεπτομέρειες του γραμματίου, αναφέρω ότι τούτες καταγράφονται στις παρ. 3 και 4 της αγωγής στη δε αίτηση στην παρ. 2, 3, 4, 6 και 7 καθώς και στο επισυναπτόμενο με αυτή τεκμήριο. Σε σχέση με το βάρος απόδειξης εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση, κάτι περισσότερο από σκιώδη και κάτι λιγότερο από πιθανή υπεράσπιση, τούτο διέρχεται μέσα από το άρθρο 78 του ΚΕΦ. 149 αφού η απαίτηση στηρίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και από το άρθρο 80 του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149, αφού σε περίπτωση αγωγής δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου οι υπερασπίσεις είναι συγκεκριμένες και περιοριστικές. Το άρθρο 80 προνοεί τα ακόλουθα: «Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.» Επομένως το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί αμαχητή απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται εκτός αν αποδειχθεί μια από τις τρεις υπερασπίσεις, (α) ότι η υπογραφή του οφειλέτη του χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, (β) ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης, (γ) ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Επομένως μαρτυρία που έχει σκοπό να αντικρούσει το περιεχόμενο του γραμματίου δεν θα γίνει δεκτή ή δεν θα ληφθεί υπόψη εκτός αν αφορά σε ισχυρισμούς που τείνουν να αποδείξουν μία από τις πιο πάνω τρεις υπερασπίσεις (βλ. Rasf v. Dervish
(1971)1 C.L.R. 158). Στο άρθρο 78 προβλέπεται: «"Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής".» Για να εξεταστεί όμως κατά πόσο ευσταθεί ή όχι μια από τις τρεις πιο πάνω υπερασπίσεις πρέπει πρώτα να εξεταστεί αν το έγγραφο είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Εξετάζοντας με προσοχή το τεκμήριο που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαπιστώνεται ότι πληρούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να χαρακτηριστεί τούτο ως τέτοιο. Η υπογραφή εγγύησης από τον ίδιο το υπόχρεο πληρωμής της οφειλής του γραμματίου συνήθους τύπου δεν καθιστά άκυρο τούτο όπως αναφέρεται στο άρθρο 79 του ΚΕΦ. 149. Επανερχόμενος στις τρεις υπερασπίσεις που καθιερώνει το άρθρο 80 του ΚΕΦ. 149, (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Limited κ.ά. v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415) διαπιστώνεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση, όπως άλλωστε ήταν και η θέση της συνηγόρου του, ότι το γραμμάτιο συνήθους τύπου υπογράφηκε από αυτόν. Προχωρώ να εξετάσω τις άλλες δύο υπερασπίσεις αφού ο Καθ' ου η Αίτηση επικαλείται, για την υπογραφή του στο γραμμάτιο συνήθους τύπου, εξαναγκασμού και/ή απάτη. Εξαναγκασμός σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΚΕΦ. 149 είναι: «
(1)"Εξαναγκασμός" είναι η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή από τροποποίηση του, ή η παράνομη κατακράτηση, ή η απειλή κατακράτησης, περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία.
(2)Είναι αδιάφορο κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ή οποιαδήποτε τροποποίηση του, είναι σε ισχύ ή όχι στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός.» Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην ένορκη δήλωση του ο Καθ' ου η Αίτηση που συνοδεύει την ένσταση, όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο στην ποινική υπόθεση του Ε.Δ. Αμμοχώστου αρ. 3959/04 για οφειλές στο Φ.Π.Α. της Κατηγορουμένης 1 στην οποία αυτοί ήταν διευθυντές και βρέθηκαν Κατηγορούμενοι 2 και 3 στην εν λόγω υπόθεση, για να αποφύγουν την φυλάκιση τους εισηγήθηκε στον Αιτητή όπως καταβάλει αυτός το ποσό των £250.000 και ο Αιτητής το ποσό των £80.000. Αφού δεν είχε τα χρήματα ο Αιτητής θα έπαιρνε δάνειο από την τράπεζα. Έτσι, αφού εισηγήθηκε ο Αιτητής τη σύνταξη του γραμματίου συνήθους τύπου το οποίο θα δινόταν ως εξασφάλιση στην τράπεζα, αυτός αποδέχθηκε. Πουθενά δεν διαπιστώνεται η διάπραξη ή απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή παράνομης κατακράτησης ή απειλής κατακράτησης περιουσιακού στοιχείου προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί ο Καθ' ου η Αίτηση να συνάψει το γραμμάτιο συνήθους τύπου. Άλλωστε ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση στην παρ. 5 της ένορκης δήλωσης του είναι ότι υπόγραψε το γραμμάτιο συνήθους τύπου για να βοηθήσει τον Αιτητή να εξασφαλίσει το δάνειο από την τράπεζα. Συνεπώς δεν μπορεί να ευσταθίσει η υπεράσπιση του εξαναγκασμού και απορρίπτεται. Η άλλη θέση του είναι ότι εξαπατήθηκε. Στο άρθρο 17 του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149 δίδεται ο ορισμός της απάτης ο οποίος έχει ως εξής: «
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση.» Συστατικά στοιχεία της απάτης είναι: (α) η παράσταση γεγονότος, (β) η οποία είναι αναληθής, (γ) από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι είναι αληθής, (δ) με σκοπό να εξαπατηθεί το άλλο μέρος ή να εξωθηθεί στη σύναψη σύμβασης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Καθ' ου η Αίτηση, με βάση τους δικούς του ισχυρισμούς, γνώριζε τα γεγονότα σε όλη την έκταση τους. Ο Αιτητής δεν του παρέστησε κάποιο γεγονός το οποίο δεν ήταν αλήθεια και για το οποίο πίστευε ότι ήταν αναληθές και σκοπό είχε να τον εξαπατήσει για να υπογράψει το γραμμάτιο συνήθους τύπου. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι αν και επισυνάπτεται το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 3959/04 Ε.Δ. Αμμοχώστου, εντούτοις δεν επισυνάπτεται οιονδήποτε άλλο τεκμήριο που υποστηρίζει ή σχετίζεται με τον ισχυρισμό του για δάνειο εκ μέρους της τράπεζας προς τον Αιτητή και εξασφάλιση του με το εν λόγω γραμμάτιο συνήθους τύπου, το οποίο δεν έχει εξηγηθεί πως θα λειτουργούσε ως εγγύηση για την τράπεζα αφού τούτο είχε ως πρόσωπο που δικαιούταν στο ποσό τον Αιτητή και όχι την τράπεζα. Έχοντας εξετάσει προσεκτικά τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ενόψει και των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι αυτοί δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν ή να τεκμηριώσουν μία από τις υπερασπίσεις που καθιερώνει το άρθρο 80 του ΚΕΦ. 149, αλλά επιχειρείται δια τούτων να αντικρούσουν τα όσα διαλαμβάνονται στο γραμμάτιο συνήθους τύπου. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €153.391,40 με τόκο 9% ετησίως από 27/11/06 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο