← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α., Αρ.αγωγής 447/2014, 2/12/2014

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α., Αρ.αγωγής 447/2014, 2/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 447/2014 Mεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Ενάγουσας και

  1. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  2. ΜΥΡΟΦΟΡΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  3. ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΤΤΑΚΗΣ
  4. ECTORAS PROPERTIES LIMITED Εναγομένων Ημερ.: 2.12.2014 Αίτηση ημερ. 7.10.2014 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ.Β.Λοϊζου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση (1 - 3): κ.Α.Κεφάλας για Αντώνης Κεφάλας και για Νίκος Ανδρέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ενταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου 1 πρωτοφειλέτη και των Εναγομένων 2, 3 και 4 εγγυητών του ποσό 979.360,58 Ελβετικά Φράγκα πλέον τόκους δυνάμει δανείου και αριθμό άλλων θεραπειών που σχετίζονται με εξασφαλίσεις που δόθηκαν για την αποπληρωμή του. Στην παραγρ.2 της Εκθεσης Απαίτησης γίνεται αναφορά στην αρχική συμφωνία δανείου ημερ. 25.8.2008 και τους όρους της. Στην παραγρ.3 αναφέρεται ότι το δάνειο παραχωρήθηκε και το ποσό που δανείστηκε εκταμιεύθηκε πλήρως. Στην παραγρ.4 γινόταν αναφορά στην τροποποιητική συμφωνία του δανείου ημερ. 9.3.2009 και πως συμφωνήθηκε ότι το υπόλοιπο θα έφερε τόκους από 1.7.
  5. Ακόμα πως «Η πρώτη μηνιαία δόση είναι πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία της πλήρους απόσυρσης του δανείου ή δύο χρόνια μετά την ημερομηνία της πρώτης απόσυρσης μέρους του δανείου, οποιοδήποτε συμβεί πρώτο». Η παραγρ.4 τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.6.2014 έτσι που να αναφέρεται ότι το υπόλοιπο του δανείου θα φέρει τόκους από 1.1.2009 αντί 1.1.2011 και ότι η πρώτη δόση θα είναι πληρωτέα την 17.8.
  6. Στις παραγρ. 5 και 6 γινόταν αναφορά σε περαιτέρω τροποποιητικές συμφωνίες του δανείου ημερ. 9.7.2010 και 17.8.2011 αντίστοιχα. Σε σχέση με την «πρώτη μηνιαία δόση» δικογραφείτο, και πάλιν, πως είχε συμφωνηθεί ότι αυτή θα ήταν «...πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία της πλήρους απόσυρσης του δανείου ή δύο χρόνια μετά την ημερομηνία της πρώτης απόσυρσης μέρους του δανείου, οποιοδήποτε συμβεί πρώτο». Με το ίδιο πιο πάνω διάταγμα τροποποιήθηκαν και οι παράγρ. 5 και 6 ώστε στην περίπτωση της παραγρ.5 να αναφέρεται ότι η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 19.7.2010 και στην περίπτωση της παραγρ.6 ότι θα ήταν πληρωτέα την 16.9.
  7. Στην παραγρ.8 της Εκθεσης Απαίτησης αναφέρεται πως την 13.7.2001 οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς την Τράπεζα περιλαμβανομένων και μελλοντικών και για απεριόριστο ποσό. Στην παραγρ.9 αναφέρεται πως την 25.8.2008 η Εναγόμενη 4 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς την Τράπεζα περιλαμβανομένων και μελλοντικών, για το ποσό του επίδικου δανείου πλέον τόκους και έξοδα. Στην παραγρ.10 δικογραφείται ότι ο Εναγόμενος 1 την 22.8.2008 εκχώρησε τα δικαιώματα του που απέρρεαν από πωλητήριο έγγραφο με το οποίο είχε αγοράσει μια οικία από την Εναγόμενη
  8. Οι όροι της συμφωνίας εκχώρησης μνημονεύονται στην παραγρ.
  9. Σύμφωνα πάντα με την αξίωση, παραγρ.12, ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε και τα δικαιώματα του σε σχέση με ασφαλιστήριο συμβόλαιο που είχε στην Alpha Insurance Ltd. Στις παραγρ.7 και 13 προβάλλονται ισχυρισμοί για παράβαση των όρων των συμφωνιών, του τερματισμού τους από την Τράπεζα και των σχετικών ειδοποιήσεων προς τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι 1 - 3 καταχώρησαν την 28.4.2014 Εκθεση Υπεράσπισης προβάλλοντας τις θέσεις τους σε σχέση με την Εκθεση Απαίτησης, όπως αυτή είχε αρχικά καταχωριστεί. Μετά την καταχώρηση της Τροποποιημένης Εκθεσης Απαίτησης καταχώρησαν την 9.9.2014 «Εκθεση Υπεράσπισης Εναγομένων 1, 2 και 3 ως ετροποποιήθη με διάταγμα την 5.6.2014». Η ονομασία του δικογράφου δεν είναι ορθή. Ότι αναμενόταν να καταχωριστεί ήταν «Εκθεση Υπεράσπισης στην Τροποποιημένη Εκθεση Απαίτησης». Επί της ουσίας παρατηρείται ότι οι Εναγόμενοι 1 - 3 καταχώρησαν μια εντελώς νέα Εκθεση Υπεράσπισης, σε σχέση με αυτή που είχαν αρχικά καταχωρήσει στις 28.4.2014, και στην οποία προβάλλουν ισχυρισμούς οι οποίοι δεν εμπεριέχονταν στην πρώτη. Με την υπό κρίση Αίτηση η Ενάγουσα εξαιτείται διάταγμα για τη διαγραφή της Εκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 9.9.2014 «...ως σκανδαλώδη και/ή επιπόλαιη και/ή καταχρηστική και/ή ενοχλητική και/ή εκδικητική και/ή ως καλύπτοντα θέματα τα οποία δεν αφορούν την τροποποίηση που εγκρίθηκε και/ή κατά παράβαση του διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 5.6.2014». Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση της Μαρίας Μορφή, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας. Η ομνύουσα αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία εμφαίνονται στο φάκελο της δικογραφίας και αναπτύσσει επιχειρηματολογία σε σχέση με το περιεχόμενο της Εκθεσης Υπεράσπισης της 9.9.
  10. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η τροποποίηση της Εκθεσης Απαίτησης δεν συνιστά άδεια και δεν παρέχει την ευχέρεια στην υπεράσπιση να τροποποιήσει την Εκθεση Υπεράσπισης κατά το δοκούν. Η υπεράσπιση δικαιούται να διαφοροποιήσει το δικόγραφο της στην έκταση και το βαθμό που χρειάζεται για να απαντήσει στους νέους ισχυρισμούς της Εκθεσης Απαίτησης, αυτούς δηλαδή που εισάχθηκαν με τη γενόμενη τροποποίηση. Οι Εναγόμενοι 1 - 3 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με λόγους ένστασης ότι η Αίτηση είναι παράτυπη και δεν προβλέπεται στους σχετικούς κανονισμούς, αλλά και καταχρηστική αφού θα μπορούσε να γίνει προφορικά. Η Ενσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Είναι η θέση των Εναγομένων 1 - 3 ότι θα μπορούσαν να τροποποιήσουν την Εκθεση Υπεράσπισης τους σε οποιοδήποτε στάδιο και επικαλέστηκαν την Σοφοκλέους και άλλη ν. Στυλιανού

(1992)1 (Α) ΑΑΔ 81, και συγκεκριμένη αναφορά εκτός του λόγου της απόφασης (per Curiam) ότι «Η αίτηση για διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως μπορούσε να γίνει προφορικά, όπως έγινε, και δεν χρειαζόταν γραπτή αίτηση, διότι το θέμα ήταν τέτοιο που θα μπορούσε να είχε εγερθεί αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο». Η Σοφοκλέους αφορούσε επί των γεγονότων της στη γλώσσα του δικογράφου και σε κάθε περίπτωση δεν βρίσκω να βοηθά καθ΄ οιοδήποτε τρόπο την επιχειρηματολογία των Εναγομένων 1 - 3, αν δεχτούμε ότι η εξαιτούμενη θεραπεία θα μπορούσε να προωθηθεί με προφορικό αίτημα. Στην Δημοτικό Συμβούλιο Εγκωμης ν. Ιωακείμ και Α.Λοϊζιά - Ιωακείμ Λοϊζιά Αρχιτεκτόνων Μηχανικών
(1999)3 ΑΑΔ 596, 600-601, αναφέρεται ότι: «Η Δ. 25, θ. 2 θέτει ως προϋπόθεση της έγκυρης τροποποίησης τη συμμόρφωση της με ό,τι επιτράπηκε να τροποποιηθεί. Διαφορετικά "if a party who has obtained an order for leave to amend does not amend accordingly" και εντός της τασσόμενης προθεσμίας, το διάταγμα τροποποίησης αυτοδικαίως καθίσταται άκυρο. Εκτός στην περίπτωση που το χρονοδιάγραμμα, που προσδιορίζει ο θεσμός, παρατείνεται από το δικαστήριο. Η τροποποίηση που βγαίνει έξω από τα όρια της εξουσιοδότησης διατάγματος παρέχει αντέρεισμα διαγραφής της. Η ανοχή αυτού του είδους παρεκτροπής θα αποτελούσε σοβαρό ανασχετικό παράγοντα στην απονομή της δικαιοσύνης. Το παρακάτω σχόλιο από την Annual Practice
(1958)τόμος 1, σελ. 632, βεβαιώνει ότι το δικαστήριο έχει, σε μια τέτοια περίπτωση, σύμφυτη εξουσία ακύρωσης: "Does not Amend Accordingly" If the party who has obtained an order to amend makes amendments which are not authorised by the order, the proper course is for his opponent to apply to have the amendment disallowed with costs. It is true that r. 4, on which Kay, J., relied in Bourne v. Coulter, 50 L.T. 321, applies only to amendments made without leave under rr. 2 and-3 of this Order. But there is, it is sumbmitted, an inherent power in the Court to set aside, at the cost of the offending party, any alteration or amendment of any proceeding in an action which is made by either party without authority, or in excess of any authority which has been given. Indeed, in an extreme case such as Blackmore v. Edwards [1879] W.N. 175 (explained supra, p. 627), a still more stringent order as to costs may be made."» Το ίδιο ζήτημα που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση εξετάστηκε στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Squire v. Squire
(1972)1 All E.R. 891,
(1971)1 Ch. 391 (C.A.), όπου αποφασίστηκε ότι η έκδοση διατάγματος για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης συνήθως και κανονικά, και χωρίς την ανάγκη ρητής αναφοράς, εξυπακουόμενα παρέχει άδεια για κατ΄ ακολουθία τροποποίηση της υπεράσπισης. Αυτή η εξυπακουόμενη άδεια αφορά σε τροποποιήσεις στην έκθεση υπεράσπισης, οι οποίες είναι το αποτέλεσμα των τροποποιήσεων της έκθεσης απαίτησης, αλλά όχι σε σχέση με ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης που δεν επηρεάζονται από τις μετέπειτα τροποποιήσεις. Η Squire αναφέρεται με επιδοκιμασία στην Williams and Glyn's Bank plc v. Του Πλοίου Maria
(1992)1(Α) ΑΑΔ 309, 337, όπου σημειώνεται ότι: «...η τροποποίηση γίνεται με βάση αρχική διαταγή που αφορά άλλο δικόγραφο, στην οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται και συνυπάρχει η συμφυής ή εξυπακουόμενη δικαστική εξουσιοδότηση στην άλλη πλευρά να τροποποιήσει και αυτή τα δικόγραφα τα οποία ήδη καταχώρησε σε απάντηση των νέων ισχυρισμών και μόνο. Αυτή η `εξουσιοδότηση' που θεωρείται ότι υπάρχει σε κάθε τέτοιο διάταγμα, έστω και εάν ουσιαστικά στην πρακτική ποτέ δεν αναφέρεται, δεν είναι προκαθορισμένη ρητά, αλλά είναι τελικά θέμα γεγονότων εάν κάποιος την υπερέβηκε ή όχι και σε ποιο βαθμό». Επομένως, όταν εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης εξυπακούεται ότι δίδεται και άδεια για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης στην έκταση που αφορά τα τροποποιηθέντα μέρη. Παρέχεται, έτσι, η δυνατότητα στην υπεράσπιση να απαντήσει στους νέους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Όμως, η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δεν συνιστά ευκαιρία για προσθήκη στην έκθεση υπεράσπισης νέων στοιχείων και ισχυρισμών που δεν συνιστούν απάντηση στα ζητήματα που εισάγονται με την τροποποίηση στην έκθεση απαίτησης. Εάν η υπεράσπιση επιθυμεί την εισαγωγή νέων στοιχείων και ισχυρισμών, η σωστή δικονομική οδός είναι η καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης, οπόταν και θα αναφερόμαστε σε «τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης» και όχι «έκθεση υπεράσπισης στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης». Οι τροποποιήσεις των παραγρ.4, 5 και 6 της Εκθεσης Απαίτησης αφορούσαν στη διαφοροποίηση των ισχυρισμών της Τράπεζας ως προς επιμέρους όρους των τροποποιητικών συμφωνιών στη συμφωνία δανείου, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε. Οι Εναγόμενοι 1 - 3 είχαν εξυπακουόμενη άδεια να τροποποιήσουν την Εκθεση Υπεράσπισης τους για να προβάλουν τις θέσεις τους σε σχέση με τους νεοεισαχθέντες ισχυρισμούς αναφορικά με τις τροποποιητικές συμφωνίες. Δεν εδικαιούντο να προβάλουν νέες θέσεις όπως, για παράδειγμα, ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν αποδέκτης παραστάσεων εκ μέρους της Τράπεζας συνεπεία των οποίων πείστηκε να υποβάλει τη σχετική αίτηση για τη χορήγηση του επίδικου δανείου. Η Εκθεση Υπεράσπισης ημερ. 9.9.2014 έχει διαφορετική μορφή και σε αρκετά σημεία διαφορετικό περιεχόμενο από την Εκθεση Υπεράσπισης ημερ. 28.4.2014. Οι Εναγόμενοι δεν είχαν άδεια και δεν εδικαιούνταν να τροποποιήσουν σε αυτή την έκταση το δικογράφημα τους. Η διαγραφή είναι ορθό να αφορά και να περιορίζεται στα μέρη εκείνα που δεν καλύπτονται από την εξυπακουόμενη άδεια. Τούτο είναι ευχερές στην περίπτωση που ακολουθείται το μοτίβο της προγενέστερης έκθεσης υπεράσπισης και προστίθενται τα νέα στοιχεία σε διακριτές φράσεις, προτάσεις ή παραγράφους. Όταν, όπως εδώ, το δικογράφημα είναι εντελώς νέο δεν υπάρχει άλλη επιλογή από τη διαγραφή ολόκληρου. Υποστήριξαν οι Εναγόμενοι ότι η Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρεται στη νομική βάση της Αίτησης, δεν παρέχει έρεισμα για διαγραφή της Εκθεσης Υπεράσπισης τους κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Αυτή αναφέρεται σε υπερασπίσεις που δεν αποκαλύπτουν αιτία υπεράσπισης ή όπου η υπεράσπιση, όπως αποκαλύπτεται στην έκθεση υπεράσπισης, είναι αχρείαστη ή σκανδαλώδης. Οι άλλες δικονομικές πρόνοιες που αναφέρονται στη νομική βάση της Αίτησης (Δ.39, Δ.48 και Δ.64) δεν αφορούν στο ζήτημα της διαγραφής δικογραφήματος. Η Δ.19 θ.26, που δεν μνημονεύεται στην Αίτηση, παρέχει τη δυνατότητα να διαγραφεί από δικόγραφο οτιδήποτε είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη της αγωγής (βλ. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah κ.α.
(2013)Π.Ε. αρ.69/2011, ημερ. 19.7.2013). Η Δ.19 θ.26, όπως και η Δ.27 θ.3, δεν καλύπτει ειδικά την εγειρόμενη περίπτωση, οπόταν δεν θα ήταν χρήσιμο να διαταχθεί η προσθήκη της στη νομική βάση της Αίτησης. Εμπίπτει το εγειρόμενο ζήτημα στη σφαίρα των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου να διαγράψει την Εκθεση Υπεράσπισης που καταχωρίστηκε κατά παράβαση της εξυπακουόμενης άδειας στα πλαίσια του εκδοθέντος διατάγματος. Αναφορά στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου γίνεται στη νομική βάση της Αίτησης και η ζητούμενη με την Αίτηση θεραπεία διατυπώθηκε με σαφήνεια (βλ. Χριστοδούλου ν. Zendia Machinery Ltd
(2008)1(Α) ΑΑΔ 367, 369). Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα για τη διαγραφή της Εκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 9.9.2014. Οι Εναγόμενοι 1 - 3 μπορούν εάν το επιθυμούν, να ζητήσουν παράταση χρόνου για την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης στην Τροποποιημένη Εκθεση Απαίτησης ή να αιτηθούν την τροποποίηση της υφιστάμενης Εκθεσης Υπεράσπισης τους εάν κρίνουν σκόπιμο να προβάλουν νέα στοιχεία και ισχυρισμούς. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 - 3 όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)...................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.