ΜΙΧΑΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛ ν. LORDOS DESIGN AND BUILD LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 913/2014, 14/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 913/2014 Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛ Ενάγοντα και
- LORDOS DESIGN AND BUILD LTD, από Λευκωσία
- ΑΝΤΡΕΑΣ ΛΟΡΔΟΣ, από Λευκωσία Εναγομένων 14 Νοεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: κα Σαββοπούλου Για Εναγόμενους 1 & 2/Καθ' ων η Αίτηση: κα Χριστοδούλου δια Αναστάσιος Μυλωνάς & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση του Ενάγοντα ημερομηνίας 2.7.2014 για ενδιάμεσα διατάγματα Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 2.7.2014 και με αυτήν, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 ποσό €35.000, διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 να πωλήσουν την κατοικία αρ. 15 που βρίσκεται στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 21-531, τεμάχιο 433, Φύλλο/Σχέδιο 2-297-373 στην περιοχή Περνέρα στον Πρωταρά (στο εξής την επίδικη κατοικία) και αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη. Ο Ενάγοντας αξιώνει επίσης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, αναγνωριστικές δηλώσεις ότι γραμμάτιο ημερομηνίας 21.5.2012 προς όφελος του Εναγόμενου 2 είναι άκυρο και ότι συμφωνία και συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 23.5.2012 έκαστη μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1, είναι επίσης άκυρη. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, ο Ενάγοντας καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε διατάγματα που να απαγορεύουν στους Εναγόμενους 1 να πωλήσουν ή αποξενώσουν την επίδικη κατοικία, διάταγμα παγιοποίησης ποσού €35.000 στον τραπεζικό λογαριασμό των Εναγομένων 1 και/ή 2 στην Τράπεζα Societe Generale (Cyprus) Limited και/ή Eurobank EFG Cyprus Limited και διάταγμα που να ακυρώνει τη συμφωνία και συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 23.5.2012 και το γραμμάτιο ημερομηνίας 21.5.
- Εκ των αιτούμενων ενδιάμεσων διαταγμάτων, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα με το οποίο διαταζόταν η παγιοποίηση ποσού €35.000 σε λογαριασμό των Εναγομένων 1 στην Τράπεζα Societe Generale (Cyprus) Limited και/ή Eurobank EFG Cyprus Limited (στο εξής το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα). Διέταξε δε την επίδοση της αίτησης αναφορικά με τα υπόλοιπα διατάγματα που διεκδικούσε ο Ενάγοντας/Αιτητής. Το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα επιδόθηκε στην άλλη πλευρά, όπως επίσης και η αίτηση αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα για τα οποία δόθηκαν οδηγίες για επίδοση. Οι Εναγόμενοι 1 & 2 /Καθ' ων οι Αίτηση έφεραν ένσταση στη συνέχιση ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους αυτό πρέπει να ακυρωθεί, ενώ έφεραν επίσης ένσταση στην έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων που διεκδικεί ο Ενάγοντας/Αιτητής. Τόσο η αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει όσο και η ένσταση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει βρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο του Δικαστηρίου και τις έχω βεβαίως διεξέλθει με τη δέουσα προσοχή. Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα που εκτίθενται σε αυτές. Θα αναφερθώ μόνο συνοπτικά στα όσα αναφέρει η κάθε πλευρά προς υποστήριξη της θέσης της. Η μονομερής αίτηση του Ενάγοντα/Αιτητή, υποστηρίζετο από ένορκη δήλωση του ιδίου. Σύμφωνα με αυτόν, κατά ή περί τις 23.5.2012 υπέγραψε συμφωνία με τους Εναγόμενους 1 για αγορά της επίδικης κατοικίας έναντι συνολικού ποσού €285.
- Προσθέτει ότι την ίδια ημέρα υπέγραψε επίσης συμπληρωματική συμφωνία για την αγορά επίπλων και άλλου οικιακού εξοπλισμού από τους Εναγόμενους
- Σύμφωνα με τον Ενάγοντα/Αιτητή το τίμημα πώλησης της επίδικης κατοικίας θα ήταν πληρωτέο σε τρείς δόσεις. Ο Ενάγοντας/Αιτητής ισχυρίζεται ότι πλήρωσε ποσό €35.000 στους Εναγόμενους 1 σε διάφορες ημερομηνίες από τον Ιανουάριο 2012 μέχρι την υπογραφή της συμφωνίας έναντι του τιμήματος πώλησης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το υπόλοιπο τίμημα πώλησης θα πληρώνετο από τον ίδιο μετά από σύναψη δανείου από τραπεζικούς οργανισμούς που θα του πρότειναν οι Εναγόμενοι και ότι αν δεν εξασφάλιζε δάνειο οι Εναγόμενοι 1 θα του επέστρεφαν το ποσό των €35.
- Παρά τις προσπάθειες του, λέει, δεν κατέστη δυνατή η εξασφάλιση δανείου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 21.5.2012 υπέγραψε γραμμάτιο για ποσό €59.500 προς όφελος του Εναγόμενου 2 το οποίο συνδεόταν με την αγορά της επίδικης κατοικίας, «προκειμένου να διευκολυνθούν οι διαδικασίες στην τράπεζα». Ήταν αυτονόητο, λέει, ότι αν δεν εξασφάλιζε το δάνειο τότε το γραμμάτιο θα ακυρωνόταν επίσης. Για τον Εναγόμενο 2, ισχυρίζεται ότι είναι διευθυντής των Εναγομένων 1 και αρχιτέκτονας/μηχανικός του έργου στο οποίο ανήκει το επίδικο ακίνητο καθώς και υπεύθυνος για την συντήρηση και προώθηση του έργου αυτού και ιστοσελίδας μέσω της οποίας προωθούνταν πωλήσεις κατοικιών στο έργο. Ο Ενάγοντας/Αιτητής, συνεχίζει λέγοντας ότι όταν δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλίσει δάνειο, συμφώνησε με τους Εναγόμενους την ακύρωση των πιο πάνω συμφωνιών, τόσο προφορικά όσο και μέσω μηνυμάτων που στάληκαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 4.6.2012 και 5.6.
- Ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι συμφώνησε όπως το πιο πάνω αναφερόμενο γραμμάτιο ακυρωθεί. Αναφέρει ότι ένεκα της εμπιστοσύνης που επέδειξε στον Εναγόμενο 2 με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις αλλά και επειδή βασίστηκε στην προαναφερόμενη αλληλογραφία, δεν κατέθεσε τη συμφωνία αγοράς του επίδικου ακινήτου στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα/Αιτητή, οι Εναγόμενοι 1 τερμάτισαν τη συμφωνία και συμπληρωματική συμφωνία στις 23.9.2012 δηλώνοντας ότι δεν ήταν σε θέση να του επιστρέψουν το ποσό των €35.000, το οποίο θα του επέστρεφαν εάν προέκυπταν έσοδα από την πώληση άλλων ακινήτων στο έργο που άνηκε η επίδικη κατοικία. Ο Ενάγοντας/Αιτητής αναφέρει ότι από τον Ιούλιο 2012, οι Εναγόμενοι ενοικιάζουν την επίδικη κατοικία σε τρίτα πρόσωπα έναντι ενοικίων τα οποία κατακρατούν. Αναφέρει επίσης ότι λάμβανε προσωπικές διαβεβαιώσεις από τον Εναγόμενο 2 για την επιστροφή του ποσού των €35.000 αλλά ποτέ δεν του το επέστρεψαν. Αναφέρει επίσης ότι σύμφωνα με πληροφορίες που βρίσκονται αναρτημένες στην ιστοσελίδα μέσω της οποίας οι Εναγόμενοι προωθούν το έργο στο οποίο ανήκει η επίδικη κατοικία, αποκομίζουν σημαντικά οικονομικά οφέλη από την εκμετάλλευση του. Πληροφορήθηκε επίσης από γνωστούς και κτηματομεσίτες ότι οι Εναγόμενοι προσπαθούν να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο με κίνδυνο να το αποξενώσουν χωρίς να έχει επιστραφεί στον ίδιο το ποσό των €35.000 που έχει πληρώσει. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση περιλαμβάνουν το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την διατήρηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος και την έκδοση των άλλων αιτούμενων διαταγμάτων, ότι ο Ενάγοντας/Αιτητής έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα και ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος ώστε να επέτρεπε την έκδοση και διατήρηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Η ένσταση των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, ο οποίος εξηγεί ότι είναι ένας εκ των διευθυντών των Εναγομένων
- Ο ενόρκως δηλών παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας και τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 23.5.2012 και την πληρωμή από τον Ενάγοντα/Αιτητή ποσού €35.000 έναντι του τιμήματος πώλησης. Παραπέμπει δε το Δικαστήριο σε συγκεκριμένες πρόνοιες της συμφωνίας. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα η υποχρέωση για επιστροφή του ποσού των €35.000 από τους Εναγόμενους 1 στον Ενάγοντα προκύπτει μόνο όταν το επίδικο ακίνητο πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο. Δηλώνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του Ενάγοντα αναφορικά με το γραμμάτιο το οποίο αυτός υπέγραψε προς όφελος του γιατί, δέχεται ότι είχε υπογραφεί «προκειμένου να βοηθηθεί ο Ενάγοντας στις προσπάθειες του να εξασφαλίσει δάνειο από εμπορική τράπεζα» για την αγορά της επίδικης κατοικίας. Ο ενόρκως δηλούντας αναφέρει επίσης ότι ο ίδιος τερμάτισε, εκ μέρους των Εναγομένων 1, τη συμφωνία ημερομηνίας 23.5.2012 αφού ο Εναγόμενος δεν το είχε πράξει και ότι, λόγω των φιλικών του σχέσεων με τον Ενάγοντα, είχε συμφωνήσει όπως οι Εναγόμενοι 1 του επιστρέψουν το ποσό των €35.000 εάν πωλείτο οποιαδήποτε κατοικία στο έργο στο οποίο ανήκε το επίδικο ακίνητο. Προσθέτει ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έχει επιστραφεί το ποσό των €35.000 στον Ενάγοντα είναι γιατί δεν έχει καταστεί δυνατή η πώληση οποιασδήποτε κατοικίας στο έργο στο οποίο ανήκει η επίδικη κατοικία. Αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία με μεγάλη οικονομική ευρωστία και έχουν στην κατοχή τους μεγάλη ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και έχουν τη δυνατότητα να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι 1 έχουν ενοικιάσει το επίδικο ακίνητο σε τρίτα πρόσωπα αποκομίζοντας όφελος, αναφέρει ότι έχουν κάθε δικαίωμα να το πράξουν. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Ενάγοντας έχει επιδείξει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης του αφού τα πραγματικά ζητήματα που αφορούν την παρούσα αίτηση έχουν ξεκαθαρίσει από το τέλος του
- Προσθέτει ότι ο Ενάγοντας δεν αποκαλύπτει επαρκώς την πηγή των πληροφοριών του περί πρόθεσης των Εναγομένων 1 να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο και επιπλέον αναφέρει ότι θα ήταν προς το συμφέρον του Ενάγοντα η πώληση του ακινήτου αφού σε τέτοια περίπτωση θα του επέστρεφαν το ποσό των €35.
- Τέλος, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας δεν αναφέρει ότι σε περίπτωση που το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα δεν τηρηθεί σε ισχύ τα όποια χρήματα των Εναγομένων στην Societe Generale (Cyprus) limited ή στην Eurobank EFG Limited, κινδυνεύουν να αποξενωθούν. Προσθέτει ότι ούτε πρόθεση για δόλια αποξένωση ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων 1 έχει καταδειχθεί από τον Ενάγοντα. Πέραν των πιο πάνω, έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων και τα εκατέρωθεν επιχειρήματα. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα πηγάζει από τις αρχές τις επιείκειας οι οποίες βεβαίως αποτελούν μέρος του εφαρμοζόμενου δικαίου της Δημοκρατίας[1]. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 24, 4η έκδοση, παράγραφος 901: «
- Meaning of "injunction". An injunction is a judicial remedy by which a person is ordered to refrain from doing or to do a particular act or thing. In the former case it is called a restrictive injunction and in the latter a mandatory injunction. It is a remedy of an equitable nature.» Επιπρόσθετα, η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, που αποτελεί σε κάποιο βαθμό κωδικοποίηση των αρχών του κοινοδικαίου, και το οποίο προνοεί ότι: «32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Προκύπτει επομένως από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία, (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, και (δ) ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αποτελεί βεβαίως κανόνα ότι στα πλαίσια εξέτασης μιας αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής. Περιορίζεται στην εξέταση των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του με γνώμονα μόνο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[2]. Σε σχέση με το πώς το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων ανατρέχω για καθοδήγηση στη νομολογία[3]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά το κατά πόσο ο αιτητής έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή. Σύμφωνα με τη νομολογία, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει μόνο να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται ουσιαστικό επίδικου ζητήματος προς εκδίκαση[4]. Αυτό είναι κάτι που εξετάζεται με γνώμονα τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα και κατά πόσο από αυτή προκύπτει ή διαφαίνεται ότι υπάρχει ή αποκαλύπτεται ουσιαστική βάση αγωγής. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση, ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Η ορατή αυτή πιθανότητα επιτυχίας έχει ερμηνευτεί στη νομολογία ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[5]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να επεισέλθει στην ποιότητα, αποδεικτική αξία ή πειστικότητα της μαρτυρίας, ούτε και να αξιολογήσει την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά την εξέταση του, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο, με βάση την ποιότητα του μαρτυρικού υλικού, αν ο αιτητής έχει πιθανότητα επιτυχίας στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αν όμως ο εναγόμενος δείξει ότι διαθέτει υπεράσπιση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[6]. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη[7]. Όμως, οι έννοιες του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν περιορίζονται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης αλλά, ανάλογα με τις συγκεκριμένες παραμέτρους της κάθε περίπτωσης, περιλαμβάνουν και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες τα οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου[8]. Σε σχέση με την τελευταία προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60, το εύλογο ή πρόσφορο της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι ζήτημα πραγματικό και υποκειμενικό, που αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα γεγονότα και τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου ενδιάμεσα διατάγματα εκδίδονται μονομερώς, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκδώσει τα διατάγματα χωρίς να ακουστεί πρώτα και η άλλη πλευρά. Η κατεπείγουσα φύση του αιτήματος ή η κατάδειξη άλλων εξαιρετικών περιστάσεων συνιστά δικαιοδοτική προϋπόθεση για την έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς[9]. Επιπρόσθετα, πρόσωπο που αποτίνεται στο Δικαστήριο και ζητά την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και δίκαια αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του αποφασίζοντας πως θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Το καθήκον αυτό είναι ιδιαίτερα επιτακτικό σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου ο αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς και το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα εκδόθηκε χωρίς να έχει την ευκαιρία η άλλη πλευρά να ακουστεί. Η υποχρέωση για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη κρίνεται τόσο σημαντική που, ακόμα και αν δεν εγερθεί από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εγείρει και να εξετάσει το θέμα αυτεπάγγελτα[10]. Σε περιπτώσεις όπου διαφαίνεται ότι διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, εκδόθηκε χωρίς να έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα τότε, το αναπόδραστο αποτέλεσμα, είναι ο αιτητής να στερηθεί το διάταγμα που εξασφάλισε κατά παράβαση της υποχρέωσης του αυτής. Με υπόβαθρο και γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Να αναφέρω παρενθετικά ότι παρά την όποια ασυμφωνία αναφορικά με τα γεγονότα μεταξύ της κάθε πλευράς, δεν θα αποφασιστεί στο στάδιο αυτό ποια από τις δύο εκδοχές ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας της κάθε πλευράς γίνεται μόνο για τους σκοπούς που επιτρέπονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και δεν προκαταβάλλει βεβαίως την τελική έκβαση της αγωγής. Από τη φύση των δύο πρώτων προϋποθέσεων διαφαίνεται ότι αυτές είναι, μέχρι ενός σημείου, αλληλένδετες. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της όποιας μαρτυρίας έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης. Αν από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα τότε η προϋπόθεση αυτή πληρείται. Στρέφομαι επομένως στην ειδική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος για να διαπιστώσω ότι από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ο οποίος διεκδικεί, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις, αναγνωριστικές δηλώσεις και διατάγματα. Από το περιεχόμενο της ειδικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος διαπιστώνω ότι αποκαλύπτονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), του Ν.14/
- Στρέφομαι τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση, όπου η διερεύνηση του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, γίνεται με αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών. Αυτό γίνεται πάντα με την επιφύλαξη του ότι, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας[11]. Έχω ήδη αναφερθεί στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα/Αιτητή που υποστηρίζει την αίτηση και τα γεγονότα επί των οποίων εκδόθηκε μονομερώς ένα εκ των αιτούμενων διαταγμάτων. Έχω επίσης αναφερθεί στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Υπάρχουν κάποιες διαφορές στις εκδοχές της κάθε πλευράς αναφορικά με τα γεγονότα, προβάλλονται εκατέρωθεν επιχειρήματα επί ορισμένων νομικών θεμάτων που αφορούν την ερμηνεία προνοιών της συμφωνίας ημερομηνίας 23.5.2014 και υπάρχει, και από μέρους του Εναγόμενου 2, ρητή παραδοχή αναφορικά με ένα εκ των αναγνωριστικών διαταγμάτων που διεκδικεί ο Ενάγοντας με την αγωγή του. Όπως έχω ήδη εξηγήσει, στο παρόν στάδιο δεν αξιολογείται η μαρτυρία και, σίγουρα, δεν εξάγονται συμπεράσματα επί των γεγονότων ή νομικών ζητημάτων. Αυτό είναι κάτι που θα γίνει στο πλαίσιο της εκδίκασης της αγωγή. Στη βάση όμως της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και, συνεπώς, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο η μη έκδοση ή διατήρηση των επίδικων διαταγμάτων θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απόδοση πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον. Η θέση του Ενάγοντα/Αιτητή είναι ότι η άρνηση των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση να του επιστρέψουν το ποσό των €35.000, παρά την παραδοχή τους ότι το δικαιούται, είχε ως αποτέλεσμα να περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση. Η ζημιά που υφίσταται, πρέπει να εξεταστεί, σύμφωνα με τον ίδιο, σε συνάρτηση με τη θέση του ότι οι Εναγόμενοι 1 & 2 / Καθ' ων η Αίτηση αποκομίζουν οικονομικά οφέλη από την εκμετάλλευση της επίδικης κατοικίας. Με την ένσταση τους, οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση στα πλαίσια της αγωγής, είναι σε θέση να αποζημιώσουν σε χρήμα τον Ενάγοντα/Αιτητή. Ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία με οικονομική ευρωστία και μεγάλη ακίνητη περιουσία. Ισχυρίζονται ότι ο λόγος που δεν έχουν επιστρέψει στον Ενάγοντα/Αιτητή τις €35.000 είναι διότι δεν έχει καταστεί δυνατή η πώληση της επίδικης κατοικίας ή άλλης κατοικίας στο ίδιο έργο. Αυτό, λένε, οφειλόταν στο ότι, λόγω των οικονομικών συνθηκών που επικρατούν, έχει επηρεαστεί η αγορά ακινήτων. Όπως προκύπτει από την αγωγή, την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει αλλά και από τα τεκμήρια που ο Ενάγοντας/Αιτητής επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση, η βασική αξίωση επί της οποίας προωθεί την παρούσα αίτηση είναι η επιστροφή των €35.
- Η εικόνα μιας οικονομικά δυσπραγούσας Εναγόμενης εταιρείας η οποία δεν έχει την δυνατότητα να του επιστρέψει τα χρήματά του, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αντικρούεται από το περιεχόμενο την ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Σύμφωνα με αυτήν η Εναγόμενη 1 εταιρεία, είναι οικονομικά εύρωστη και διαθέτει σημαντική ακίνητη περιουσία. Σημειώνω ότι το βάρος βρίσκεται και βρισκόταν στους ώμους του Ενάγοντα/Αιτητή να δείξει ότι εκτός αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υφίστατο ζημιά η οποία να είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποζημιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Με γνώμονα ότι η συγκεκριμένη ζημιά του Ενάγοντα/Αιτητή αποκαθίσταται με χρήμα, και με δεδομένο ότι ο Ενάγοντας δεν έχει παρουσιάσει με συγκεκριμένο τρόπο την έκταση και φύση της ανεπανόρθωτης ζημιάς που θα υποστεί, καταλήγω ότι η συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν πληρείται. Η κατάληξη αυτή είναι καθοριστική για το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης αφού οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 πρέπει να πληρούνται σωρευτικά. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, αναφέρω παρενθετικά ότι οι Εναγόμενοι 1 & 2/Καθ΄ ων η Αίτηση προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι η αίτηση πρέπει να αποτύχει γιατί ο Ενάγοντας/Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων που την περιβάλλουν. Συγκεκριμένα, η θέση των Εναγομένων 1 & 2/Καθ΄ων η Αίτηση είναι ότι ο Ενάγοντας/Αιτητής δεν αποκάλυψε συγκεκριμένες πρόνοιες της συμφωνίας ημερομηνίας 23.5.2014 που αφορούσαν τα δικαιώματα τους σε περίπτωση μη τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων πληρωμής του τιμήματος αγοράς του επίδικου ακίνητου. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, ένας αιτητής σε διαδικασίες αυτής της φύσεως οφείλει να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όχι μόνο εκείνα τα γεγονότα που ο ίδιος θέλει να θέσει ενώπιον του αλλά να αποκαλύψει πλήρως και δίκαια (fully and fairly)[12] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, δεν διακρίνω ότι ο Ενάγοντας/Αιτητής απέκρυψε γεγονότα ή πληροφορίες από το Δικαστήριο τα οποία να στρέβλωσαν την εικόνα που είχε το Δικαστήριο αναφορικά με το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου βασίστηκε για να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα. Ο Ενάγοντας/Αιτητής αποκάλυψε προσηκόντως τη συμφωνία, την οποία επισύναψε ως τεκμήριο και δεν εισηγήθηκε στην ένορκη του δήλωση ότι μαζί με τον τερματισμό της συμφωνία δικαιούτο αυτόματα σε επιστροφή του ποσού των €35.
- Αντίθετα αποκάλυψε πλήρως και τις επιστολές που αντάλλαξε με τον Εναγόμενο 2 όπως καταγραφόταν η μεταγενέστερη συνεννόηση τους επί του θέματος. Συνεπώς καταλήγω ότι ενήργησε σε συμμόρφωση με την υποχρέωση του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Αναφορικά με τα υπόλοιπα διατάγματα που ο Ενάγοντας/Αιτητής αξιώνει με την αίτηση του, πρέπει να πω ότι η έκδοση τους δεν προωθείται από τη συνήγορο του στην γραπτή της αγόρευσης. Επομένως, παρά το ότι δεν εγκαταλείπονται συγκεκριμένα, θεωρώ ότι η παράλειψη προώθησης τους συνιστά ουσιαστικά παραίτηση από τη διεκδίκηση τους. Σε κάθε περίπτωση, αναφέρω ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι τα διατάγματα αυτά πρέπει να εκδοθούν. Ειδικότερα, κρίνω ότι η σύμπτωση που υπάρχει μεταξύ των αιτούμενων διαταγμάτων και των τελικών θεραπειών που διεκδικεί ο Ενάγοντας/Αιτητής με την αγωγή καθιστά ανεπιθύμητη την έκδοση τους[13]. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 2.7.2014 δεν πρέπει να οριστικοποιηθεί και ακυρώνεται. Η αίτηση, αναφορικά με τα υπόλοιπα διατάγματα που αξιώνει ο Ενάγοντας/Αιτητής απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της εκδίκασης της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1][1] Άρθρο 29
(1), του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 [2] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicontony Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 [3] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [4] Οδυσσεως (ανωτέρω), Demstar Limited v Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 601, T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1802 [5] Οδυσσέως (ανωτέρω) [6] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [7] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255 [8] Σχετικές οι Cambridge Nutrition Ltd v British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση 304/2008, ημερ.21.10.11 [9] Χαράλαμπος Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 312/10, ημερομηνίας 17.7.2014 [10] Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734 [11] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [12] The King v The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1971]1 K.B. 486 [13] Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14, ReΧ¨Κωνσταντή
(1988)1 Α.Α.Δ. 2187 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο