ALKINOOS CONSTRUCTION LTD ν. G. CARAMONDANIS INVESTMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 1516/2013, 5/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1516/2013 Μεταξύ: ALKINOOS CONSTRUCTION LTD Ενάγοντες/Αιτητές και G. CARAMONDANIS INVESTMENTS LTD Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση Εναγόντων ημερομηνίας 30.5.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης 5 Δεκεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Ζ. Ζαχαρίου για Τσίτσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Χ'Χριστοδούλου για Αδάμος Χατζηχριστοδούλου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων συνολικό ποσό €59.489 πλέον τόκο επί του ποσού αυτού από 19.7.2013 δυνάμει του Ν.73(Ι)/2003 ή διαζευκτικά νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση στην αγωγή με την οποία ήγειραν επίσης ανταπαίτηση για ποσό €70.000 πλέον τόκους και έξοδα. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση στις 30.5.2014 και με αυτή ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 θ. 1(α), 2 και 9(α), στην Δ.48 θ.1, 2, 3 και 9, στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη διακριτική του ευχέρεια και στη νομολογία. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. Αναστάση Βλίττη, διευθυντή των Εναγόντων. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την αγωγή και έχει στην κατοχή του σχετικά έγγραφα. Σε σχέση με τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι διάδικοι υπέγραψαν συμβόλαιο για ανέγερση κατοικίας στις 30.6.2009 σύμφωνα με το οποίο οι Ενάγοντες ανέλαβαν την ανέγερση ιδιωτικής εταιρείας των Εναγομένων έναντι συμφωνημένου ανταλλάγματος. Αρχιτέκτονας του έργου, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, είχε διοριστεί το γραφείο των κ.κ. Ανδρέα Βλίττη & Συνεργάτες Λίμιτεδ και ως επιμετρητής ποσοτήτων ο Βύρωνας Αβραάμ. Ο ενόρκως δηλών συνεχίζει λέγοντας ότι το έργο διεκπεραιώθηκε από τους Ενάγοντες σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας και παραδόθηκε στους Εναγόμενους στις 9.11.
- Οι Ενάγοντες είχαν παρέχει, λέει, τραπεζική εγγύηση πιστής εκτέλεσης των όρων της συμφωνίας προς όφελος των Εναγομένων για ποσό €40.
- Αναφέρει επίσης ότι κατά την πορεία των εργασιών, ανατέθηκε στους Ενάγοντες η εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών σε σχέση με την επίδικη κατοικία η αξία των οποίων ανερχόταν σε €40.
- Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, εκδόθηκαν κατά καιρούς διατακτικά πληρωμής των εκτελεσθεισών εργασιών, κατόπιν ελέγχου και έγκρισης από τον επιμετρητή ποσοτήτων, για συνολικό ποσό €309.063, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. τα οποία και εξοφλήθηκαν από τους Εναγόμενους. Περί τις 9.11.2011, συνεχίζει, εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου το διατακτικό με αρ. 10 για ποσό €52.
- Το εν λόγω διατακτικό αναθεωρήθηκε στη συνέχεια και το οφειλόμενο δυνάμει αυτού ποσό μειώθηκε σε €50.
- Ο ενόρκως δηλών συνεχίζει λέγοντας ότι περί τις 6.6.2011 οι Ενάγοντες εξαργύρωσαν την εγγυητική πιστής εκτέλεσης των εργασιών της συμφωνίας χωρίς να ενημερώσουν σχετικά τους Ενάγοντες. Αναφέρει δε ότι η εξαργύρωση αυτή έγινε με τρόπο αντισυμβατικό από τους Εναγόμενους. Αναφέρει επίσης ότι περί τις 12.11.2012, ο αρχιτέκτονας του έργου αναθεώρησε εκ νέου το διατακτικό πληρωμής αρ.
- Στα πλαίσια της εν λόγω αναθεώρησης, αφαιρέθηκε από το ποσό των €50.149, συνολικό ποσό €39.237 και παρέμενε υπόλοιπο ποσό €10.
- Στο υπόλοιπο αυτό, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, προστέθηκε το ποσό των €40.000 που οι Εναγόμενοι εισέπραξαν από την εγγυητική με αποτέλεσμα να προκύπτει οφειλή ύψους €50.
- Ακολούθως, λέει, εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα το τελικό διατακτικό αρ. 11 με βάση το οποίο πιστώθηκε στους Ενάγοντες ποσό €10.000 που αφορούσε την κράτηση βάση του συμβολαίου για κακοτεχνίες και ελαττωματικές εργασίες. Ο ενόρκως δηλών συνεχίζει αναφέροντας ότι το τελικό διατακτικό αρ. 11 τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την αφαίρεση ποσού που είχε χρεωθεί λανθασμένα ως Φόρος Προστιθέμενης Αξίας με αποτέλεσμα να παραμένει συνολικό οφειλόμενο ποσό €59.
- Αναφέρει δε ότι μετά που οι Εναγόμενοι ήγειραν θέμα καθυστέρησης στην παράδοση του έργου, οι Ενάγοντες εισηγήθηκαν την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, χωρίς όμως να υπάρχει ανταπόκριση. Στη συνέχεια, οι Ενάγοντες υπέβαλαν αίτημα στον αρχιτέκτονα του έργου για επίλυση της διαφοράς, ήτοι των ποσών που κατά τη θέση τους παραμένουν οφειλόμενα για εκτελεσθείσες εργασίες καθώς και του ποσό των €40.000 που αφορά την εγγυητική που εξαργυρώθηκε από τους Εναγόμενους. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδωσε απόφαση με την οποία κατέληγε ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν ποσό €59.489 και οι Εναγόμενοι δεν υπέβαλαν ένσταση κατά της απόφασης εντός της προθεσμίας των 28 ημερών από την παραλαβή της και δεν αξίωσαν την παραπομπή της διαφοράς δεν διαιτησία. Ο ενόρκως δηλών τελειώνει λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν συνολικό ποσό €59.489 πλέον τόκους, ενώ δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Να αναφέρω επίσης ότι ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει, μεταξύ άλλων, στην ένορκη δήλωση του αντίγραφα της συμφωνίας ημερομηνίας 30.6.09, της εκτενούς αλληλογραφίας που αντηλλάγητε μεταξύ των μερών του αρχιτέκτονα και του επιμετρητή του έργου, των διατακτικών πληρωμής και της απόφασης του αρχιτέκτονα. Έχω διεξέλθει όλα αυτά τα έγγραφα με τη δέουσα προσοχή. Οι Εναγόμενοι ήγειραν ένσταση στην αίτηση. Συνοψίζοντας τους λόγους ένστασης που προβάλλουν, αυτοί περιλαμβάνουν το ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση, ότι η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) και της νομολογίας, ότι με την αγωγή εγείρονται σοβαρά πραγματικά και νομικά ζητήματα προς εκδίκαση και ότι δεν υπάρχει οφειλή των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γεράσιμου Καραμοντάνη ο οποίος, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι ο αρχιτέκτονας του έργου είναι αδερφός του μοναδικού διευθυντή των Εναγόντων και εξαιτίας της συγγένειας αυτής δεν ήταν αντικειμενικός αλλά μεροληπτούσε υπέρ των Εναγόντων. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα επίδικα διατακτικά πληρωμής είναι πλημμελή και λανθασμένα και δεν λαμβάνουν υπόψη την καθυστέρηση στην παράδοση του έργου. Σε σχέση με την καθυστέρηση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να παραδώσουν το έργο στις 30.10.2010 ενώ τελικά αυτό παραδόθηκε στις 9.11.
- Αναφέρει δε ότι οι Εναγόμενοι έστειλαν αριθμό επιστολών με τις οποίες διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση αυτή ενώ αναφέρει ότι ουδέποτε αποδέχτηκαν τα επίδικα διατακτικά. Ισχυρίζεται τέλος ότι ένεκα της καθυστέρησης στην παράδοση του έργου έχουν υποστεί ζημιά αφού η αγοραστική αξία της επίδικης οικίας είχε μειωθεί κατά €70.000 κατά τον χρόνο που η παράδοση διενεργήθηκε σε σύγκριση με την αξία της κατά τον χρόνο που έπρεπε να είχε παραδοθεί όπως ο χρόνος αυτός καθοριζόταν από τη συμφωνία. Αναφορικά με την μείωση αυτή εγείρουν ανταπαίτηση. Στην ένορκη του δήλωση επισυνάπτει αντίγραφα διαφόρων επιστολών που απέστειλε ο ίδιος προς του Ενάγοντες και τον αρχιτέκτονα του έργου αλλά και έκθεση από εκτιμητή αναφορικά με την ισχυριζόμενη μείωση στην αξία της κατοικίας ένεκα της καθυστέρησης στην παράδοση της. Κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις, με εμπεριστατωμένο τρόπο και αναφορά στη σχετική νομολογία και τα γεγονότα. Να αναφέρω ότι έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις της κάθε πλευράς και τα επιχειρήματα που προωθούνται σε αυτές. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Συγκεκριμένα, η Δ.18 Θ.1(α) προνοεί τα ακόλουθα: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Επομένως, όπως προκύπτει από το λεκτικό της Δ.18 θ.1(α), για να έχει το Δικαστήριο δικαιοδοσία[1] να εκδώσει απόφαση συνοπτικά πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, (β) ο εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί στη διαδικασία, και (γ) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή[2]. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σωρευτικά. Εάν ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου ο οποίος οφείλει πλέον να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή[3]. Στην υπό κρίση περίπτωση, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και οι Εναγόμενοι έχουν εμφανιστεί στη διαδικασία. Συνεπώς οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) πληρούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση καταλήγω ότι και αυτή πληρείται. Συγκεκριμένα, έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενόρκως δηλών έχει άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων, επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα, το αξιούμενο ποσό και εκφράζει την πεποίθηση ότι οι Εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι το βάρος έχει μετατοπιστεί στους ώμους των Εναγόμενων οι οποίοι οφείλουν πλέον να δείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Σύμφωνα με τη νομολογία, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς για ύπαρξη καλής υπεράσπισης[4]. Στην υπόθεση Trands Middle East Trading (T.M.E.T) v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση. Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Επιπρόσθετα, στην Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνας
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, αναφέρθηκε ότι: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση.» Έχω υπόψη μου ότι τα όσα επιτάσσει η νομολογία, αναφορικά με τις λεπτομέρειες που πρέπει να παραθέτονται από τον καθ' ου η αίτηση ώστε να αποκαλύπτεται καλόπιστη υπεράσπιση ή θέμα προς απάντηση σε αιτήσεις αυτής της φύσης. Σχετική είναι η υπόθεση N.V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1912 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου.»[5] Σχετικό είναι και το ακόλουθα απόσπασμα από το σύγγραμμα Annual Practice 1970 όπου στη σελ. 127 αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part... Ιf a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, τόσο από την πλευρά των Εναγόντων αλλά και από την πλευρά των Εναγομένων, προκύπτει ότι της επίδικης διαφοράς προηγείται μια σειρά γεγονότων που αφορούν ισχυρισμούς για καθυστέρηση στην εκτέλεση εργασιών, αμφισβήτηση και αναθεώρηση οφειλόμενων ποσών και διατακτικών πληρωμής, ισχυρισμούς για μη έγκαιρη πληρωμή υπεργολάβων και μη έγκαιρη εκτέλεση εργασιών, ισχυρισμούς για μεροληψία από πλευράς του αρχιτέκτονα του έργου. Υπάρχει επιπρόσθετα ουσιαστική διαφορά σε σχέση με την ενέργεια των Εναγομένων να εισπράξουν την εγγυητική πιστής εκτέλεσης του έργου. Σημειώνω ότι η θέση που προβάλλει η κάθε πλευρά υποστηρίζεται από σειρά επιστολών και άλλων εγγράφων, τις οποίες ο κάθε ενόρκως δηλών έχει επισυνάψει στην ένορκη του δήλωση. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, και όπως προκύπτει από τη νομολογία, η έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι διαδικασία που παρεκκλίνει από τη συνήθη πορεία εκδίκασης μιας υπόθεσης. Η συνήθης πορεία είναι ότι προηγείται δίκη μιας διαφοράς και μετά εκδίδεται απόφαση επί αυτής. Στα πλαίσια αιτήσεων όπως η παρούσα όμως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει χωρίς ο εναγόμενος να έχει την ευκαιρία να προβάλλει την υπεράσπιση του στα πλαίσια της συνήθους ακροαματικής διαδικασίας. Εξαιτίας αυτού, η έκδοση συνοπτικής απόφασης προσφέρεται μόνο σε περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα και ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, μόνο στη βάση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του στα πλαίσια της αίτησης. Στην παρούσα περίπτωση, κατά την κρίση μου, από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Εναγομένων αλλά και από τα γεγονότα όπως παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ίδια την αίτηση, προκύπτει ότι η βάση αγωγής εδράζεται επί αμφισβητούμενων και περίπλοκων πραγματικών και νομικών ζητημάτων. Δεδομένης της έκτασης και του εύρους της διαφωνίας αναφορικά με τα γεγονότα, κρίνω ότι τα ζητήματα που εγείρονται δεν είναι κατάλληλα για συνοπτική εκδίκαση αλλά πρέπει να εξεταστούν και να διακριβωθούν στα πλαίσια της δίκης, όταν η κάθε πλευρά θα έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα είναι σε θέση το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα ώστε να μπορεί μετά να αποφασίσει επί των επίδικων θεμάτων. Καταλήγοντας θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι με την ένσταση τους έχουν καταφέρει να δώσουν «το στίγμα μιας ενδεχόμενης υπεράσπισης»[6] την οποία πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να προβάλλουν και η οποία πρέπει να τύχει αξιολόγησης στα πλαίσια της δίκης. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 [2] Spyros Stavrinides v Ceskoslavenska Obchondi Banka S.A
(1972)1 C.L.R. 130 [3] Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Kyprianides v Ioannou
(1996)1 C.L.R. 265, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 204, CYEMS Co Ltd v The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 [4] Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Hermes Insurance Co Ltd v Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος (ανωτέρω) [5] Sigma Radio T.V. Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408 [6] Κώστα Κυριάκου ν Θεράποντα Αναστασίου Πολιτική Έφεση 230/2009 ημερομηνίας 23.1.2013 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο