← Κύπρος

AZNET TRADING LTD ν. SAVERO TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1168/2012, 16/12/2014

AZNET TRADING LTD ν. SAVERO TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1168/2012, 16/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1168/2012 Μεταξύ: AZNET TRADING LTD, από την Αγία Νάπα Ενάγοντες και SAVERO TRADING LIMITED Εναγόμενοι Αίτηση Εναγομένων ημερομηνίας 7.8.2014 για παραμερισμό απόφασης 16 Δεκεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές: κα Ν. Κωνσταντινίδου Για Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Ν. Γ. Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι/Αιτητές ζητούν τον παραμερισμό απόφασης ημερομηνίας 29.4.2014 που εκδόθηκε εναντίον τους και υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση στην αγωγή. Η απόφαση είχε εκδοθεί ένεκα της παράλειψης των εναγομένων να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Παρενθετικά αναφέρω ότι η βάση αγωγής των Εναγόντων ήταν οφειλή των Εναγομένων που προέκυψε από την παροχή υπηρεσιών. Σύμφωνα με τον Ανδρέα Χατζηκωνσταντίνου, διευθυντή των Εναγομένων, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, οι Εναγόμενοι/Αιτητές είχαν συνεργασία με τους Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση αλλά, όπως λέει, «δεν οφείλουμε κανένα ποσό στους ενάγοντες και αυτό τους το είπαμε ξεκάθαρα προ 18 περίπου μηνών όταν ισχυρίστηκαν ότι τους χρωστάμε χρήματα», και με αυτό, είπε, θεώρησαν «ότι έκλεισε το θέμα». Προσθέτει ότι μετά την έκδοση της απόφασης, οι Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση τους απειλούν με μέτρα εκτέλεσης. Αναφέρει επίσης ότι η επίδοση της αγωγής έγινε σε κάποια Πηνελόπη Αντωνιάδου η οποία, κατά τον ενόρκως δηλούντα «δεν είναι ούτε γραμματέας, ούτε διευθύνων σύμβουλος, ούτε μέτοχος της εταιρείας, ούτε έχει δικαίωμα να αποδέχεται ή παραλαμβάνει δικαστικά ή άλλα έγγραφα για την εταιρεία μας ούτε και είναι υπεύθυνη του γραφείου μας». Προσθέτει ότι το εν λόγω πρόσωπο του επιβεβαίωσε ότι ουδέποτε δέχτηκε επίδοση οποιασδήποτε αγωγής, δεν υπέγραψε και δεν παρέλαβε εκ μέρους της εταιρείας την αγωγή. Προσθέτει ότι η επίδοση είναι παράτυπη και ελαττωματική γιατί έγινε σε λάθος διεύθυνση αφού η σωστή εγγεγραμμένη διεύθυνση της εταιρείας είναι Αθήνας 14 και όχι Αθήνας 15, όπως αναγράφεται στην αγωγή. Επισυνάπτει προς υποστήριξη της θέσης του αυτής αντίγραφο πιστοποιητικού εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας από τον Έφορο Εταιρειών. Στο σημείο αυτό, παρενθετικά αναφέρω ότι σύμφωνα με το εν λόγω πιστοποιητικό, η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου των Εναγομένων/Αιτητών είναι η οδός Αθήνας 15, Στρόβολος. Αυτή είναι και η διεύθυνση που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα. Συνεπώς, το συγκεκριμένο τεκμήριο όχι μόνο είναι αντίθετο με τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλούντας αλλά, συνάδει με τη διεύθυνση που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα. Ο ενόρκως δηλών καταλήγει λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν καθυστέρησαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης καθ' ότι, όπως αναφέρει «μόλις πληροφορηθήκαμε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον μας έδωκα οδηγίες στη δικηγόρο μου κ. Νταιάνα Κωνσταντινίδου να το διερευνήσει και να πάρει τα κατάλληλα μέτρα για προστασία των δικαιωμάτων μας». Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται επίσης από ένορκη δήλωση της Πηνελόπης Αντωνιάδου, σύμφωνα με την οποία δεν είναι αξιωματούχος των Εναγομένων/Αιτητών, ούτε είναι εξουσιοδοτημένη ή έχει δικαίωμα να παραλαμβάνει εκ μέρους τους έγγραφα ενώ επίσης, δεν είναι υπεύθυνη στον χώρο εργασίας. Αναφέρει επίσης ότι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας είναι Αθήνας 15 και όχι Αθήνας

  1. Παρενθετικά και πάλιν σημειώνω ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον αντίστοιχο ισχυρισμό του Ανδρέα Χατζηκωνσταντίνου. Η αίτηση των Εναγομένων/Αιτητών προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση. Η ένσταση τους εδράζεται, μεταξύ άλλων, στο ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και ότι η συμπεριφορά των Εναγομένων/Αιτητών ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η ένσταση συνοδεύεται με τη σειρά της από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ζάνη, διευθυντή των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι μετά την έκδοση της απόφασης ο δικηγόρος των Εναγόντων απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 12.5.2014 στους Εναγόμενους με την οποία τους γνωστοποιήθηκε η έκδοση της δικαστικής απόφασης και καλούνταν να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος διαφορετικά θα θεωρούσε την εταιρεία αναξιόχρεα και θα προχωρούσε με την καταχώρηση αίτησης διάλυσης της. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των Εναγομένων/Αιτητών ότι το χρέος έχει εξοφληθεί, διαφωνεί επιμένοντας ότι ολόκληρο το ποσό της απόφασης παραμένει οφειλόμενο. Αναφέρει ότι πριν την έγερση της αγωγής οι Ενάγοντες είχαν αποστείλει δύο επιστολές στους Εναγόμενους με τις οποίες ζητούσαν εξόφληση της οφειλής τους χωρίς όμως ανταπόκριση. Προσθέτει δε ότι η δικαστική απόφαση εξασφαλίστηκε νομότυπα και ότι, μετά την έκδοση της απόφασης, οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν με το δικηγόρο των Εναγόντων και «βολιδοσκοπούσαν κατά πόσο η Εταιρεία μας θα ήταν διατεθειμένη να δεχθεί μεταχρονολογημένες επιταγές για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους». Αναφορικά με την επίδοση της αγωγής παραπέμπει στην ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη σύμφωνα με την οποία η αγωγή επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στις 27.2.2014, στην Πηνελόπη Αντωνιάδου, η οποία αναφέρεται ως αρμόδια υπάλληλος. Αναφέρει επίσης ότι η επιστολή των Εναγόντων προς τους Εναγομένους ημερομηνίας 12.5.2014 επιδόθηκε επίσης στο εγγεγραμμένο γραφείο, προς την Πηνελόπη Αντωνιάδου ως αρμόδιας υπαλλήλου, χωρίς η τελευταία να προβάλλει οποιαδήποτε ένσταση σε σχέση με την κανονικότητα εκείνης της επίδοσης. Σε σχέση με το θέμα αυτό, αναφέρει επίσης ότι η Πηνελόπη Αντωνιάδου παρουσιαζόταν στις συναλλαγές των Εναγόντων με τους Εναγόμενους ως πρόσωπο υπεύθυνο σε σχέση με τις χρηματικές οφειλές των Εναγομένων και τη μεταξύ τους συνεργασία καθώς και ότι, προσθέτει, με το πρόσωπο αυτό οι Ενάγοντες είχαν τακτική επικοινωνία. Τέλος σε σχέση με την ορθότητα της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου των Εναγομένων, επισυνάπτει εκτυπωμένη ηλεκτρονική έρευνα που διενήργησε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών όπου αναγράφεται ως διεύθυνση των Εναγομένων η οδός Αθήνας 15, Στρόβολος, αντικρούοντας τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι η ορθή διεύθυνση είναι η Αθήνας
  2. Επισυνάπτει επίσης εκτυπωμένη καταχώρηση των Εναγομένων/Αιτητών στην ιστοσελίδα Businesslink όπου και πάλιν αναγράφεται ως διεύθυνση τους η οδός Αθήνας 15, Στρόβολος. Σημειώνω ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Οι δε συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα τους σε γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε συνεπεία παράληψης εμφάνισης διάδικου εδράζεται στην Δ.17 Θ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας που προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary any such judgement upon such terms as may be just.» Αιτήσεις παραμερισμού απόφασης χωρίζονται σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη αφορά περιπτώσεις όπου η απόφαση της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός εκδόθηκε μετά που το κλητήριο επιδόθηκε κανονικά στον εναγόμενο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο η απόφαση πρέπει να παραμεριστεί ή όχι με γνώμονα την καθοδήγηση η οποία παρέχεται από τη νομολογία. Η δεύτερη «κατηγορία» αφορά περιπτώσεις όπου η επίδοση δεν έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η απόφαση δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και επομένως ένας εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται σε παραμερισμό της. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Χρίστου

(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, η οποία υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερη νομολογία[1]: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή. το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος).» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 26, para. 559, αναφέρεται επίσης ότι: «When a judgement in default of appearance... has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service... it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defense on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgement or order.» Στην υπό κρίση περίπτωση, ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει η πλευρά των Εναγομένων/Αιτητών είναι ότι η επίδοση της αγωγής ήταν αντικανονική καθ' ότι δεν διενεργήθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο τους ενώ επίσης έγινε σε πρόσωπο το οποίο δεν ήταν αρμόδιο για να παραλαμβάνει δικαστικά έγγραφα εκ μέρους της εταιρείας. Από το αντίγραφο του πιστοποιητικού εφόρου εταιρειών που επισυνάπτουν οι ίδιοι οι Αιτητές, αλλά και από την εκτυπωμένη ηλεκτρονική έρευνα από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών που επισυνάπτεται στην ένσταση, καθώς και από την ένορκη δήλωση της Πηνελόπης Αντωνιάδου, έχω ικανοποιηθεί ότι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου των Εναγομένων, όπως αυτή αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα, είναι ορθή και επομένως, ο ισχυρισμός των Εναγομένων για επίδοση σε λανθασμένη διεύθυνση, αντικρούεται. Επίδοση σε νομικό πρόσωπο πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Δ.5 θ.7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, προνοεί ότι: «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας.» Η δε Δ.5 θ.7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί ότι: «In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service...» Στην παρούσα περίπτωση, η επίδοση διενεργήθηκε με την παράδοση (delivery) επίσημου αντίγραφου του κλητηρίου εντάλματος στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, σε φυσικό πρόσωπο. Το γεγονός ότι το πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα δεν είναι αξιωματούχος ή μέτοχος της εταιρείας δεν επαρκεί για να καταστήσει την επίδοση αντικανονική. Ούτε και ο επιδότης ή οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση είναι υποχρεωμένοι να εξετάσουν εσωτερικά θέματα που αφορούν την έκταση ή φύση των καθηκόντων ή εξουσιοδότησης της Πηνελόπης Αντωνιάδου στην οποία επιδόθηκε η αγωγή[2]. Στη βάση των πιο πάνω, έχω ικανοποιηθεί ότι η αγωγή είχε επιδοθεί δεόντως στους Εναγόμενους/Αιτητές και συνεπώς η παρούσα δεν είναι περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο ex debito justitiae οφείλει να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση. Με αυτό το δεδομένο, προχωρώ επομένως να εξετάσω κατά πόσο η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ.10 πρέπει να ασκηθεί υπέρ της αίτησης. Επί τούτου σημειώνω ότι η Δ.17 θ.10 δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και επομένως η καθοδήγηση πρέπει να αναζητηθεί στη νομολογία. Το ζήτημα αυτό αναλύθηκε εκτενώς και σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων[3]. Θα αναφερθώ ενδεικτικά ιδιαίτερα στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Evans v Barthlam
(1937)2 All E.R. 646 και συνόψισε τις αρχές που προκύπτουν από την νομολογία ως εξής: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεση.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία. αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του.» Σημαντικός επίσης παράγοντας τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας είναι η ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης και για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στην Αγγλική υπόθεση Lambert v Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, η οποία υιοθετήθηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια[4], ο Megaw L.J. ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «.if a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgement, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequences to the administration of justice.» Σημειώνω επίσης ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται ξεκάθαρα στους ώμους του Αιτητή ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία ώστε η διακριτική του ευχέρεια να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, εν αρχή, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν καταδείξει ότι υπήρχε σοβαρή και εύλογη αιτία για το ότι δεν εμφανίστηκαν στην αγωγή. Ενόψει του ότι η επίδοση της αγωγή έχει κριθεί να έγινε με νόμιμο τρόπο, δεν προσφέρεται καμία δικαιολογία για το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι/Αιτητές επέλεξαν να μην καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Η αναφορά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ότι προ 18μήνου, όταν οχλήθηκαν από τους Ενάγοντες σχετικά με οφειλή τους, αρνήθηκαν ότι χρωστούσαν και θεώρησαν το θέμα λήξαν, σαφώς και δεν μπορεί να αποτελέσει σοβαρό και εύλογο λόγο για τη μη εμφάνιση τους. Εν συνεχεία, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Συγκεκριμένα, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό. Η αναφορά αυτή, χωρίς να υποστηρίζεται από οποιοδήποτε γεγονός που να της προσδίδει κάποια βαρύτητα ή πειστικότητα (πχ. πληροφορίες σε σχέση με το οποίος εξόφλησε, πως και πότε), κρίνω ότι δεν ικανοποιεί την αντίστοιχη προϋπόθεση που θέτει η νομολογία. Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν ως πρόσθετο λόγο ένστασης το ότι οι Εναγόμενοι/Αιτητές ενήργησαν με καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Επί αυτού, σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν αναφέρουν ρητά πότε ήρθε σε γνώση τους η απόφαση της οποίας επιδιώκουν τον παραμερισμό. Σύμφωνα όμως με την ένσταση, οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν για την εκδοθείσα απόφαση όπου, την 1.7.2014 τους επιδόθηκε επιστολή ημερομηνίας 12.5.2014. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν προσφέρει καμία δικαιολογία για τον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ την ημερομηνίας κατά την οποία έλαβαν γνώση για την δικαστική απόφαση και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ήτοι περί τις 25 ημέρες. Ελλείψει δικαιολόγησης, ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εύλογος. Συγκεφαλαιώνοντας, οι Εναγόμενοι/Αιτητές: (α) δεν ικανοποίησαν ότι υπήρχε εύλογη αιτία για τη μη εμφάνιση τους στην αγωγή, (β) δεν δικαιολόγησαν καθόλου το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τότε που έλαβαν γνώση για την απόφαση του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, και (γ) δεν αποκάλυψαν τέτοια στοιχεία που να δείχνουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίηση του αιτήματος και, ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(A) A.A.Δ. 43, Lion Insurance v Νικηφόρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1610 [2] Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43, J.Z.Classic Music Pro Ltd ν Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 (B) Α.Α.Δ 1151 [3] Ενδεικτικά οι Ioannis Kotsapas & Sons v Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [4] Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.