← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α. ΠΑΤΙΣΤΑ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Παραπομπής: 50/2007, 18/12/2014

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α. ΠΑΤΙΣΤΑ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Παραπομπής: 50/2007, 18/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής: 50/2007 Μεταξύ:

  1. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α. ΠΑΤΙΣΤΑ
  2. ΑΝΤΡΟΥΛΛΑΣ Ι. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Αιτητών και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αποζημιούσας Αρχής Αίτηση ημερομηνίας 3.10.2014 για τροποποίηση της Ειδοποίησης Παραπομπής 18 Δεκεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Φωκά για Δειλινός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Στυλιανού-Λοττίδη για Γενικό Εισαγγελέα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, οι Αιτητές ζητούν διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση της Ειδοποίησης Παραπομπής και της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και την αντικατάσταση της έκθεσης εκτίμησης, που συνοδεύει την Έκθεση Απαίτησης. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.2 θ.10, Δ.25 θ.1, 2, 3 και 5 και Δ.48 θ. 1, 2, 3 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, επί των Θεσμών του Δικαστηρίου Καθορισμού Αποζημιώσεων του 1956 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, οι δικηγόροι που εκπροσωπούν σήμερα τους Αιτητές διορίστηκαν στις 25.9.2014 και «ξεκίνησε αμέσως η μελέτη της υπόθεσης». Κατά τη μελέτη, αναφέρουν ότι διαπιστώθηκαν «σοβαρά λάθη και παραλείψεις» στην εκτίμηση του εκτιμητή των αιτητών τα οποία «προξενούσαν αδιόρθωτη βλάβη στην υπόθεση των πελατών μας». Η ενόρκως δηλούσα συνεχίζει λέγοντας ότι ετοιμάστηκε νέα έκθεση από άλλο εκτιμητή «η οποία λαμβάνει υπόψη όλα τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης και τους εκτιμητικούς κανόνες που έχουν καθοριστεί από τη Νομολογία, έτσι ώστε οι αιτητές να δύναται να διεκδικήσουν δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της περιουσίας τους». Καταλήγει λέγοντας ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τη δίκαιη παράθεση των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου και παρουσίαση της υπόθεσης τους καθώς και ότι δεν θα προξενήσουν ζημιά στην υπόθεση της Αποζημιούσας Αρχής. Η Αποζημιούσα Αρχή έχει εγείρει ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας ως λόγους ένστασης, μεταξύ άλλων, το ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, ότι είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας, ότι υποβάλλεται με καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται επαρκώς καθώς και ότι η αντικατάσταση της έκθεσης του εκτιμητή δεν επιτρέπεται αφού θα συνιστούσε αντικατάσταση υφιστάμενης μαρτυρίας. Οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα σε γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω διεξέλθει με τη δέουσα προσοχή. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέπει την τροποποίηση δικογράφων εκπηγάζει από τη Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και οι παράμετροι τους οποίους το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας έχουν αναλυθεί εκτενώς από την νομολογία. Παραπέμπω στο ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.α.

(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Η κατεύθυνση που προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι το Δικαστήριο - με κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρομαι κατωτέρω - θα πρέπει να εξασκεί τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση[1]. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύουν ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί μέσω της τροποποίησης να διορθώσει παραλήψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος. Εξαιρέσεις στην γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[2]. Το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης σε αντιπαραβολή με το συνταγματικό δικαίωμα σε εκδίκαση μιας διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου, εξετάστηκε στην Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Από εκείνη την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το κατά πόσο η καθυστέρηση προσκρούει στις πρόνοιες του Συντάγματος είναι θέμα υποκειμενικό που πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά από το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης που έχει ενώπιον του. Περιπτώσεις όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται εναντίον της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση περιλαμβάνουν επίσης εκείνες όπου η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει τη ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης καθώς και εκείνες όπου ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία. Όπου βεβαίως προβάλλεται η κακοπιστία ως λόγος ένστασης τότε το βάρος για την απόδειξη της το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται[3]. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές καθώς και τις θέσεις της κάθε πλευράς προχωρώ στην ανάλυση των δεδομένων που βρίσκονται ενώπιον μου. Στην υπό κρίση αίτηση, δεν διακρίνω ότι συνεπεία της τροποποίησης θα επέλθει ριζική μεταβολή της φύσης της αξίωσης των Αιτητών. Η φύση της αξίωσης δεν αλλάζει και οι Αιτητές δεν επιδιώκουν να εισάξουν αξίωση διαφορετικού είδους από την υφιστάμενη. Αυτό το οποίο επιχειρείται είναι ουσιαστικά η αλλαγή του ποσού το οποίο οι Αιτητές αξιώνουν ως εύλογη αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της περιουσίας τους. Το μεγαλύτερο ενδεχόμενο εμπόδιο που αντιμετωπίζουν οι Αιτητές για την έγκριση της τροποποίησης αφορά την καθυστέρηση που επέδειξαν. Η Ειδοποίηση Παραπομπής καταχωρήθηκε στις 6.6.2007 και η Αποζημιούσα Αρχή καταχώρησε εμφάνιση στις 27.7.
  2. Έκτοτε ο φάκελος παρέμεινε αδρανής μέχρι τις 20.6.2013 οπόταν οι Αιτητές καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν παράταση χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης τους, η οποία και εγκρίθηκε. Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε τελικά στις 29.11.
  3. Σημειώνω ότι η επίδικη απαλλοτρίωση έγινε στις 3.6.
  4. Προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης αυτής, αναφέρουν ότι μετά τον διορισμό τους στις 25.9.2014 και όταν ξεκίνησαν τη μελέτη της υπόθεσης διαπίστωσαν σοβαρά λάθη και παραλείψεις τα οποία επιδιώκουν να διορθώσουν με την αιτούμενη τροποποίηση. Ενήργησαν αμέσως, λένε, εξασφαλίζοντας νέα εκτίμηση από εκτιμητή ακινήτων ώστε να διεκδικήσουν δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της περιουσίας τους. Δέχομαι ότι για την καθυστέρηση που προηγήθηκε του διορισμού του, δεν ευθύνεται ο δικηγόρος που εκπροσωπεί σήμερα τους Αιτητές. Σημειώνω όμως ότι η δικονομική συμπεριφορά του προηγούμενου δικηγόρου τους πρέπει να χρεωθεί στους Αιτητές. Η αλλαγή δικηγόρου δεν διαγράφει την πολυετή αδράνεια που επέδειξαν οι Αιτητές και δεν τους παρέχει αυτόματα το δικαίωμα για τροποποίηση των δικογράφων τους. Το ζήτημα της αιτιολόγησης ή μη της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης τροποποίησης εξετάστηκε και αναλύθηκε σε αριθμό υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (ανωτέρω): "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή ανάλογος συσχετισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής ή σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή". Με δεδομένη την πιο πάνω ανάλυση, η καθυστέρηση στην υποβολή του παρούσας αίτησης, δεν θα πρέπει από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη της εκτός εάν συνοδεύεται από κακοπιστία. Έχω διεξέλθει με προσοχή την αίτηση και την ένορκη μαρτυρία που την υποστηρίζει όπως και την ένσταση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και πρέπει να πω ότι δεν διακρίνω στοιχεία που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές ενεργούν κακόπιστα. Πέραν αυτού, δεν θεωρώ ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση τότε η Αποζημιούσα Αρχή θα υποστεί ζημιά η οποία δεν δύναται να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα[4]. Η Αποζημιούσα Αρχή θα διατηρήσει το δικαίωμα της να προβάλλει την υπεράσπιση της και δεν διακρίνω άλλου είδους μειονέκτημα ή ζημιά που θα υποστεί συνεπεία της τροποποίησης. Τέλος, η Αποζημιούσα Αρχή προβάλλει ως λόγο ένστασης ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση θα αντικατασταθεί η έκθεση του εκτιμητή η οποία επισυνάπτεται στην Έκθεση Απαίτηση και ότι αυτό συνιστά αντικατάσταση μαρτυρίας και εισαγωγή νέας. Το επιχείρημα αυτό δεν με βρίσκει σύμφωνη. Σύμφωνα με τους περί Ειδικού για τον Καθορισμό Αποζημίωσης Δικαστηρίου Κανονισμούς του 1956, Δ.6
(1), η έκθεση απαίτησης πρέπει να περιλαμβάνει το αξιούμενο ποσό και πλήρη στοιχεία (full particulars) προς υποστήριξη του αξιούμενου ποσού. Σύμφωνα δε με τη Δ.19
(3), όπου διάδικος προτίθεται να προσκομίσει μαρτυρία εμπειρογνώμονα, τότε πρέπει να καταθέσει στον Πρωτοκολλητή και να παραδώσει στην άλλη πλευρά, μεταξύ άλλων, «every plan and valuation of the land which is the subject of the proceedings (including particulars and computations in support of such valuation) which it is proposed to put in evidence». Από το λεκτικό προκύπτει ότι η έκθεση εκτίμησης δεν συνιστά μαρτυρία που έχει ήδη εισαχθεί με την καταχώρηση της, αλλά εκτίμηση που ο διάδικος προτίθεται να παρουσιάσει ως μαρτυρία. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για παραχώρηση άδειας τροποποίησης. Καταλήγω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη του αιτήματος και ότι η τροποποίηση θα συντείνει στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών και είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της Ειδοποίησης Παραπομπής και της Έκθεσης Απαίτησης ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της Αίτησης. Τροποποιημένη Ειδοποίηση Παραπομπής, Έκθεση Απαίτησης και κατάθεση της εκτίμησης του εκτιμητή Φώτη Ιωάννου, σε αντικατάσταση της υφιστάμενης έκθεσης εκτίμησης, να καταχωρηθούν εντός 5 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να παραδοθεί στην Αποζημιούσα Αρχή την ίδια μέρα. Να ακολουθήσει η καταχώρηση της Υπεράσπισης εντός 7 ημερών. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους[5]. Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι η Αποζημιούσα Αρχή δεν ευθύνεται για τη δημιουργία των εξόδων που χάνονται ως αποτέλεσμα της τροποποίησης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι τα έξοδα που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθούν στο σύνολο τους οι Αιτητές. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, παρά το ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας δεν ευνοεί την Αποζημιούσα Αρχή, εντούτοις θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιδικαστούν εναντίον της τα έξοδα αυτά, αφού η καταχώρηση της Αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής της δικονομικής συμπεριφοράς και η ένσταση της ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Για τον λόγο αυτό θα αποκλίνω από τον βασικό κανόνα και θα επιδικάσω τα έξοδα της Αίτησης εναντίον των Αιτητών. Συνοψίζοντας, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της Παραπομπής που χάνονται από την τροποποίηση και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα βαρύνουν τους Αιτητές. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Associated Leisure Ltd v Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 [3] Σχετικές οι Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 [4] Σχετική είναι η παράγραφος
(3)του αποσπάσματος από την υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν Greenmar Navigation Ltd κα (ανωτέρω). [5] Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.