← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση του Troy Peter Ducker, Αίτηση Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου: 2/2014, 30/5/2014

Αναφορικά με την Αίτηση του Troy Peter Ducker, Αίτηση Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου: 2/2014, 30/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αίτηση Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου: 2/2014 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τη θέσπιση Ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ.1869/2005 της Eπιτροπής της 16ης Νοεμβρίου 2005 για αντικατάσταση των παραρτημάτων του Κανονισμού (ΕΚ) Αριθ. 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τη θέσπιση Ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις. και Αναφορικά με την αγωγή αρ. 577/2010 Ε.Δ. Αμμοχώστου και Αναφορικά με την Αίτηση του Troy Peter Ducker ημερομηνίας 7.3.2014 Ημερ.: 30.5.2014 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Π.Χατζηπαναγής για Σ.Παρπαρίνος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η αίτηση: Μ.Κυριακίδης για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή αρ. 577/2010 Ε.Δ. Αμμοχώστου καταχωρίστηκε την 26.4.2010. Με αυτή, η Καθ΄ ης η αίτηση Τράπεζα, εκεί Ενάγουσα, αξίωνε από τις εταιρείες Troy Ducker Holdings Ltd και Karma Estates Limited, και οι δύο από το Παραλίμνι, εκεί Εναγόμενες 1 και 3 αντίστοιχα, και τον Αιτητή, εκεί Εναγόμενο 2, ποσό Ελβ.Φρ. 867.496,84 πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης σε ακαθόριστη ημερομηνία μεταξύ Ιουνίου και Σεπτεμβρίου 2007 η Τράπεζα παραχώρησε δάνειο ή πιστωτικές διευκολύνσεις προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία για ποσό Ελβ. Φρ. 1.200.000, το οποίο η Εναγόμενη 1 εταιρεία έλαβε. Αυτή παρέλειπε να καταβάλλει τις ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις, οπόταν η Τράπεζα τερμάτισε το σχετικό λογαριασμό και απαίτησε την εξόφληση του χρέους. Ο Αιτητής όπως και η Εναγόμενη 3 εταιρεία ενάχθηκαν ως εγγυητές των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο Αιτητής περί τον Ιούνιο του 2007 εγγυήθηκε γραπτώς την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας μέχρι ποσού Ελβ. Φρ. 1.200.000 πλέον τόκους και έξοδα. Την 7.5.2010 εκδόθηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή, στον Αιτητή, εκτός δικαιοδοσίας, με διπλοσυστημένη επιστολή στη διεύθυνση: «65 Boundary Road, Bournethmouth, BH 10 4HJ, Dorset, United Kingdom». Διατασσόταν ο Αιτητής όπως καταχωρήσει εμφάνιση εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Την 7.6.2011 η Τράπεζα αποτάθηκε για την έκδοση απόφασης εναντίον του Αιτητή επικαλούμενη ότι η αγωγή είχε δεόντως επιδοθεί στον Αιτητή την 18.3.2011 που παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. Ως αποτέλεσμα, την 6.7.2011 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του για το ποσό των Ελβ.Φρ.867.496,84 πλέον τόκους και έξοδα. Την 20.11.2012, κατόπιν αίτησης της Τράπεζας, η εναντίον του Αιτητή δικαστική απόφαση πιστοποιήθηκε ως Ευρωπαϊκός Εκτελεστός Τίτλος και διατάχθηκε η έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις. Την 7.3.2014 ο Αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση «Αίτηση Διόρθωσης ή Ανάκλησης του Πιστοποιητικού Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου» κατ΄ επίκληση του άρθρου 10

(3)του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004 και χρησιμοποίησε το έντυπο υπόδειγμα του Παραρτήματος VI του Κανονισμού. To άρθρο 10
(3)προνοεί πως: «Για την αίτηση διόρθωσης ή ανάκλησης του πιστοποιητικού ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου, μπορεί να χρησιμοποιείται το έντυπο υπόδειγμα του Παραρτήματος VI». Τα έντυπα υποδείγματα των Παραρτημάτων Ι έως VI του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004 έχουν αντικατασταθεί από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1869/
  1. Προκύπτει από τον τελευταίο κανονισμό που τέθηκε σε ισχύ από 17.11.2005 πως η αναγκαιότητα αντικατάστασης προέκυψε κατ΄ ακολουθία της προσχώρησης νέων μελών κρατών την 1.5.2004, οπόταν τα έντυπα υποδείγματα έπρεπε να προσαρμοστούν με σκοπό τη χρήση τους στα νέα κράτη μέλη. Το σχετικό έντυπο υπόδειγμα του Παραρτήματος VI στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 805/2004, στην παράγραφο 1 όπου σημειώνεται το κράτος μέλος προέλευσης, δηλαδή το κράτος μέλος όπου εξεδόθηκε η δικαστική απόφαση, δεν αναφέρει ως επιλογή την Κύπρο. Η Κύπρος παρουσιάζεται ως επιλογή στο αντίστοιχο έντυπο υπόδειγμα του Παραρτήματος VI στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1869/
  2. Κατά τα άλλα, τα σχετικά έντυπα υποδείγματα είναι πανομοιότυπα. Υπάρχει μόνο μια διαφορά στην παράγραφο 6.1 που αφορά στην ανάκληση του πιστοποιητικού για τον λόγο ότι: «Η απόφαση που πιστοποιήθηκε αφορούσε καταναλωτική σύμβαση αλλά εκδόθηκε σε κράτος μέλος όπου ο καταναλωτής δεν έχει την κατοικία του κατά την έννοια του άρθρου 59 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001». Στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 805/2004 υπήρχε η λέξη «δεν» πριν τη λέξη «εκδόθηκε» που ασφαλώς αφορούσε τυπογραφικό λάθος στην ελληνική απόδοση του Κανονισμού. Στην Αγγλική διατύπωση και στους δύο Κανονισμούς η παράγραφος 6.1 είναι η ίδια. Στο έντυπο που χρησιμοποίησε ο Αιτητής υπάρχει η επιπλέον λέξη «δεν» στην παράγρ.6.1 και αυτό εξώθησε την Καθ΄ ης η αίτηση να υποστηρίξει ότι χρησιμοποιήθηκε το υπόδειγμα του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004 που δεν υφίσταται πλέον και επομένως η Αίτηση θα έπρεπε γι΄ αυτό το λόγο να απορριφθεί. Η πραγματικότητα είναι πως ο Αιτητής χρησιμοποίησε το έντυπο υπόδειγμα του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1869/2005 αφού στην παράγρ.1 υπάρχει θέση «ΚΥΠ», δηλαδή Κύπρος, για την περίπτωση που το κράτος μέλος προέλευσης είναι η Κύπρος. Η αναφορά στη λέξη «δεν» στην παράγραφο 6.1 οφείλεται, προφανώς, στο ίδιο τυπογραφικό λάθος όπως συνέβηκε και σε σχέση με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 805/
  3. Είμαι της ισχυρής άποψης ότι θα συνιστούσε λανθασμένη προσέγγιση εάν το Δικαστήριο, στην εφαρμογή ενός ευρωπαϊκού κανονισμού μέσα στο πνεύμα του ίδιου του Κανονισμού και γενικότερα των αντιλήψεων που επικρατούν στην Ενωση, αποφάσιζε πως αντί της εξέτασης της ουσίας της αίτησης του Αιτητή θα έπρεπε να την απορρίψει συνοπτικά για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω και τους οποίους επικαλέστηκε η Καθ΄ ης η αίτηση. Τα επίδικα ζητήματα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με όλα τα προβλεπόμενα στοιχεία να εκτίθενται στο υπόδειγμα που χρησιμοποιήθηκε και η αιτιολογία που αναφέρεται στην παράγραφο 6.1 έγινε κατανοητή στην ορθή της διάσταση. H ανάκληση του πιστοποιητικού επιζητείται σε δύο βάσεις: - Ότι η δικαστική απόφαση εναντίον του Αιτητή αφορούσε καταναλωτική σύμβαση, και - Ότι το πιστοποιητικό χορηγήθηκε εσφαλμένα γιατί ο Αιτητής δεν είχε λάβει επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή και/ή της εναντίον του δικαστικής απόφασης και δεν είχε πληροφορηθεί για το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για την πλήρη επανεξέταση της δικαστικής απόφασης ή των θεσμικών προϋποθέσεων, κριτηρίων και/ή απαιτήσεων σε σχέση με την επανεξέταση, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος και διεύθυνσης της αρμοδίας αρχής στην οποία όφειλε να καταχωριστεί και/ή υποβληθεί η παρούσα Αίτηση εντός του θεσμικού προαπαιτούμενου χρονοδιαγράμματος. Η Αίτηση δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Ούτε ζητήθηκε καθ΄ οιοδήποτε στάδιο από τον Αιτητή να παρουσιάσει οιαδήποτε μαρτυρία είτε στη μορφή ένορκης δήλωσης είτε διά ζώσης. Πώς τούτο θα μπορούσε να γίνει δεν χρειάζεται να εξετάσω. Αναμφίβολα, όμως, θα μπορούσε ο Αιτητής να έθετε ενώπιον του Δικαστηρίου τις παραμέτρους εκείνες της υπόθεσης που, κατά τη θέση του, ισχύουν και που η Καθ΄ ης η αίτηση παρέλειψε ή σκόπιμα δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ή και να αναφερόταν στις περιστάσεις της επίδοσης σε αυτόν της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή που θα τεκμηρίωναν το παράπονο του. Το βέβαιο είναι πως δεν θα μπορούσε να επιτραπεί να τεθούν οιαδήποτε γεγονότα μέσω της αγόρευσης των δικηγόρων του Αιτητή. Επομένως τα όσα, στη μορφή γεγονότων, αναφέρονται, στην παράγρ.9 (σελ. 3 - 6) και παράγρ. 22 - 23 (σελ. 13 - 14) αλλά και αλλού διάσπαρτα στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Αιτητή, θα πρέπει να αγνοηθούν. Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Αιτητή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ φωτοαντίγραφο ένορκης δήλωσης του Αιτητή ημερ. 7.3.2014 σε συναφή διαδικασία στην Αγγλία. Ούτε το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής μπορεί να ληφθεί υπόψη. Η Καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης χρησιμοποιώντας τον τύπο που προνοείται στην Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναμφίβολα, η Καθ΄ ης η αίτηση είχε το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις της στη διαδικασία. Αλλωστε, η Αίτηση απευθύνθηκε προς αυτή. Εφόσον δεν προνοείται συγκεκριμένος τρόπος ή τύπος με τον οποίο θα μπορούσε η Καθ΄ ης η αίτηση να εμφανιστεί και να προβάλει τις θέσεις της, η πρόσβαση στο Δικαστήριο μπορούσε να καταστεί δυνατή με τη χρησιμοποίηση γνωστών στο δίκαιο διαδικασιών, υπό την προϋπόθεση ότι κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών (βλ. Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 124). Η καταχώρηση Ειδοποίησης Πρόθεσης Ενστασης ήταν πρόσφορος τρόπος ώστε η Καθ΄ ης η αίτηση να προβάλει την αντίθεση της στην αίτηση για ανάκληση του Πιστοποιητικού Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης συνοδεύεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 16.4.2014 της Σοφίας Δημητρίου, υπαλλήλου της Τράπεζας. Όπως αναφέρει η ομνύουσα, οι λόγοι που προωθούνται με την ένσταση έχουν ως υπόβαθρο τη δικογραφία στην αγωγή αρ. 577/2010 Ε.Δ. Αμμοχώστου. Κανένα νέο γεγονός δεν προστίθεται. Επομένως, το πεδίο ανεύρεσης των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων θα κριθεί η Αίτηση περιορίζεται στο δικογραφικό φάκελο της αγωγής αρ. 577/2010 Ε.Δ. Αμμοχώστου. Περαιτέρω, κατά την ακρόαση της Αίτησης την 6.5.2014, δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Αιτητής ήταν, από τη σύσταση της Εναγόμενης 1 εταιρείας, ο μοναδικός μέτοχος και διοικητικός της σύμβουλος. Ότι ο Αιτητής δεν διέμενε στην Κύπρο τόσο κατά την καταχώρηση όσο και κατά την επίδοση της αγωγής είναι δεδομένο. Αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα ως τόπος διαμονής του το Ηνωμένο Βασίλειο και εκεί επιδιώχθηκε να του επιδοθεί, και σύμφωνα με την Καθ΄ ης η αίτηση, εκεί του επιδόθηκε η σχετική ειδοποίηση και άλλα έγγραφα στην αγωγή. Στην έκθεση απαίτησης στην αγωγή δεν αναφερόταν σε τι αφορούσε το δάνειο ή οι πιστωτικές διευκολύνσεις προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία, ούτε ποια ήταν η τυχόν σχέση του Αιτητή με αυτή. Κατά την απόδειξη της αξίωσης εναντίον του Αιτητή, παρουσιάστηκαν δύο ένορκες δηλώσεις ημερ. 14.6.2011 και 5.7.2011 κάποιου Μιχάλη Στυλιανού, υπαλλήλου της Τράπεζας. Επισυνάφθηκε συμφωνία ημερ. 28.6.2007 με την οποία η Τράπεζα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 εταιρεία δάνειο για Ελβ.Φρ.1.200.000. Για λογαριασμό της οφειλέτριας τη συμφωνία φέρεται να υπογράφει ο Αιτητής. Ο ίδιος υπογράφει και ως εγγυητής των υποχρεώσεων της, έγγραφο ιδίας ημερομηνίας, τιτλοφορούμενο «Guarantee given for a specific amount» («Εγγύηση που δίδεται για καθορισμένο ποσό»). Παρουσιάστηκε ακόμα έγγραφο της Τράπεζας ημερ. 25.6.2007 όπου αναφέρεται ότι το δάνειο θα χρησιμοποιείτο για την αγορά ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο. Σημειωνόταν ακόμη, πως η συνεισφορά των πελατών θα επιβεβαιωνόταν με κατάλληλες αποδείξεις από τους κατασκευαστές (developers). Ακομα, πως οι εγγυήσεις της Εναγόμενης 3 εταιρείας θα ίσχυαν μέχρι την έκδοση ξεχωριστών τίτλων για συγκεκριμένες κατοικίες και τη μεταβίβαση τους στους πελάτες και την υποθήκευση τους προς όφελος της Τράπεζας. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το δάνειο αφορούσε στην αγορά ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο δηλαδή κατοικιών για τις οποίες δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Προκύπτει ακόμα πως πωλητής της ακίνητης περιουσίας, δηλαδή των κατοικιών, ήταν η Εναγόμενη 3 εταιρεία και αγοράστρια η Εναγόμενη 1 εταιρεία. Κανένα άλλο στοιχείο ή πληροφορία αναφορικά με την επίδικη συναλλαγή προκύπτει από το δικογραφικό φάκελο. Μεγάλο μέρος της αγόρευσης των δικηγόρων του Αιτητή αναλώνεται σε επιχειρηματολογία με υπόβαθρο θέσεις γεγονότων του Αιτητή που δεν έχουν δεόντως τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως πιο πάνω έχει σημειωθεί. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων του Αιτητή θα εξεταστεί με βάση τα γεγονότα που νομότυπα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 805/2004 καταργεί το exequatur. Εφόσον μια δικαστική απόφαση έχει πιστοποιηθεί ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος στο κράτος μέλος προέλευσης, αναγνωρίζεται και εκτελείται σε άλλο κράτος μέλος χωρίς να απαιτείται να κηρυχθεί εκτελεστή και χωρίς να είναι δυνατή η προσβολή της αναγνώρισης της. Δεν είναι βέβαια για την κάθε δικαστική απόφαση που μπορεί να εκδοθεί πιστοποιητικό ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου. Κατά πρώτο λόγο, o Kανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του Δικαστηρίου, και δεν καλύπτει συγκεκριμένες περιπτώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 2 που αφορά στο Πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Κατά δεύτερο λόγο, ο Κανονισμός εφαρμόζεται σε δικαστικές αποφάσεις επί μη αμφισβητουμένων αξιώσεων και μια περίπτωση όπου η αξίωση θεωρείται μη αμφισβητούμενη είναι όταν (άρθρο 3
(1)(β)): «Ο οφειλέτης ουδέποτε αντιτάχθηκε προς αυτήν σύμφωνα με τις σχετικές δικονομικές απαιτήσεις του δικαίου του κράτους μέλους προέλευσης κατά τη διάρκεια διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου, ...». Συνεπώς, απόφαση που εκδίδεται από Επαρχιακό Δικαστήριο στην Κύπρο σε αγωγή λόγω παράλειψης του εναγόμενου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, είναι απόφαση επί μη αμφισβητούμενης αξίωσης μέσα στην έννοια του Κανονισμού. Κατά τρίτο λόγο, απόφαση επί μη αμφισβητούμενης αξίωσης πιστοποιείται ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος εάν (άρθρο 6
(1)): «(α) η απόφαση είναι εκτελεστή στο κράτος μέλος προέλευσης, και (β) δεν αντίκειται προς τους κανόνες περί δικαιοδοσίας που καθορίζονται στα τμήματα 3 και 6 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, και (γ) οι δικαστικές διαδικασίες στο κράτος μέλος προέλευσης πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ στην περίπτωση μη αμφισβητούμενης αξιώσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχεία β) ή γ), και (δ) η απόφαση εκδόθηκε στο κράτος μέλος όπου έχει την κατοικία του ο οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 59 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, όταν - μια αξίωση είναι μη αμφισβητούμενη κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β) ή γ), και - αναφέρεται σε σύμβαση που συνάπτει ένα πρόσωπο, ο καταναλωτής, για σκοπό που μπορεί να θεωρηθεί ότι κείται εκτός της δραστηριότητας ή του επαγγέλματος του, και - ο οφειλέτης είναι ο καταναλωτής.» Ότι η δικαστική απόφαση της 6.7.2011 εναντίον του Αιτητή είναι εκτελεστή στην Κύπρο είναι αδιαμφισβήτητο. Δεν έχει ασκηθεί έφεση κατά του κύρους της ούτε έχει καθ΄ οιοδήποτε τρόπο ανασταλεί ή περιοριστεί η εκτέλεση της. Η δικαστική απόφαση της 6.7.2011 δεν αντίκειται προς τους Κανόνες περί δικαιοδοσίας που καθορίζονται στα τμήματα 3 και 6 του Κεφαλαίου ΙΙ του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001. Το τμήμα 3 αναφέρεται στη Διεθνή δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων, ενώ το τμήμα 6 αναφέρεται στην Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σε υποθέσεις και θέματα που αναφέρονται και που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα γεγονότα της αγωγής. Στις αγορεύσεις των δικηγόρων αμφοτέρων των μερών γίνεται αναφορά στην παράγρ. 1 του άρθρου 22 του τμήματος 6 που αφορά σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων όπου δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. Οι τοποθετήσεις τους διαφέρουν. Δεν έχει όμως σημασία αφού ό,τι ενδιαφέρει δεν είναι κατά πόσο η συνάφεια της επίδικης συμφωνίας δανείου με ακίνητη ιδιοκτησία στην επαρχία Αμμοχώστου θα μπορούσε να προσδώσει δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο, αλλά κατά πόσο κάποιο άλλο Δικαστήριο θα είχε αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 22
(1)και το ζήτημα δεν χρήζει περαιτέρω αναφοράς αφού η υπόθεση δεν αφορά ακίνητη περιουσία σε άλλο κράτος. Εφόσον η υπόψη δικαστική απόφαση είναι μη αμφισβητούμενη κατά την έννοια του άρθρου 3
(1)(β), θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο πληρούνται οι ελάχιστοι κανόνες που καθορίζονται στο Κεφάλαιο ΙΙΙ. Καλύπτονται ζητήματα που αφορούν στην επίδοση του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου και την ενημέρωση που πρέπει να δίδεται προς τον οφειλέτη. Προκύπτει από την ένορκη δήλωση ημερ. 7.6.2011, υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου των δικηγόρων της Τράπεζας, που συνόδευε την αίτηση της Τράπεζας για απόφαση, πως η επίδοση στον Αιτητή δεν έγινε με τον τρόπο που διέταξε το Δικαστήριο, δηλαδή με διπλοσυστημένη επιστολή στην 65 Boundary οδό, αλλά, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Διαδικαστικών και Εξώδικων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις, τα σχετικά έγγραφα παραδόθηκαν στον Αιτητή διά χειρός στην 23 Annerley οδό, που φαίνεται να βρίσκεται και αυτή στο Bournethmouth, BH 10 4HJ, Dorset, United Kingdom. Το ζήτημα θα ήταν ίσως σημασίας εάν εξεταζόταν αίτηση για παραμερισμό της ερήμην του Αιτητή εκδοθείσας απόφασης. Στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, για την ανάκληση του πιστοποιητικού, ό,τι απαιτείται είναι η διαπίστωση της εφαρμογής του Κανονισμού και της ύπαρξης των ελαχίστων προϋποθέσεων για την έκδοση του πιστοποιητικού. Είχε στην ένορκη δήλωση ημερ. 7.6.2011 επισυναφθεί αντίγραφο επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ημερ. 31.5.2011, με συνημμένο αντίγραφο πιστοποιητικού επίδοσης που είχε σφραγιστεί στο Λονδίνο την 21.5.2011 με τη σφραγίδα «Senior Courts of England and Wales - Foreign Process Section». Το Δικαστήριο είχε ικανοποιηθεί για το νομότυπο της επίδοσης και προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον του Αιτητή. Όταν την 20.11.2012 η Τράπεζα αποτάθηκε για την έκδοση πιστοποιητικού ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου, παρουσίασε περαιτέρω έγγραφα αναφορικά με την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή. Επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση αντίγραφο επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ημερ. 31.10.2012, με συνημμένο αντίγραφο επιστολής του ΗΜ Courts & Tribunals Service ημερ. 19.12.2012 και ξανά αντίγραφο του πιστοποιητικού επίδοσης με αντίγραφα των εγγράφων που επιδόθηκαν. Περιλαμβανόταν στα αντίγραφα των εγγράφων που επιδόθηκαν το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση και μετάφραση του στα Αγγλικά όπου αναφερόταν, μεταξύ άλλων: «ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ο εναγόμενος 2 καταχωρήσει εμφάνιση εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Σε περίπτωση που ο εναγόμενος 2 παραλείψει να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της πιο πάνω προθεσμίας, τότε οποιαδήποτε περαιτέρω αίτηση, δικόγραφο ή άλλη διαδικασία στην αγωγή θα θεωρείται δεόντως επιδοθείσα με την ανάρτηση της στον Πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο 5 ημερών.» Περιλαμβανόταν ακόμα, «ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΠΙΔΟΣΗ ΣΕ ΜΗ ΚΥΠΡΙΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ», και μετάφραση στα Αγγλικά, όπου αναφερόταν: «Και καλείσθε όπως εντός τριάντα
(30)ημερών από της λήψεως της παρούσης ειδοποιήσεως να υπερασπισθείτε στην εν λόγω αγωγή δια καταχωρίσεως εμφανίσεως κατά τον τρόπο που περιγράφεται κατωτέρω. Και ειδοποιείσθε ότι σε παράλειψη σας να καταχωρήσετε εμφάνιση η ρηθείσα ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ μπορεί να προχωρήσει στην αγωγή και δυνατό να εκδοθεί απόφαση στην απουσία σας. ... Εμφάνιση μπορεί να καταχωρηθεί είτε προσωπικά, είτε δια δικηγόρου δια της παραδόσεως στον Πρωτοκολλητή στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος, σημειώματος εμφανίσεως και δια παραδόσεως την ίδια ημέρα στην διεύθυνση επιδόσεως του ενάγοντα η οποία είναι ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Λεωφόρος Antouanettas Building, 2ος 3ος όροφος, 6031 Λάρνακα, αντίγραφο του σημειώματος εμφανίσεως χρονολογηθέντος, υπογραφέντος και σφραγισθέντος υπό του Πρωτοκολλητή.» Είναι η θέση του Αιτητή ότι έχει παραβιαστεί το Κεφάλαιο ΙΙΙ και ειδικά το άρθρο 34
(2)του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 (παράγρ.11 της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του). Όμως, όπου το άρθρο 6
(1)(γ) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004 παραπέμπει, είναι στο Κεφάλαιο ΙΙΙ του ιδίου Κανονισμού και όχι του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/
  1. Καθ΄ όσον αφορά την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος σχετικά είναι τα άρθρα 13 - 15 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/
  2. Στο έντυπο υπόδειγμα του Παραρτήματος Ι που είχε κατά την αίτηση για πιστοποίηση χρησιμοποιηθεί, στην παράγρ. 11.1 σημειωνόταν ότι η επίδοση είχε διενεργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 13 και όχι σύμφωνα με το άρθρο 14, ούτε πως η παραλαβή αποδεικνυόταν σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18
(2). Αυτή εξακολουθεί να είναι η θέση των δικηγόρων της Καθ΄ ης η αίτηση (παράγρ. 61 της γραπτής τους αγόρευσης) ότι δηλαδή η επίδοση έγινε σύμφωνα με το άρθρο 13
(1)(β). Σύμφωνα με αυτό η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος μπορούσε να επιδοθεί στον Αιτητή με προσωπική επίδοση που βεβαιώνεται με έγγραφο το οποίο υπογράφεται από το αρμόδιο πρόσωπο που διενήργησε την επίδοση και το οποίο αναφέρει ότι ο Αιτητής παρέλαβε το έγγραφο καθώς και την ημερομηνία επίδοσης. Όπως προειπώθηκε, το πιστοποιητικό επίδοσης που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο κατά το στάδιο της απόδειξης της αξίωσης κατά του Αιτητή και έκδοσης απόφασης εναντίον του, όσο και με την Αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου, δεν έφερε υπογραφή από το πρόσωπο που είχε διενεργήσει την επίδοση αλλά μόνο σφραγίδα. Ότι στο ίδιο το έντυπο αναφέρεται «signature and/or stamp» και υπάρχει σφραγίδα δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Είναι πρόδηλο ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τη σχετική πρόνοια για υπογραφή από το πρόσωπο που διενήργησε την επίδοση σύμφωνα με το άρθρο 13
(1)(β). Ούτε ισχύει οιαδήποτε άλλη από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στα άρθρα 13 και 14 ώστε να ήταν δυνατό να περισωζόταν η κατάσταση, και ούτε τύγχανε εφαρμογής το άρθρο 18
(1), αφού δεν είχε γίνει επίδοση της απόφασης. Ούτε και με συμπεριφορά του Αιτητή στη διαδικασία αποδείχθηκε πως είχε προσωπικά και έγκαιρα παραλάβει τα έγγραφα ώστε να μπορούσε να θεραπευτεί η μη συμμόρφωση με τις δικονομικές απαιτήσεις, του άρθρου 13 στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 18
(2). Μπορεί το ζήτημα να παρουσιάζεται ως τυπικό, υπό την έννοια ότι υπάρχει πιστοποιητικό επίδοσης που φέρει σφραγίδα, όμως, το Δικαστήριο δεν διατηρεί διακριτική ευχέρεια να παρεκκλίνει από τις αυστηρές προϋποθέσεις του Κανονισμού. Ο Κανονισμός δεν παρέχει περιθώρια άλλα, πέραν των προνοιών του άρθρου 18
(2), ακόμα και εκεί που θα ήταν ίσως αναμενόμενο να επιτρέπονται. Δεν θα έπρεπε, με τα δεδομένα που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, να είχε πιστοποιηθεί η απόφαση εναντίον του Αιτητή ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος. Δεν υπήρχε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 13 και δεν ικανοποιείτο, κατ΄ ακολουθία, η απαίτηση του άρθρου 6
(1)(γ). Η κατάληξη κρίνει την έκβαση της Αίτησης. Για σκοπούς πληρότητας, θα εξετάσω και τα υπόλοιπα ζητήματα που εγείρονται με την Αίτηση. Προς διασφάλιση της δέουσας ενημέρωσης του Αιτητή για την αξίωση η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος έπρεπε να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που μνημονεύονται στις παραγράφους (α) - (δ) του άρθρου 16, δηλαδή το όνομα και η διεύθυνση των διαδίκων, το ποσό της αξίωσης, οι τόκοι και οι λεπτομέρειες τους και ο λόγος της αξίωσης. Αυτά περιλαμβάνονταν στην ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος που επιδόθηκε. Περαιτέρω, έπρεπε να καθορίζονταν στην ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος ή στα έγγραφα που τη συνόδευαν, οι δικονομικές απαιτήσεις που προνοούνται στις παραγράφους (α) και (β) του άρθρου 17, για την αμφισβήτηση της αξίωσης, η προθεσμία για αμφισβήτηση, η διεύθυνση του Πρωτοκολλητείου του Δικαστηρίου όπου ο Αιτητής θα μπορούσε να καταχωρήσει εμφάνιση, απευθυνθεί ή παρουσιαστεί και κατά πόσο ήταν υποχρεωτική η εκπροσώπηση από δικηγόρο. Θα έπρεπε ακόμα να αναφερόταν πως συνεπεία της μη προβολής ένστασης θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του Αιτητή και να υποχρεωθεί να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη. Η διεύθυνση του Πρωτοκολλητείου του Ε.Δ. Αμμοχώστου που συνεδριάζει στη Λάρνακα, δεν αναφερόταν πουθενά στα έγγραφα που φέρονται να επιδόθηκαν. Ούτε αναφερόταν ότι θα μπορούσε ο Αιτητής να υποχρεωθεί να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη. Συνεπώς, η απόφαση δεν θα έπρεπε να πιστοποιηθεί ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος και γι΄ αυτούς τους λόγους. Προχωρώ στην εξέταση του ζητήματος στο οποίο οι δικηγόροι των μερών αφιέρωσαν το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματολογίας τους. Σύμφωνα με την παράγραφο (δ) εφόσον η υπόψη δικαστική απόφαση είναι μη αμφισβητούμενη κατά την έννοια του άρθρου 3
(1)(β), τότε με δεδομένο ότι εκδόθηκε στην Κύπρο και όχι στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου ο Αιτητής είχε την κατοικία του (άρθρο 59 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001), αυτή δεν θα μπορούσε να πιστοποιηθεί ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος εάν αναφερόταν σε σύμβαση που συνήψε καταναλωτής, για σκοπό που μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν εκτός της δραστηριότητας ή του επαγγέλματος του, και ο Αιτητής ήταν ο καταναλωτής (βλ. Πολυκάρπου, εμπ. υπό την επων. Katerina Travel v. Tui Poland Sp. Zo. O.
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1808, 1814 - 5). Μια δικαστική απόφαση για να μπορεί να πιστοποιηθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 805/2004 πρέπει να μην αντίκειται με τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας οι οποίοι παρατίθενται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/
  1. Είναι η θέση των δικηγόρων και των δύο μερών πως κατά πόσο ο Αιτητής ήταν στα πλαίσια της επίδικης σύμβασης καταναλωτής θα πρέπει να κριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.44/
  2. Συμφωνώ με την κοινή θέση των δικηγόρων. Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 805/2004 είναι συμπληρωματικός του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, και δεν χωρεί άλλη προσέγγιση. Το άρθρο 16
(2)του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 αναφέρει ότι η αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής, ενώ το άρθρο 15
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 προνοεί ότι: «Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματoς [δηλαδή όπως ορίζει το άρθρο 16
(2)του ιδίου τμήματος], με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5: α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή∙ β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών∙ γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ΄ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.» Και τα δύο μέρη καταπιάστηκαν με τις πρόνοιες του άρθρου 15
(1)(γ), αφού πρόδηλα οι παραγρ. (α) και (β) δεν εφαρμόζονται. Εξέφρασαν διιστάμενες θέσεις, όχι σε σχέση με τη νομική ερμηνεία της παραγράφου, ούτε στο πεδίο εφαρμογής της αλλά σε διαφορετική βάση γεγονότων η κάθε πλευρά. Παρέπεμψαν οι δικηγόροι της Καθ΄ ης η αίτηση στις υποθέσεις Peter Pammer v Reederei Karl Schluter GmbH & Co.KG C-585/08 και Ηotel Alpenhof GmbH v Oliver Heller C-144/09 επισημαίνοντας την παντελή έλλειψη μαρτυρίας για την άσκηση οιασδήποτε δραστηριότητας από μέρους της Τράπεζας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι δικηγόροι του Αιτητή παρέπεμψαν στην Standard Bank London Ltd v. Apostolakis & Anor. [2002] CLC 933, όπου αποφασίστηκε πως η έννοια της λέξης κατανάλωση δεν περιορίζεται στην κυριολεκτική έννοια της κατανάλωσης στη μορφή της εξάντλησης κάποιου αγαθού αλλά περιλαμβάνει την κατανάλωση στην έννοια της χρήσης και απόλαυσης. Η επένδυση από ένα φυσικό πρόσωπο σε ξένο συνάλλαγμα με σκοπό την κερδοφορία, εκεί όπου η επένδυση δεν είχε καμιά σχέση με το επάγγελμα ή τις δραστηριότητες του προσώπου, θεωρήθηκε ως καταναλωτική σύμβαση. Η απόφαση Apostolakis δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της υπόθεσης. Η βάση που στηρίχτηκε η πλευρά του Αιτητή δεν ετέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου με μαρτυρία και συνεπώς εκθεμελιώνεται το υπόβαθρο όλης της επιχειρηματολογίας των δικηγόρων του Αιτητή και οι επί του προκειμένου εισηγήσεις τους καταρρέουν. Στην Ceska Sporitelna, AS v Feichter (Case C-419/11) [2013] I.L.Pr.22, εξετάστηκε από το ΔΕΚ κατά πόσο φυσικό πρόσωπο που ήταν ο μέτοχος πλειοψηφίας και διευθυντής εταιρείας και που εγγυήθηκε συμβατική υποχρέωση της εταιρείας, μπορούσε να θεωρηθεί ως καταναλωτής εν τη εννοία του άρθρου 15
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001. Αναφέρθηκε ότι οι ειδικοί κανόνες που εισάχθηκαν με τις πρόνοιες της Συνθήκης των Βρυξελλών για τη δικαιοδοσία αναφορικά με συμβάσεις καταναλωτών εξυπηρετούν για να διασφαλίζουν επαρκή προστασία για τον καταναλωτή, ως το μέρος που θεωρείται να είναι οικονομικά ασθενέστερο και λιγότερο έμπειρο σε νομικά ζητήματα από το άλλο, εμπορικό, μέρος στη σύμβαση. Αυτός ο ρόλος εξυπακούει ότι η εφαρμογή αυτών των κανόνων ειδικής δικαιδοσίας που θεσπίστηκαν γι΄ αυτό το σκοπό από τη Συνθήκη των Βρυξελλών δεν πρέπει να επεκτείνονται σε πρόσωπα για τα οποία η προστασία δεν δικαιολογείται. Μόνο συμβάσεις που γίνονται εκτός και ανεξάρτητα από οιαδήποτε εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα ή σκοπό, αποκλειστικά προς το σκοπό της ικανοποίησης προσωπικών αναγκών στην έννοια της ιδιωτικής κατανάλωσης, καλύπτονται από τους ειδικούς κανόνες που θεσπίστηκαν με τη Συνθήκη για την προστασία των καταναλωτών. Τέτοια προστασία είναι ανεπιθύμητη στις περιπτώσεις συμβάσεων προς εξυπηρέτηση εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Ακόμη και όταν η υποχρέωση του εγγυητή είναι αόριστης φύσης και ως εκ τούτου ανεξάρτητη της υποχρέωσης της εταιρείας για την οποία δόθηκε η εγγύηση, η εγγύηση του φυσικού προσώπου που δόθηκε σε σχέση με τις υποχρεώσεις μιας εμπορικής εταιρείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δόθηκε εκτός και ανεξάρτητα από οιοδήποτε εμπόριο ή επαγγελματική δραστηριότητα ή σκοπό όταν το φυσικό πρόσωπο έχει στενούς επαγγελματικούς δεσμούς με την εταιρεία, όπως όταν είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή μέτοχος πλειοψηφίας της εταιρείας. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο δεν είναι ικανοποιητικό για να καθιερώσει ότι είναι καταναλωτής εν τη εννοία του άρθρου 15
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.44/2001. Καταλήγει η απόφαση ότι το άρθρο 15
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.44/2001 ερμηνεύεται ότι σημαίνει πως φυσικό πρόσωπο με στενούς επαγγελματικούς δεσμούς με εταιρεία, όπως διευθύνων σύμβουλος ή μέτοχος πλειοψηφίας της, δεν μπορεί να θεωρείται πως είναι καταναλωτής εντός της έννοιας αυτής της πρόνοιας όπου αυτός δίδει εγγύηση για τις υποχρεώσεις της εταιρείας κάτω από σύμβαση για παροχή σε αυτήν πίστωσης. Συνεπώς, στη βάση των γεγονότων όπως υφίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει πως ο Αιτητής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταναλωτής στα πλαίσια της σύμβασης εγγύησης που απετέλεσε τη βάση της αγωγής και το πραγματικό υπόβαθρο της εναντίον του εκδοθείσης απόφασης. Δεν διαπιστώνεται μη ικανοποίηση της παραγρ. (δ) του άρθρου 6
(1)του Κανονισμού. Για τους λόγους που ενωρίτερα εξηγήθηκαν, η Αίτηση επιτυγχάνει και το Πιστοποιητικό Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου που εκδόθηκε στις 20.11.2012 ανακαλείται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά δεν θα είναι εισπρακτέα από τον Αιτητή. Αυτά να λογιστούν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους αφού η απόφαση ημερ. 6.7.2011 υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή βρίσκεται σε ισχύ και είναι εκτελεστή. (Υπ.)...................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.