← Κύπρος

Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Jawad Al-Kassab Company Limited, από τις Σεϋχέλλες, εκ των μετόχων της ORION COMMUNICATIONS GROUP LIMITED ν. Ανα

Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Jawad Al-Kassab Company Limited, από τις Σεϋχέλλες, εκ των μετόχων της ORION COMMUNICATIONS GROUP LIMITED ν. Αναφορικά με την εταιρεία ORION COMMUNICATIONS GROUP LIMITED, Αρ. Αιτ. 601/2014, 16/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝː Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Γενική Αίτηση (Petition) Αρ. Αιτ. 601/2014 Αναφορικά με την εταιρεία ORION COMMUNICATIONS GROUP LIMITED και αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113) και Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Jawad Al-Kassab Company Limited, από τις Σεϋχέλλες, εκ των μετόχων της ORION COMMUNICATIONS GROUP LIMITED Ημερομηνία꞉16 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Μιχάλης Κυριακίδης, για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ'ων η αίτηση: κ. Κούσιος, για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την Ένσταση της Orion Communications Group Limited - Καθ' ης η αίτηση στο να καταστεί απόλυτο το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 18/8/2014 στη βάση μονομερούς αίτησης υπό της Jawad Al-Kassab Company Limited - Αιτήτριας, ημερ. 18/8/2014 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στις 18/8/2014 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση με την οποία η Αιτήτρια εξαιτείται αριθμό θεραπειών δυνάμει, μεταξύ άλλων, των άρθρων 202, 209, 211(f), 213, 214 του περί Εταιρειών Νόμου, επικαλούμενη κλονισμό του θεμέλιου λειτουργίας της Καθ' ης εταιρείας, ήτοι της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που αρμόζει σε εταιρεία που ουσιαστικά λειτουργούσε ως συνεταιρισμός (quasi partnership), ως επίσης και καταπίεση της μειοψηφίας και ειδικότερα της ιδίας της Αιτήτριας η οποία κατέχει μειοψηφικό μέρος του εκδοθέντος κεφαλαίου ή/και στη βάση του ότι η Αιτήτρια είναι συνεισφορέας ή/και λόγω του ότι η Αιτήτρια διαθέτει χρήματα που μπορεί να διατεθούν προς τους μετόχους σε περίπτωση εκκαθάρισής της. Την ίδια ημέρα (18/8/2014), η ως άνω Αιτήτρια καταχώρισε και μονομερή αίτηση για επείγουσα προσωρινή θεραπεία, η οποία βασίζεται στα άρθρα 4-6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), τα άρθρα 126-128, 141-157, 177-178, 202, 209, 211, 213, 214, 226, 227 και 333 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), στους Θεσμούς περί Εταιρειών Κ.1-12, επί των Περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμών, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.2, Δ.5 Θ.1-10, Δ.5Α, Δ.6, Δ.6

(1), Δ.6
(9), Δ.9, Δ.48 Θ.1-4, 8-9, ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Στη βάση του περιεχομένου της μονομερούς αίτησης, ημερ. 18/8/2014, υπό της ως άνω Αιτήτριας, η οποία στηριζόταν σε ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονταν στην ένορκη δήλωση, ημερ. 18/8/2014, της κας Σύλειας Κουρουζίδου, προχώρησα, αφού άκουσα τον συνήγορο της Αιτήτριας, και εξέδωσα μονομερώς στις 18/8/2014, προσωρινό διάταγμα ως οι παρα. Α και Β του αιτητικού, δίδοντας άδεια όπως αυτό επιδοθεί αυθημερόν, ως η παρα. Ε του αιτητικού, και ορίζοντάς το επιστρεπτέο στις 3/9/
  1. Απεναντίας, όσον αφορά το αιτητικό ως οι παρα. Γ και Δ της μονομερούς αίτησης, έκρινα καταλληλότερο να επιδοθεί η αίτηση για να ακουσθεί η Καθ' ης η αίτηση επ' αυτών. Τόσο το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα όσο και η μονομερής αίτηση επιδόθηκαν δεόντως. Υπήρξε εμφάνιση της Καθ' ης η αίτηση στις 3.9.2014 καθώς και αίτημα για άδεια καταχώρισης Ένστασης στη διατήρηση του προσωρινού διατάγματος. Δόθηκε χρόνος 15 ημερών για την καταχώριση Ένστασης, ο οποίος παρατάθηκε μέχρι και τις 29/9/2014, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε όντως η Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης. Μεταξύ των δικασίμων 2/10/2014 και 24/11/2014 αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων δήλωναν ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη διαβουλεύσεις για εξώδικη διευθέτηση, πλην όμως η αίτηση οδηγήθηκε εν τέλει σε ακρόαση στις 10/12/2014, ημερομηνία κατά την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με εφοδίασαν με τις γραπτές αγορεύσεις, καθώς και με περαιτέρω προφορικές διευκρινίσεις οι οποίες βρίσκονται καταγραμμένες στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Μεταξύ άλλων, διευκρινίστηκε από το συνήγορο της Αιτήτριας στις 10/12/2014 ότι η Αιτήτρια δεν επιμένει και αποσύρει το αιτητικό ως οι παρα. Γ και Δ της μονομερούς αίτησης.[1] Το προσωρινό Διάταγμα που εκδόθηκε ως οι παρα. Α και Β της μονομερούς αίτησης παρέμεινε κατά πάντα χρόνο, από 18/8/2014 μέχρι και σήμερα, σε ισχύ και επιστρεπτέο, υπό τη δοθείσα στις 18/8/2014 εγγύηση για το ποσό των €100.000,00σ για πλήρη κάλυψη οιωνδήποτε ζημιών και εξόδων που η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία ήθελε υποστεί από την έκδοση του διατάγματος. Παραθέτω αυτούσιο το λεκτικό του επίδικου Διατάγματος꞉ Α. ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ τη διενέργεια της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 19/8/2014 ως επίσης και την διενέργεια οποιασδήποτε μεταγενέστερης συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ή η λήψη οποιασδήποτε απόφασης σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ORION COMMUNICATIONS GROUP LIMITED, από τη Λευκωσία (η «Εταιρεία»), εκτός κατόπιν συγκατάθεσης της Αιτήτριας ή άδειας του Δικαστηρίου, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενικής αίτησης (petition) ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Β. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ την διενέργεια οποιασδήποτε συνέλευσης μετόχων ή η λήψη οποιασδήποτε απόφασης σε επίπεδο μετόχων της Εταιρείας, εκτός κατόπιν συγκατάθεσης της Αιτήτριας ή άδειας του Δικαστηρίου, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενικής αίτησης (petition) ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου.». Όπως ανέφερα πιο πάνω, τα γεγονότα στη βάση των οποίων ενήργησε το Δικαστήριο εκδίδοντας μονομερώς το προσωρινό διάταγμα είναι αυτά που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας Σύλειας Κουρουζίδου η οποία είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Οι λόγοι για τους οποίους δεν συνοδεύτηκε η μονομερής αίτηση με ένορκη δήλωση αξιωματούχου της Αιτήτριας επεξηγήθηκαν από την κα Κουρουζίδου στη δική της ένορκη δήλωση ως εξής꞉ «Τόσο οι διοικητικοί σύμβουλοι της Αιτήτριας όσο και οι ιδιοκτήτες της Αιτήτριας αλλά και οι δικηγόροι που την εκπροσωπούν στο εξωτερικό, ως αναφέρω κατωτέρω, διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό και δεν είναι Ευρωπαίοι πολίτες. Παρά το γεγονός ότι καταβλήθηκαν προσπάθειες για την εξασφάλιση επείγουσας θεώρησης εισόδου (visa) για να μεταβούν στην Κύπρο, διαπιστώθηκε ότι αυτό απαιτούσε σημαντικό χρόνο, που, σε συνάρτηση με τον επείγοντα χαρακτήρα της αίτησης, δεν ήταν πρακτικά εφικτό να βρίσκονται στην Κύπρο πριν από την ημερομηνία καταχώρισης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης για να προβούν σε ένορκη δήλωση. Για το λόγο αυτό, έχω εξουσιοδοτηθεί από την Αιτήτρια να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους της.». Παρεμβάλλω, λοιπόν εδώ, ότι εφόσον η Αιτήτρια εταιρεία και οι αξιωματούχοι της είναι κάτοικοι εξωτερικού, είναι αποδεκτό η αίτηση που υποβάλλει να στηρίζεται σε ένορκη δήλωση τρίτου προσώπου το οποίο κατοικεί στην Κύπρο, εφόσον το πρόσωπο αυτό έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί από αυτήν (βλ. Palmer's Company Law, 24th ed. Vol. 1, para. 88-24, p.1387). Περαιτέρω, το ότι η ένορκη δήλωση αυτή στηρίζεται σε εξ' ακοής μαρτυρία δεν καθιστά την ένορκη δήλωσή της μη παραδεκτή (βλ. Palmer's Company Law, 24th ed. Vol. 1, para. 88-24, p.1386). Εκείνο που απαιτείται είναι να δηλώνει την πηγή γνώσης των όσων δηλώνει. Στην παρούσα υπόθεση, η κα Κουρουζίδου αναφέρει ακριβώς στην Ε/Δ της ότι όσα αυτή ενόρκως δηλώνει προκύπτουν από έγγραφα έχουν διαβιβάσει στους Κύπριους δικηγόρους της Αιτήτριας οι δικηγόροι της Αιτήτριας στην Ιορδανία, κ.κ. Barghouti & Bashir, και τα οποία η κα Κουρουζίδου έχει στην κατοχή της, ως επίσης και από σχετική πληροφόρηση που έλαβε η κα Κουρουζίδου από τους ιδιοκτήτες της Αιτήτριας, η οποία υιοθετεί πλήρως για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το περιεχόμενο της κυρίως γενικής αίτησης (petition) για την εκκαθάριση της καθ' ης η αίτηση. Εισαγωγικά αναφέρω ότι, στην Ε/Δ της κας Σύλειας Κουρουζίδου που συνόδευε τη μονομερή αίτηση της Αιτήτριας, δίδονταν λεπτομέρειες ισχυρισμών γεγονότων σε ό,τι αφορά το κατεπείγον του ζητήματος για τους σκοπούς του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και γινόταν ρητή αναφορά στα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων στηρίζετο, κατά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας, η θεμελίωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Τούτα ικανοποίησαν το Δικαστήριο στο αρχικό στάδιο έκδοσης του προσωρινού Διατάγματος. Ό,τι απομένει είναι η αξιολόγηση από μέρους του Δικαστηρίου των λόγων ένστασης που εγείρουν οι πιο πάνω αναφερόμενοι ενιστάμενοι υπό το φως των ισχυρισμών γεγονότων που αυτοί αντιτάσσουν. Η Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης που καταχωρήθηκε στις 29/9/2014, αναφέρει ότι προέρχεται όχι μόνον από την εταιρεία ORION COMMUNICATIONS GROUP LTD, αλλά και- · από την εταιρεία AL-HENAA ALMOTAHEDA AL TEJARIA COMPANY LLC και · τον KARIM YACOUB FAMMI ABUKHADRA, · τον JOSEPH GHOSSOUB · τον SHARIF YACOUB FAMMI ABUKHADRA. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται σε Ένορκη Δήλωση ημερ. 29/9/2014, του κ. SHARIF ABUKHADRA, η οποία συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσσα (Βλ. το Τεκμήριο Α της Ε/Δ της κας Κοραλλίας Παπαχαραλάμπους, ημερ.29/9/2014) και έτυχε μετάφρασης στην Ελληνική γλώσσα για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας (βλ. το Τεκμήριο Β της Ε/Δ της κας Κοραλλίας Παπαχαραλάμπους, ημερ.29/9/2014). Όπως προκύπτει από την Ε/Δ του κ. SHARIF ABUKHADRA, αυτός αποτελεί τον Αντιπρόεδρο της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας (ήτοι της ORION COMMUNICATIONS GROUP LIMITED) και τον Πρόεδρο της εταιρείας AL-MENAA ALMODAHEDA ALTEJORIA COMPANY LLC.[2] Προκύπτει περαιτέρω από την ίδια Ε/Δ ότι ο KARIM YACOUB Gahmi[3] ABUKHADRA και ο κ. JOSEPH GHOSSOUB απαρτίζουν την πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ. της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας (ήτοι της ORION COMMUNICATIONS GROUP LIMITED. Ο κ. SHARIF ABUKHADRA δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα που ενίστανται στο επίδικο προσωρινό διάταγμα, για να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Σπεύδω να επισημάνω ότι δεν ηγέρθηκε από πλευράς Αιτήτριας, μέσω του συνηγόρου της, στο στάδιο των αγορεύσεων ουδεμία αμφισβήτηση του δικαιώματος των πιο πάνω προσώπων να εμφανιστούν και να ενστούν. Γίνεται αντιληπτό μέσα από τη δικογραφία και ειδικότερα λόγω της ιδιότητας των εν λόγω προσώπων ως μετόχων και διοικητικών συμβούλων απαρτιζόντων την πλειοψηφία των μελών του ΔΣ της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας ότι το εκδοθέν διάταγμα τους αφορά και επηρεάζει υπό την ιδιότητά τους αυτή (Βλ., συναφώς, την Re Five Minute Carwash Service Ltd [1966] 1 All E.R. 242 και Re H.R. Harmer Ltd [1958] 3 All E.R. 689 όπου οι αποτελούντες την πλειοψηφία μέτοχοι κατέστησαν διάδικοι στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν και που αντιστοίχως το αίτημα ήταν η αγορά των μετοχών των αιτητών από τους μετόχους της πλειοψηφίας). Λογικό επακόλουθο είναι, λοιπόν, το ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση από μέρους της Αιτήτριας του δικαιώματος των ως άνω προσώπων να εμφανίζονται στην υπό κρίση αίτηση και να τοποθετηθούνται επί της διατήρησης ή μη του προσωρινού διατάγματος. Ενίστανται τα πιο πάνω πρόσωπα στην οριστικοποίηση και διατήρηση του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος για τους εξής δικογραφημένους λόγουςː «Η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των άρθρων 4 και 5 του Κεφ.
  3. Υπήρξε σοβαρή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους της Αιτήτριας που στόχευε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Υπήρξε σοβαρή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων που ήταν σε γνώση της Αιτήτριας και δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό εκ μέρους της Αιτήτριας το Δικαστήριο να αποφασίσει για την έκδοση διατάγματος στην ex parte Αίτηση χωρίς να έχει ολόκληρο το ιστορικό ενώπιόν του και εάν όλα τα στοιχεία ετίθεντο ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορετική θα ήταν η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 18.8.
  4. Ενώ έγγραφα και στοιχεία ευρίσκοντο στην διάθεση της Αιτήτριας και αφορούν ουσιώδη γεγονότα δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ex parte Αίτησης, ενώ ταυτόχρονα μέρος των εγγράφων και στοιχείων που δεν κατατέθηκαν στην Αίτηση ex parte κατατέθηκαν στην κύρια Αίτηση την ίδια ημέρα. Πλείστοι όσοι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που κατατέθηκε στην ex parte Αίτηση, δεν συνάδουν με τα γεγονότα και στοιχεία που περιέχονται στα τεκμήρια που κατατέθηκαν με την ένορκη δήλωση, έτσι το Δικαστήριο παραπλανήθηκε από την Αιτήτρια για να εκδοθεί το Διάταγμα ημερομηνίας 18.8.
  5. Η Αιτήτρια δεν έχει δείξει ότι κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδιδόταν το Διάταγμα. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και η Αίτηση της εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς. Το Διάταγμα δεν προστατεύει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα της Αιτήτριας. Αντίθετα με τον τρόπο και την έκταση που εκδόθηκε επηρεάζει την εύρυθμη λειτουργία της Εταιρείας. Το Διάταγμα είναι γενικό και απαγορεύει στο Δ.Σ. της Εταιρείας να συνεδριάζει ή να λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση με αποτέλεσμα η Εταιρεία να μην μπορεί να διοικείται και να λειτουργεί.
  6. Το Διάταγμα είναι γενικό και απαγορεύει στους μετόχους της Εταιρείας να συνέρχονται στην Γενική Συνέλευση και να λαμβάνουν οποιανδήποτε απόφαση με αποτέλεσμα να στερούνται οι μέτοχοι των δικαιωμάτων τους αλλά ταυτόχρονα η ίδια η Εταιρεία να μη μπορεί να λάβει σημαντικές αποφάσεις όπως π.χ. ο διορισμός ελεγκτών και η έγκριση των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων.
  7. Το Διάταγμα όπως αυτό εκδόθηκε σαφώς προσκρούει στις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και σαφώς ευρίσκεται σε αντίθεση με σημαντικές πρόνοιες του ίδιου νόμου.
  8. Κατά την εκδίκαση της ex parte Αίτησης και έκδοση του Διατάγματος το Δικαστήριο δεν είχε το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο ενώπιον του, που θα έπρεπε να θέσει η Αιτήτρια, καθ' ότι δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία και δεν έγινε καμία αναφορά στις σχετικές πρόνοιες του Ιορδανικού νόμου και του δικαίου που διέπει την Συμφωνία Μετόχων, όπως καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκα και καμία αναφορά δεν έγινε στην ισχύ, εγκυρότητα, νομιμότητα, δεσμευτικότητα και ερμηνεία της Συμφωνίας Μετόχων, σύμφωνα με το Ιορδανικό δίκαιο που την διέπει.
  9. Το Διάταγμα όπως εκδόθηκε δίδει αδικαιολόγητα και εν πολλοίς αντινομικά, δικαιώματα στην Αιτήτρια που είναι ο μέτοχος μειοψηφίας σε βάρος της Καθ' ης η Αίτηση που είναι ο μέτοχος πλειοψηφίας.
  10. Η Αιτήτρια προωθεί την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά (abuse of process) και η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη (mala fides).
  11. Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία η ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κύρια Αίτηση.
  12. Η Αιτήτρια με την μαρτυρία που προσκόμισε απέτυχε να καταδείξει ισχυρή αιτία αγωγής/αίτησης και/ή εξαιρετικές περιπτώσεις έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του Διατάγματος και μάλιστα στην έκταση των απαγορεύσεων που επιβάλλει το Δικαστήριο.
  13. Δεν ήταν δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το Διάταγμα και δη στην έκταση των απαγορεύσεων που επιβάλλει.
  14. Τα γεγονότα εκτίθενται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Sharif AbuKhadra από την Ιορδανία, ημερομηνίας 29.9.2014.». Η ένσταση τους βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.4, στον περί Δικαστηρίων Νόμο αρ. 14/1960 άρθρο 3, στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 126-128, 141-157, 177, 178, 202, 209, 211, 213, 214, 226, 227, και 333, στους Θεσμούς περί Εταιρειών Καν. 1-12, στο περί Εταιρειών (Διάλυση Κανονισμών), στη νομολογία και τις γενικές αρχές απαγορευτικών διαταγμάτων, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και επιείκειας στην πρακτική Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κρίνω κατάλληλο να παραθέσω επιγραμματικά το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου Δικαστήριο που επιλαμβάνεται εταιρικής αίτησης, δύναται να εκδώσει προσωρινό διάταγμα κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 209 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, τηρουμένων των λοιπών νομοθετικών διατάξεων και κανονισμών περί της πολιτικής δικονομίας. Κατ' αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 209 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο γενική αίτηση (petition) εκκαθάρισης, εφόσον η καθ' ης η αίτηση εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία και ειδικότερα έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στην επαρχία Λευκωσίας, καθώς επίσης έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την αίτηση εφόσον η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία έχει εκδοθέν και πληρωθέν μετοχικό κεφάλαιο που δεν υπερβαίνει τα όρια αρμοδιότητας Επαρχιακού Δικαστή, ήτοι τις €100.000,00σ. Τούτο βεβαιώνει στην Ε/Δ της η κα Σύλεια Κουρουζίδου (βλ. παρα. 6, 9 και 13)[4] και δεν αμφισβητείται από τον SHARIF ABUKHADRA. Εφόσον το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα να επιληφθεί της αίτησης εκκαθάρισης, δύναται συνεπακόλουθα (βλ. τη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου
(1)του άρθρου 209 του Κεφ. 113) να επιληφθεί και οποιουδήποτε παρεμπίπτοντος διατάγματος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, τηρουμένου του περί Δικαστηρίων Νόμου. Η πολιτική δικονομία σε ό,τι αφορά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων μονομερώς ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, θ.2. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα περιορίζεται δραστικά από τις διατάξεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ.6, το οποίο καθορίζει ότιː «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.». Επί της ουσίας, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(βλ. Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Παραθέτω τις διατάξεις τουː "32.-
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις στο δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον." Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, όπως υιοθετήθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 και επαναλήφθηκαν σε σωρεία άλλων αποφάσεων είναι: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (δηλαδή πιθανότητας η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία), και (γ) ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει τελικά το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα (βλ. απόφαση, ημερ. 13.6.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 145/2011, Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited Bacardi, με παραπομπή σε προγενέστερες αποφάσεις). Ρητή αναφορά στο άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι αναγκαίο να γίνεται στην αίτηση για την έκδοση τέτοιου διατάγματος (βλ. τη Δ.48 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει ότι η αίτηση πρέπει να κάνει αναφορά στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στο συγκεκριμένο θεσμό επί του οποίου εδράζεται). Στην παρούσα υπόθεση, οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν με την απαίτηση τέτοιας δικογράφισης του άρθρου 32 στη νομική βάση της αίτησης. Είναι νομολογημένο ότι εφόσον οι αιτούντες την έκδοση προσωρινού διατάγματος έχουν συμμορφωθεί με τη Δ.48 θ. 2 και έχουν επικαλεσθεί το ουσιαστικό δίκαιο που αρμόζει σε τέτοια αίτηση, ήτοι το άρθρο 32 του Ν.14/60, δικαιούνται στο στάδιο της τελικής τους αγόρευσης να επικαλεσθούν τις νομοθετικές εκείνες διατάξεις οι οποίες είναι προστατευτικές των δικαιωμάτων τους που έχουν κατά τους ισχυρισμούς τους παραβιασθεί έστω και αν δεν τις είχαν περιλάβει στη νομική βάση της αίτησης τους (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026, στη σελ. 2038, όπου ο Καλλής, Δ, έδωσε την εξής εξήγηση για μια τέτοια προσέγγισηː «Αν η αγωγή προχωρήσει σε ακρόαση θα δικαιούνται οι εφεσίβλητοι να αναφερθούν στις νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες προστατεύουν τα δικαιώματα τους, τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, παραβιάζονται; Η απάντηση είναι σαφώς καταφατική γιατί τα δικόγραφα περιλαμβάνουν μόνον γεγονότα (βλ. Δ.19 θ.4). Έχουμε την άποψη πως ο ίδιος κανόνας τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση των προσωρινών διαταγμάτων.». Ως προς το εύρος της δικαστικής αξιολόγησης της δοθείσας μαρτυρίας που αρμόζει σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα, σημειώνω τα εξήςː Κατ' αρχάς, σε τέτοιου είδους υποθέσεις το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 σχετικά με την ισχύ της υπόθεσης της κάθε πλευράς και την πιθανότητα επιτυχίας με βάση τη δικογραφία και τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί «on the face of the affidavit» τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων (Βλ. Iacovou Brothers (Constructions) Ltd. v. Fashionwise Ltd
(2000)1B A.A.Δ. 1377). Στην παρούσα υπόθεση, δεν ζητήθηκε άδεια για αντεξέταση από οποιωνδήποτε εκ των διαδίκων. Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Δηλαδή, το Δικαστήριο δεν προβαίνει στα πλαίσια τέτοιων αιτήσεων σε εις βάθος εξέταση των επίδικων θεμάτων ούτε σε αντιπαράθεση της μαρτυρίας για να ανευρεθεί η πραγματική βάση γεγονότων ή η αλήθεια των ισχυρισμών. Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής (Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Α. 284). Στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να διαγνώσει την ουσία της αγωγής, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 22(η)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60(Πούλλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1. Α.Α.Α. 275). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΑΠΟΔΕΙΧΘΗΚΕ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ ΖΗΤΗΜΑ Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 19.3.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 52/2010, Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd ν. Ελεονώρας, άλλως Νόρας Σιακατίδου, λέχθηκαν τα εξής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 9 του Κεφ. 6 από τα Δικαστήριαː «Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος απουσιάζει, εφόσον κατά πάγια νομολογία απουσιάζει κατ' αναλογίαν το δικαιοδοτικό βάθρο και η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του στην απουσία του αντιδίκου (Stavros Hotel Apartments Ltd (Νο. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Βabel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377 και Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013). Eίναι πλέον παγιωμένο ότι μόνο εκεί όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο αδύνατη μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση ώστε να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, σ. 207). Έχει επικριθεί επανειλημμένως από το Εφετείο το οποίο είχε κατακρίνει την ευκολία με την οποία εκδίδονται διατάγματα επί μονομερούς αίτησης ως θέμα συνήθους τακτικής, χωρίς εκείνον τον ιδιαίτερο προβληματισμό που η φύση του θέματος απαιτεί για να καταδειχθεί αν πράγματι το ζήτημα είναι επείγον έτσι «που να παραγνωρίζεται θεμελιακή σημασία του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου, τακτική μάλιστα που απολήγει συχνά σε εξευτελισμό της διαδικασίας αφού με δεδομένη πλέον την έκδοση του διατάγματος ex parte η τελική κρίση παρατείνεται αδικαιολογήτως,» (Αμβροσιάδου (ανωτέρω)). Το κατεπείγον ως δικαιοδοτικός όρος μπορεί να κρίνεται και στα πλαίσια της έφεσης κατά της απόφασης οριστικοποίησης του, εφόσον μάλιστα είχε εγερθεί και πρωτοδίκως και εγείρεται κατ΄ έφεση (Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, 1462). Ένα Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται μονομερούς αίτησης και παραχωρεί το διάταγμα δύναται να επανεξετάσει μετά από καταχώριση σχετικής ένστασης όλα τα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος του χρόνου, ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, ώστε να καταλήξει να επικυρώσει ή να ακυρώσει ένα διάταγμα υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του και από τους δύο πλέον διαδίκους. Είναι σαφές ότι το είδος της θεραπείας που επιζητείται, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης και τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν τη διαφορά, λαμβάνονται υπόψη και επιδρούν αναλόγως στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της καθυστέρησης (Seamark Consultancy Services (ανωτέρω) και Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω)).». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Σημειώνω, επίσης, όσα είχαν λεχθεί πολύ ενωρίτερα στην απόφαση The Timberland Co of USA V Evans & Sons Ltd, σελ. 8: «Όπως υποδεικνύεται στην Demstar Limited V. Zim Israel Navigation Co Limited κ.α ., (ανωτέρω), επαναλαμβάνεται στη Μ & CH Mitsingas Ltd Ν. The Timberland Co of Usa, (ανωτέρω), και τονίζεται στη Resola (Cyprus) Ltd V. Χρίστου,
(1998)1. Α.Α.Δ 598, γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην απουσία του εναγομένου. Το υπαρκτό του επείγοντος, όπως υποδεικνύεται σε δύο αποφάσεις του Κωνσταντινίδη, Δ. -(In Re stavros Hoterl Apparments Ltd,
(1994)1. Α.Α.Δ 836 In Re B.P. Cyprus Ltd.,
(1996)1(B) A.A.D 861 αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ.6.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Στην παρούσα υπόθεση, ό,τι είχε υπεισέλθει στη σκέψη του Δικαστηρίου ως ισχυρισμός γεγονότος επί του οποίου θεμελιώνετο ο ισχυρισμός του κατεπείγοντος είχε ως έναυσμα τα διαλαμβανόμενα στην ένορκη δήλωση της κας Σύλειας Κουρουζίδου (και ειδικότερα στις παρα. 31, 47 έως 49 αυτής), αναφορικά με γεγονότα που περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση της Αιτήτριας στις 5.8.2014, σχετικά με τη σύγκληση στις 5.8.2014 (βλ. το Τεκμήριο ΙΕ) και την επικείμενη διεξαγωγή στις 19.8.2014 (βλ. το Τεκμήριο ΙΣτ), ήτοι την αμέσως επομένη ημέρα από την καταχώριση της υπό κρίση μονομερούς αίτησης για το προσωρινό διάταγμα) της παράνομης, ως αντικαταστατικής, κατά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας, συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας, κατά την οποία τίθονταν προς συζήτηση για λήψη απόφασης τα ακόλουθα θέματα (βλ. την ημερήσια διάταξη ως το Τεκμήριο ΙΣτ)ː
  1. Η έγκριση των Οικονομικών Καταστάσεων και της Έκθεσης Ελεγκτών για το έτος
  2. Ο διορισμός ελεγκτή για τον έλεγχο και την έκδοση των οικονομικών καταστάσεων του
  3. Η παροχή εντολής προς τον Διορισμένο Εξουσιοδοτημένο Διευθυντή κ. Rizgar Kadir να υποβάλει τους λογαριασμούς του 2012 προς τη φορολογική αρχή.
  4. Η απόρριψη και ακύρωση των αυθαίρετων και παράνομων εντολών που δόθηκαν από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. προς τον κ. κ. Rizgar Kadir να κατακρατεί τις πληρωμές προς όλους τους προμηθευτές και υπαλλήλους.
  5. Η παροχή εντολής προς τον κ. Rizgar Kadir να πληρώσει αμέσως τους οφειλόμενους μισθούς και τους προμηθευτές ως εγκρίθηκαν από τον Country Manager, κ. Ali Ghareeb.
  6. Η παροχή εντολής προς τον κ. Rizgar Kadir να λάβει νομικά μέτρα εναντίον του προέδρου του Δ.Σ., κ. Jawad Kassab, για να εισπραχθεί το χρέος του των USD10.
  7. Η παροχή εντολής προς τον κ. Rizgar Kadir να λάβει νομικά μέτρα εναντίον του Tangram Hotel (ιδιοκτησίας του Προέδρου του Δ.Σ.) για να εισπραχθεί το χρέος των USD49.
  8. Να παγοποιηθούν οι εξουσίες και αρμοδιότητες του Προέδρου του Δ.Σ. μέχρις ότου το δικό του χρέος και το χρέος της θυγατρικής του εταιρείας Tangram Hotel εξοφληθεί.
  9. Να ανατεθούν όλες οι εξουσίες και αρμοδιότητες του Προέδρου του Δ.Σ. προς τον κ. Rizgar Kadir. Ο τρόπος σύγκλησης της εν λόγω συνεδρίας αποτελούσε κατά την Αιτήτρια μία έκφανση της καταπίεσης που υφίσταται από την πλειοψηφία και ήταν κατεπείγουσας σημασίας η αποτροπή της διεξαγωγής της. Παραθέτω αυτούσιες τις παρα. 47 έως 50
  10. «Η έκδοση των διαταγμάτων είναι εξαιρετικά επείγουσα λόγω της αυριανής προγραμματισθείσας συνεδρίας του ΔΣ της Εταιρείας και των θεμάτων που περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη της όσο και λόγω της μεγάλης πιθανότητας να προβεί σε ενέργειες αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, απόκρυψης κερδών για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω.
  11. Σχετικά, αναφέρω ότι παρά το γεγονός ότι η συνεδρία είναι προδήλως παράνομη, εν πάση περιπτώσει αυτή θα έχει επίφαση νομιμότητας, με αποτέλεσμα τρίτα πρόσωπα να ενδέχεται να βασιστούν σε τυχόν παράνομα πρακτικά που θα ετοιμαστούν και θα αποτυπώνουν το δήθεν αποτέλεσμα της συνεδρίας.
  12. Αναφέρω ότι η Αιτήτρια ενήργησε με σπουδή και έρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου το ταχύτερο δυνατό. Τονίζεται ότι επικοινώνησαν με δικηγόρους άμεσα και ενόψει και των καλοκαιρινών διακοπών και παρά το ότι ο δικηγόρος που θα χειριζόταν την υπόθεση απουσίαζε εκτός Κύπρου, κατέστη δυνατή η καταχώριση της αίτησης ενώ προηγήθηκε η αναγκαία μελέτη των εγγράφων για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο πλήρης εικόνα, σε συμμόρφωση με το καθήκον αποκάλυψης. Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι η αίτηση υποβάλλεται με σπουδή και χωρίς καθυστέρηση.
  13. Η Αιτήτρια δεν έχει κανένα σκοπό να παρακωλύσει της λειτουργία της Εταιρείας, αντίθετα ζητά από το Δικαστήριο προστασία λαμβάνοντας υπόψη την καταπίεση που υφίσταται και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω.». Ήμουν και είμαι ικανοποιημένη ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της 5.8.2014 και της 18.8.2014 δεν ήταν τέτοιο που να θεμελιώνει «καθυστέρηση» ή «αδικαιολόγητη καθυστέρηση») (βλ. την Πολιτική Έφεση 9295, Bacardi Co Ltd v Vinco Ltd, απόφαση ημερ. 18.7.1996) στην υποβολή της αίτησης για προσωρινή θεραπεία προς αποτροπή της εν λόγω συνεδρίας. Έλαβα, εν πάση περιπτώσει, υπόψη την παρα. 49 της Ε/Δ της κας Κουρουζίδου όπου επεξηγείται το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα. Όσον αφορά τον συσχετισμό του κατεπείγοντος με τον κίνδυνο επικείμενης ζημιάς στην Αιτήτρια, επισημαίνω ότι η Αιτήτρια αιτιολόγησε τούτον στις παρα. 42 έως 46 της Ε/Δ της κας Κουρουζίδου, σε συνάρτηση με την επικείμενη «κατάλυση της κατασταστικής λογικής και της Συμφωνίας των μετόχων» ως επίσης και τη λήψη αποφάσεων για την αποξένωση περιουσίας της Καθ' ης εταιρείας. Παραθέτω αυτούσιες τις σχετικές παραγράφους꞉
  14. «Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η σύγκληση του ΔΣ με τη συγκεκριμένη ημερήσια διάταξη, πέραν του ότι είναι αντισυμβατική και αντκαταστατική, είναι και παντελώς αδικαιολόγητη και συνιστά καταπιεστικό μέτρο εναντίον της Αιτήτριας, αν τυχόν αφεθεί να προχωρήσει θα έχει ως αποτέλεσμα να διενεργηθούν πληρωμές και να αποξενωθεί περιουσία της Εταιρείας χωρίς επαρκή έλεγχο και διαφάνεια.
  15. Το πιο πάνω ενδεχόμενο καθίσταται ακόμα πιο σοβαρό ενόψει των παραδοχών από πλευράς TYR ότι η Εταιρεία δεν είναι σε καλή οικονομική κατάσταση. Συνεπώς, ενδέχεται να γίνουν προνομιακές πληρωμές σε κάποιους πιστωτές που επιθυμεί η TYR ή να γίνουν αδικαιολόγητες πληρωμές σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται να λάβουν τα ποσά που θα πληρωθούν.
  16. Πέραν τούτου, η Αιτήτρια δεν θα έχει πλέον οποιοδήποτε ρόλο στην Εταιρεία και θα καταλυθεί το υπόβαθρο της καταστατικής λογικής και της Συμφωνίας Μετόχων, με αποτέλεσμα η TYR ουσιαστικά να οικειοποιηθεί την Εταιρεία.
  17. [...][5]
  18. Περαιτέρω και εξ όσων καλύτερα γνωρίζω, ουδεμία ζημιά θα υποστεί η Εταιρεία ή οποιοσδήποτε τρίτος από την έκδοση των διαταγμάτων, οι δε πληρωμές που ενδέχεται να δικαιολογούνται μπορούν να εγκριθούν με συγκατάθεση της Αιτήτριας ή άδεια του Δικαστηρίου, αφού δοθούν τα σχετικά στοιχεία που αναζητούνται εδώ και αρκετό καιρό χωρίς ανταπόκριση.». Όπως αναδεικνύεται στην Ε/Δ της κας Κουρουζίδου, η επικείμενη συνεδρία της 19ης Αυγούστου 2014 ήταν η «συνέχεια» μιας, κατ' ισχυρισμόν, εξίσου παράνομης και/ή αντισυμβατικής συνεδρίας ημερ. 5/8/2014, ελλείψει απαρτίας σε εκείνην τη συνεδρία, με δεδομένο ότι οι διορισμένοι από την Αιτήτρια διοικητικοί σύμβουλοι δεν συμμετάσχαν εφόσον αυτή εκρίνετο ως αντικαταστατικά συγκληθείσα. Η διεξαγωγή της νέας συνεδρίας στις 19/8/2014 στην απουσία των διοικητικών συμβούλων που διόρισε η Αιτήτρια θα θεωρείτο ότι είχε απαρτία βάσει της πρόνοιας της παρα. 5.5(b) της Συμφωνίας των μετόχων, βάσει της οποίας συγκαλείτο (βλ. το Τεκμήριο ΙΣτ).[6] Το ενδεχόμενο εκπαραθύρωσης του Προέδρου του Δ.Σ. ή/και των Διοικητικών συμβούλων που εκπροσωπούσαν το μειοψηφικό μέτοχο ως είναι η Αιτήτρια, ήταν πλέον ορατό. Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι, ακόμη και στην Ε/Δ που συνοδεύει την Ένσταση στη διατήρηση του προσωρινού Διατάγματος, ο κ. Jawad Al Kassab, πιο πάνω αναφερόμενος ως ο Πρόεδρος του Δ.Σ. της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας, αναφορικά με τον οποίο θα λαμβάνονταν αποφάσεις κατά τη συνεδρία της 19.8.2014, περιγράφεται ως «ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης της Αιτήτριας» (βλ. την παρα. 5(ω) της εν λόγω Ε/Δ ημερ. 29/9/2014). Αναφέρεται εκεί εξάλλου ότι το ξενοδοχείο Tangram «ανήκει και τυγχάνει διαχείρισης από εταιρείες συμφερόντων του κ. Jawad Al Kassab» που είναι ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης της Αιτήτριας. Συνεπώς, ο ενδεχόμενος επηρεασμός της Αιτήτριας από τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίας σε σχέση με την οποία εκδόθηκε το απαγορευτικό Διάταγμα ως η παρα. Α, ήταν και είναι πρόδηλος. Διερωτάται ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ'ων η αίτηση «πώς γίνεται στην αρχή του χρόνου, όταν οι Καθ'ων η αίτηση τους ανέφεραν να εκκαθαρίσουν την εταιρεία, δεν επικαλέστηκαν καταπίεση οι αιτητές και την επικαλούνται τώρα;». Παρά τη γενικότητα με την οποία τίθεται το ερώτημα αυτό, κρίνω κατάλληλο να παραπέμψω στην Πλακίδη ν. Nomisco Developers Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 577, όπου λέχθηκε ότι: «Το γεγονός ότι ένας διάδικος είτε συνειδητά κατόπιν δικής του επιλογής, είτε κατόπιν αμέλειας ή ολιγωρίας παραλείπει να προσφύγει στο Δικαστήριο προσβάλλοντας μια κατά τον ισχυρισμό του παράνομη ή δόλια πράξη, αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να εκληφθεί εναντίον του ως εμπόδιο στην απόδοση προσωρινής θεραπείας όταν μεσολαβήσει μια δεύτερη κατ΄ ισχυρισμό παρανομία προς όφελος τρίτου προσώπου η οποία δημιουργεί νέα αρνητικά τετελεσμένα και ενώ αποδεικνύει ο αιτητής ότι επαπειλείται και συνέχεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, ένας αιτητής θα υποστεί τις συνέπειες της όποιας τυχόν αδράνειάς του σε σχέση με τις περιπλοκές οι οποίες δημιουργούνται λόγω απόκτησης δικαιωμάτων από τρίτα πρόσωπα και των γενικότερων δυσκολιών που δυνατόν να δημιουργηθούν. Δεν δικαιολογείται όμως το Δικαστήριο υπό τέτοιες συνθήκες να αρνηθεί να αποδώσει θεραπεία αποτροπής άλλων, περαιτέρω και διαφορετικών κατ΄ ισχυρισμό, παράνομων ή δόλιων πράξεων, ουσιαστικά ως τιμωρία για τυχόν προηγούμενη αδράνεια του αιτητή.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν θεωρώ ότι υφίστατο δικαιοδοτικό έλλειμμα στην έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος από απόψεως του στοιχείου απόδειξης του κατεπείγοντος. 2. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΥΠΗΡΞΕ ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει ένα προσωρινό Διάταγμα χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του, εάν και εφόσον ικανοποιηθεί ότι εκδόθηκε σαν αποτέλεσμα απόκρυψης από το Δικαστήριο εκ μέρους των Αιτητών ουσιωδών γεγονότων. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: « . γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Τέλος, επισημαίνω ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ. Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno
(2004)1 A.A.Δ. 557 και πιο πρόσφατα την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη). Στην παρούσα υπόθεση, είναι η θέση των συνηγόρων της Αιτήτριας ότι όταν αποτάθηκαν μονομερώς για την έκδοση των υπό εκδίκαση διαταγμάτων αποκάλυψαν όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με το βάσιμο της αίτησης, τη σοβαρότητα του ζητήματος και την πιθανότητα επιτυχίας τους. Από την άλλη οι Καθ'ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι (βλ. σελ. 10 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου τους) «Η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και απέκρυψε γεγονότα και έγγραφα τα οποία καταδεικνύουν μη συζητήσιμη υπόθεση για την πλευρά της αιτήτριας και κατά συνέπεια δεν έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.». Εμφαντικά σημειώνει ο συνήγορος των καθ' ων ότι «Μέρος των εγγράφων και στοιχείων που δεν κατατέθηκαν στη μονομερή αίτηση κατατέθηκαν στην κύρια αίτηση την ίδια ημέρα. Αυτό δείχνει ότι η Αιτήτρια τα είχε στη διάθεσή της και στην κατοχή της και τα απέκρυψε από το Δικαστήριο.». Παρατηρώ, ωστόσο, ότι τα στοιχεία που κατ' ισχυρισμόν απεκρύβησαν από το Δικαστήριο άπτονται της διαφορετικής ερμηνείας που οι Καθ'ων η αίτηση αποδίδουν στο ιστορικό υπόβαθρο της διαφοράς μεταξύ αυτών και του κ. Jawad Al Kassab. Οι καθ'ων αναπτύσσουν το υπόβαθρο αυτό με αναφορά στο ρόλο του κ. Rizgar Kadir, τον οποίο παρουσιάζουν ως στενό συνεργάτη του κ. Jawad Al Kassab και υποκεινούμενο από τον τελευταίο. Είναι ο ισχυρισμός των Καθ'ων η αίτηση ότι, όλα τα προβλήματα στη λειτουργία του παραρτήματος της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας στο Ιρακ, τα οποία επικαλείται η Αιτήτρια, προκλήθηκαν καθ' ον χρόνο ο κ. Rizgar Kadir ήταν «ο κατά Νόμο υπεύθυνος για το παράρτημα και ο μοναδικός signatory και το άτομο το οποίο ήταν υπεύθυνο για τις πληρωμές» και υποκεινήτο από τον κ. Jawad Al Kassab, ουσιαστικό ιδιοκτήτη της Αιτήτριας. Οι μόνες πιο συγκεκριμένες αναφορές που γίνονται περί απόκρυψης ή μη αποκάλυψης, αφορούν σε αλληλογραφία μεταξύ της Αιτήτριας και της καθ' ης η αίτηση αναφορικά με τις οφειλές του κ. Jawad Al Kassab προς την Καθ'ης η αίτηση οι οποίες κατ' ισχυρισμόν φανερώνουν ότι αυτός δεν συνεργαζόταν για να τις εξοφλήσει. Εγείρεται συναφώς ο ισχυρισμός από τους Καθ'ων η αίτηση ότι (βλ. σελ. 12 της αγόρευσης του συνηγόρου τους) «Ουσιαστικά μονομερώς οι αιτητές έφεραν με τη στάση τους το παράρτημα προ τετελεσμένων γεγονότων με αποτέλεσμα να διακοπούν οι εργασίες του λόγω στάσης πληρωμών και εκ των υστέρων φάνηκε ότι όλη αυτή η συμπεριφορά των Αιτητών και των συνεργασιών τους ήταν για να εξυπηρετήσουν αλλότριους σκοπούς και συγκεκριμένα την εταιρεία την οποία δημιουργούσε ο κ. Kassab όπως περιγράφεται στις παρα. (αψ) και (αω) υπό τον τίτλο στην ένσταση στις παρα (ατ), (αν) και (αφ) φαίνεται και η στάση των αιτητών στη σύγκληση της εν λόγω συνεδρίας και η άρνηση με διάφορες προφάσεις του κ. Kassab να παραστεί σε αυτή, όλες οι ενέργειες τωναιτητών αποσκοπούσαν στο να διακοπούν οι εργασίες στο παράρτημα.».. Αυτό που μπορεί να λεχθεί από τη μελέτη των αντίστοιχων παραγράφων είναι πως εκείνο που αναδύεται είναι η διαφορετική παράθεση γεγονότων από τους αιτητές και τους καθ΄ ων και όχι απόκρυψη γεγονότων. Δεν θεωρώ ότι ενώπιον μου εκτυλίσσεται η περίπτωση κατά την οποία το θεωρούμενο ως αποκρυβέν γεγονός αποδεικνύεται σαν τέτοιο, αφού αυτό το οποίο αναδεικνύεται είναι η διαφορετική αντίκριση των γεγονότων από τους ενόρκως δηλούντες ως προς το ποιος επέφερε το ρήγμα στις σχέσεις. Για να αποφασίσει το Δικαστήριο ποια από τα αμφισβητούμενα γεγονότα είναι τα ορθά ως προς το ρόλο και τις σχέσεις, αφενός, του κ. Kadir με την Αιτήτρια και τον κ. Jawad Al Kassab και, αφετέρου, του τελευταίου με την Καθ' ης η αίτηση, ώστε να πεισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων, θα πρέπει να γίνει αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, κάτι που δεν εμπίπτει στο έργο της παρούσας διαδικασίας. 3. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΠΛΗΡΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Α.32 Ν.14/60 1. Τρεις είναι οι βασικές προϋποθέσεις που καθιερώνει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, την Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557: a. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξής του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). b. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Luis Vuitton v Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ.
  1. c. Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους Ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν οι αποζημιώσεις, με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο/οι εναγόμενος/οι θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλουν, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντα.
  2. Επιπρόσθετα, εξετάζεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο κατά πόσον, υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση, ημερ. 13.6.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 145/2011, Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited).
  3. Ειδικά εκεί όπου το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας (American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396) ή, καλύτερα διατυπωμένου, του ισοζυγίου της δικαιοσύνης (Francome -ν- Mirron Group Newspapers Ltd
(1984)1 WLR 892). Σ' αυτό το στάδιο- a. το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας της υπόθεσης και ποιός από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας͘ b. το δικαστήριο δικαιούται επίσης να εξετάσει την ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων των διαδίκων (βλ. Copinger and Skone James on Copyright, 12th ed., παρα. 627). Το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. c. το δικαστήριο θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante bellum, δηλαδή της κατάστασης πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν την πράξη που αποτελεί το casus belli, δηλαδή της επίδικης παραβίασης δικαιωμάτων (βλ. Bacardi & Co. Ltd v Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788)͘[7]͘ d. το δικαστήριο θα σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας του εναγομένου που δημιουργείται από οποιαδήποτε μη αναγκαία καθυστέρηση από μέρους του ενάγοντα στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας (βλ. την Bacardi, ανωτέρω). Έτσι, ενώ η τάση της νομολογίας είναι να μην απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής τηρουμένων των προνοιών του περί Παραγραφής νόμου, εντούτοις η ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας (απαγορευτικού διατάγματος) είναι γενικώς μοιραία (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 Ν.14/60ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Αναφορικά με την 1η προϋπόθεση Έχοντας απορρίψει τους ισχυρισμούς περί έλλειψης κατεπείγοντος και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, προχωρώ λοιπόν σε όσα αφορούν την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, ήτοι του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, επί του οποίου εδράζεται η κυρίως αίτηση καθορίζει τα εξήςː «202.—
(1)Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), ή [...], δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
(2)Αν σε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο έχει τη γνώμη— (α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε· και (β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων αναφορικά με εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά. [
(3)έως
(5)...]». Δικαίωμα καταχώρισης αίτησης δυνάμει του άρθρου 202 έχει οποιοδήποτε «μέλος» εταιρείας», δηλαδή μέτοχος. Λέχθηκε στην Πολιτική έφεση αρ.7883, In Re Pelmako Development Ltd, 1 ΑΑΔ
(1991)1369, ότιː Η προβλεπόμενη από το άρθρο 202 του νόμου θεραπεία παρέχεται εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις οι οποίες, ακολουθούν μεταξύ τους σειρά λογικής αλληλουχίας ήτοι, (α) ότι η διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας γίνεται κατά τρόπο καταπιεστικό για κάποιο από τους μετόχους ή για μερίδα των μετόχων, (β) ότι το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας με βάση το άρθρο 211(στ) του νόμου, (γ) πλην όμως η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε αδίκως τους ίδιους τους μετόχους που υφίστανται την καταπίεση.». Στην απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1958] 3 All E.R. 66;
(1959)A.C 324, λέχθηκε ότι ο όρος «καταπίεση» περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity) ή δίκαιας μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σε σχέση με τα δικαιώματά τους ως μέτοχοι. Αντίθετα, ανεπάρκεια (inefficiency) ή αμέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας, λέχθηκε ότι δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά. Στην Ε/Δ της κας Σύλιας Κουρουζίδου (βλ. την παρα. 38) αναπτυσσόταν εκ μέρους της Αιτήτριας η δική της εκδοχή ως προς την καταπίεση που, κατ' ισχυρισμόν, υφίσταται από την πλειοψηφία. Προτού παραθέσω αυτούσια την παρα. 38, σημειώνω ότι ως αναφέρει η ίδια στην παρα. 14 και 15.1 έως 15.5 - «Στις 16/11/2011 οι μέτοχοι της Καθ' ης εταιρείας συνήψαν συμφωνία αναφορικά με τη σύσταση και λειτουργία της Εταιρείας (η «Συμφωνία Μετόχων»), με βάση την οποία συμφωνία, ιδρύθηκε η Εταιρεία.. Επίσης, η εν λόγω συμφωνία προέβλεπε για την ίδρυση θυγατρικής της Εταιρείας στο Ιράκ (που περιγράφεται ως NewCo στην εν λόγω συμφωνία), στην πραγματικότητα όμως δημιουργήθηκε ένα υποκατάστημα (branch) της Εταιρείας, με τη ονομασία Orion Communication Group. Η μετοχική ιδιοκτησία στην Εταιρεία θα ήταν 66% για την TYR και 34% για την Αιτήτρια (βλ. παράγραφο 3.1). Η TYR δικαιούνταν να διορίζει 3 διευθυντές στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας ενώ η Αιτήτρια δικαιούνταν να διορίζει 2 διευθυντές στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας (βλ. παράγραφο 4.1). Οι αρχικοί διευθυντές στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας (οι οποίοι παραμένουν μέχρι σήμερα), είναι οι JAWAD AL-KASSAB και RASH Α AL-QASSAB (που διορίστηκαν από την Αιτήτρια) και οι KARIM ABUKHADRA, JOSEPH GHOSSOUB και SHARIF ABUKHADRA (που διορίστηκαν από την TYR) (βλ. παράγραφο 4.2).Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας θα ήταν υπεύθυνο για την εν γένει διαχείριση και έλεγχο της διεύθυνσης της Εταιρείας και της θυγατρικής της, θα μελετούσε και θα ψήφιζε σε σχέση με επιχειρηματικά σχέδια και προϋπολογισμούς και θα ετοίμαζε και θα εισηγείτο η διεύθυνση και θα διατύπωνε τις πολιτικές που θα εφαρμόζονταν κατά τη διεξαγωγή της επιχείρησης (βλ. παράγραφο 4.8). Ως ενδείξεις της καταπίεσης της μειοψηφίας, περιγράφονται στην παρα. 38 της Ε/Δ της κας Κουρουζίδου τα εξής꞉ «Στ. Η καταπίεση της μειοψηφίας
  1. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η TYR διεξάγει τις εργασίες της Εταιρείας κατά τρόπο καταπιεστικό ως προς την Αιτήτρια. Ιδιαίτερα, αναφέρεται: 38.
  2. Η μη ανταπόκριση της TYR στις επανειλημμένες εκκλήσεις της Αιτήτριας για ενημέρωση αναφορικά με τα οικονομικά δεδομένα της Εταιρείας. 38.
  3. Η μη ανταπόκριση της TYR στην απαίτηση της Αιτήτριας για μεταφορά και διατήρηση του αρχείου της Εταιρείας στο Erbil για να καταστεί δυνατός ο έλεγχος των βιβλίων της. 38.
  4. Η κατακράτηση του αρχείου της TYR στα γραφεία του πλειοψηφούντος μετόχου. 38.
  5. Η απαίτηση από τον κ. Kadir να υπογράφει «εν λευκώ» πληρωμές και να αποξενώνει περιουσία της Εταιρείας χωρίς έλεγχο, ιδιαίτερα ενώ την ίδια στιγμή η TYR έχει τη θέση ότι η Εταιρεία θα έπρεπε να εκκαθαριστεί λόγω οικονομικής δυσμένειας. 38.
  6. Η επιθυμία να εξουσιοδοτηθεί η διενέργεια πληρωμών σε συγκεκριμένους πιστωτές που η TYR υποδεικνύει, χωρίς ενημέρωση στην Αιτήτρια και τους διευθυντές που αυτή διόρισε στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας. 38.
  7. Το γεγονός ότι ενώ αποδέχθηκε στις 22/6/2014 συνάντηση για συζήτηση των διαφόρων θεμάτων, δεν την επιβεβαίωσε, δεν παρευρέθηκε και, εντελώς αυθαίρετα και αψυχολόγητα, συγκάλεσε συνεδρία του Δοικητικού Συμβούλου, με πράνομη, αντικαταστατική και καταπιεστική ημερήσια διάταξη που σκοπό έχει την μεταβολή του συμφωνημένου τρόπου λειτουργίας της Εταιρείας και την μεταφορά του απόλυτου ελέγχου λειτουργίας της στην TYR. 38.
  8. Η απόλυση του προσωπικού της Εταιρείας χωρίς προηγούμενη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας.
  9. Είναι περαιτέρω η θέση της Αιτήτριας ότι ο στόχος της TYR είναι να λειτουργήσει σε συνθήκες αδιαφάνειας, να προβαίνει σε πληρωμές κατά βούληση και χωρίς έλεγχο και να εξαιρέσει την Αιτήτρια και τους εκπροσώπους της από τον έλεγχο της Εταιρείας. Άρχισε με την παράνομη κατακράτηση του αρχείου της Εταιρείας, αρνούμενη τη μεταφορά του στο κύριο γραφείο της Εταιρείας. Συνέχισε με το να μην επιτρέπει εσωτερικό έλεγχο των βιβλίων της Εταιρείας από εσωτερικό ελεγκτή της Αιτήτριας, ως αρχικά συμφωνήθηκε, και, ως εκ τούτου, να μην επιτρέπει την ολοκλήρωση του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων ως συμφωνήθηκε. Προέβηκε σε ετοιμασία δικών της καταστάσεων που ουδέποτε δόθηκαν στην Αιτήτρια ή στους διευθυντές που διόρισε, ενώ την ίδια στιγμή ζητά την έγκριση τους. Και, στη συνέχεια, συνεχίζει με την προσπάθεια κατάλυσης του καταστατικού, παράβασης της Συμφωνίας Μετόχων και της διευθέτησης αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της Εταιρείας.
  10. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η Εταιρεία ουσιαστικά λειτουργούσε σαν να ήταν συνεταιρισμός (quasi partnership) και ότι ήταν πρόθεση των μερών όπως θεμέλιο της Εταιρείας να ήταν η αμοιβαία εμπιστοσύνη, συναντίληψη, διαφάνεια, νόμιμη οικονομική διαχείριση και συνεργασία μεταξύ των μετόχων της Εταιρείας και της διοίκησης ως επίσης και η λειτουργία της σαν να ήταν συνεταιρισμός. Εν προκειμένω και λόγω των πράξεων και παραλείψεων της TYR, το εν λόγω θεμέλιο έχει κλονιστεί υπό συνθήκες που να είναι εύλογο και δίκαιο όπως η Εταιρεία εκκαθαριστεί.». Είναι στη βάση των πιο πάνω λεπτομερειών που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπόθεση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενική αίτηση (petition). Αναφορικά με το πιο πρόσφατο περιστατικό που προβάλλεται ως ενδεικτικό της αντικαταστατική και καταπιεστικής συμπεριφοράς, δίδονται λεπτομέρειες στην παρα. 30 της Ε/Δ της κας Κουρουζίδου꞉ Κατ' αρχάς θα πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη ότι οι καταστατικές πρόνοιες ως η Συμφωνία των Μετόχων για τη σύγκληση και διεξαγωγή συνεδρίας του ΔΣ διελάμβαναν, μεταξύ άλλων τα εξής. · Ότι ο χώρος διεξαγωγής των συνεδριών του Διοικητικού Συμβουλίου, εκτός και αν συμφωνείτο διαφορετικά από το Διοικητικό Συμβούλιο για συγκεκριμένη περίπτωση, θα ήταν ο κύριος τόπος διεξαγωγής της επιχείρησης της Εταιρείας από καιρού εις καιρό (βλ. παράγραφο 5.1). Όπως αναφέρεται στους ορισμούς της Συμφωνίας Μετόχων και ειδικά στον ορισμό της έννοιας της επιχείρησης (Business), αυτή θα λάμβανε χώρα μόνο στο Ιράκ. · Απαιτείτο ειδοποίηση 14 ημερών από τον Γραμματέα της Εταιρείας σε κάθε διευθυντή σε σχέση με οποιαδήποτε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου (βλ. παράγραφο 5.3). Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον 3 διευθυντών, με 2 διευθυντές που διορίστηκαν από την TYR και 1 από την Αιτήτρια. Αν δεν υπάρχει απαρτία εντός 30 λεπτών από την οριζόμενη ώρα, τότε η συνεδρία αναβάλλεται στο ίδιο μέρος 14 μέρες μετά (με γραπτή ειδοποίηση σε κάθε διευθυντή από τον Γραμματέα της Εταιρείας) και ένας διευθυντής που εκπροσωπεί οποιοδήποτε μέτοχο θα αποτελεί απαρτία σε τέτοια επιγενόμενη συνεδρία (βλ. παράγραφο 5.5(α)(β)). Κάθε μέτοχος θα πρέπει να καταβάλλει εύλογες προσπάθειες ώστε οι διευθυντές που διορίζει στο Διοικητικό Συμβούλιο να παρευρίσκονται σε όλες τις συνεδρίες που έχουν δικαίωμα να παρευρίσκονται (βλ. παράγραφο 5.5(γ)). Κάθε διευθυντής έχει ένα ψήφο και οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, εκτός σε ότι αφορά συγκεκριμένα θέματα, για τα οποία απαιτείται ομόφωνη απόφαση (βλ. παράγραφο 6.1 - 6.3). Γραπτό ψήφισμα που υπογράφεται από όλους τους διευθυντές που δικαιούνται να ψηφίσουν ή γραπτό ψήφισμα που συμφωνείται με τηλεομοιότυπο ή ηλεκτρονικό μήνυμα (email) από όλους τους διευθυντές που δικαιούνται να ψηφίσουν, θα θεωρείται έγκυρο και σε ισχύ ως να είχε υιοθετηθεί ως ψήφισμα σε συνεδρία των διευθυντών που είχε δεόντως συγκληθεί και λάβει χώρα (βλ. παράγραφο 6.4). Θα δημιουργείτο αδιέξοδο στην Εταιρεία όταν απαιτείτο ομόφωνη απόφαση σύμφωνα με τη Συμφωνία Μετόχων και αυτή δεν καθίστατο δυνατή, για ένα από τους λόγους που αναφέρεται στην παράγραφο 12 της Συμφωνίας Μετόχων και, σε τέτοια περίπτωση, θα ακολουθείτο συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία θα κατέληγε σε δικαστική επίλυση της διαφοράς ως προνοείτο στην παράγραφο 19 τη Συμφωνίας Μετόχων. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι, αντίθετα προς τις πιο πάνω καταστατικές πρόνοιες- 30.
  11. «Στις 16/7/2014 αποστάληκε στους διευθυντές που διορίστηκαν από την Αιτήτρια στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας ειδοποίηση συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας για τις 5/8/
  12. Αντίγραφο της εν λόγω ειδοποίησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο ΙΓ. 30.
  13. Κατά παράβαση της παραγράφου 5.3 της Συμφωνίας Μετόχων, η εν λόγω ειδοποίηση δόθηκε από διευθυντή που διόρισε η TYR και όχι από το Γραμματέα, ως ρητά προνοεί η Συμφωνία Μετόχων. 30.
  14. Κατά παράβαση της παραγράφου 5.1 της Συμφωνίας Μετόχων, ως τόπος διεξαγωγής προσδιορίζεται τα γραφεία της TYR στην Ιορδανία. Υπενθυμίζεται ότι με βάση της Συμφωνία Μετόχων, ο χώρος διεξαγωγής των συνεδριών του Διοικητικού Συμβουλίου, εκτός και αν συμφωνείτο διαφορετικά από το Διοικητικό Συμβούλιο για συγκεκριμένη περίπτωση, θα ήταν ο κύριος τόπος διεξαγωγής της επιχείρησης της Εταιρείας από καιρού εις καιρό. Όπως αναφέρεται στους ορισμούς της Συμφωνίας Μετόχων και ειδικά στον ορισμό της έννοιας της επιχείρησης (Business), αυτή θα λάμβανε χώρα μόνο στο Ιράκ. 30.
  15. Σε συνάφεια με το πιο πάνω θέμα, επισημαίνεται ότι οι διευθυντές της TYR, αντιλαμβανόμενοι προφανώς την αντικανονικότητα του προσδιορισμού της Ιορδανίας ως χώρου συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου, επιδίωξαν να «διορθώσουν» την αντικανονικότητα με γραπτή απόφαση, η οποία αποστάληκε στους διευθυντές που διορίστηκαν από την Αιτήτρια στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας στις 4/8/2014, δηλαδή την προηγούμενη ημέρα της σύγκλησης της συνεδρίας, για υπογραφή. Αντίγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο ΙΔ. Ως φαίνεται από την εν λόγω απόφαση, αυτή υπογράφεται από 3 διευθυντές της Εταιρείας ενώ οι υπόλοιποι 2 διευθυντές δεν υπέγραψαν. Όμως, το εν λόγω έγγραφο δεν μπορούσε να «διορθώσει» εκ των υστέρων την αντικανονικότητα του προγραμματισμού της συνεδρίας σε χώρο άλλο από αυτό που προβλέπει η Συμφωνία Μετόχων, πέραν δε τούτου είναι και ανίσχυρο έγγραφο, αφού υπογράφηκε παράτυπα, αντισυμβατικά και αντικαταστατικά. Υπενθυμίζεται ότι με βάση τη Συμφωνία Μετόχων (βλ. παράγραφο 6.4, την οποία μάλιστα το εν λόγω έγγραφο την επικαλείται) αλλά και με βάση το καταστατικό της Εταιρείας (κανονισμός 107), γραπτό ψήφισμα μπορεί να είναι έγκυρο μόνο όταν υπογράφεται από όλους τους διευθυντές. 30.
  16. Επιπρόσθετα, ενώ περιλαμβάνει στην ημερήσια διάταξη θέμα που απαιτεί έγκριση εγγράφου και ειδικότερα την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων του 2012 και της έκθεσης ελεγκτή, εντούτοις δεν την επισυνάπτει, κατά παράβαση της παραγράφου 5.3 της Συμφωνίας Μετόχων, που προνοεί ότι η ειδοποίηση πρέπει να συνοδεύεται με οποιαδήποτε έγγραφα θα συζητηθούν στη συνεδρία. 30.
  17. Επιπρόσθετα, παράνομα περιλαμβάνει στην ημερήσια διάταξη ως θέμα τον διορισμό ελεγκτή, το οποίο με βάση τη νομοθεσία (άρθρο 153 του Περί Εταιρειών Νόμου), δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης. 30.
  18. Επίσης, επιζητά τη λήψη σημαντικών αποφάσεων όπως π.χ. να υποβληθούν φορολογικές καταστάσεις, χωρίς προηγούμενο έλεγχο από το Διοικητικό Συμβούλιο. 30.
  19. Επίσης, παράνομα, αντισυμβατικά και καταχρηστικά επιχειρεί να αφαιρέσει τις εξουσίες του Προέδρου (Chairman) του Διοικητικού Συμβουλίου.». Τις πιο πάνω αντικαταστατικές ενέργειες ανέπτυξε ενώπιον μου και στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος της Αιτήτριας με ικανό τρόπο και έχω να παρατηρήσω πως η μόνη επί της ουσίας απάντηση σε αυτές που δόθηκε ενώπιον μου από την άλλη πλευρά (βλ. τη σελ. 18 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Καθ'ων η αίτηση) είναι ότι η Συμφωνία των μετόχων δεν δεσμεύει την ίδια την εταιρεία (εν προκειμένω την Καθ' ης εταιρεία) ως επίσης το ότι η Συμφωνία Μετόχων θα διέπετο από το δίκαιο της Ιορδανίας, ότι τα Κεντρικά Δικαστήρια του Αμμάν θα είχαν μη απολειστική δικαιοδοσία σε σχέση με νομικές διαδικασίες που αναφύονταν από ή σε σχέση με τη Συμφωνία Μετόχων και πως εκ προκειμένω η Αιτήτρια δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία στο Δικαστήριο για την εγκυρότητα της εν λόγω συμφωνίας. Με δεδομένο ότι.δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος προστασίας έναντι του φαινομένου της καταπίεσης, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξής του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802), καθώς και υπό το φως του γεγονότων ότι η ίδια η Καθ' ης η αίτηση συνέχιζε να επικαλείται την παρα. 5.5(b) της Συμφωνίας των Μετόχων στην πρόσκληση για την επίδικη συνεδρία του Δ.Σ. μη αμφισβητώντας την εγκυρότητα της εν λόγω Συμφωνίας, είμαι ικανοποιημένη ότι πληρούται η 1η προϋπόθεση του Ά.32 του Ν.14/60. Συγχρόνως, κρίνω ότι δεν είναι τέτοιο το ενώπιον μου υλικό που, χωρίς να υπεισέλθω σε εις βάθος αξιολόγηση της εκατέρωθεν μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις, να μπορούσα να αποκλείσω την ορατότητα πιθανότητας επιτυχίας της κυρίως αίτησης. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας - Η δραστικότητα του επίδικου προσωρινού διατάγματος ειδωμένου στη σφαίρα του εταιρικού δικαίου Ό,τι θα με απασχολήσει πιο κάτω είναι το ισοζύγιο της ευχέρειας και το κατά πόσον είναι εύλογο και δίκαιο να καταστήσω το επίδικο προσωρινό διάταγμα απόλυτο και να το διατηρήσω σε ισχύ μέχρι την πλήρη εκδίκαση της κυρίως αίτησης, Δεν χωρεί αμφιβολίας ότι το επίδικο προσωρινό Διάταγμα, τόσο ως προς το σκέλος Α όσο και ως προς το σκέλος Β, επεμβαίνουν δραστικά στη λειτουργία της Καθ' ης εταιρείας. Λέγω τούτο, έχοντας κατά νου πως η συνεδρία του Δ.Σ. της Καθ' ης εταιρεία σε σχέση με την οποία δόθηκε μαρτυρία από την Αιτήτρια περί αντικαταστατικής σύγκλησής της έχει ήδη αποτραπεί (έχει παρέλθει η ημερομηνία της 19/9/2014, κατά την οποία αυτή επρόκειτο να πραγματοποιηθεί) και πως ό,τι απομένει μέχρι σήμερα σε ισχύ είναι το σκέλος του επίδικου προσωρινού διατάγματος το οποίο παρεμβαίνει και παρεμποδίζει τη διεξαγωγή οποιασδήποτε μεταγενέστερης αυτής συνεδρίας του Δ.Σ. ή γενικής συνέλευσης των μετόχων. Ο συνήγορος των Καθ'ων η αίτηση έστρεψε την προσοχή μου, συναφώς, προς όσα λέχθηκαν σε πρωτόδικη βεβαίως υπόθεση από τον Καλογήρου Π.Ε.Δ (Ε.Δ.Λ/σου) στην Αίτηση 48/2014 Αναφορικά με την Εταιρεία ALPARI GROUP LIMITED (ΑΡ. ΕΓΓΡΑΦΗΣ: ΗΕ 158218), τα οποία και παραθέτω: «Είναι με ιδιαίτερη φειδώ που το Δικαστήριο, εξασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις μιας εταιρείας. Για να το πράξει, εκδίδοντας ένα απαγορευτικό διάταγμα μη απομάκρυνσης ενός διευθυντού από τα καθήκοντα του, όπως ζητείται στην εξεταζόμενη υπόθεση, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν ισχυροί λόγοι που να δικαιολογούν τέτοια διαταγή. Εάν δεν καταδεικνύεται κακοπιστία ή έλλειψη νομιμότητος, θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο λόγο να ζητά τη διάλυση ενός συνεταιρισμού ή μιας εταιρείας που έχει τα χαρακτηριστικά του συνεταιρισμού. Δεδομένου ότι δεν εγείρεται στην εξεταζόμενη περίπτωση ζήτημα έλλειψης νομιμότητας στη διαδικασία σύγκλησης της γενικής συνέλευσης με θέμα την παύση του Dashin, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση στη θέση της αιτήτριας ότι η εταιρεία και οι θυγατρικές αυτής εταιρείες, αποτελούν οιονεί συνεταιρισμό.». Το να εμποδίζεται η διεξαγωγή οποιασδήποτε μεταγενέστερης συνεδρίας του Δ.Σ. ή γενικής συνέλευσης των μετόχων που δεν μπορεί να είναι γνωστό από τώρα ότι θα διεξαχθεί παράτυμα ή αντικαταστατικά, ενδεχομένως να υπερβαίνει τα όρια του ισοζυγίου της ευχέρειας και είναι σε αυτό το ζήτημα που θα στρέψω την προσοχή μου, αντλώντας καθοδήγηση από το πώς αντικρίζεται το θέμα από τη νομολογία. Στην απόφαση Μetrosyaz Ltd κ.α.
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1843 απερρίφθη η αίτηση για ακύρωση διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς και τα οποία απαγόρευαν- «Α. μέχρι νεοτέρας οδηγίας του Δικαστηρίου στην εταιρεία METROSVYAZ LIMITED (που στο εξής θα καλείται η «Εταιρεία») είτε σε επίπεδο Εκτακτης ή Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης είτε σε επίπεδο Διοικητικού Συμβουλίου από του να απομακρύνει τους κ.κ. Alexander Molozanov και ο Alastrir Gunning από τη θέση των Συμβούλων του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, χωρίς όμως βλάβη και επηρεασμό της συζήτησης και λήψης απόφασης κατά την προγραμματισμένη Εκτακτη Γενική Συνέλευση της 27/11/2003 οποιωνδήποτε άλλων ζητημάτων. Β. μέχρι νεοτέρας οδηγίας του Δικαστηρίου στην Εταιρεία από του ν' αποφασίσει κατά την Εκτακτη Γενική Συνέλευση της 27/11/2003 και/ή σε οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία την απομάκρυνση των κ.κ. Alexander Molozanov και ο Alastair Gunning από τη θέση των Συμβούλων του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας. Γ. μέχρι νεοτέρας οδηγίας του Δικαστηρίου στην Εταιρεία από του να κάνει με οποιοδήποτε τρόπο οποιεσδήποτε πληρωμές από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εταιρείας και/ή άλλως πως προς οποιαδήποτε τρίτα πρόσωπα χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση των Αιτητών, εκπροσωπουμένων από τον κ. Alexander Molozanov. Δ. μέχρι νεοτέρας οδηγίας του Δικαστηρίου στην Εταιρεία από του να δημιουργεί οικονομικές υποχρεώσεις στην Εταιρεία προς όφελος τρίτων προσώπων χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση των Αιτητών, εκπροσωπουμένων από τον κ. Alexander Molozanov.» Είχε προβληθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ίδια υπόθεση η εισήγηση ότι «με το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα επιβλήθηκε ανεπίτρεπτα περιορισμός και/ή αποστέρηση της πλειοψηφίας των μετόχων της METROSVYAZ στην ικανότητα/δικαίωμα εξάσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων τους για παύση του Διοικητικού Συμβουλίου ή/και Διοικητικών Συμβούλων της εν λόγω εταιρείας. Είναι η θέση τους ότι το άρθρο 178
(1)* του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 ρητά παρέχει αδέσμευτη εξουσία στη Γενική Συνέλευση των μετόχων μιας εταιρείας να παύει και απομακρύνει οποιοδήποτε Διοικητικό Σύμβουλο. Πρόκειται για πρόνοια η οποία καθιερώνει θεμελιώδη εταιρική αρχή αναφορικά με τη διοίκηση της εταιρείας και την κυριαρχία της πλειοψηφίας των μετόχων να παύουν οποιοδήποτε Σύμβουλο.» Οι αιτητές κατ' επίκληση της πιο πάνω αρχής υποστήριξαν ότι δεν χωρεί παρέμβαση του Δικαστηρίου με διάταγμα παρεμποδίζον την ενάσκηση της παρεχόμενης στη Γενική Συνέλευση συγκεκριμένης εξουσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο (πρωτοβάθμια δικαιοδοσία για την έκδοση προνομιακού εντάλαματος) απέρριψε την αίτηση αφού έλαβε υπόψη ότι «η αίτηση προς έκδοση του επίδικου προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, εξετάστηκε πρωτοδίκως στα πλαίσια της αίτησης μετόχων μειοψηφίας για εκκαθάριση της METROSVYAZ δυνάμει των προνοιών του άρθρου 211(f) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Το Δικαστήριο κατά την ακρόαση αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας έχει εξουσία δυνάμει των προνοιών του άρθρου 214
(1)του νόμου να εκδώσει ενδιάμεσο ή οποιοδήποτε άλλο διάταγμα θεωρήσει πρέπον. Ενόψει των προνοιών της πιο πάνω διάταξης και δοθέντος ότι το επίδικο προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης, θεωρώ ότι δεν προκύπτει από το πρακτικό προφανής νομική πλάνη ή υπέρβαση εξουσίας όπως ισχυρίζονται οι αιτητές. Το άρθρο 214
(1)πρέπει νομίζω να θεωρείται ως ειδική διάταξη σε αντίθεση προς το άρθρο 178
(1)του νόμου και συνεπώς θεωρώ ότι το Δικαστήριο διατηρούσε εν προκειμένω εξουσία έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος της φύσεως του επίδικου.». Κρίνω, ωστόσο, δίκαιο να σημειώσω ότι το λεκτικό των κατά τα πιο πάνω επικυρωθέντων διαταγμάτων είχε πιο περιορισμένη και στοχευμένη εμβέλεια παρέμβασης στη λειτουργία της εταιρείας απ' ό,τι το εκδοθέν στην παρούσα υπόθεση επίδικο διάταγμα, καθότι εκεί συγκεκριμενοποιείτο το είδος της απόφασης που το Δ.Σ απαγορευόταν να λάβει, για να μην υπάρξει ανεπανόρθωτος επηρεασμός (ήτοι η μη λήψη απόφασης για την απομάκρυνση συγκεκριμένων Διοικητικών Συμβούλων). Επίσης, στην Αίτηση αρ. 607/10, Αναφορικά με την Εταιρεία MATZ HOLDINGS LIMITED, με αριθμό εγγραφής 157551, η Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, με απόφαση ημερ. 18.5.2011 εξέδωσε διάταγμα απαγορεύον την επικείμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, που ανά πάσα στιγμή αναμένετο να γίνει κατόπιν απόφασης της πλειοψηφίας των μετόχων, έχοντας όμως ως ενώπιον της δεδομένο το ότι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε ήδη αποφασισθεί σε συνεδρία του Δ.Σ. της Καθ' ης εταιρείας στις 6.12.
  1. Και πάλιν κρίνω δίκαιο να παρατηρήσω ότι το εκδοθέν στην παρούσα υπόθεση διάταγμα είναι προληπτικά που εκδόθηκε, προτού δηλαδή υπάρχει η βεβαιότητα λήψης των αποφάσεων που βρίσκονταν προς συζήτηση στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίας ημερ. 19.8.2014 και - εάν τερματισθεί τώρα το επίδικο Διάταγμα - τίποτα δεν εμποδίζει την Αιτήτρια από το να σπεύσει, εφόσον εκδοθεί σε βάρος των συμφερόντων της οποιαδήποτε αντικαταστατική και/ή παράνομη και/ή κακόπιστη απόφαση, να εμποδίσει την εφαρμογή της με νέα αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα. Αντί τούτου, με το υφιστάμενο προσωρινό διάταγμα εμποδίζεται η Και' ης από το να λάβει οποιαδήποτε απόφαση μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της δίκης στην κυρίως αίτηση, στοιχείο που δείχνει την ευρύτερη διάσταση του επίδικου διατάγματος από το διάταγμα ως εκδόθηκε στην Αιτ. 607/10 ανωτέρω. Πιο πρόσφατα, στην Πολιτική Αίτηση 198/12, Erin Resources S.A. κ.α, με απόφαση ημερ. 22.3.2013, ο Παρπαρίνος, Δ., ασκώντας πρωτοβάθμια δικαιοδοσία για την έκδοση προνομιακού εντάλματος, εξέδωσε προνομιακό ένταλμα certiorari ακυρώνοντας το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην υπ' αρ. 5346/12 αγωγή, ημερ. 23/11/
  2. Το ακυρωθέν προσωρινό διάταγμα απαγόρευε:
  3. στους Εναγόμενους αρ. 3 και/ή 4 χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων αρ. 2 την λήψη οποιασδήποτε απόφασης και/ή ενέργειας με τη φερόμενη ιδιότητα των διευθυντών της Εναγόμενης 1 και/ή στο όνομα και/ή για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
  4. στους Εναγόμενους αρ. 2 και/ή 3 και/ή 4, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων αρ. 2 από του να συνέρχονται και/ή να συγκαλούν και/ή να συμμετέχουν σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 και/ή σε έκτακτη και/ή ετήσια γενική συνέλευση της Εναγομένης 1 και/ή να λαμβάνουν και/ή να να εγκρίνουν οιονδήποτε ψήφισμα και/ή απόφαση για οποιοδήποτε ζήτημα, μέχρι πέρατος της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  5. στους Εναγομένους αρ. 3 και/ή 4 χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων αρ. 2, την αποξένωση και/ή διάθεση και/ή επιβάρυνση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της Εναγομένης 1 και/ή την αποδοχή/έγκριση μεταβίβασης μετοχών της Εναγομένης 2 στην Εναγόμενη 1 σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και/ή η εγγραφή οποιουδήποτε νέου μετόχου στην Εναγόμενη 1 μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Εξηγώντας το σκεπτικό με το οποίο εξέδωσε το προνομιακό ένταλμα ακύρωσης του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος ο Παρπαρίνος Δ, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "(Γ) Αποκλεισμός αιτήτριας/εναγομένης 1 από νομική εκπροσώπιση σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Το διάταγμα ημερ. 23/11/12 στις παραγρ. 1-2 προβλέπει «
  6. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στους Εναγόμενους αρ. 3 και/ή 4 χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων αρ. 2 την λήψη οποιασδήποτε απόφασης και/ή ενέργειας με τη φερόμενη ιδιότητα των διευθυντών της Εναγόμενης 1 και/ή στο όνομα και/ή για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
  7. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στους Εναγόμενους αρ. 2 και/ή 3 και/ή 4, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων αρ. 2 από του να συνέρχονται και/ή να συγκαλούν και/ή να συμμετέχουν σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 και/ή σε έκτακτη και/ή ετήσια γενική συνέλευση της Εναγομένης 1 και/ή να λαμβάνουν και/ή να εγκρίνουν οιονδήποτε ψήφισμα και/ή απόφαση για οποιοδήποτε ζήτημα, μέχρι πέρατος της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Από το λεκτικό των πιο πάνω διαταγών είναι ξεκάθαρο ότι η εναγομένη 1, Rayhill Ltd., δεν δύναται ως εναγομένη να εκπροσωπηθεί από κανένα στις δικαστικές διαδικασίες που την αφορούν και φαίνονται στην παραγρ. 3(γ) της έκθεσης εφόσον οι διευθυντές της, καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και γραμματέας της, καθ' ού η αίτηση 4, εμποδίζονται να «λάβουν οποιαδήποτε απόφαση και/ή ενέργεια με την φερόμενη ιδιότητα των διευθυντών . ... στο όνομα και/ή για λογαριασμό της (παραγρ. 1) . . ... να συνέρχονται, να συγκαλούν και/ή συμμετέχουν σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου . . να λαμβάνουν και/ή εγκρίνουν οιονδήποτε ψήφισμα και/ή απόφαση για οποιοδήποτε ζήτημα . ...». Με βάση τις απαγορεύσεις αυτές δεν είναι σε θέση ούτε και δικηγόρο να διορίσουν προς υπεράσπιση της εναγομένης 1 αλλά ούτε και να εγείρει οιανδήποτε διαδικασία, δικαστική ή μη. Η πρόνοια ότι όλα τα πιο πάνω μπορούν γίνουν μετά από συγκατάθεση της αντιδίκου, ενάγουσας 1 είναι παραδοξότης χωρίς καμιά αξία. Η θέση της άλλης πλευράς ότι η συμφωνία μετόχων της Rayhill Ltd. προβλέπει ότι οποιοδήποτε από όλα τα θέματα που αφορούν τη λειτουργία της θα αποφασίζονται από κοινού από τους μετόχους δηλαδή ενάγουσα 1 και εναγομένη 2 δεν έχει έρεισμα στο εξεταζόμενο θέμα. Τυχόν υιοθέτηση τέτοιας λογικής θα οδηγούσε σε επικίνδυνους ατραπούς και θα άφηνε διάδικους ενώπιον του δικαστηρίου έρμαιο των επιδιώξεων των αντιδίκων τους, πλήττοντας τα θεμέλια της όλης διαδικασίας και κάθε έννοια δικαιοσύνης. Ούτε τίθεται ασφαλώς θέμα σύγκρισης του προσβαλλόμενου διατάγματος ημερ. 23/11/12 με αυτό της 4/10/12 ώστε να κριθεί η τύχη της εξεταζόμενης αίτησης ως ήταν η εισήγηση της συνηγόρου της καθ' ης αίτηση
  8. Θα πρέπει επίσης ν' αναφερθεί ότι το γεγονός ότι η Rayhill Ltd. δεν είναι αιτήτρια στην υπό εξέταση αίτηση δεν έχει καθοριστική συνέπεια λαμβάνοντας υπόψη ότι μετά την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος δεν μπορούσε σύμφωνα με τις πρόνοιες του να λάβει σχετική πρόνοια. Με βάση αυτό είναι εμφανές ότι δεν χωρεί εναλλακτική θεραπεία ή άλλο ένδικο μέσο εφόσον η ίδια στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης της ή προώθησης νομικών, δικαστικών μέτρων. Με βάση τα πιο πάνω και για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, η αίτηση πετυχαίνει και εκδίδεται, ως αποτέλεσμα, προνομιακό ένταλμα certiorari ακυρώνοντας το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην υπ' αρ. 5346/12 αγωγή, ημερ. 23/11/12." (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Από την πιο πάνω πρόσφατη απόφαση, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, αντλώ καθοδήγηση περί του ότι η επιφύλαξη του δικαιώματος της Καθ' ης εταιρείας να συνέρχεται είτε σε επίπεδο Δ.Σ. είτε σε επίπεδο γενικής συνέλευσης καθ' ον χρόνο ισχύει το επίδικο προσωρινό διάταγμα, εφόσον εξασφαλίζει τη συγκατάθεση του αντιδίκου της, δεν αποτελεί ισοβαρές μέτρο διασφάλισης του status quo και της λειτουργίας της εταιρείας. Δεν φαίνεται να ευνοείται τέτοια αντιμετώπιση από τη νομολογία. Η νομολογία αναγνωρίζει (Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788) ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος το δικαστήριο να πάρει εσφαλμένη απόφαση, δηλαδή να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά την κυρίως δίκη της αγωγής ή διαζευκτικά να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει στην κυρίως δίκη. Είναι λόγω αυτού του κινδύνου, που έχει καθιερωθεί η θεμελιώδης αρχής ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία, η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί στο μέλλον ότι η απόφασή του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω βασική αρχή και έχοντας επίγνωση της παρέμβασης στη λειτουργία της εταιρείας με δραστικό τρόπο ενόσω διατηρείται σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα, και μη έχοντας ενώπιον μου εισήγηση από πλευράς Αιτήτριας για τροποποίηση του λεκτικού του ήδη εκδοθέντος διατάγματος, και συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 του Ν.14/60, κρίνω κατάλληλο να τερματίσω σήμερα την ισχύ του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος ως οι παρα. Α και Β της μονομερούς αίτησης. Τα αιτητικά ως οι παρα. Γ και Δ της αίτησης απορρίπτονται ως αποσυρθέντα. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα κατ΄εφαρμογή του συνήθη κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. (υπ.) ............................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Παραθέτω τα αιτητικά Γ και Δ για καλύτερη παρακολούθηση της παρούσας υπόθεσης꞉ «Γ. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται η διενέργεια οποιασδήποτε πληρωμής από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εταιρείας προς οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο (με εξαίρεση τη μισθοδοσία υπαλλήλων της Εταιρείας), εκτός κατόπιν συγκατάθεσης της Αιτήτριας ή άδειας του Δικαστηρίου, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενικής αίτησης (petition) ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Δ. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται οποιοσδήποτε διευθυντής, αξιωματούχος, υπάλληλος ή μέτοχος της Εταιρείας έχει στην κατοχή, έλεγχο ή εκούσια του λογιστικά βιβλία, συμβάσεις, αρχείο ή έγγραφο που ανήκει στην Εταιρεία ή αποτελεί μέρος του αρχείου της, να το καταθέσει στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς φύλαξής του, εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος.». [2] Εδώ παρατηρώ μικρές ορθογραφικές διαφορές μεταξύ του ονόματος αυτής της εταιρείας και της εταιρείας που περιγράφηκε στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης ως ενιστάμενης εταιρείας. [3] Εδώ παρατηρώ μικρή ορθογραφική διαφορά μεταξύ του ονόματος αυτού του φυσικού προσώπου και εκείνου που περιγράφηκε στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης ως ενιστάμενο πρόσωπο υπό το μεσαίο όνομα FAMMI. [4]«6. Η εταιρεία ORION COMMUNICATIONS GROUP LIMITED (η «Εταιρεία») συστάθηκε και ενεγράφη στο Μητρώο Εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών κατά ή περί τις 26/1/2012 με αριθμό 300485. 9. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας είναι €1.000, διαιρεμένο σε 1000 συνήθεις μετοχές με ονομαστική αξία €1 έκαστη. 13. To εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας βρίσκεται στην οδό Χρ. Σώζου, 2, EIFFEL TOWER, Floor 3, 1096, Λευκωσία, Κύπρος.». [5][5] Άπτεται της βλάβης σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτητικού Δ, σε σχέση με το οποίο διέταξα επίδοση της αίτησης και το οποίο απεσύρθη εν τέλει. [6] Βλ. τη Συμφωνία των Μετόχων ως το Τεκμήριο Β στην Ε/Δ της κας Κουρουζίδου. Η παρα. 5.5(b)꞉ If no quorum is present within 30 minutes of the designated time and place of any meeting, such meeting shall automatically be adjourned to re-meet at the same place exactly 14 days from the original date of such meeting (written notice of which shall be given to each of the Directors by the secretary of the Company) whereupon one Director representing any shareholder shall constitute a quorum for such subsequent meeting.». [7] όπως το έθεσε ο Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, 581-582 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.