← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. M. METAXAS FRENCHIE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 10289/2007, 27/1/2015

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. M. METAXAS FRENCHIE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 10289/2007, 27/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10289/2007 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. M. METAXAS FRENCHIE LTD
  2. Αναστασίας Πέτρ. Χρυσάνθου, σύζυγος Γιαννάκη Κούλα
  3. Μαρίας Ιωάννου Κούλα, σύζυγος Γεωργίου Μεταξά
  4. Ανδρονίκης Μεταξά
  5. Ιουλίας Μεταξά
  6. Γιώργου Μεταξά Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Ι. Μαλέκου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους 2 και 3: κ. Μ Μιχαήλ για Κολοκασίδης Χατζηπιερής ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους 4, 5 και 6: κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των £182.807,78 πλέον τόκο προς 13,25% επί του ποσού των £179.374,75 από 21.8.2007 μέχρι τελικής εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές τον χρόνο στις 30.6 και 31.12 ως προνοείται από τον Νόμο 160(Ι)/99, πλέον έξοδα. Εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 6 οι ενάγοντες αιτούνται και την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου διατάσσον την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων, που περιγράφονται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες, που είναι τραπεζικός οργανισμός, κατόπιν έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 6.11.2002 παρεχώρησαν στους εναγόμενους 1 δάνειο ύψους £170.000, έχοντας εγκρίνει την παραχώρηση του σ' αυτούς με εξασφάλιση, μεταξύ άλλων, την έγγραφη συμφωνία εγγύησης των εναγομένων 2 - 6, που είχε δοθεί στις 8.8.1997 και με την υποθήκευση των κτημάτων των εναγομένων 2, 3 και 6, τα οποία περιγράφονται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης. Κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου οι εναγόμενοι 1 οφείλουν το αξιούμενο ποσό, το οποίο οι ενάγοντες με επιστολές τους με ημερομηνίες 15.4.2005 και 21.8.2007 προς όλους τους εναγόμενους, τους κάλεσαν να εξοφλήσουν, χωρίς όμως ανταπόκριση. Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι εναγόμενες 2 και 3 αρνούνται τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις των εναγόντων και ειδικότερα την σύναψη της συμφωνίας δανείου και ισχυρίζονται ότι «ουδέποτε εγγυήθηκαν ή υπέγραψαν οιαδήποτε συμφωνία προς όφελος των εναγομένων 1». Παραδέχονται «την ύπαρξη της υποθήκης ΑΥ9653/07 προς όφελος των εναγόντων», αρνούνται τη συμφωνία με την οποία ενεγράφη προς όφελος των εναγόντων ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης (για το οποίο οι ενάγοντες επεφύλαξαν τα δικαιώματα τους) και παραδέχονται, από την παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης, «μόνο ότι έλαβαν από τους ενάγοντες κάποια επιστολή». Στην υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 4, 5 και 6 αρνούνται τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις των εναγόντων και ειδικότερα τη συμφωνία δανείου και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι «οποιαδήποτε ισχυριζόμενη εγγύηση είναι άκυρη καθ' ότι οι όροι της και/ή οι όροι και/ή οι πρόνοιες της συμφωνίας της πιστωτικής διευκόλυνσης και/ή δανείου προς τους εναγόμενους 1 ήτο άγνωστοι προς τους εναγόμενους και/ή αυτοί τροποποιήθηκαν σε βαθμό που καθιστούν την εγγύηση άκυρη», προβάλλοντας και τη θέση ότι παράνομα κεφαλαιοποιήθηκε και αξιώνεται ο κατ' ισχυρισμόν τόκος εκ μέρους των εναγόντων. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία τεσσάρων μαρτύρων ενώ εκ των εναγομένων κατέθεσε μόνο η εναγόμενη 5, χωρίς να προσφερθεί άλλη μαρτυρία. Ο Πολύδωρος Πολυδώρου (ΜΕ1) με τη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Α, αναφέρθηκε στα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση των εναγόντων καταθέτοντας τα Τεκμήρια 1 - 12, ενώ κατά την αντεξέταση του από τον κ. Μιχαήλ κατετέθη το Τεκμήριο
  7. Ο Μαρίνος Χαρίτωνος (ΜΕ2) με τη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Β, ανέφερε ότι ήταν ένας εκ των δύο μαρτύρων, όταν οι εναγόμενοι 2, 3, 4, 5 και 6 υπέγραψαν ενώπιον τους το εγγυητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8.8.
  8. Η Μαρία Δημάδη (ΜΕ3) στη γραπτή της δήλωση, Έγγραφο Γ, αναφέρθηκε στις διάφορες συναντήσεις που είχαν υπάλληλοι της υπηρεσίας recoveries των εναγόντων με τους εναγόμενους 3 και 6, καταθέτοντας και τα Τεκμήρια 13 Α -
  9. Ο Ανδρέας Παναγιώτου (ΜΕ4) διενήργησε γραφολογική εξέταση σε σχέση με την γνησιότητα ή μη της υπογραφής της εναγομένης 3 επί του εγγυητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 8.8.1997, παραθέτοντας στη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Δ, τις ενέργειες και τα ευρήματα του. Καταθέτοντας την έκθεση που ετοίμασε (βλ. Τεκμήρια 29 και 30) υποστήριξε ότι η υπογραφή της εναγομένης 3, τόσο επί του εγγυητηρίου όσο και επί των εγγράφων υποθήκης Υ9653/97 είναι γνήσιες και τέθηκαν από την ίδια την εναγόμενη οπότε δεν είναι προϊόν πλαστογραφίας. Η εναγόμενη 5 (ΜΥ) παρότι δεν ανεγνώρισε το εγγυητήριο ημερομηνίας 8.8.1997 (Τεκμήριο 5) παραδέχθηκε ότι οι μονογραφές και οι υπογραφές επί του εγγυητηρίου εγγράφου, ανήκουν στην ίδια, στην μητέρα της (εναγόμενη 4) και στον αδελφό της (εναγόμενο 6). Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Αξιολογώντας το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας εκ μέρους των εναγόντων και τα κατατεθέντα από αυτούς έγγραφα, έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3, που ήταν σαφείς, σταθεροί και πειστικοί καθώς και για την ορθότητα όσων αυτοί ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα η μαρτυρία τους να είναι πλήρως αποδεκτή. Αναμφίβολα αξιόπιστη είναι και η μαρτυρία του ΜΕ4, η οποία έγινε ρητά αποδεκτή από τον κ. Μιχαήλ στη γραπτή του αγόρευση. Όσον αφορά την εναγομένη 5, όπως ορθά εισηγήθηκε η κα Μαλέκου, αν και ισχυρίστηκε ότι κανένας υπάλληλος των εναγόντων δεν της επεξήγησε το περιεχόμενο της συμφωνίας εγγύησης - Τεκμηρίου 5, ουδόλως υποστήριξε ότι ζήτησε να το διαβάσει και οι ενάγοντες της στέρησαν το δικαίωμα αυτό, ούτε και ισχυρίστηκε ότι το διάβασε και ότι ζήτησε οποιεσδήποτε επεξηγήσεις, τις οποίες οι ενάγοντες αρνήθηκαν ή ότι την παραπλάνησαν. Άλλωστε τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από την εναγόμενη 5 στην υπεράσπιση της, όπου εγείρεται μόνο θέμα ακυρότητας του εγγυητηρίου, και δεν μπορεί να προβάλλεται στην ακροαματική διαδικασία με την μαρτυρία της, για να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν δεσμεύεται από το Τεκμήριο 5. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφεραν οι ενάγοντες. Παρέμεινε αναμφισβήτητο άλλωστε ότι οι ενάγοντες έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τους ρητούς όρους της συμφωνίας δανειοδότησης και έχουν καταβάλει στους πρωτοφειλέτες-εναγόμενους 1 το ποσό του δανείου (βλ. Τεκμήριο 8). Ως προς τη νομική πτυχή, η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται στην παράβαση εκ μέρους των εναγομένων 1 της έγγραφης συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτούς (Τεκμήρια 1-4), η οποία συνήφθη με εξασφαλίσεις αφενός την έγγραφη εγγύηση των εναγομένων 2 - 6 (Τεκμήριο 5) και αφετέρου την υποθήκευση των κτημάτων των εναγομένων 2, 3 και 6 (Τεκμήρια 6 - 7). Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι, πέραν του ότι η σύναψη των επίδικων συμφωνιών παρέμεινε αναντίλεκτη, η εγκυρότητα των κατατεθέντων εκ μέρους των εναγόντων εγγράφων ουσιαστικά παρέμεινε αναμφισβήτητη κατά την ακρόαση της υπόθεσης (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1554). Με δεδομένο ότι οι προαναφερθείσες συμφωνίες είναι αποδεκτές ως προς την ύπαρξή τους, με την κατάθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε και το περιεχόμενό τους (βλ. M. A. Goodvalue Suppl. κ.α. Ltd ν. Barclays Bank Plc
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1038). Η μαρτυρία του ΜΕ 1 και οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν από αυτόν (Τεκμήρια 9 και 10), συνιστούν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για το υπόλοιπο του λογαριασμού, που ανέρχεται στο αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό. Ειδικότερα, η κατάσταση λογαριασμού-Τεκμήριο 9 αναπαράχθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων και ελέγχθηκε από τον ΜΕ1, ο οποίος βεβαίωσε ότι αυτή ήταν σύμφωνη με τις καταχωρηθείσες πληροφορίες ενόσω κατά την αντεξέταση του δεν κλονίστηκε η ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού (βλ. Παπαγεωργίου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 961). Οι αόριστοι ισχυρισμοί στην υπεράσπιση των εναγομένων 4, 5 και 6 περί παράνομων χρεώσεων τόκου δεν προωθήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Ως προς την ερμηνεία των επίδικων συμφωνιών, επισημαίνεται ότι η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Όπως προβάλλει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 8.8.1997 οι εναγόμενοι 2 - 6 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1, παρούσες ή μελλοντικές, απαιτητές ή που πιθανόν να καταστούν απαιτητές, προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο καθώς και άμεσες ή έμμεσες, με αποτέλεσμα, ως κατέδειξε η αποδεκτή μαρτυρία, αυτοί να ευθύνονται για το ποσό, το οποίο αξιώνεται με την παρούσα αγωγή εναντίον τους. Επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων 2 και 3 στην υπεράσπιση τους, εφόσον δεν προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους τους, παρέμειναν αναπόδεικτοι, καθότι όπως έχει νομολογηθεί, η δικογραφία δεν αποτελεί μαρτυρία ούτε και αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών αλλά επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (βλ. Μαυρομιχάλη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530). Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ ν. E.T. Autospares Enter. Ltd κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 843 έχει λεχθεί ότι είναι αναγκαία η θετική μαρτυρία διαδίκου που προβαίνει σε ισχυρισμούς στα δικόγραφα καθώς και ότι δεν αποδεικνύονται οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί λόγω μη αντεξέτασης μάρτυρα, ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρεται σ' αυτούς. Πέραν αυτού, ως προς την εισήγηση του κ. Μιχαήλ ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ενήργησαν βάσει της επίδικης συμφωνίας εγγύησης εφόσον δεν απέδειξαν ότι το χρέος ζητήθηκε από τους εγγυητές, η μόνη μαρτυρία επί του θέματος, που προέρχεται από τους ενάγοντες, καταδεικνύει ότι οι σχετικές με την απαίτηση επιστολές (βλ. Τεκμήρια 11-12 και Τεκμήριο 13) απεστάλησαν ταχυδρομικώς στους εναγόμενους-εγγυητές στις διευθύνσεις που οι τελευταίοι δήλωσαν κατά καιρούς στους ενάγοντες και φαίνονται στα κατατεθέντα έγγραφα και οι επιστολές αυτές δεν επεστράφησαν (βλ. Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Άλλωστε, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης στον εγγυητή δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τον όρο 2 του Τεκμηρίου 5 τίθεται ως προϋπόθεση ανάκτησης του αξιούμενου ποσού η ειδοποίηση προς τον εγγυητή, ενώ δυνάμει του όρου 10 καθορίζεται ότι «γραπτή ζήτηση» θα θεωρείται ότι παρελήφθη από τον εγγυητή σε 24 ώρες από την ταχυδρόμηση της, για την απόδειξη της οποίας είναι αρκετό να αποδειχθεί η ρίψη του φακέλου στο ταχυδρομείο, νοουμένου ότι ο φάκελος έφερε την ορθή διεύθυνση. Από τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή συνάγεται ότι έγινε γραπτή ζήτηση του χρέους από τους εγγυητές με την ταχυδρόμηση των επιστολών σ' αυτούς, που δεν επεστράφησαν. Η νομική δε εισήγηση ότι οι εναγόμενοι απηλλάγησαν από την δοθείσα εγγύηση, που βασίζεται στον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες διαφοροποίησαν τους όρους της συμφωνίας δανειοδότησης και έδωσαν παρατάσεις χρόνου πληρωμής του οφειλόμενου από τους εναγόμενους 1 ποσού, δεν υποστηρίζεται από την επίδικη συμφωνία, όπου προνοείται ακριβώς το αντίθετο (βλ. όρο 5 του Τεκμηρίου 5 και Archbold Investments Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1084). Από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ3 συνάγεται ότι κατά τις συναντήσεις, στις οποίες αυτή αναφέρθηκε, εγίνοντο προσπάθειες να διευθετηθεί η πληρωμή του υπολοίπου του δανείου και όχι για να απαλλαγούν οι εναγόμενοι 1 της υποχρέωσης τους να το εξοφλήσουν (βλ. Τεκμήρια 13 Α - 28). Καμία αποδεκτή μαρτυρία δεν προσήχθη εξάλλου που να καταδεικνύει ότι η συμπεριφορά των εναγόντων προς τους εναγόμενους ήταν παραπλανητική και αμελής και ότι η συμφωνία εγγύησης υπογράφηκε συνεπεία της συμπεριφοράς αυτής των εναγόντων ώστε οι εναγόμενοι να πρέπει να απαλλαγούν της δοθείσας εγγύησης, βάσει και της νομολογίας που επικαλέστηκε ο κ. Παναγίδης. Όπως ορθά εισηγήθηκε η κα Μαλέκου, έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υπογράψει και ως εκ τούτου έχουν αποδεχθεί το περιεχόμενο και ένα έκαστο των όρων των σχετικών προς την παρούσα αγωγή εγγράφων και συμφωνιών. Η αποδοχή άλλωστε της εναγομένης 5 ότι το εγγυητήριο υπεγράφη από τους εναγόμενους 4 και 6 καθώς και από την ίδια, οδηγεί στην απόρριψη των ισχυρισμών της ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο του, δεδομένου και ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν θα μπορούσε να εφαρμοσθεί η υπεράσπιση «non est factum» (βλ. Τουτζικιάν κ.α ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1240 και Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1522). Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 2, 3, 4, 5 και 6, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τους εναγόμενους 1 για τους οποίους ήδη εκδόθηκε απόφαση στις 10.10.2008, για το ποσό των €312.345,78 (αντίστοιχου των £182.807,78) πλέον τόκο προς 13,25% από 21.8.2007 επί του ποσού των €306.479,96 (αντίστοιχου των £179.374,75), με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές τον χρόνο στις 30.6 και 31.12 ως προνοείται από τον Νόμο 160(Ι)/99, μέχρι τελικής εξοφλήσεως. Εκδίδεται, επίσης, εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 6 διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων που περιγράφονται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον όλων των εναγομένων. (Yπ.).......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.