ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD μέσω της Άντρης Αντωνιάδου ως ειδικής διαχειρίστριας, Αρ.Aγωγής: 399/2014, 16/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ.Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ.Aγωγής: 399/2014 Μεταξύ: 1.ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 2.ΑΝΔΡΟΥΛΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 3.ΝΙΚΟΛΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΖΙΝΑΣ ΖΙΣΣΙΜΟΥ, υπό την ιδιότητα τους ως εμπιστευματοδόχοι (trustees) του λογαριασμού με αριθμό 06634009333 που τηρείται στη Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Εναγόντων και CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, μέσω της Άντρης Αντωνιάδου ως ειδικής διαχειρίστριας Εναγόμενης ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερ.22.5.2014 Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου 2015 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για τους Ενάγοντες 1,2,3/Αιτητές: Ο κ.Χρ.Ιωαννίδης Για την Εναγόμενη/Καθ'ης η Αίτηση: Η κα Μ.Τζιούτ -------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση τους, οι ενάγοντες αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης. Τη νομική βάση της αίτησης αποτελούν, μεταξύ άλλων, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.1-2 και 9(α) και Δ.48 θθ.1-4 και 9. Την πραγματική βάση της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, ημερ.22.5.2014. Με την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, ημερ.10.9.2014, η εναγόμενη ενίσταται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης βασιζόμενη στους λόγους ένστασης που συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασης υπό
(1)έως
(11). Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης αποτελεί η ένορκη δήλωση του Γιάννη Δράκου, ημερ.9.9.2014, στην οποία παραθέτει τους ισχυρισμούς του προς αμφισβήτηση της έκδοσης συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης και προς υποστήριξη της δικής του θέσης ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στην εναγόμενη να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης περιορίστηκε στις αγορεύσεις των δύο συνηγόρων οι οποίοι ανέλυσαν την επιχειρηματολογία τους στο Δικαστήριο με αναφορά και σε σχετική νομολογία. Έχω μελετήσει με προσοχή και έχω λάβει υπόψη τις εισηγήσεις των συνηγόρων κατά τη μελέτη μου και έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, όπου ο εναγόμενος καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο ενάγων δύναται, κατόπιν ένορκης δήλωσης που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης και απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Άφθονη είναι η νομολογία επί του υπό κρίση θέματος και ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις R.C.K. Sports ν. Persona Advertising Ltd
(1996)I(B) Α.Α.Δ.1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.782 και J&Μ Loizides Agencies Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ.Έφ.322/2008, ημερ.14.7.2011. Η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και επομένως η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου κατά τρόπο εμφανή τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Όπου ο Εναγόμενος δίνει αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί μέσω της υπεράσπισης του, τότε θα πρέπει να δίδεται το δικαίωμα αυτό στον εναγόμενο. Εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις δικονομικές προϋποθέσεις της Δ.18, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του εναγόμενου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση ή τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα και η απλή δήλωση του εναγομένου ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν επαρκεί. Όπως αναφέρεται στην ως άνω υπόθεση J&Μ. Loizides Agencies Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (ανωτέρω): «Όμως δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R.897, σελ.902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ.239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ.818). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817 στη σελίδα 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para.14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1(A) Α.Α.Δ.418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος)». Με αναφορά στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία, η απαίτηση των εναγόντων εναντίον της εναγομένης είναι ως οι παρά.(Α), (Β), διαζευκτικά (Γ), διαζευκτικά (Δ) της έκθεσης απαίτησης με το ποσό που ζητείται να ανέρχεται στο ποσό των €212.655,16. Το ποσό αυτό και οι αξιούμενες θεραπείες αξιώνεται λόγω αμέλειας της εναγομένης να τηρήσει οδηγίες των εναγόντων, ή λόγω παράβασης του άρθρου 5
(2)(β) του διατάγματος αρ.104/2013 περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO, ή λόγω παράβασης του άρθρου 4 του παραρτήματος I του διατάγματος και/ή αμέλειας εκτέλεσης συμψηφισμού. Προκύπτει, περαιτέρω, ότι το αξιούμενο ποσό και θεραπείες απαιτούνται με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο το οποίο καταχωρήθηκε στις 22.1.2014 και στο οποίο η εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση στις 12.2.
- Όσον αφορά την αίτηση για συνοπτική απόφαση, δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει. Αρκεί να λεχθεί ότι παραθέτει λεπτομερώς τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αξίωση των εναγόντων, επισυνάπτοντας παράλληλα και τεκμήρια προς απόδειξη των ισχυρισμών. Με βάση και τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το θέμα, ικανοποιούμαι ότι ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Ικανοποιούμαι, επίσης, ότι με τους ισχυρισμούς που προβάλλει και τα όσα αναφέρει, επιβεβαιώνει τις διαζευκτικές αιτίες της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και τέλος δηλώνει την πίστη του ότι η εναγόμενη δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις τις οποίες οι ενάγοντες υποχρεούνται να ικανοποιήσουν έχουν ικανοποιηθεί. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο η εναγόμενη έχει δείξει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Προκύπτει, σαφώς, η θέση της εναγομένης ότι οι ενάγοντες 1 και 2, όντες δυσαρεστημένοι με το επιτόκιο δύο λογαριασμών τους, επισκέφθηκαν την εναγόμενη τράπεζα περί τον Ιούλιο-Αύγουστο του έτους 2012 και τους προτάθηκαν δύο νέα σχέδια με ψηλότερο επιτόκιο. Στη συνέχεια ανοίχθηκαν οι εν λόγω λογαριασμοί και, ως είναι ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα: «.11.Κατά τη συνάντηση αυτή, κανείς εκ των Εναγόντων 1 και 2 δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά και ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες για άνοιγμα ενός λογαριασμού εμπιστεύματος (trust account). Αντιθέτως, πολύ ξεκάθαρα οι Ενάγοντες 1 και 2 ζήτησαν τη δημιουργία νέων λογαριασμών γραμματίου με μεγαλύτερο επιτόκιο, όπως και έγινε. Μετά την πιο πάνω συνάντηση και το άνοιγμα των δύο πιο πάνω αναφερόμενων καταθετικών λογαριασμών, οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν είχαν καμία απολύτως επικοινωνία με την Εναγόμενη τράπεζα, παρά μόνο μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 και την μετάβαση της Εναγομένης σε καθεστώς εξυγίανσης. 12.Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη δεν έλαβε ποτέ το ισχυριζόμενο Έγγραφο Εμπιστεύματος ή οποιοδήποτε Έγγραφο Εμπιστεύματος βάσει του οποίου θα άλλαζαν οι δικαιούχοι στον επίδικο λογαριασμό. Ως εκ τούτου καμία υποχρέωση δεν είχε η Εναγομένη να αλλάξει το είδος του λογαριασμού. Η Εναγόμενη σε κανένα στάδιο δεν ενήργησε αμελώς και σε καμία περίπτωση δεν παρέλειψε να ενεργήσει ως οι οδηγίες των Εναγόντων 1 και 2/πελατών της. 13.Συγκεκριμένα, ως λανθασμένα αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση του κ.Θεμιστοκλή Δημητρίου, η Εναγόμενη ουδέποτε έλαβε οποιεσδήποτε οδηγίες ή εντολές από τους Ενάγοντες 1 και 2 για άνοιγμα λογαριασμού καταπιστεύματος, αλλά ούτε καν αναφέρθηκε ουδέποτε προς την Εναγομένη η ισχυριζόμενη πρόθεση των Εναγόντων 1 και 2 για δημιουργία Καταπιστεύματος (Trust). Αυτό, δεν αναφέρθηκε ούτε όταν κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων 1 και 2 δημιουργήθηκε το Καταπίστευμα. Ο ισχυρισμός για τη δημιουργία Καταπιστεύματος και την υποτιθέμενη αποστολή εγγράφων στην Κύπρο αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην Εναγομένη μετά τα γεγονότα του Μαρτίου
- .» Από αυτά, το τι διαπιστώνεται είναι ότι η εναγόμενη αμφισβητεί όχι μόνο την παροχή οποιωνδήποτε οδηγιών, ως οι ισχυρισμοί των εναγόντων, αλλά παράλληλα αυτή καθεαυτή τη δημιουργία τέτοιου καταπιστεύματος. Επομένως, δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση του κ.Ιωαννίδη ότι ακόμα και με δεδομένη την ένορκη δήλωση του κ.Δράκου στην ολότητα της, οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την ύπαρξη καταπιστεύματος πριν τα γεγονότα του Μαρτίου 2013, με τις σχετικές βεβαιώσεις από επαγγελματίες στο Ηνωμένο Βασίλειο να μην αμφισβητούνται. Υπενθυμίζω τη βασική αρχή ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Αυτό που εισηγείται ο κ.Ιωαννίδης ουσιαστικά ζητά από το Δικαστήριο την αξιολόγηση και αποδοχή μαρτυρίας που, εν πάση περιπτώσει, εσφαλμένα, κατά την άποψη μου, στο πλαίσιο μιας τέτοιας αίτησης, επισύναψε η πλευρά των αιτητών. Πράξη ανεπίτρεπτη στην παρούσα αίτηση. Από τα εκατέρωθεν στοιχεία και ισχυρισμούς, παραμένει επίδικο στην παρούσα αγωγή θέμα το κατά πόσο υπήρξε δημιουργία καταπιστεύματος, καθώς επίσης και κατά πόσο δόθηκαν οδηγίες για μετατροπή των αναφερόμενων λογαριασμών σε λογαριασμό καταπιστεύματος. Συνεπώς, χωρίς να υπεισέρχομαι περαιτέρω στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνω, θεωρώ ότι οι προβαλλόμενοι από την εναγόμενη ισχυρισμοί και θέματα μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να δώσουν στην εναγόμενη το δικαίωμα να ακουστεί μέσω της υπεράσπισης της. Αποφασίζω, συναφώς, ότι με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία θα πρέπει να επιτραπεί στην εναγόμενη να ακουστεί και κατά συνέπεια της παρέχεται άδεια όπως καταχωρήσει την υπεράσπιση της εντός 15 ημερών από σήμερα. Στη βάση των λόγων που εξηγούνται ανωτέρω, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων 1, 2, 3, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Μ.Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο