← Κύπρος

Κυριάκου Φαφαλιός ν. LAIKI CYPRIALIFE LIMITED, τώρα μετονομασθείσα σε CNP CYPRIALIFE LIMITED, Αρ. Αγωγής: 8974/2007, 15/1/2015

Κυριάκου Φαφαλιός ν. LAIKI CYPRIALIFE LIMITED, τώρα μετονομασθείσα σε CNP CYPRIALIFE LIMITED, Αρ. Αγωγής: 8974/2007, 15/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A9 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8974/2007 Μεταξύ: Κυριάκος Φαφαλιός, εκ Λεμεσού Ενάγοντας -και- LAIKI CYPRIALIFE LTD Εναγομένη ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 25.10.2013 Κυριάκου Φαφαλιός, από τη Λεμεσό Ενάγοντας -και- LAIKI CYPRIALIFE LIMITED, τώρα μετονομασθείσα σε CNP CYPRIALIFE LIMITED, από τη Λευκωσία Εναγομένη Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Κ. Ευσταθίου (για ν ακούσει απόφαση κα Χαραλάμπους Δ.) Για την εναγόμενη: κ. Θ. Ιωαννίδης (για ν' ακούσει απόφαση η κα Κοζάκου Α.) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αιτείται: «Α. Δήλωση και/ή διαταγή του Σεβαστού Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο υπ' αρ. 00016110, UHOU03 CYPRIA HOMEPLAN-20 εξακολουθεί να βρίσκεται εν ισχύ και/ή κακώς καταγγέλθηκε από την εναγομένη και ότι περαιτέρω, σύμφωνα με το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, η εναγομένη υποχρεούται στην καταβολή μηνιαίου επιδόματος ανικανότητας εκ ποσού £225.-προς τον ενάγοντα από 3.4.2002 και μέχρι τη λήξη του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, ήτοι την 26/10/2018, και ότι η εναγόμενη επιπλέον υποχρεούται να παραιτηθεί από το δικαίωμα της να εισπράττει τα ασφάλιστρα, ήτοι £92,49.- μηνιαίως καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εναγομένη να καταβάλει προς τον ενάγοντα το ποσό των £225.- μηνιαίως από 3/4/2002 μέχρι εκδόσεως απόφασης, πλέον τόκο προς 8% επί του κάθε καθυστερημένου ποσού μέχρι εξοφλήσεως και/ή περαιτέρω διατάττον την εναγομένη όπως καταβάλει υπό μορφή ενδιάμεσων οφελών τα ως άνω ποσά μέχρι εκδόσεως αποφάσεως». Περαιτέρω αξιοί τόκο προς 8% ετησίως από 3/4/2002 επί παντός επιδικασθησομένου ποσού πλέον δικηγορικά έξοδα. Τα δικόγραφα Με την έκθεση απαίτησης του ως τροποποιήθηκε ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν κάτοικος Λεμεσού, ηλικίας 24 ετών και εργαζόταν ως διαφημιστής-γραφίστας σε προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών μέχρι το έτος

  1. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι κατέχει πτυχίο από τη Γερμανική Σχολή για σχέδιο και διαφήμιση, το οποίο απέκτησε στις 15/10/
  2. Περαιτέρω, είναι ο ισχυρισμός του ότι κατέχει άδεια οδήγησης, η οποία εκδόθηκε στις 17/01/1997 και είναι μέλος της Παγκύπριας Οργάνωσης Τυφλών από τις 17/9/
  3. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, η εναγόμενη ήταν ασφαλιστική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με την επί καταβολή ασφαλίστρου ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων, μεταξύ των οποίων και ο ασφαλιστικός κίνδυνος ζωής, ανικανότητας προς εργασία και άλλες συναφείς εργασίες. Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται ο ενάγων, κατά ή περί την 26.10.1998, στη Λεμεσό, ο ίδιος υπέβαλε αίτηση για ασφάλεια ζωής προς την εναγομένη προς ασφάλιση και/ή συνομολόγηση ασφαλιστικού εγγράφου και/ή σχεδίου ασφαλιστικής κάλυψης CYPRIA HOME PLAN. Η ως άνω πρόταση έγινε αποδεκτή από την εναγομένη και συνεπεία αυτής εξεδόθη και/ή συμφωνήθηκε το ασφαλιστικό έγγραφο με αριθμό 00016110 UHOU03 CYPRIA HOMEPLAN-20, για περίοδο ασφαλιστικής κάλυψης είκοσι ετών με ημερομηνία έναρξης την 26.10.1998 και ημερομηνία λήξης την 26.10.2018, έναντι καταβολής μειωμένου ασφαλίστρου, το οποίο και περιλαμβάνετο στο συμβόλαιο. Όπως ο ενάγοντας περαιτέρω ισχυρίζεται, το ασφαλιστικό συμβόλαιο προέβλεπε βασική κάλυψη και επιπρόσθετα ωφελήματα δυνάμει προσθήκης επί της βασικής καλύψεως ημερομηνίας 26.10.
  4. Το δε ασφαλισμένο ποσό επί βασικής καλύψεως ανήρχετο στις £30,000.-. Περαιτέρω και με βάση τα επιπρόσθετα ωφελήματα, ο ενάγων θα εδικαιούτο στην καταβολή μηνιαίου επιδόματος ανικανότητας εκ £225.- μέχρι τη λήξη του ασφαλιστικού συμβολαίου και απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρου, ήτοι £92,49.- μηνιαίως. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι το συνολικό ασφάλιστρο συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών στο ποσό των £92,49.- μηνιαίως, το οποίο καταβαλλόταν κάθε μήνα από 26/10/1998 και θα έπρεπε να καταβάλλεται μέχρι και τις 26/09/
  5. Όπως ο ενάγων περαιτέρω ισχυρίζεται ήταν ρητός όρος του ασφαλιστικού συμβολαίου ότι σε περίπτωση που ο ενάγων καθίστατο ανίκανος κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου, η εναγομένη είχε υποχρέωση να καταβάλει προς τον ενάγοντα το επίδομα ανικανότητας και επιπλέον να παραιτηθεί από το δικαίωμα της να εισπράττει τα ασφάλιστρα καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής καλύψεως. Οι κατ' εξαίρεση λόγοι για τους οποίους δεν θα καταβάλλετο η απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων και/ή το οφειλόμενο επίδομα ανικανότητας είχαν συμφωνηθεί ρητώς μεταξύ των μερών και συμπεριλαμβάνονταν στους όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου. Όπως ο ενάγοντας περαιτέρω ισχυρίζεται το ως άνω συμβόλαιο τέθηκε σε ισχύ ως ανωτέρω και ο ενάγων κατέβαλε το πρώτο ασφάλιστρο με την αποδοχή της πρότασης και συνέχισε να καταβάλλει το μηνιαίο ασφάλιστρο. Κατά την πρόταση συνομολόγησης του ασφαλιστικού συμβολαίου ως ανωτέρω, ο ενάγων συμπλήρωσε και παρέδωσε στοιχεία και/ή πληροφορίες τα οποία ζήτησε η εναγόμενη επί σχετικού εντύπου το οποίο και παρέδωσε στην εναγόμενη με την υποβολή της πρότασης. Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο ίδιος απάντησε στα ερωτήματα και/ή έδωσε τις απαιτούμενες πληροφορίες καλόπιστα και/ή με βάση την κατάσταση της υγείας του η οποία ίσχυε και/ή ήταν σε γνώση του ενάγοντος κατά τον χρόνο της υποβολής της αίτησης. Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται ο ενάγων κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2001 ο ίδιος διαγνώσθηκε με σοβαρή πάθηση του αμφιβληστροειδούς και δυστροφία των κωνίων και ραβδίων, η οποία και τον κατέστησε ανίκανο για εργασία, αφού η όραση του μειώθηκε ραγδαία καθιστώντας τον σήμερα σχεδόν τυφλό. Η αρχική διάγνωση για ατροφία οπτικών νεύρων έγινε τον Νοέμβριο του
  6. Έκτοτε, και κατά το διάστημα Νοεμβρίου 2001 μέχρι Απριλίου 2002, ο ενάγων μετέβη στη Βουλγαρία πολλές φορές για περαιτέρω εξετάσεις και θεραπεία ώστε να ανεβρεθούν τα ακριβή αίτια μείωσης της όρασης του. Η ακριβής διάγνωση της ασθένειας του ενάγοντος έγινε στις 6/1/2003 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά ή περί τα τέλη του 2001 ο ίδιος σταμάτησε να εργάζεται λόγω της ραγδαίας μείωσης της όρασης του, η οποία τον κατέστησε πλήρως ανίκανο να ασκήσει το επάγγελμα του ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα. Ως εκ τούτου, στις 3.4.2002, υπέβαλε γραπτή αξίωση και/ή αίτημα αποζημίωσης προς την εναγομένη συμφώνως των όρων του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, δια της οποίας αιτήθηκε μηνιαίο επίδομα ανικανότητας εκ ποσού £225.- μηνιαίως και απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων. Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται ο ενάγοντας η εναγόμενη με επιστολή της ημερομηνίας 18.09.2002 απέρριψε το αίτημα του ενάγοντος και/ή κατήγγειλε τη σύμβαση επικαλούμενη απόκρυψη εκ μέρους του ενάγοντα ουσιωδών πληροφοριών αναφορικά με στοιχεία και/ή ιστορικό υγείας του ενάγοντος. Συγκεκριμένα, η εναγομένη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων δεν δήλωσε στην αίτηση του για ασφάλιση, ότι το 1992 υπεβλήθη σε επέμβαση αφαίρεσης της μυωπίας του. Όπως ο ενάγων ισχυρίζεται η επέμβαση έγινε επιτυχώς τον Ιούλιο του 1992 και έκτοτε μέχρι και το 2001 ουδέν πρόβλημα οράσεως αντιμετώπιζε. Περαιτέρω, είναι ο ισχυρισμός του ότι το πρόβλημα οράσεως το οποίο παρουσίασε το 2001, ουδεμία σχέση έχει με την επέμβαση στην οποία υπεβλήθη το
  7. Περαιτέρω ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 22.09.2002, υπέβαλε αίτηση στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για παροχή σύνταξης ανικανότητας, για την οποία εγκρίθηκε στις 4.6.2003 σε ποσοστό 85%. Είναι δε ο ισχυρισμός του ότι με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ο ίδιος δικαιούται στην καταβολή του ποσού των £225.- μηνιαίως από 3.4.2002 μέχρι και τη λήξη της ισχύος του ασφαλιστικού συμβολαίου, ήτοι την 26.10.2018, και απαλλαγή από καταβολή του ποσού του ασφαλίστρου, ήτοι £92,49.-. Περαιτέρω, ο ενάγων δικαιούται στην καταβολή του ποσού των £30,000.- κατά την λήξη του συμβολαίου, ήτοι την 26.10.
  8. Ισχυρίζεται δε ότι τόσο κατά την πρόταση ασφάλισης όσο και κατά την επικοινωνία του με τους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους της εναγομένης είχε αποκαλύψει πλήρως την κατάσταση της υγείας του με βάση και/ή βασιζόμενος και/ή στηριζόμενος επί του εντύπου το οποίο του είχε ενεχειρίσει η εναγομένη και επί του οποίου υπέβαλε και/ή αποκάλυψε όλες τις διαθέσιμες και αληθείς πληροφορίες που είχε κατά τον χρόνο συνομολόγησης της ασφαλιστικής σύμβασης. Τέλος ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απέστειλε προς την εναγομένη, μέσω των δικηγόρων του, επιστολή ημερομηνίας 5.3.2007, δια της οποίας καλούσε εκ νέου την εναγομένη να συμμορφωθεί με τους όρους του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, αλλά η εναγομένη αρνήθηκε να το πράξει και για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο ενάγων ήγειρε την παρούσα αγωγή με την οποία άξιοι από την εναγομένη ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Η εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση με την οποία προδικαστικά ενίσταται ισχυριζόμενη ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει διότι έχει παραγραφεί, τόσο δυνάμει της νομοθεσίας όσο και δυνάμει του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Η εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει διότι ο ενάγοντας παρέλειψε να υποβάλει οιαδήποτε απαίτηση εντός των προθεσμιών που προβλέπει το συμβόλαιο του και περαιτέρω παρέλειψε να λάβει οιονδήποτε μέτρο από την ημερομηνία ακύρωσης του ασφαλιστικού του συμβολαίου και της απόρριψης της απαίτησης του. Η εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να υποβάλει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της διότι έχει εκχωρήσει το συμβόλαιο του στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ δυνάμει συμφωνίας ημ. 23.10.
  9. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων η εναγόμενη αρνείται κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, πλην των ισχυρισμών των παραγράφων 4, 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης, τους οποίους παραδέχεται και με τους οποίους ο ενάγων ουσιαστικά περιγράφει την ιδιότητα και ενασχόληση της εναγόμενης ως και το γεγονός της υποβολής αίτησης από τον ενάγοντα προς την εναγομένη και την αποδοχή αυτής και τη συνομολόγηση της σχετικής συμφωνίας ημερ. 26.10.1998, με εξαίρεση την αναφορά στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης για καταβολή μειωμένου ασφαλίστρου, ζήτημα σε σχέση με το οποίο η θέση της είναι ότι το καταβαλλόμενο ασφάλιστρο ήταν το σταθερό ασφάλιστρο της εταιρείας για αυτού του είδους τα ασφαλιστήρια έγγραφα. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι στην αίτηση για ασφάλεια ζωής του ενάγοντα, υπάρχουν ερωτήσεις για να δηλώσει εάν αντιμετώπισε ή αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ή εάν έχει υποβληθεί σε εγχειρήσεις. Είναι δε ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι στις εν λόγω ερωτήσεις ο ενάγοντας απάντησε αρνητικά και απέκρυψε από την εναγόμενη ότι κατά/ή περί τον Ιούλιο του 1992 υπεβλήθη σε επέμβαση αφαίρεσης μυωπίας. Όπως η εναγόμενη ισχυρίζεται το γεγονός αυτό το απεκάλυψε ο ενάγοντας μετά την υποβολή της απαίτησης του και όταν απεστάλη στον ιατρό της εναγόμενης για εξέταση. Η εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ήσαν ουσιώδεις όροι του ασφαλιστικού συμβολαίου του ενάγοντα τα άρθρα 3, 6, 7 και 20 αυτού. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο ενάγων δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 23.10.1998 εκχώρησε το ασφαλιστήριο έγγραφο του και όλα τα δικαιώματα που είχε από αυτό, στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας με αίτηση του ημερομηνίας 3.4.2002 υπέβαλε απαίτηση λόγω μείωσης της όρασης και ατροφίας των οπτικών νεύρων, η οποία όπως ισχυρίστηκε παρουσιάστηκε στις 8.11.
  10. Είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι κατά την διερεύνηση της απαίτησης του ενάγοντα και κατόπιν εξέτασης του από τον ιατρό της ανακάλυψε ότι ο ενάγοντας το 1992 «χειρουργήθηκε αμφω κερατοτομές για μείωση της μυωπίας» και ο ενάγοντας στην αίτηση του για ασφάλιση απέκρυψε από την εναγόμενη το πιο πάνω γεγονός. Περαιτέρω είναι ο ισχυρισμός της ότι με επιστολή ημερομηνίας 18.9.2002, η οποία στάληκε στον ενάγοντα απέρριψε την απαίτηση του, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου εγγράφου, λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων κατά την υποβολή της αίτησης για ασφάλιση. Είναι επίσης ισχυρισμός της εναγομένης στην υπεράσπιση της, ότι η ίδια με επιστολή της ημερομηνίας 2.12.2002 προς την Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (στην οποία είχε εκχωρηθεί το ασφαλιστήριο του ενάγοντα) και προς τον ενάγοντα γνωστοποίησε την ακύρωση του ασφαλιστηρίου εγγράφου, το οποίο θεώρησε εξ υπαρχής άκυρο. Ταυτόχρονα η εναγόμενη επέστρεψε ποσό εκ £3.789,58 που αφορούσε καταβληθέντα ασφάλιστρα. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι εάν ο ενάγοντας αποκάλυπτε το πρόβλημα με την εγχείρηση για μείωση της μυωπίας, δεν θα προέβαινε στην ασφάλιση του και εν πάσει περιπτώσει θα εξαιρούσε από το ασφαλιστήριο έγγραφο οποιαδήποτε ασφάλιση αφορούσε την όραση του ενάγοντα, πρακτική που ακολουθεί σε όλα τα συμβόλαια της. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι τα ασφαλιστήρια έγγραφα στηρίζονται στην καλή πίστη και ο ενάγοντας είχε υποχρέωση κατά την συμπλήρωση της αίτησης για ασφάλιση να αποκαλύψει όλα τα προβλήματα υγείας που σχετίζονται με την ασφάλιση του. Αντίθετα ο ενάγοντας παρά την ύπαρξη των σχετικών ερωτήσεων στην αίτηση απέκρυψε το πρόβλημα υγείας που είχε σχέση με την όραση του. Είναι τέλος ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η απόκρυψη προβλημάτων υγείας σε σχέση με την όραση του ενάγοντα καθιστά το συμβόλαιο εξ υπαρχής άκυρο και/ή δίδει δικαίωμα στην εναγόμενη για τερματισμό του και απόρριψη οποιασδήποτε απαίτησης του ενάγοντα. Συναφώς και για όλους τους πιο πάνω λόγους η εναγόμενη αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του ενάγοντος. Η μαρτυρία Ως πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος (MΕ1). Καταθέτοντας ενόρκως ο ενάγων υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση Τεκμήριο
  11. Σε αυτήν ανέφερε ότι είναι ηλικίας 39 χρόνων, με ημερομηνία γεννήσεως την 18.3.
  12. Εργάζεται ως ανέφερε ως τηλεφωνητής στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου στην οποία διορίστηκε μέσω της Παγκύπριας Οργάνωσης Τυφλών με βάση ειδικά κριτήρια προσώπων με προβλήματα όρασης από την 1.11.
  13. ΄Οπως περαιτέρω ανέφερε είναι μέλος της Π.Ο.Τ. (Παγκύπριας Οργάνωσης Τυφλών) από το 2003 κατόπιν παρακολούθησης προγράμματος εκπαιδεύσεως στην τηλεφωνική από την Σχολή Τυφλών «Άγιος Βαρνάβας». Όπως ανέφερε προηγουμένως και μετά το πέρας των σπουδών του ασκούσε το επάγγελμα του διαφημιστή - γραφίστα. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του ότι αρχικά εργάστηκε από 1.11.1996 στην εταιρεία Άριστος Φιλής Printers Ltd μέχρι τις 18.4.1997 και ακολούθως στην Infomedia στη Λευκωσία μέχρι την 31.8.
  14. Ακολούθως, ως ανέφερε, εργάστηκε αυτοτελώς μέχρι το 2001 ως γραφίστας. Όπως ανέφερε από την εργασία του, τουλάχιστον στα τελευταία στάδια αυτής, κέρδιζε £1,500.-£2,000.- τον μήνα, καθότι δεν υπήρχε σταθερό εισόδημα λόγω του ότι προσέφερε εργασίες γραφίστα - διαφημιστή σε διάφορους πελάτες σαν ελεύθερος επαγγελματίας. Όπως περαιτέρω σημείωσε ο ενάγοντας, καθ' όλη την διάρκεια που ασκούσε το επάγγελμα του ο ίδιος οδηγούσε από και προς την εργασία του και στους πελάτες ως και στους τόπους παροχής των υπηρεσιών. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο επάγγελμα του για να τονίσει ότι για την εξάσκηση του απατείται μεταξύ άλλων καλή όραση, ενώ επίσης αναφέρθηκε και σε εργασίες που εκτέλεσε στα πλαίσια της εργασίας του ως διαφημιστής ή γραφίστας, ως και σε διάφορους πελάτες που είχε προς τους οποίους προσέφερε υπηρεσίες όπως τα ξενοδοχεία «Αmathus», «Four Seasons» και «St Raphael» στη Λεμεσό, για να καταλήξει ότι θα χαρακτήριζε τον εαυτό του ως ένα πολύ επιτυχημένο γραφίστα, καθότι είχε κατορθώσει σε πολύ μικρό διάστημα να καθιερωθεί όχι μόνο στη Λεμεσό αλλά και στην Αγία Νάπα και στην ευρύτερη ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου. Όπως περαιτέρω ανέφερε κατά το έτος 1998 απευθύνθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ για σκοπούς δανειοδότησης και επέκτασης των εργασιών του, αφού είχε αποφασίσει να ασχοληθεί ως ελεύθερος επαγγελματίας στο χώρο της διαφήμισης και χρειαζόταν σχετική χρηματοδότηση. Όπως ισχυρίστηκε στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης του, του επιβλήθηκε ουσιαστικά ως όρος η συνομολόγηση σχετικής ασφάλισης ζωής στην εναγόμενη εταιρεία, που ήταν θυγατρική ή εν πάση περιπτώσει ασφαλιστική εταιρεία της Λαϊκής Τράπεζας. Το σχετικό δε ασφαλιστήριο έγγραφο θα εκχωρείτο, ως ανέφερε, στην πιο πάνω τράπεζα ως επιπρόσθετη, όπως του αναφέρθηκε, ασφάλεια της δανειοδότησης. Με αυτό τον τρόπο συνομολογήθηκε το ασφαλιστήριο έγγραφο, το οποίο είναι και το αντικείμενο της παρούσας αγωγής (Βλ. Τεκμήριο 8- αντίγραφο του εν λόγω συμβολαίου) και το οποίο εκχωρήθηκε ως το Τεκμήριο
  15. Σχετικά με το θέμα της εκχώρησης ανέφερε περαιτέρω ότι μετά την έγερση της αγωγής από τη Λαϊκή Τράπεζα (βλ. Τεκμήριο 34) την εξόφλησε πλήρως ως η βεβαίωση ημερομηνίας 17/11/2006 (βλ. Τεκμήριο 22) και έτσι δεν υφίστατο από την εν λόγω ημερομηνία η οφειλή σε σχέση με την οποία είχε γίνει η εκχώρηση. Όπως περαιτέρω ανέφερε η υποβολή της σχετικής πρότασης έγινε μέσω του Πανίκου Εύζωνα, ασφαλιστή της CYPRIA LIFE ο οποίος τύγχανε να είναι και οικογενειακός του φίλος. Όπως ο ενάγων εξήγησε, ο ίδιος ο κ. Εύζωνας συμπλήρωσε το σχετικό ερωτηματολόγιο στην παρουσία του, σε μία «τυπική» όπως του είχε αναφέρει διαδικασία. Όπως εξήγησε ο ίδιος απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις και ο κ. Εύζωνας συμπλήρωνε το έντυπο. Στο ερώτημα αρ. 8 αν είχε ποτέ ατύχημα ή αν είχε ποτέ υποβληθεί σε εγχείρηση, ο ίδιος υπενθύμισε στον κ. Εύζωνα, ότι όταν ήταν ηλικίας 17 ετών είχε κάνει επέμβαση στην Αθήνα, στα μάτια για σκοπούς μείωσης της μυωπίας. Ο κ. Εύζωνας συμπλήρωσε την ένδειξη «ΟΧΙ» και του είχε αναφέρει ότι εν πάση περιπτώσει θα ανέφερε το περιστατικό στους ανώτερους του και θα διερευνούσε αν παρίστατο ανάγκη να εξετασθεί από οποιοδήποτε οφθαλμίατρο της επιλογής τους. Ως ανέφερε εν πάση περιπτώσει η αίτηση υποβλήθηκε, το ασφαλιστήριο εγκρίθηκε και ουδέποτε τέθηκε οποιοδήποτε θέμα επί του ερωτήματος
  16. Επίσης σημείωσε ότι ουδέποτε υποβλήθηκε σε εγχείρηση στα μάτια αφού αυτό το οποίο είχε κάνει στην Αθήνα, ήταν όπως υποστήριξε να υποβληθεί σε απλή επέμβαση μείωσης της μυωπίας, η οποία έγινε περισσότερο για κοσμητικούς λόγους, ήτοι για να αποφεύγει τη χρήση ομματογυαλιών που λόγω και του νεαρού της ηλικίας του θα ήταν καλύτερα να μην τα φέρει, ειδικά κατά τις εξόδους του. Ανέφερε ότι ήταν μια ολιγόλεπτη διαδικασία, τη διάρκεια της οποίας καθόρισε στα 20-30 λεπτά συμπεριλαμβανομένου και του καφέ που ήπιαν. Όπως ανέφερε πήγε εκεί με τον πατέρα του, του ακινητοποίησαν το κεφάλι και σε 20 λεπτά τελείωσαν. Την ίδια μέρα μάλιστα ως ανέφερε βγήκε έξω και για φαγητό και για καφέ. Πέραν αυτής της επίσκεψης ως ανέφερε δεν είχε επαφή με τον εν λόγω ιατρό, παρά μόνον κάποιες φορές για σκοπούς μέτρησης της μυωπίας, πέραν βεβαίως της φιλικής σχέσης που απέκτησε έκτοτε μαζί του. Τόνισε δε ότι ουδέποτε είχε πρόβλημα όρασης γιατί αυτό θα τον εμπόδιζε στην εργασία του, αναφορά στην οποία έκανε πιο πάνω. Κατά το έτος 2001 άρχισε όπως ανέφερε να παρουσιάζει κάποιες ενοχλήσεις μετά από παρατεταμένη κυρίως εργασία, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου γίνονταν όλο και πιο έντονες. Αυτές αφορούσαν πονοκεφάλους, οι οποίοι συνοδεύονταν και από «δάκρυσμα» στα μάτια. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν θέμα κούρασης και όποτε του παρουσιάζονταν τα πιο πάνω περιόριζε τον χρόνο εργασίας του, χωρίς όμως ουσιαστική βελτίωση των συμπτωμάτων, πέραν μιας προσωρινής ανακούφισης που ένιωθε. Κατά το τέλος του καλοκαιριού του 2001 επισκέφθηκε τον ιατρό Παπαδάτο και του ανέφερε το πρόβλημα. Ο ιατρός του ανέφερε ότι κλινικά δεν παρουσίαζε κανένα παθολογικό πρόβλημα και ότι θα έπρεπε να απευθυνθεί σε εξειδικευμένα κέντρα του εξωτερικού, καθότι είχε διαπιστώσει μείωση της όρασης του, γεγονός το οποίο τον ανησύχησε. Μετά από αυτό και με την επιστροφή του στην Κύπρο η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε ραγδαίως, με αποτέλεσμα περί το τέλος του έτους να μην μπορεί να εργαστεί σαν γραφίστας. Σιγά σιγά κατέστη ως ανέφερε, ουσιαστικά ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία απαιτεί τη χρήση της όρασης, με αποτέλεσμα να καταλήξει τηλεφωνητής. Όπως περαιτέρω ανέφερε από το 2001 και μετά επισκέφθηκε πάμπολλες φορές το εξωτερικό περιλαμβανομένης της Αγγλίας, πρώτα για σκοπούς διάγνωσης και ακολούθως για σκοπούς θεραπείας. Μετά από δύο χρόνια έρευνας κατέληξαν οι ιατροί στο νοσοκομείο Moorfields του Λονδίνου ότι έπασχε από μια σπάνια ασθένεια, ήτοι την «Δυστροφία κωνίων και ραβδίων» καλπάζουσας μορφής και η οποία στην ουσία δεν έχει θεραπεία, αλλά διαδικασία επιβράδυνσης της. Ο ιατρός που τον παρακολουθεί είναι ως ανέφερε ο κ. Philips G. Hykins. Επίσης ανέφερε ότι στην Κύπρο επισκέφθηκε αρκετούς ιατρούς λόγω της πάθησης του, μεταξύ των οποίων ο ιατρός Δρ. Καυκαλιάς ο οποίος και συμπλήρωσε το «Ιατρικό Πιστοποιητικό Ατυχήματος/ Ασθένειας» στα πλαίσια της απαίτησης του προς την εναγόμενη για αποζημίωση σύμφωνα με το ασφαλιστήριο έγγραφο (βλ. Τεκμήριο 21). Όπως ανέφερε καταχώρησε την αγωγή εναντίον της εναγομένης μετά την άρνηση της να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Κατέθεσε την απάντηση της εναγόμενης στην απαίτηση του, η οποία φέρει ημερομηνία 18.9.2002 (βλ. Τεκμήριο 14), την επιστολή της εναγομένης ημερομηνίας 2.12.2002 προς την μητρική της ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, και την επιταγή ημερομηνίας 27/11/2002, έγγραφα τα οποία ως ανέφερε δεν είχε ποτέ στην κατοχή του αλλά τα έλαβε μέσω του δικηγόρου του, μετά που ο τελευταίος είχε αποστείλει στις 5.3.2007 επιστολή (βλ. Τεκμήριο 15) προς την εναγόμενη, η οποία και απάντησε με δική της επιστολή ημερομηνίας 30.5.2007 (βλ. Τεκμήριο 17) επισυνάπτοντας τα πιο πάνω έγγραφα. Αναφέρθηκε επίσης στις ασφαλιστέες του αποδοχές καταθέτοντας το Τεκμήριο 18 ενώ επίσης ανέφερε ότι ήταν εγγεγραμμένος και στο ΦΠΑ. Περαιτέρω παρουσίασε και βεβαίωση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων (βλ. Τεκμήριο 19) αναφορικά με το επάγγελμα που ασκούσε από 1/3/1999 μέχρι 3/11/
  17. Ανέφερε επίσης ότι ενώ πριν το 2002 οδηγούσε κανονικά μετά από το 2002 δεν οδηγεί μέχρι και σήμερα, ενώ περαιτέρω ανέφερε ότι το 2002 εγκατέλειψε και την εργασία του. Επίσης ανέφερε ότι υπέβαλε αίτηση για να λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας η οποία εγκρίθηκε ως το Τεκμήριο
  18. Αντεξετασθείς δέχθηκε ότι είχε εκχωρήσει τα δικαιώματα του από την επίδικη ασφάλεια προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας εν σχέσει με δάνειο που είχε λάβει από αυτήν (βλ. Τεκμήριο 23). Επίσης συμφώνησε ότι για την επίδικη ασφάλεια μετέβη στο σπίτι του ο συγεκριμένος ασφαλιστής κ. Εύζωνας που ήταν και οικογενειακός του φίλος και συμπλήρωσε την αίτηση για την ασφάλεια. Διαφώνησε όμως ότι υπέβαλε την απαίτηση του δυνάμει του συμβολαίου μέσω του εν λόγω ασφαλιστή και επέμεινε ότι ο εν λόγω ασφαλιστής κατά τον χρόνο εκείνο είχε φύγει από τη συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία. Αντεξετασθείς επί της αίτησης για ασφάλεια ζωής (Τεκμήριο 25 -πρωτότυπο) και ερωτηθείς αν συμφωνεί ότι δεν αναγράφηκε το θέμα της μυωπίας του σε αυτήν, ανέφερε ότι ο κ. Εύζωνας του είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να αναφερθεί, αλλά θα το ανέφερε ο ίδιος στους προϊσταμένους του και αν υπήρχε κάποιο θέμα θα πήγαινε για να τον δει κάποιος γιατρός. Δέχθηκε όμως ότι υπέγραψε τη δήλωση και επίσης ότι στην ερώτηση κατά πόσον είχε υποβληθεί σε εγχείρηση απάντησε αρνητικά. Συμφώνησε επίσης ότι ο ιατρός Παπαδάτος του έκανε διόρθωση μυωπίας και ερωτηθείς πως προέκυψε και συζήτησε το θέμα της μυωπίας με τον κ. Εύζωνα ανέφερε ότι το θέμα τέθηκε στην ερώτηση που αφορούσε εγχείρηση. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του ότι ανέφερε στον κ. Εύζωνα ότι είχε κάμει μείωση μυωπίας και όπως ανέφερε θυμόταν ότι είχαν πει ότι δεν ήταν κάτι το οποίο μπορούσε να θεωρηθεί εγχείρηση, αλλά ήταν επέμβαση και άρα δεν υπήρχε λόγος για να γραφεί μέσα, αλλά ο κ. Εύζωνας του είχε πει ότι θα ρωτούσε την ασφαλιστική για να δει αν όντως ετίθετο κάποιο θέμα. Από εκεί και πέρα δεν τον ξαναρώτησε οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την υγεία του. Συμφώνησε ότι το 2002 υπέβαλε απαίτηση δυνάμει του συμβολαίου. Ερωτηθείς πότε έλαβε γνώση ότι απερρίφθη, ανέφερε ότι έλαβε γνώση μετά το 2002 που η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε, οπόταν και πήρε ο ίδιος τηλέφωνο στην ασφαλιστική για να δει τι γίνεται με την απάντηση του και τότε πήρε κάποιος το τηλέφωνο και του είπε "η αίτηση σας απορρίφθηκε" εξηγώντας του πως δεν είχε αναφέρει την μείωση της μυωπίας και όλα τα συναφή. Ο ίδιος τότε απευθύνθηκε στο δικηγόρο του οποίος τον παρότρυνε να κινήσει αγωγή. Δέχθηκε ότι εξετάστηκε από τον ιατρό Μαυρονικόλα ο οποίος στον ίδιο δεν ανέφερε οτιδήποτε, αλλά είχε πάρει τηλέφωνο τον γιατρό Καυκαλιά και μίλησε μαζί του. Σε υπόδειξη ότι η θέση του Δρος Μαυρονικόλα είναι ότι το 1992 ο ίδιος είχε κάνει κερατοτομές για μείωση της μυωπίας, ο ενάγοντας ανέφερε ότι ο ίδιος γνώριζε ότι η επέμβαση που ο ίδιος ήξερε ήταν για μείωση της μυωπίας και στα δύο μάτια, αλλά δεν γνώριζε τον ιατρικό όρο. Ερωτηθείς αν είναι λόγω αυτής της γνωμάτευσης που τον απέρριψαν απάντησε καταφατικά, αναφέροντας ότι όταν ο ίδιος πήρε τηλέφωνο για να μάθει τι γινόταν του ανέφεραν ότι απέκρυψε το γεγονός της μυωπίας και ότι το αίτημα του απορρίπτετο και το συμβόλαιο θα ακυρωνόταν από εκεί και πέρα. Συμφώνησε ότι τον καιρό που το αίτημα του απερρίφθη δηλαδή το 2002 το συμβόλαιο ασφάλισης ήταν ήδη εκχωρημένο στη Λαική Τράπεζα ως περαιτέρω εξασφάλιση για τα χρέη του. Δέχθηκε επίσης ότι κινήθηκε αγωγή από τη Λαϊκή Τράπεζα το 2002 η οποία διευθετήθηκε με την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.53000 ως το Τεκμήριο 22 ημερ. 17/11/
  19. Ερωτηθείς αν η αγωγή αυτή καταχωρήθηκε διότι είχε τερματιστεί το επίδικο ασφαλιστήριο έγγραφο ανέφερε ότι δεν το γνωρίζει αυτό. Ερωτηθείς αν η θέση του είναι ότι ουδέποτε έλαβε την κοινοποίηση του Τεκμηρίου 17 (τερματισμός του συμβολαίου) ή αν είναι η θέση του ότι αυτή ουδέποτε στάληκε, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει διότι ο ίδιος δεν ζούσε στη διεύθυνση στην οποία φέρεται να στάλθηκε η επιστολή. Σε υπόδειξη ότι η εν λόγω επιστολή στάληκε στη διεύθυνση Μίλτωνος - Γωνία Νικηταρά 19, 3051 Λεμεσός, την οποία είχε δηλώσει ο ίδιος στο ασφαλιστήριο έγγραφο ως διεύθυνση του και ότι ο ίδιος μεταγενέστερα δεν προέβη σε ειδοποίηση αλλαγής διεύθυνσης, ανέφερε ότι πράγματι δεν κοινοποίησε ειδοποίηση αλλαγής διεύθυνσης διότι αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και πηγαινοερχόταν στο εξωτερικό για το ζήτημα που αφορούσε τα μάτια του. Ερωτηθείς αν συμφωνεί ότι στην επιστολή Τεκμήριο 17 επισυνάπτεται και μια επιταγή η οποία πιστώθηκε στα χρέη του στη Λαϊκή ανέφερε ότι το έμαθε εκ των υστέρων. Σε υποβολή ότι όταν προέβη στο διακανονισμό ως το Τεκμήριο 22 το συμβόλαιο είχε ήδη ακυρωθεί, απάντησε ότι το συμβόλαιο δεν υπήρχε για την ασφάλεια, αλλά για τον ίδιο υπήρχε. Σε υποβολή ότι στην πρόταση ασφάλισης ο ίδιος απέκρυψε το πρόβλημα της μυωπίας και της επέμβασης απάντησε ότι ο ίδιος δεν απέκρυψε οτιδήποτε. Σε υποβολή ότι ο κ. Εύζωνας την ώρα που έκανε την πρόταση και το ασφαλιστήριο ήταν δικός του εκπρόσωπος, ανέφερε πως δεν γνωρίζει αν τον αντιπροσώπευε, αλλά ξέρει ότι την ασφάλεια του την είχε επιβάλει η Λαϊκή Τράπεζα και όχι ο κύριος Εύζωνας. Σε περαιτέρω υποβολή ότι όταν έκανε την απαίτηση του δεν είχε κανένα δικαίωμα στο συμβόλαιο με τη Cypria Life διότι αυτό ήταν ήδη εκχωρημένο στη Λαϊκή Τράπεζα, ανέφερε ότι δεν κατάλαβε την ερώτηση αλλά τόνισε πως αν η Cypria Life ερχόταν να αποζημιώσει το δάνειο, ο ίδιος δεν θα ήγειρε αγωγή. Τόνισε δε πως ο ίδιος ζητά την αποζημίωση για την ανικανότητα που έχει αυτή τη στιγμή και η οποία ήρθε το 2002, δηλαδή πριν την ακύρωση της ασφάλειας. Ερωτηθείς αν συμφωνεί ότι οποιαδήποτε αναπηρία έχει σήμερα είναι σε σχέση με τα μάτια του ανέφερε ότι δεν συμφωνεί ακριβώς, διότι αυτό που έχει ονομάζεται δυστροφία κωνίων και ραβδίων και έχει να κάνει με το πίσω μέρος του ματιού και όχι με τα μάτια ακριβώς αλλά με τα νεύρα και τα κύτταρα. Σε υποβολή ότι αν αποκαλύπτετο η επέμβαση της μυωπίας η ασφαλιστική εταιρεία δε θα τον ασφάλιζε σε σχέση με τα μάτια, ανέφερε ότι διαφωνεί και πρόσθεσε πως αν όλοι όσοι έχουν μυωπία ή έκαναν εγχείριση δεν τους κάνουν ασφάλεια η ασφαλιστική θα κλείσει στο τέλος. Σε υπόδειξη ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν ασφαλίζουν όσους έχουν κάνει καθ' οιονδήποτε τρόπο επέμβαση στα μάτια τους ή αν τους ασφαλίσουν είναι με πολύ αυξημένο το ασφάλιστρο, ανέφερε πως αν τίθετο θέμα να πάει σε ένα γιατρό να εξεταστεί δεν θα είχε κανένα πρόβλημα διότι ο ίδιος ήταν μια χαρά, έβλεπε, οδηγούσε, έκανε τη δουλειά του και ήταν ένας γραφίστας επιτυχημένος, ο οποίος τελείωσε την σχολή του με άριστα. Σε υποβολή ότι τα όσα ανέφερε ότι συζήτησε με τον κ. Εύζωνα ως το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση είναι ψέματα διαφώνησε. Σε υποβολή ότι η αλήθεια είναι καταγραμμένη στη δήλωση του στην οποία δεν ανέφερε οποιοδήποτε πρόβλημα στα μάτια, επανέλαβε πως αν τίθετο θέμα για τα μάτια του δε θα είχε πρόβλημα να εξεταστεί από τον οποιοδήποτε γιατρό και πως ο ίδιος το ανέφερε στον κύριο Εύζωνα ο οποίος ρώτησε στην ασφαλιστική και από εκεί και πέρα ποτέ, μα ποτέ δεν του είπε κάποιος για να εξεταστεί. Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Πανίκος Εύζωνας ο οποίος ανέφερε ότι είναι ασφαλιστής ο οποίος μετάξύ των ετών 1995 και 2001 εργαζόταν στην εταιρεία Cyprialife ως διεθυντής υποκαταστήματος και αποχώρησε όταν του έγινε μια άλλη πρόταση από την εταιρεία Cosmos. Το γραφείο του ως ανέφερε ήταν στον Πεντάδρομο στο Rousos Center, όπου στο ισόγειο υπήρχε κατάστημα της Λαικής. Ανέφερε ότι γνωρίζει τον ενάγοντα αφού ο πατέρας του ήταν φίλος του και ο ίδιος πελάτης του πατέρα του στο βαφείο αυτοκινήτων που είχε. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης τη γραπτή δήλωση Τεκμήριο
  20. Σε αυτήν αναφέρει ότι δηλώνει και βεβαιώνει ότι κατά το χρόνο συνομολόγησης και συμπλήρωσης της Προτασης του Συμβολαίου Ζωής Αρ. 1173 και κατά το χρόνο συμπλήρωσης της πρότασης ασφάλισης, του είχε αναφέρει ο κ. Κυριάκος Φαφαλιός το γεγονός της επεμβάσεως για αφαίρεση μυωπίας στην Αθήνα το έτος
  21. Όπως ανέφερε το γεγονός αυτό το οποίο γνώριζε ούτως ή άλλως λόγω των φιλικών του σχέσεων με την οικογένεια του κ. Φαφαλιού. Όπως εξήγησε με την προφορική του μαρτυρία σε συζήτηση που είχε με τον πατέρα του ενάγοντα κάποια φορά που είχαν βρεθεί, ο τελευταίος του ανέφερε ότι ο Κυριάκος είχε κάνει μια επέμβαση και όταν τον ρώτησε τι επέμβαση, αυτός του ανέφερε ότι ήταν μια μικροεπέμβαση για αφαίρεση μυωπίας. Ήταν η θέση του πως το γεγονός της επέμβασης το ανέφερε καθηκόντως προφορικά στο Τμήμα «underwriting» της εταιρείας το οποίο και του ανέφερε ότι δεν υπάρχει λόγος σημειώσεως του στην πρόταση ασφάλισης, καθ' ότι θεωρείται ασήμαντη μικροεπέμβαση και όχι εγχείρηση. Ερωτηθείς για ποιο λόγο προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει χωρίς κλήση ανέφερε ότι τον πήρε τηλέφωνο ο Κυριάκος και του είχε αναφέρει πράγματα που τον έκαναν να εκπλαγεί, ότι δήλαδή δήθεν είχαν αποκρύψει στοιχεία, και έτσι ο ίδιος ήρθε για να επαναλάβει τα γεγονότα. Επίσης ανέφερε ότι ο ίδιος έχει ένα ξάδελφο που είναι οφθαλμίατρος (Δρ. Μίλτος Μιλτιάδους) τον οποίο και πήρε τηλέφωνο την ίδια μέρα και τον ρώτησε για το θέμα και ο ίδιος του είπε ότι αυτού του είδους η διαδικασία είναι μικροεπέμβαση και δεν είναι εγχείρηση. Αντεξετασθείς και ερωτηθείς αν κατά την εργοδότηση του στη Cyprialife είχε δικό του πελατολόγιο απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς αν οι πελάτες πλήρωναν μέσω του ίδιου απάντησε αρνητικά και ανέφερε ότι ίδιος ήταν στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών για τυχόν απορίες ή συμπλήρωση απαιτήσεων. Ερωτηθείς αν ήταν ο πωλητής των ασφαλειών απάντησε κατάφατικά. Ανέφερε ότι ο πατέρας του ενάγοντα είχε κάνει μέσω του και κάποιες άλλες ασφάλειες. Ερωτηθείς αν ο πατέρας του ενάγοντα του είχε αναφέρει και το πότε είχε γίνει η επέμβαση ανέφερε ότι την ακριβή ημερομηνία την έμαθε όταν συμπήρωνε την αίτηση με τον ενάγοντα, αλλά το ότι είχε κάνει την επέμβαση ο ενάγοντας το γνώριζε από προηγουμένως όταν του το είχε αναφέρει ο πατέρας του ενάγοντα. Ερωτηθείς πως και του το ανέφερε, απάντησε ότι του το ανέφερε στα πλαίσια των γενικότερων θεμάτων που συζητούσαν. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι για τη συμπλήρωση του Τεκμηρίου 25 μετέβη στο σπίτι του ενάγοντα όπου τον ρωτούσε τις ερωτήσεις του Τεκμηρίου 25, αυτός του απαντούσε και ο ίδιος συμπλήρωνε το εν λόγω έντυπο με δικά του γράμματα. Ερωτηθείς για ποιο λόγο είναι σημαντικό να απαντηθούν οι ερωτήσεις που αφορούν το ιστορικό, ανέφερε ότι ο λόγος είναι διότι σε αυτά στηρίζονται οι ασφαλιστικές εταιρείες για να κοστολογίσουν το κόστος θνησιμότητας. Υπάρχουν ως εξήγησε τύποι και φόρμουλες ανάλογα με τις ηλικίες και γι' αυτό αναγράφονται και ηλικίες. Επίσης ανέφερε ότι άλλος λόγος είναι ότι σε περίπτωση απόκρυψης στοιχείων σε οποιαδήποτε ερώτηση αυτόματα η εταιρεία έχει δικαίωμα σε περίπτωση απαίτησης να αρνηθεί να την ικανοποιήσει. Επίσης ανέφερε ότι βάσει των στοιχείων και απαντήσεων η ασφαλιστική εταιρεία αποφασίζει κατά πόσον θα κάνει αποδεκτή την πρόταση οποιουδήποτε προσώπου. Σε υπόδειξη ότι ένας άλλος λόγος είναι ότι μπορεί για ένα συγκεκριμένο θέμα να μην σε ασφαλίσει ή να εξαιρέσει το συγκεκριμένο θέμα από την ασφάλιση ή να ζητήσει επασφάλιστρο, ανέφερε ότι δεν συμφωνεί διότι για να ζητηθεί επασφάλιστρο θα πρέπει πρώτα να σε στείλει η εταιρεία σε δικό της ιατρό για να αποφασίσει αν θέλει εξαίρεση ή επασφάλιστρο. Σε υπόδειξη πως για να στείλει κάποιον η εταιρεία στο γιατρό θα πρέπει να αναγραφεί πρώτα το πρόβλημα στην πρόταση, ανέφερε ότι δεν είναι πάντα έτσι αλλά εξαρτάται από τη σοβαρότητα και πάντα κατόπιν συνεννόησης με το τμήμα «underwriting». Σε υποβολή ότι δεν γνωρίζει τη δουλειά του ανέφερε ότι διαφωνεί. Συμφώνησε ότι το Τεκμήριο 25 υπεγράφη από τον ενάγοντα στην παρουσία του ίδιου και πως στην πρόταση δεν συμπεριλήφθηκε το θέμα της επέμβασης της μυωπίας. Ερωτηθείς αν έστειλε την πρόταση στη Cyprialife ανέφερε ότι την πήρε στο γραφείο και πως το γραφείο είναι αυτό που την στέλνει. Επανέλαβε ότι στην ερώτηση που αφορά το ιστορικό πήρε τηλέφωνο στο underwriting του είπαν να μην το σημειώσει και δεν το σημείωσε, μετά πήρε τηλέφωνο το ξάδελφο του τον ιατρό για να είναι σίγουρος ότι όντως δεν είναι εγχείρηση επειδή είχε κατά νου μήπως και συμβεί οτιδήποτε και έρθει η εταιρεία μετά να πει ότι προέβησαν σε απόκρυψη στοιχείων με αποτέλεσμα να παραμείνει ακάλυπτος ο ενάγοντας. Ερωτηθείς αν ανέφερε στον οφθαλμίατρο με τον οποίο μίλησε ότι η επέμβαση αφορούσε αμφω κερατοτομές για μείωση μυωπίας, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ιατρικούς όρους αλλά επέμεινε πως στην καθομιλουμένη λέγεται επέμβαση για μείωση μυωπίας και πως αυτό του είπαν και αυτό μετέφερε στον οφθαλμίατρο. Σε υποβολή ότι ουδέποτε μίλησε με την εταιρεία για το συγκεκριμένο θέμα ανέφερε ότι αρνείται κάθετα την υποβολή. Σε περαιτέρω υποβολή ότι ήταν υποχρέωση του να γράψει στην αίτηση την επέμβαση όπως ο ίδιος την ονόμασε, αρνήθηκε την υποβολή και ανέφερε ότι μόνο σοβαρά περιστατικά αναφέρονται και πως είναι πολύ πολύ ξεκάθαρες οι ερωτήσεις και πέραν τούτου πήρε ο ίδιος τηλέφωνο και διευκρίνισε το ζήτημα και τόνισε πως δεν ήταν ο ίδιος που έκρινε πως δεν έπρεπε να το γράψει αλλά το τμήμα underwriting της εναγομένης. Ως τρίτος μάρτυρας κατέθεσε ο Δημήτρης Κυρούδης, χειρούργος οφθαλμίατρος, ο οποίος ως ανέφερε ασκεί το επάγγελμα του στην Ελλάδα όπου και διατηρεί Ιατρικό Κέντρο με την επωνυμία Πειραϊκό Διαθλαστικό Piraeus Laser Eye Centre, στον Πειραιά. Ως ανέφερε γνωρίζει τον κ. Κυριάκο Φαφαλιό από τη Λεμεσό τον οποίο ως ανέφερε παρακολουθεί από το έτος
  22. Κατ' εκείνο το έτος περιήλθε στην κατοχή του, ως εξήγησε, το αρχείο και το πελατολόγιο του Diagnostic & Therapeutic Eye Center μετά τον θάνατο του συναδέλφου του Ιωάννη Παπαδάτου Διδάκτορος Πανεπιστημίου Αθηνών και χειρούργου οφθαλμίατρου. Ως ανέφερε ο κ. Φαφαλιός ήταν ασθενής του Δρος Παπαδάτου και σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία έχει, είχε υποβληθεί σε επιτυχή επέμβαση διόρθωσης της μυωπίας με την μέθοδο των ακτινωτών κερατοτομών στην εξωτερική επιφάνεια του κερατοειδή χιτώνα των οφθαλμών τον Ιούλιο του
  23. Το εν λόγω πρόσωπο, ως ανέφερε δεν παρουσίαζε οιονδήποτε πρόβλημα ή ελάττωμα στην όραση πλην της μυωπίας η οποία αποκαταστάθηκε σχεδόν πλήρως λόγω της επέμβασης στην οποία αναφέρθηκε. Όπως περαιτέρω εξήγησε η εν λόγω μέθοδος η οποία ακολουθήθηκε συνίστατο, στις ακτινωτές κερατοτομές στην εξωτερική (και όχι σε ολόκληρο το πάχος του τοιχώματος) επιφάνεια του κερατοειδή χιτώνα των οφθαλμών. Πρόκειται για επέμβαση η οποία ως ανέφερε απαιτεί απλή αναισθησία και δεν επηρεάζει την εσωτερική κοιλότητα του οφθαλμού. Ως περαιτέρω ανέφερε με βάση πάντα το ιστορικό του ενάγοντα, ουδέν απολύτως σύμπτωμα άλλης ασθένειας ή πάθησης παρουσίαζε ή ανέφερε ο κ. Φαφαλιός. Το δε ιστορικό των οφθαλμολογικών εξετάσεων του επιβεβαιώνει, ως ανέφερε, ότι δεν υπήρχαν υποκειμενικά ενοχλήματα ή αντικειμενικά ευρήματα. Ως υποστήριξε η πάθηση η οποία ταλαιπωρεί και ευθύνεται για τη μείωση της οράσεως του ενάγοντα αφορά τον αμφιβληστροειδή, που είναι η εσωτερική στιβάδα του τοιχώματος του οφθαλμού. Αυτού του είδους οι παθήσεις του αμφιβληστροειδούς, είναι ως ανέφερε βιβλιογραφικά γνωστό, ότι έχουν συνήθως γενετικό - κληρονομικό υπόστρωμα και η εμφάνιση και εξέλιξη τους, είναι άσχετη με το είδος της επέμβασης στην οποία είχε υποβληθεί ο ενάγοντας. Όπως εξήγησε η πιο πάνω πάθηση δεν επιτρέπει στον ενάγοντα να ασκεί το επάγγελμα του γραφίστα υπό την έννοια του ότι του είναι αδύνατο να χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή ή οθόνες στις οποίες αυξομειώνεται η ένταση του φωτός είτε υπό μορφή χρωμάτων είτε η εν γένει φωτεινότητα. Λόγω δε της πάθησης του στον αμφιβληστροειδή ο κ. Φαφαλιός αντιμετωπίζει πρόβλημα έκθεσης του και παραμονής του σε περιβάλλον με αυξομειούμενη φωτεινότητα, γεγονός το οποίο του δημιουργεί τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει τόσο επαγγελματικά όσο και στην κοινωνική και προσωπική του ζωή. Αντεξετάστηκε γύρω από το αρχείο που έλαβε από τον Δρ Παπαδάτο για να αναφέρει ότι πρόκειται για μια πεπαλαιωμένη βάση δεδομένων η οποία δουλεύει στον ίδιο υπολογιστή από τότε που φτιάχτηκε και δεν μπορεί να την μεταφέρει ούτε να την λειτουργήσει σε σύγχρονο υπολογιστή ούτε και να την εκτυπώσει. Σε υποβολή ότι ψεύδεται ότι έλαβε αρχείο από τον Παπαδάτο και ότι όλα όσα ανέφερε τα πληροφορήθηκε από το Φαφαλιό και όχι από αρχείο επέμεινε στις θέσεις του και στο ότι έχει τις επισκέψεις του ενάγοντα από την ημερομηνία της επέμβασης μέχρι και την τελευταία παρακολούθηση του και τις εξετάσεις που του έκανε το
  24. Ερωτηθείς για τις επισκέψεις του Φαφαλιού στον Δρ Παπαδάτο ανέφερε ότι έχει έχει πάρα πολλές επισκέψεις από το 1992 μέχρι το 2003, ήτοι πέραν των 10 οι οποίες αφορούσαν τη μετεγχειρητική πορεία του ασθενούς πέριπου μια κατ' έτος που είναι και η συνήθης πρακτική. Ανέφερε ότι στις εξετάσεις αυτές καταγράφεται η μορφή του κερατοειδούς η οπτική οξύτητα και η μέτρηση υπολειπόμενης πιθανής μυωπίας και αστιγματισμού καθώς και μια πλήρης εξέταση στα πλαίσια της γενικότερης υγείας του οφθαλμού. Όπως ανέφερε από το 2001 εμφανίζεται στο αρχείο η δυσκολία του ασθενούς υπό συγκεκριμένες συνθήκες και η μείωση της οπτικής οξύτητας και ότι διενεργήθηκαν πιο εξειδικευμενες εξετάσεις οι οποίες κατέδειξαν μείωση της όρασης, αλλά αδυνατούσαν να δώσουν διάγνωση και βάσει αυτού ο θανών συνέστησε τη μετάβαση του κ. Φαφαλιού σε εξειδικευμένο κέντρο για περαιτέρω διερεύνηση. Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια ανέφερε ότι μιλά βάσει αρχείου. Ερωτηθείς από που ο ίδιος βοηθείται για να καταθέσει αναφέρθηκε σε σημειώσεις που έλαβε από το αρχείο το ηλεκτρονικού υπολογιστή. Κληθείς να τις παρουσιάσει (βλ. Τεκμήριο 31) και σε ερώτηση αν αυτό είναι σημειώσεις ή παραπεμπτικό απάντησε αναφέροντας πως ο ίδιος δεν έχει δυνατότητα αναπαραγωγής του αρχείου του Δρος Παπαδάτου και πως ο ίδιος μπορεί και χρησιμοποιεί τις βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις που είναι σε Word. Ανέφερε πως στην προκειμένη περίπτωση η βεβαίωση που φέρεται ως παραπεμπτικό είχε την πλειοψηφία των στοιχείων που χρειαζόταν για να μπορέσει να καταθέσει. Σε υποβολή ότι το παραπεμπτικό αυτό δεν είναι του Δρος Παπαδάτου επέμεινε ότι είναι. Ερωτηθείς αν για την επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγοντας ήταν αναγκαία κάποια προετοιμασία απάντησε καταφατικά, αλλά ανέφερε ότι αν όλες οι εξετάσεις περατωθούν εντός της ίδιας μέρας μπορεί να γίνει και αυθημερόν. Δέχθηκε ότι η συγκεκριμένη μέθοδος εγκαταλείφθηκε πλέον και αντικαταστάθηκε από laser τα οποία δίνουν πιο μεγάλη ακρίβεια. Επίσης αναφέρθηκε και στην πάθηση του κ. Φαφαλιού για να αναφέρει ότι δεν συνδέεται με την επέμβαση για αφαίρεση της μυωπίας. Εξήγησε και τη διαδικασία αφαίρεσης μυωπίας αναφέροντας ότι οι ακτινωτές κερατοτομές είναι τομές που ξεκινάνε από το όριο του άσπρου μέρους του ματιού προς το κέντρο χωρίς να φθάνουν στο κέντρο. Ο δε αριθμός, η θέση και το πάχος τους εξαρτάται από το μέγεθος της μυωπίας και του αστιγματισμού. Ανέφερε επίσης ότι χρειάζεται να γίνει προεργασία με την έννοια της βυθοσκόπησης, ελέγχου κερατοειδούς μέτρησης μυωπίας και αστιγματισμού ενώ αναφορικά με την αναισθησία ανέφερε ότι γίνεται τοπική αναισθησία με αναισθητικές σταγόνες όταν το μάτι είναι εξαιρετικά ευαίσθητο σε αγγίγματα. Για την υπεράσπιση κατέθεσε ως πρώτος μάρτυρας ο Χρίστος Μηνά (ΜΥ1), πτυχιούχος της Νομικής Αθηνών, ο οποίος ανέφερε ότι το 2002 εργαζόταν στη Cyprialife ενώ σήμερα έχει αφυπηρετήσει. Ως προς τα καθήκοντα του ανέφερε ότι όλα αυτά τα χρόνια και ειδικά κατά τα τελευταία 15 χρόνια ήταν ο διευθυντής του νομικού τμήματος, του τμήματος αποζημιώσεων και διευθυντής του τμήματος διαχείρισης και εξυπηρέτησης ασφαλιστηρίων. Ανέφερε ότι ο ενάγοντας περί το 2002 τους είχε υποβάλει απαίτηση για μόνιμη ολική ανικανότητα με βάση το Τεκμήριο
  25. Οι ίδιοι τον παρέπεμψαν για εξέταση σε ειδικό γιατρό και στη συγκεκριμένη περίπτωση επειδή επρόκειτο για οφθαλμολογικό πρόβλημα τον έστειλαν για εξέταση στο Δρ Μαυρονικόλα ο οποίος μετά την εξέταση του ενάγοντα τους κοινοποίησε έκθεση του μέσα από την οποία διεφάνη ότι ο Φαφαλιός πριν την έναρξη ισχύος του ασφαλιστηρίου είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση το 1992 για μείωση μυωπίας. Μετά που διεφάνη το πιο πάνω γεγονός οι ίδιοι προσέτρεξαν στην αίτηση του για ασφάλιση για να διαπιστώσουν κατά πόσον η συγκεκριμένη χειρουργική επέμβαση είχε δηλωθεί στο Τεκμήριο
  26. Όπως ανέφερε διεφάνη πως αν και υπήρχε συγκεκριμένο ερώτημα ήτοι αν στο παρελθόν είχε χειρουργηθεί η απάντηση ήταν όχι (βλ. Τεκμήριο 25 ερωτημα 8 και 9). Με βάση τα πιο πάνω και δυνάμει του όρου 3 του συμβολαίου Τεκμήριο 8 προχώρησαν στην ακύρωση του συμβολαίου και παρ' όλο που δεν είχαν υποχρέωση επέστρεψαν τα αφάλιστρα που είχαν καταβληθεί μέχρι τότε στη Λαϊκή Τράπεζα όπου το ασφαλιστήριο είχε εκχωρηθεί, η οποία τα εισέπραξε ως εκδοχέας του ασφαλιστηρίου χωρίς επιφύλαξη. Όπως περαιτέρω ανέφερε απέστειλε επιστολή απορρίψεως του αιτήματος και μετά επιστολή στη Λαϊκή Τράπεζα την οποία κοινοποίησαν στον ενάγοντα (στη διεύθυνση που είχε δηλώσει στο ασφαλιστήριο έγγραφο) και τους ασφαλιστικούς του αντιπροσώπους. Επίσης αναφέρθηκε και στην αλληλογραφία με τους συνηγόρους του Φαφαλιού. Διαφώνησε με τη δήλωση του κ. Εύζωνα (Τεκμήριο 26) και ανέφερε ότι σε όλες τις εκπαιδευτικές ημερίδες που γίνονται για τους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους διευκρινίζεται ότι μια ασφαλιστική σύμβαση βασίζεται κατά κύριο λόγο στην καλή πίστη μεταξύ των μερών και πως και η τελευταία λεπτομέρεια αναφορικά με το ιατρικό ιστορικό του υποψήφιου πελάτη είναι το πρώτιστο στοιχείο αξιολόγησης για το αν η αίτηση θα γίνει δεκτή, καθ' ότι στο αν θα αποδεκτούν ή όχι την απαίτηση ζυγίζουν τον άμεσο ή έμμεσο ασφαλιστικό κίνδυνο που μπορεί μελλοντικά να ακολουθήσει. Στην προκειμένη περίπτωση ως ανέφερε δεν έκρινε ότι η ερώτηση αν ο υποψήφιος πελάτης είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, ήταν επουσιώδης. Ερωτηθείς εάν τους δήλωνε ότι είχε κάνει 2 επεμβάσεις τι θα έκαναν, ανέφερε ότι οπωσδήποτε δεν θα εξέδιδαν ασφαλιστήριο με τους ίδιους όρους, αλλά αν τελικά αποδέχονταν την ασφάλιση, στην καλύτερη για τον ενάγοντα περίπτωση θα του παραχωρούσαν ασφάλεια με πρόσθετο όρο ο οποίος θα εξαιρούσε τα οποιαδήποτε προβλήματα άμεσα ή έμμεσα οράσεως. Αντεξετασθείς και ερωτηθείς αν τη σύμβαση την κατήγγειλαν ποτέ απευθείας στον ενάγοντα ανέφερε ότι με δεδομένο ότι το ασφαλιστήριο είχε εκχωρηθεί προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας, το ακύρωσαν στέλνοντας επιστολή στη Λαϊκή Τράπεζα με κοινοποίηση στον ενάγοντα. Ανέφερε δε ότι την κοινοποίηση την έστειλαν στη διεύθυνση που είχε δηλώσει στο ασφαλίστήριο, αφού εν τω μεταξύ ο ενάγων δεν είχε δηλώσει οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης. Υπολόγισε δε ότι ο ενάγοντας έλαβε τις σχετικές επιστολές, αφού ως ανέφερε αντέδρασε παίρνοτας τηλέφωνο στην εναγομένη και διορίζοντας δικηγόρο. Ως δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ2) κατέθεσε ο Δρ Μαυρονικόλας οφθαλμίατρος ο οποίος ανέφερε ότι εξασκεί το επάγγελμα αυτό από το 1990 στη Λευκωσία. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο εν λόγω ιατρός ειναι χειρούργος οφθαλμίατρος με πείρα επί του θέματος. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 5/9/02 εξέτασε τον ενάγοντα και ετοίμασε σχετικό πιστοποιητικό αντίγραφο του οποίου ήταν ήδη κατατεθειμένο ως Τεκμήριο προς αναγνώριση Β (το πρωτότυπο καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 33). Κληθείς να εξηγήσει τι είναι η επέμβαση άμφω κερατοτομών για μείωση της μυωπίας ανέφερε ότι γίνονται εγχειρήσεις μυωπίας από το 1985, οι οποίες έχουν την έννοια της διόρθωσης ή και της απόλυτης διόρθωσης της μυωπίας. Παλαιότερα ως εξήγησε γίνονταν με νυστέρι ενώ τώρα διενεργούνται με laser επί του κερατοειδούς του ματιού. Ως ανέφερε χρειάζεται προετοιμασία για αυτές τις επεμβάσεις, ενώ δίδεται και μετεγχειρητική φαρμακευτική θεραπεία που μπορεί να διαρκέσει και 1 μήνα μετά. Ερωτηθείς για το εύρημα του ότι οι οφθαλμοί παρουσιάζουν αμφιβληστροειδικές αλλαγές λόγω μυωπίας ανέφερε ότι οι πλείστοι των ασθενών που πάσχουν από μυωπία ψηλού βαθμού παρουσιάζουν με την πάροδο της ηλικίας αλλαγές στον αμφιβληστροειδή που οδηγούν σε μείωση της όρασης ασχέτως του εάν έκαναν τέτοιες επεμβάσεις πριν. Αντεξετασθείς επί της αναφοράς του στον όρο «χειρουργηθεί» και ερωτηθείς αν η μέθοδος του laser που χρησιμοποιείται κάνει τομές επί του κερατοειδούς ανέφερε ότι δεν φαίνονται οι τομές. Ερωτηθείς αν οι επεμβάσεις που διαπίστωσε στον Φαφαλιό είναι επεμβάσεις διαφορετικού είδους από την κλασσική έννοια της χειρουργικής επέμβασης, όπου χρησιμοποιείται το νυστερι ανοίγεται γίνεται τομή και εργάζεται ο γιατρός μετά την τομή, ανέφερε ότι σίγουρα δεν είναι μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις, αλλά πρόσθεσε ότι έχει την εντύπωση ότι είναι με νυστέρι που έγινε η διόρθωση του ενάγοντα. Σε υπόδειξη ότι χρησιμοποιήθηκε πράγματι νυστέρι στη περίπτωση του ενάγοντα, αλλά δεν έχει γίνει εργασία μετά τη διενέργεια της τομής, ανέφερε ότι δεν υπάρχει αναισθησιολόγος και δεν έχει τη διαδικασία του χειρουργείου τη γνωστή. Ερωτηθείς αν από την πείρα του στην καθομιλούμενη η έννοια του όρου χειρουργική επέμβαση πολλές φορές διαφέρει από την ιατρική έννοια του όρου, ανέφερε ότι εξαρτάται από την αντίληψη του ασθενούς οφείλει όμως ο ιατρός να τονίσει ότι είναι επέμβαση προτού κάνει οτιδήποτε. Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας κατατέθηκαν επίσης τα εξής παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν συνακόλουθα και ευρήματα του Δικαστηρίου: «
  27. Ο ενάγοντας εργάζεται στην ΑΗΚ ως τηλεφωνητής από 1/11/2005 με ειδικά κριτήρια, λαμβάνοντας ως μηνιαίο μισθό από 1/1/2013 το ποσόι των €
  28. Η αγωγή με αρ. 6209/02 η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή έχει διευθετηθεί.
  29. Το Τεκμήριο 22 γίνεται αποδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του». Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνω υπόψη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος του μάρτυρα στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχε να γνωρίζει τα γεγονότα, την ειλικρίνεια του, την αμεσότητα των απαντήσεων του, την μνήμη του και εν γένει την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά νου έχω και την πολλάκις νομολογημένη αρχή πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, (Χ. Χρίστου ν. Ευγενίας Khoreva
(2002)1Α Α.Α.Δ 454, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, και Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212 [1]) νοουμένου βέβαια ότι αυτή η επιλογή εξηγείται (Χ. Τσιντίδης Λτδ ν. Α. Χαριδήμου, Πολ. Έφεση 224/07 ημερ. 18.10.2012). Τέλος κατά την αξιολόγηση σημειώνω ότι έλαβα υπόψη και τις εισηγήσεις όλων των πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αρχίζοντας από τον ενάγοντα (ΜΕ1) πρέπει να πω ότι παρ' όλο που ένα αρκετά μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε, δεν θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του στα σημεία που αυτή αμφισβητήθηκε, αφού σε αρκετά σημεία παρατήρησα ότι ο ενάγων προσπάθησε να ωραιοποιήσει την υπόθεση του ή για να το θέσω αλλιώς, να την παρουσιάσει κατά τρόπο που ενδεχομένως κατά την κρίση του ίδιου θα ευνοούσε την έκβαση της για τον ίδιο, σε άλλα δε σημεία παρουσίαζε αντιφάσεις. Για παράδειγμα ενώ ο ίδιος με την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι από την εργασία του κέρδιζε Λ.Κ.1500 με Λ.Κ.2000 μηναίως, προφανώς στα πλαίσια της προσπάθειας του να δείξει ότι πριν την εμφάνιση του προβλήματος εργαζόταν με επιτυχία και κέρδιζε πολλά χρήματα και επομένως έβλεπε καλά, στο έντυπο απαίτησης του προς την εναγόμενη (βλ. Τεκμήριο 24) αναφέρει ότι το ακαθάριστο εισόδημα του πριν παρουσιαστεί το πρόβλημα με την όραση του ήταν Λ.Κ600 χωρίς για τη διάσταση αυτή να έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Περαιτέρω και ενώ ο ενάγοντας ανέφερε ότι είχε μια επίσκεψη το 1992 κατά τη διάρκεια της οποίας διενεργήθηκε η επέμβαση η οποία κράτησε 20-30 λεπτά μαζί με τον καφέ που ήπιαν, και παρά το ότι η θέση του ήταν ότι από τότε μέχρι το 2001 δεν είχε άλλη επαφή με τον ιατρό Παπαδάτο παρά μόνο κάποιες φορές για σκοπούς μέτρησης της μυωπίας του, η ίδια πλευρά του ενάγοντα παρουσίασε μαρτυρία μέσω του ΜΕ3 ότι οι επεμβάσεις στα δύο μάτια διενεργήθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες, και ότι περαιτέρω στο διάστημα 1992-2003 ο ενάγων επισκεπτόταν τον εν λόγω ιατρό περίπου μια φορά κατ' έτος στα πλαίσια ελέγχου της μετεγχειρητικής του πορείας. Η μόνη εξήγηση που μπορεί να δοθεί ως προς το γιατί ο ενάγοντας αναφέρθηκε σε μια ημερομηνία επέμβασης, όταν προκύπτει ότι η επέμβαση σε κάθε μάτι διενεργήθηκε σε διαφορετική ημερομηνία αλλά και ως προς το γιατί άφησε ξεκάθαρα να νοηθεί ότι τόσο οι προεγχειρητικοί έλεγχοι όσο και οι επεμβάσεις στα δύο του μάτια έγιναν σε 20-30 λεπτά μαζί με τον καφέ που ήπιαν, ενώ προφανώς κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί, είναι ότι η μαρτυρία αυτή δόθηκε στα πλαίσια της προσπάθειας του ενάγοντα να παρουσιάσει την όλη διαδικασία με τέτοιο τρόπο ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει ότι δεν επρόκειτο για εγχείρηση και ότι ο ίδιος δεν απέκρυψε οτιδήποτε κατά τον χρόνο υποβολής της πρότασης ασφάλισης. Βέβαια σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ζήτημα του εάν αυτό στο οποίο ο ενάγων υπεβλήθη είναι εγχείρηση ή όχι, είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία της λέξης αυτής αλλά και την ιατρική μαρτυρία αναφορικά με το τι διαλαμβάνει η διαδικασία στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων, και όχι με βάση το τι ο ενάγων ή ο οποιοσδήποτε μάρτυρας αναφέρει, αλλά σίγουρα τα όσα πιο πάνω ανέφερε ο ενάγοντας λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αξιολόγησης της γενικότερης αξιοπιστίας του. Πέραν των πιο πάνω πρέπει να πω ότι επίσης προβληματίζει και το γεγονός ότι δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ότι μετά τις επεμβάσεις που διενεργήθηκαν το 1992 η μυωπία του σταδιακά αυξήθηκε και πάλι, ούτε το ότι ο ίδιος σε επίσκεψη του το 1995 παραπονείτο για πονοκεφάλους, θέσεις τις οποίες υποστήριξε ο ΜΕ3 καταθέτοντας ενόρκως. Υπό το φως των πιο πάνω αισθάνομαι ότι δεν θα ήταν ασφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων, τονίζοντας βέβαια παράλληλα ότι το γεγονός της απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΕ1 στα σημεία που αμφισβητήθηκε δεν σημαίνει ότι αυτόματα γίνεται αποδεκτή η θέση των εναγόντων εν σχέσει με ζητήματα που άπτονται νομικών ζητημάτων για τα οποία ερωτήθηκε ο μάρτυρας και εξέφρασε αντίθετη άποψη από την εναγομένη και τα οποία παραμένουν για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο, όπως για παράδειγμα τις επιπτώσεις στο δικαίωμα του ενάγοντα για καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής από την εκχώρηση της ασφάλειας στη Λαϊκή Τράπεζα, το πως θα ενεργούσε η εναγομένη εάν γνώριζε το γεγονός των διαδικασιών στις οποίες υπεβλήθη ο ενάγοντας ή το κατά πόσον πράγματι το συμβόλαιο είχε ακυρωθεί κατά τον χρόνο που ο ενάγων προέβη στο διακανονισμό ως το Τεκμήριο
  1. Από την άλλη όμως και για τους λόγους που έχω ήδη επεξηγήσει δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του ότι πράγματι είχε συζητήσει με τον ΜΕ2 το ζήτημα των επεμβάσεων στα δύο του μάτια κατά τη συμπλήρωση του εντύπου της πρότασης ασφάλισης, ιδιαίτερα υπό το φως της και της μαρτυρίας του ίδιου του ΜΕ2 η οποία για όλους τους λόγους που πιο κάτω αναλυτικά εξηγώ δεν κρίνω ότι είναι πειστική. Εν πάσει περιπτώσει για λόγους που θα διαφανούν πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της παρούσας, ακόμη και εάν η μαρτυρία του ενάγοντα ότι ο ίδιος είχε συζητήσει το θέμα με τον ΜΕ2 και καθοδηγήθηκε από αυτόν για να απαντήσει το εν λόγω ερώτημα γινόταν αποδεκτή, αυτό δεν θα διαφοροποιούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο τα πράγματα για τον ενάγοντα, αφού για λόγους που θα διαφανούν πιο κάτω ο ΜΕ2 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν υπάλληλος ή και ότι δέσμευε την εναγομένη υπό τις περιστάσεις. Ερχόμενη τώρα στον ΜΕ2 πρέπει να πω κατ' αρχάς ότι η ουσία της μαρτυρίας του και ο λόγος που προφανώς κλήθηκε στο Δικαστήριο ήταν για να μαρτυρήσει αναφορικά με τη διαδικασία της συμπλήρωσης του εντύπου με το οποίο υποβλήθηκε η πρόταση ασφάλισης από τον ενάγοντα και πιο συγκεκριμένα για τα όσα σχετίζονταν με την απάντηση στο επίμαχο ερώτημα αρ.
  2. Αξιολογώντας την ουσία της μαρτυρίας του επί του προκειμένου πρέπει να πω ότι αυτή δεν ήταν καθόλου πειστική και δεν την αποδέχομαι για τους εξής λόγους. Κατ' αρχάς εάν πράγματι o μάρτυρας είχε συζητήσει το θέμα με τον ενάγοντα και ο ίδιος είχε την έγνοια, ως υποστήριξε, να μην μείνει «ακάλυπτος» ο ενάγοντας, θεωρώ ότι θα είχε φροντίσει να εξασφαλίσει την απάντηση στο ερώτημα από την εναγομένη γραπτώς ή τουλάχιστον θα ήταν εις θέση να αναφέρει ονομαστικώς και συγκεκριμένα ποιο πρόσωπο του έδωσε αυτή την απάντηση ως ισχυρίστηκε. Αντίθετα προς τα πιο πάνω ο ΜΕ2 όχι μόνο δεν είχε οτιδήποτε γραπτώς να παρουσιάσει, αλλά δεν ήταν ούτε εις θέση να αναφέρει ποιο πρόσωπο του είχε δώσει αυτή την απάντηση, και περιορίστηκε πολύ βολικά να αναφέρει ότι είχε μιλήσει με την εταιρεία ή το τμήμα underwriting της εταιρείας. Θεωρώ δε πως εάν δεν μπορούσε να έχει κάποια γραπτή διαβεβαίωση ως προς τη μη αναγκαιότητα της συμπερίληψης αυτής της πληροφορίας στην πρόταση και με δεδομένο ότι ο ίδιος είχε, ως υποστήριξε, κατά νου να μην μείνει ακάλυπτος ο ενάγοντας το λογικό θα ήταν να τον συμβουλεύσει να συμπεριλάβει την εν λόγω πληροφορία στην πρόταση ασφάλισης και όχι το αντίθετο. Ως προς τον ισχυρισμό του ότι είχε μιλήσει με οφθαλμίατρο ο οποίος του ανέφερε ότι αυτό στο οποίο υπεβλήθη ο ενάγοντας δεν ήταν εγχείρηση, σημειώνω ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία η οποία αμφισβητήθηκε και στην οποία δεν θεωρώ ότι μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα υπό τις περιστάσεις και λαμβανομένων υπόψη και των παραμέτρων του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι ο εν λόγω ιατρός δεν προσήλθε για να καταθέσει, ενώ επίσης ήταν προφανές από τα όσα ο ίδιος ο ΜΕ2 ανέφερε ότι τα στοιχεία που κατ' ισχυρισμό δόθηκαν στον εν λόγω ιατρό από τον ίδιο ούτως ώστε να απαντήσει το ερώτημα που του έθεσε ήταν πρόχειρα και εν πάσει περιπτώσει δεν ήταν τα ακριβή στοιχεία και περιγραφή των επεμβάσεων στις οποίες υπεβλήθη ο ενάγοντας. Σε κάθε περίπτωση επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο είναι αυτό το οποίο τελικώς θα αποφασίσει το ζήτημα αυτό λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία της λέξης «εγχείρηση» ως και την φύση της διαδικασίας στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων το
  3. Πέραν των πιο πάνω αρνητική εντύπωση δημιούργησε και η απάντηση του εν λόγω μάρτυρα στην ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης αν ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο είναι αναγκαίο να απαντηθούν οι ερωτήσεις που αφορούν το ιστορικό είναι γιατί μπορεί για ένα συγκεκριμένο θέμα η ασφαλιστική εταιρεία να μην ασφαλίσει ένα πρόσωπο ή να εξαιρέσει το συγκεκριμένο θέμα από την ασφάλιση ή να ζητήσει επασφάλιστρο, αφού η απάντηση του ΜΕ2 δεν είχε συνοχή ούτε συνάφεια με τη λογική. Θυμίζω ότι ανέφερε ότι δεν συμφωνούσε με την πιο πάνω θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, διότι όπως υποστήριξε για να ζητηθεί επασφάλιστρο θα πρέπει πρώτα η ασφαλιστική εταιρεία να στείλει τον ενδιαφερόμενο σε δικό της ιατρό για να αποφασίσει αν θέλει εξαίρεση ή επασφάλιστρο, χωρίς όμως να επεξηγήσει πως η ασφαλιστική θα μπορούσε πράξει κάτι τέτοιο αν δεν είχε προηγουμένως αναγραφεί το πρόβλημα στην πρόταση ούτως ώστε η ασφαλιστική να το γνωρίζει. Όταν δε του τέθηκε αυτό το ερώτημα ανέφερε ότι δεν είναι πάντα έτσι αλλά εξαρτάται από τη σοβαρότητα του προβλήματος και η καταγραφή πάντα γίνεται κατόπιν συνεννόησης με το τμήμα «Underwriting», απάντηση η οποία έδιδε την εντύπωση ότι ο μάρτυρας απέφευγε να απαντήσει ευθέως στο ζητούμενο και προσπαθούσε με την απάντηση του να ευνοήσει κατά το δυνατόν την πλευρά του ενάγοντα. Των πιο πάνω δεδομένων και έχοντας υπόψη και τη φιλική σχέση που ως αναφέρθηκε ενώπιον μου διατηρούσε ο εν λόγω μάρτυρας με την οικογένεια του ενάγοντα, γεγονός που επιβάλλει την προσέγγιση της μαρτυρίας του με ιδιαίτερη προσοχή, λαμβανομένου υπόψη του προφανούς κινδύνου ο μάρτυρας να επιχειρήσει να δώσει μαρτυρία ευνοϊκή προς τον ενάγοντα, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Ερχόμενη τώρα στο ΜΕ3 πρέπει να πω ότι και αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία προβληματίζει με δεδομένο ότι παρέμεινε ενώπιον μου θολό το υπόβαθρο επί του οποίου ο μάρτυρας βασίστηκε για να δώσει μαρτυρία. Και εξηγώ. Η θέση του ότι έχει στην κατοχή του αρχείο του Δρος Παπαδάτου αλλά σε μορφή που δεν μπορεί να τυπωθεί για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ξενίζει, ενώ εν πάση περιπτώσει δεν επεξηγήθηκε ενώπιον μου με οποιοδήποτε σαφή τρόπο ο λόγος για τον οποίο αντίγραφο από το σχετικό αρχείο δεν παρουσιάστηκε παρ' ότι ζητήθηκε από την υπεράσπιση. Η δε θέση του ότι είχε ενώπιον του σημειώσεις από το εν λόγω αρχείο τις οποίες συμβουλεύετο καταρρίφθηκε με την κατάθεση του σχετικού εγγράφου που είχε ενώπιον του ο μάρτυρας (βλ. Τεκμήριο 31), από το περιεχόμενο του οποίου ήταν προφανές ότι δεν επρόκειτο για σημειώσεις αλλά για ένα αντίγραφο κάποιου παραπεμπτικού χωρίς υπογραφή, το οποίο μάλιστα είναι τυπωμένο στη Word. Από τη μαρτυρία δε του εν λόγω μάρτυρα μάλιστα προκύπτει ότι ο ενάγοντας υποβλήθηκε ξεχωριστά σε κάθε μάτι στη συγκεκριμένη επέμβαση κάτι που επίσης δε συνάδει με τη μαρτυρία του ενάγοντα ο οποίος ανέφερε ότι πήγε μια φορά για 20-30 λεπτά και τελείωσε. Ενώ δε ο ενάγοντας ανέφερε ότι δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα μετά την επέμβαση, στο Τεκμήριο 31 αναφέρεται ότι κατά την εξέταση του Νοεμβρίου του 1995 παραπονείτο για πονοκεφάλους, ενώ επίσης φαίνεται ότι από τη διενέργεια της επέμβασης και μετά ο ενάγοντας σταδιακά παρουσίασε αύξηση της μυωπίας του, γεγονός το οποίο προβληματίζει αναφορικά με το κατά πόσον ήταν πράγματι επιτυχής η επέμβαση στην οποία υπεβλήθη ο ενάγοντας, ως ο ΜΕ3 υποστήριξε. Παρά τα πιο πάνω τα οποία δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά που δεν επιτρέπουν την αποδοχή του συνόλου της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, πρέπει να πω ότι η περιγραφή του μάρτυρα αναφορικά με την επέμβαση στην οποία υπεβλήθη ο ενάγοντας σε κάθε μάτι και οι εξηγήσεις που έδωσε ερωτηθείς σχετικά με το είδος αυτό της επέμβασης, δεν διέφεραν από τη μαρτυρία του ΜΥ2 και ως εκ τούτου αποδέχομαι εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του ως και τη μαρτυρία του εν σχέσει με το ότι η πάθηση με την οποία διαγνώσθηκε τελικώς ο ενάγοντας (δυστροφία κωνίων και ραβδίων) δεν σχετίζεται με τις επεμβάσεις που υπεβλήθη το 1992, θέση η οποία εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε θετικό τρόπο ενώπιον μου. Ερχόμενη τώρα στον ΜΥ1, πρέπει να πω ότι η μαρτυρία του στο μεγαλύτερο της μέρος δεν αμφισβητήθηκε και συνάδει με το σύνολο των τεκμηρίων που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου την αποδέχομαι με εξαίρεση τα σημεία όπου ο μάρτυρας εκφράζει την προσωπική του άποψη εν σχέσει με νομικά θέματα σε σχέση με τα οποία το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται, παρά το γεγονός ότι ο μάρτυρας είναι νομικός, αφού τελικός κριτής των εν λόγω θεμάτων είναι το Δικαστήριο στο έργο του οποίου εμπίπτει η εκφορά κρίσης σε σχέση με αυτά. Τέτοιο ζήτημα είναι μεταξύ άλλων το κατά πόσον πράγματι υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση απόκρυψη στοιχείων από τον ενάγοντα, το εάν ορθώς απερρίφθη η απαίτηση του ενάγοντος και ορθώς και νόμιμα τερματίστηκε το συμβόλαιο, το εάν υπό τις περιστάσεις ήταν ορθή η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη Λαϊκή Τράπεζα με κοινοποίηση στον ενάγοντα και όχι απευθείας στον ενάγοντα, ή ακόμα το εάν ο ενάγοντας νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής ή αν αντίθετα εμποδίζεται να την προωθεί για οποιοδήποτε εκ των λόγων που πρόβαλε η πλευρά της εναγομένης. Όλα τα πιο πάνω ζητήματα καθώς και όλα τα λοιπά νομικά ζητήματα στα οποία τυχόν έκανε αναφορά ο μάρτυρας θα αποφασισθούν από το Δικαστήριο ως νομικά, ανεξαρτήτως των θέσεων του ΜΥ
  4. Η μαρτυρία του όμως κατά τα λοιπά γίνεται αποδεκτή. Ως προς τον ΜΥ2 σημειώνω ότι ο μάρτυρας αυτος μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Η εμπειρογνωμοσύνη και η πείρα του δεν αμφισβητήθηκε. Ο ίδιος δε απαντούσε άμεσα στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και οι απαντήσεις του ήταν μετρημένες και απαλλαγμένες από στοιχεία υπερβολής, γεγονός που έδιδε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια και όχι για να βοηθήσει την πλευρά που τον κάλεσε. Χαρακτηριστικό της ειλικρίνειας και της μετριοπάθειας του ήταν το γεγονός ότι δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι η διαδικασία στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων το 1992 δεν είναι μεγάλη χειρουργική επεμβάση, δεν υπάρχει αναισθησιολόγος και δεν έχει τη γνωστή διαδικασία του χειρουργείου, προσθέτοντας όμως ότι πρόκειται για επέμβαση η οποία διενεργείται με νυστέρι. Εν γένει η μαρτυρία του αναφορικά με το είδος της επέμβασης στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων ως και η διαδικασία που ακολουθείτο προ και κατά τη διεξαγωγή της δεν αμφισβητήθηκαν και συνάδουν γενικά και με τις θέσεις του ΜΕ3 επί του προκειμένου και ως εκ τούτου η επί του προκειμένου μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ως προς το εάν αυτό στο οποίο υπεβλήθη ο μάρτυρας το 1992 είναι ή όχι εγχείρηση, όπως έχω άλλωστε ήδη αναφέρει, τούτο είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, χωρίς να δεσμεύεται από την άποψη είτε του ΜΥ2 είτε του ΜΕ3 είτε οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα επί του προκειμένου. Ευρήματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και πέραν των ευρημάτων που προκύπτουν από τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο ενάγων γεννήθηκε την 18.3.
  5. Αφότου αποφοίτησε από την «Γερμανική Ανώτερη Σχολή για Σχέδιο και Διαφήμιση», και μεταγενεστέρως από την «Parsers Computer Graphics & Animation, και μέχρι και τα τέλη του 2001 ασκούσε το επάγγελμα του διαφημιστή - γραφίστα. Κατά το έτος 1998 απευθύνθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ για σκοπούς δανειοδότησης και επέκτασης των εργασιών του, αφού είχε αποφασίσει να ασχοληθεί ως ελεύθερος επαγγελματίας στο χώρο της διαφήμισης και χρειαζόταν σχετική χρηματοδότηση. Στα πλαίσια αυτά συνομολόγησε σχετική ασφάλιση ζωής στην εναγόμενη, με την προοπτική όπως το σχετικό ασφαλιστήριο έγγραφο εκχωρηθεί στην Λαϊκή Τράπεζα Λτδ, ως επιπρόσθετη ασφάλεια της δανειοδότησης. Η υποβολή της σχετικής πρότασης ημερομηνίας 26.10.1998 (Τεκμήριο 25) έγινε μέσω του Πανίκου Εύζωνα, ο οποίος τύγχανε και οικογενειακός του φίλος. Στο ερώτημα αρ. 8 αν είχε ποτέ ατύχημα ή αν είχε ποτέ υποβληθεί σε εγχείρηση, ο ενάγων απάντησε αρνητικά. Η αίτηση έγινε αποδεκτή και ως εκ τούτου συνολογήθηκε το Τεκμήριο
  6. Ακολούθησε η εκχώρηση σύμφωνα με το Τεκμήριο 23 στη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ. Περί τον Ιούνιο του 1992, όταν ο ενάγων ήταν 17 χρονών περίπου υπεβλήθη στην Αθήνα από τον Δρ Παπαδάτο σε διαδικασία με σκοπό τη διόρθωση της μυωπίας του, με τη μέθοδο των ακτινωτών κερατοτομών, η οποία συνίστατο στη διενέργεια ακτινωτών κερατοτομών στην εξωτερική επιφάνεια του κερατοειδή χιτώνα των οφθαλμών, διαδικασία η οποία διενεργήθηκε με νυστέρι και τοπική αναισθησία σε διαφορετική ημερομηνία για κάθε οφθαλμό. Πριν δε τη διενέργεια της ήταν αναγκαία η διενέργεια συγκεκριμένων εξετάσεων. Κατά το έτος 2001 ο ενάγων άρχισε να παρουσιάζει κάποιες ενοχλήσεις μετά από παρατεταμένη κυρίως εργασία, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου γίνονταν όλο και πιο έντονες. Περί τον Νοέμβριο του 2001 διαγνώσθηκε στη Βουλγαρία με μείωση της ορασης και ατροφία των οπτικών νεύρων (βλ. έντυπο απαίτησης Τεκμήριο 24). Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα περί το τέλος του έτους 2001 να μην μπορεί να εργαστεί σαν γραφίστας. Εγκατέλειψε την εργασία του από το 2002, με αποτέλεσμα τώρα να εργάζεται ως τηλεφωνητής με ειδικά κριτήρια. Μέχρι το 2002 οδηγούσε κανονικά ενώ έκτοτε δεν οδηγεί μέχρι και σήμερα. Επίσης υπέβαλε αίτηση για να λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας η οποία εγκρίθηκε ως το Τεκμήριο
  7. Περί το 2003 διαγνώσθηκε στο νοσοκομείο Moorfields του Λονδίνου με δυστροφία κωνίων και ραβδίων, πάθηση η οποία αφορά τον αμφιβληστροειδή που ευρίσκεται στην εσωτερική στιβάδα του τοιχώματος του οφθαλμού. Παθήσεις αυτού του είδους έχουν συνήθως γενετικό - κληρονομικό υπόστρωμα και η εμφάνιση και εξέλιξη τους είναι άσχετη με τις διαδικασίες στις οποίες υπεβλήθη ο ενάγοντας το
  8. Στις 3.4.2002 ο ενάγων υπέβαλε απαίτηση στην εναγομένη για μόνιμη ολική ανικανότητα με βάση το Τεκμήριο 8 (βλ. Τεκμήριο 24). Η εναγόμενη τον παρέπεμψε για εξέταση σε ειδικό γιατρό ήτοι το Δρ Μαυρονικόλα (ΜΥ2) ο οποίος μετά την εξέταση του, κοινοποίησε στην εναγομένη έκθεση του με την οποία της ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο ενάγοντας είχε «χειρουργηθεί το 1992 άμφω κερατοτομές για μείωση μυωπίας». Μετά τα πιο πάνω και με δεδομένη την αρνητική απάντηση του ενάγοντα στην ερώτηση 8 του Τεκμηρίου 25, η εναγόμενη προχώρησε δυνάμει του όρου 3 του συμβολαίου Τεκμήριο 8 στην ακύρωση του συμβολαίου και στην επιστροφή των ασφαλίστρων στη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ όπου το ασφαλιστήριο είχε εκχωρηθεί. Επίσης η εναγόμενη απέστειλε επιστολή απορρίψεως του αιτήματος του ενάγοντα (βλ. επιστολή ημερ. 18.9.2002 - Τεκμήριο 14) και μετά επιστολή στη Λαϊκή Τράπεζα (ημερ. 2.12.2002) την οποία κοινοποίησαν στον ενάγοντα (στη διεύθυνση που είχε δηλώσει στο ασφαλιστήριο έγγραφο) και στους ασφαλιστικούς του αντιπροσώπους με την οποία ενημέρωνε τους πιο πάνω ότι θεωρεί εξ υπαρχής άκυρο το ασφαλιστήριο έγγραφο Τεκμήριο
  9. Οι συνήγοροι του ενάγοντα απέστειλαν στην εναγομένη την επιστολή Τεκμήριο 15, στην οποία η εναγόμενη απάντησε με επιστολή ημερ. 30/5/2007 (βλ. Τεκμήριο 17) στην οποία επισυνάφθηκε και η επιστολή ημερ.2/12/2002 από την εναγομένη προς τη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ και η οποία κοινοποιήθηκε στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του ενάγοντος. Σε σχέση με την οφειλή του ενάγοντα προς τη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ κινήθηκε από την τελευταία η αγωγή 6902/02 του Ε.Δ.Λευκωσίας, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Τεκμήριο
  10. Η εν λόγω εξ αποφάσεως οφειλή εξοφλήθηκε πλήρως την 17/11/2006 (βλ. Τεκμήριο 22). Νομική Πτυχή Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να αποφασισθεί είναι η προδικαστική ένσταση που ήγειρε η πλευρά της εναγομένης και αφορά την εισήγηση ότι ο ενάγοντας δεν είχε δικαίωμα να προχωρήσει με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, δεδομένης της προηγηθείσας εκχώρησης των δικαιωμάτων που απέρρεαν από την επίδικη σύμβαση ασφάλισης στη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ, προς εξασφάλιση υποχρεώσεων του ενάγοντα στην εν λόγω Τράπεζα. Συγκεκριμένα ο κ. Ιωαννίδης αφού επεσήμανε ότι η εκχώρηση του εν λόγω ασφαλιστηρίου στη Λαϊκή Τράπεζα δεν αμφισβητείται, ανέφερε ότι η Λαϊκή Τράπεζα εξασφάλισε δικαστική απόφαση ότι έχει όλα τα δικαιώματα του ενάγοντα που απορρέουν από το ασφαλιστήριο έγγραφο, ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο της ακύρωσης του ασφαλιστηρίου εγγράφου ήτοι την 2/12/2002 που εστάλη η επιστολή ακύρωσης της εναγόμενης προς την Λαϊκή Τράπεζα Λτδ, ο ενάγοντας δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα επ' αυτού. Παρέπεμψε σχετικά στην Πολ. Έφεση 166/2007 Ανδρέα Λουκά v. Eurolife Ltd, ημερ. 16/12/
  11. Με βάση τα πιο πάνω ήταν η εισήγηση του ότι η εξόφληση του χρέους του ενάγοντα προς τη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ την 17/11/2006 ως το Τεκμήριο 22, δηλαδή 4 χρόνια μετά την ακύρωση του ασφαλιστηρίου εγγράφου και της έκδοσης της δικαστικής απόφασης από τη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ εναντίον του ενάγοντα δεν «αναβιώνει» καθ' οιονδήποτε τρόπο το ασφαλιστήριο έγγραφο. Αφετηρία στην εξέταση του ζητήματος αυτού θα πρέπει να αποτελέσει η διαπίστωση ότι στην Κύπρο, σε αντίθεση με την Αγγλία, δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση σε σχέση με το θέμα της εκχώρησης, η οποία όμως αναγνωρίζεται από το δίκαιο της επιείκειας, το οποίο ισχύει στην Κύπρο με βάση το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (βλ. και απόφαση Λουκά ανωτέρω) . Είναι επίσης πλέον πολύ καλά θεμελιωμένο (βλ. Γ. Ε. v. Φεραίου Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479) ότι ο εκδοχέας - assignee (στην περίπτωση μας η Λαϊκή Τράπεζα Λτδ) νομιμοποιείται να καταχωρήσει αγωγή στο όνομά του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματά του από την εκχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή (assignor) - στην περίπτωση μας τον ενάγοντα. Στην υπόθεση Weddell v. J.A. Pearce & Major [1987] 3 All E.R. 624, κρίθηκε, ότι, ο εκδοχέας έχει locus standi ως ενάγοντας και μολονότι η συνένωση του εκχωρητή είναι επιθυμητή, η μη συνένωση, δεν καθιστά την αγωγή άκυρη. Σε σχέση με το θέμα κατά πόσον το ίδιο δικαίωμα μπορεί να έχει και ο εκχωρητής (στην περίπτωση μας ο ενάγοντας) το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Λουκά (ανωτέρω) έκανε αναφορά στην αγγλική υπόθεση Three Rivers DC v Bank of England
(1995)4 All ER 312 και στο πιο κάτω απόσπασμα το οποίο θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο: «Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor whished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity . . ." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την εκπροσωπευτική του ιδιότητα ...» Στην υπόθεση Λουκά ανωτέρω, ο εκεί εφεσείων (ενάγοντας -εκχωρητής), είχε εκχωρήσει απόλυτα τα ωφελήματα του που προέκυπταν από ασφαλιστικό συμβόλαιο σε τράπεζα που είχε παραχωρήσει σ' αυτόν δάνειο. Μετά την έκδοση του ασφαλιστηρίου εγγράφου και εκκρεμούσας της οφειλής του εφεσείοντα για αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου, αυτός υπέστη ατύχημα και κίνησε προσωπικά αγωγή εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας, χωρίς να συνενώσει και την τράπεζα (εκδοχέα). Το Ανώτατο Δικαστήριο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εκχωρητής δεν είχε δικαίωμα να κινήσει προσωπικά αγωγή παρά μόνο αν συνένωνε και τον εκδοχέα ως διάδικο, ο οποίος, φυσιολογικά και νομικά, είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης ή αν ο εκχωρητής ενεργούσε κατ' εντολή του εκδοχέα, ως καταπιστευματοδόχος. Τέτοια εξουσιοδότηση δεν είχε δοθεί και έτσι η αγωγή απερρίφθη. Στην προκειμένη περίπτωση όπως και στη Λουκά (πιο πάνω) δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο ενάγων έλαβε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από τον εκδοχέα για την καταχωρήση της παρούσας αγωγής, ούτε όμως έχει συνενωθεί στην αγωγή ο εκδοχέας (δηλαδή η Λαϊκή Τράπεζα Λτδ) ως διάδικος. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις αναπόφευκτα θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της αγωγής κατ' αναλογία των όσων αναφέρθηκαν στη Λουκά. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ο ενάγων είχε εξοφλήσει την οφειλή σε σχέση με την οποία είχε γίνει η εκχώρηση (βλ. Τεκμήριο 22). Εξετάζοντας κατά πόσον το γεγονός αυτό είναι ικανό να διαφοροποιήσει την παρούσα από τη Λουκά (πιο πάνω) και να οδηγήσει στην κατάληξη ότι ο ενάγοντας νομιμοποιείτο στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής στο όνομα του χωρίς να συνενώσει τον εκδοχέα ως διάδικο και χωρίς να έχει λάβει εξουσιοδότηση από αυτόν, καταλήγω ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πιο πάνω ερώτημα θα πρέπει να είναι υπό τις περιστάσεις αρνητική. Και εξηγώ. Στο σύγγραμμα McGillivray and Parkington, "Insurance Law", 6th edition
(1975)στην παράγραφο 1811 (σελίδα 752) αναφέρονται τα εξής: «After an assignment has taken place, the assignor drops out of the picture and the assignee becomes the insured. If, therefore, the insurers wish to cancel the policy for non-payment of premiums and notice to the insured is required, that notice must be given to the assignee. The assignor can no longer sue even if he becomes interested in the subject-matter again; thus a mortgagor, who executes a transfer of the property and an assignment of the insurance policy and later repays the debt and obtains the property again, cannot recover under the policy 48 unless the policy is re-assigned at the time of the reconveyance 49. 48 Fitzerald v. Gore District Mutual Fire Insurance Co
(1870)30 UCQB 97. The position would be different if the original assignment was invalid: Crozier v. Phoenix Insurance Co.
(1870)13 N.B.R. 200 49 Da Lawnay v. Nothern Assurance Co.
(1883)2 N.Z.L.R. (S.C.) 1.» (η έμφαση δική μου) Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι μετά που λαμβάνει χώρα μια εκχώρηση, ο εκχωρητής φεύγει από την εικόνα και ο εκδοχέας (assignee) - στην περίπτωση μας η Λαϊκή Τράπεζα Λτδ, θεωρείται πλέον ως ο ασφαλισμένος. Ο δε εκχωρητής (assignor) - στην περίπτωση μας ο ενάγοντας- δεν μπορεί πλέον να κινήσει αγωγή ακόμα και εάν αποκτήσει συμφέρον στο αντικείμενο της ασφάλειας ξανά εξοφλώντας το χρέος εν σχέσει με το οποίο έγινε εκχώρηση, εκτός εάν η ασφάλεια επανεκχωρηθεί σε αυτόν. Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στην προκειμένη περίπτωση καταλήγω ότι ο ενάγοντας ο οποίος είχε νόμιμα εκχωρήσει τα δικαιώματα του από την επίδικη ασφάλεια στη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ σύμφωνα με το Τεκμήριο 23, δεν νομιμοποιείτο στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, παρά το γεγονός ότι εξόφλησε πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής το χρέος εν σχέσει με το οποίο διενεργήθηκε η εκχώρηση, αφού δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι η επίδικη ασφάλεια μετά την εξόφληση του χρέους προς τη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ, επανεκχωρήθηκε στον ίδιο. Η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι το Τεκμήριο 22 το οποίο φέρει ημερομηνία 17/11/2006 και τιτλοφορείται «ΒΕΒΑΙΩΣΗ», και από το περιεχόμενο του οποίου είναι προφανές ότι αυτό σίγουρα δεν μπορεί υπό οποιαδήποτε σκοπιά και αν ιδωθεί να θεωρηθεί ότι συνιστά επανεκχώρηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την επίδικη ασφάλεια στον ενάγοντα. Το εν λόγω έγγραφο αναφέρει τα εξής: «Με την παρούσα βεβαιούται ότι με την είσπραξη του ποσού των 53.000, η υπόθεση του Φαφαλιού Κυριάκου αρ. ταυτ.733839, αρ. αγωγής 6209/2002 έχει διευθετηθεί και όλα τα νομικά μέτρα έχουν αποσυρθεί ανεπιφύλακτα. ...» Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω κατάληξη μου σφραγίζει και την τύχη της παρούσας αγωγής, η οποία θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να απορριφθεί, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, πιο κάτω παραθέτω την κρίση μου επί της ουσίας της αξίωσης του ενάγοντος εις περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη μου επί της προδικαστικής ενστάσεως που προέβαλε η εναγομένη ήθελε κριθεί εσφαλμένη. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Πανευρωπαική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Eretria Leisure Cruises Limited,
(1998)1A.A.Δ. 1072 σε ορισμένους τύπους συμβάσεων (οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί ως "uberrimae fidei",) μεταξύ των οποίων και η ασφαλιστική σύμβαση, όπου ο ένας συμβαλλόμενος είναι σε πολύ ευνοϊκότερη θέση να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, που η άλλη πλευρά είναι αδύνατο να ανακαλύψει, ο πρώτος έχει το καθήκον, όχι μόνο να μην προβαίνει σε αναληθείς δηλώσεις ουσιωδών γεγονότων, αλλά και να αποκαλύπτει στην άλλη πλευρά, με τη μεγαλύτερη καλή πίστη, τέτοια ουσιώδη γεγονότα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την υποχρέωση του ασφαλισμένου για αποκάλυψη επισημαίνεται στην ίδια απόφαση ότι: «Η Η απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών παρασύρει την ασφαλιστική σύμβαση σε ακυρότητα. Ακόμα κι΄ αν η απόκρυψη έγινε λόγω λάθους χωρίς οποιαδήποτε δόλια πρόθεση, ο ασφαλιστής έχει παραπλανηθεί και η ασφαλιστική σύμβαση είναι άκυρη, γιατί ο ασφαλιστικός κίνδυνος που διατρέχει είναι διαφορετικός από τον κίνδυνο που αντιλήφθηκε και είχε πρόθεση να διατρέχει κατά το χρόνο της συμφωνίας. Η υποχρέωση του ασφαλιζόμενου συνίσταται στην αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και βασίζεται στην αρχή της καλής πίστης που πρέπει να επικρατεί μεταξύ των συμβαλλομένων. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός συναντάται στο άρθρο 18
(2)του Αγγλικού Marine Insurance Act του 1906, που προβλέπει ότι κάθε περίσταση η οποία θα επηρεάσει την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή κατά τον καθορισμό του ασφαλίστρου ή κατά τη λήψη της απόφασης κατά πόσο θα αναλάβει τον κίνδυνο, είναι ουσιώδης. Το κριτήριο κατά πόσο συγκεκριμένο γεγονός είναι ουσιώδες είναι αντικειμενικό. Γεγονός δεν αποδεικνύεται ότι είναι ουσιώδες απλώς και μόνο γιατί ο συγκεκριμένος ασφαλιστής καταθέτει ότι προσωπικά θα το θεωρούσε ουσιώδες (Bates v. Hewitt [1867] L.R. 2 Q.B. 595). Ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι οποιοσδήποτε συνετός ασφαλιστής θα θεωρούσε το συγκεκριμένο γεγονός ως ουσιώδες (βλέπε Girdlestone v. North British [1870] L.R. 11 Eq.197). ....................................................................................................................................... Όλα τα γεγονότα τα οποία εν γνώσει του υποψήφιου ασφαλιζόμενου θεωρούνται από τους ασφαλιστές ουσιώδη, κατά κανόνα μπορεί να λεχθεί ότι συνήθως θεωρούνται σαν τέτοια (Ivamy, General Principles of Insurance Law, 4η Έκδοση, σελ. 142, 147). Η γνώμη του ασφαλιστή ότι συγκεκριμένο γεγονός είναι ουσιώδες μπορεί να διαφανεί από τη διαφορά στο αξιούμενο ασφάλιστρο, άνκαι στην πρακτική συνήθως παρουσιάζεται με την υποβολή συγκεκριμένης ερώτησης (Glicksman v. London and General Assurance Co Ltd [1925] 2 K.B. 593, 609, C.A.). Όμως η υποβολή της ερώτησης αφ΄ εαυτής δεν καθιστά το γεγονός ουσιώδες, εκτός αν ο συνετός ασφαλιστής το θεωρεί έτσι (Babatsikos v. Car Owners' Mutual Insurance Co Ltd [1970] 2 Lloyd's Rep. 314). Το ασφαλιστήριο δυνατό να περιέχει ρητή συμφωνία που να καθορίζει την υποχρέωση αποκάλυψης και να περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο αυτή θα πραγματοποιείται. Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής καθίσταται έτσι συμβατική (Anderson v. Fitzgerald [1853] 4 H.L. Cas. 484). Αν δεν τηρηθεί έχουμε αθέτηση της σύμβασης ασφάλισης και όχι αθέτηση της υποχρέωσης επίδειξης καλής πίστης. Η διατύπωση και ευρύτητα των διάφορων σχετικών συμβατικών όρων ποικίλει. Έτσι όρος μπορεί να καθιστά την ακρίβεια όλων των δηλώσεων που γίνονται κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ουσιώδη όρο της σύμβασης(*). Σ΄ αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ουσιωδών και επουσιωδών δηλώσεων, εκτός αν ο όρος ρητά αναφέρεται σε ουσιώδεις μόνο δηλώσεις (Dawsons Ltd v. Bonnin [1922] 2 A.C. 413 και Re Universal Non-Tariff Insurance Fire Co., Forbes & Co's Claim [1875] L.R. 19 Eq. 485). Όπου η ακρίβεια των δηλώσεων καθίσταται η βάση της σύμβασης δεν χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο το ανακριβές γεγονός είναι ουσιώδες ή όχι, ή κατά πόσο ο ασφαλισμένος εγνώριζε ή όχι, την αλήθεια (Condogiannis v. Guardian Assurance Co, 90 L.J.P.C. 168). Όταν αντίθετα δεν υπάρχει όρος που να καθιστά την πρόταση προς ασφάλιση βάση της σύμβασης, η ανακρίβεια των απαντήσεων δεν παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να απεκδυθεί της ευθύνης, εκτός αν η ανακρίβεια συνιστά μη αποκάλυψη ή ψευδή παράσταση ουσιώδους γεγονότος (Dawsons Ltd v. Bonnin, ανωτέρω). Δόλια παραπλάνηση που αναφέρεται σε ουσιώδες γεγονός παρέχει την ευχέρεια μη τήρησης της σύμβασης. Αν το γεγονός δεν είναι ουσιώδες, η εγκυρότητα της σύμβασης δεν επηρεάζεται (Anderson v. Fitzgerald, ανωτέρω). * condition precedent to the validity of the policy» Στην προκειμένη περίπτωση τo πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί και στο οποίο οι δύο πλευρές προέβαλαν αντίθετες θέσεις, είναι το κατά πόσον με το να απαντήσει αρνητικά ο ενάγοντας στο ερώτημα 8 της Πρότασης Ασφάλισης Τεκμήριο 25, είχε αποκρύψει στοιχεία ή είχε προβεί σε ψευδή δήλωση. Η επίμαχη ερώτηση στην οποία ο ενάγοντας απάντησε «ΟΧΙ» έχει ως εξής : «8. Είχατε ποτέ ατυχήματα ή υποβληθήκατε σε εγχειρήσεις; Εάν ναι δώστε ημερομηνίες, λεπτομέρειες θεραπείας, αποτελέσματα και ονόματα γιατρών» Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι δεν απέκρυψε στοιχεία ή προέβη σε ψευδή δήλωση, αφού όπως υποστήριξε αυτό στο οποίο υποβλήθηκε δεν ήταν εγχείρηση αλλά επέμβαση. Αντίθετη ήταν η θέση των μαρτύρων της εναγομένης και δη του ιατρού που κάλεσε (ΜΥ2) ο οποίος υποστήριξε ότι η διαδικασία στην οποία υπεβλήθη ο ενάγοντας ήταν εγχείρηση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι επί της ουσίας της διαδικασίας οι δύο ιατροί που κατέθεσαν ενώπιον μου δεν διαφώνησαν. Επρόκειτο για σχετικά σύντομη διαδικασία στα πλαίσια της οποίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί τοπική αναισθησία και κατά τη διάρκεια της οποίας χρησιμοποιείται νυστέρι για τη διενέργεια τομών στον κερατοειδή των οφθαλμών. Κατ' αρχάς πρέπει να διευκρινιστεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εγείρεται ζήτημα ασάφειας της ερώτησης ούτως ώστε να τίθεται ζήτημα εφαρμογής των αρχών που αναφέρονται στο σύγγραμμα MacGillivray & Parkington "Insurance Law" (4η έκδοση - 1975), στη σελίδα 282 παράγραφο 683. Το επιχείρημα της πλευράς του ενάγοντα είναι ότι η απάντηση του ενάγοντα είναι ορθή διότι αυτό στο οποίο υπεβλήθη ήταν επέμβαση και όχι εγχείρηση και η ερώτηση αφορούσε καθαρά το ζήτημα της υποβολής σε εγχείρηση. Το επιχείρημα όμως αυτό της πλευράς του ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, αφού σύμφωνα και με το λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεώργιου Δ. Μπαμπινιώτη
(1998)η λέξη επέμβαση (ως ιατρικός όρος) σημαίνει ακριβώς τη διεξαγωγή εγχειρήσεως. Εν σχέση δε με τη λέξη εγχείρηση στο ίδιο λεξικό αναφέρονται τα εξής: «Εγχείρηση(η) [κ. εχειρήσ-εως-εις,-εων] ΙΑΤΡ. Θεραπευτική ή επανορθωτική μέθοδος που συνίσταται σε χειρουργική επέμβαση στο σώμα (ασθενούς ή τραυματία): ο ασθενήςυπεβλήθη χθες σε πολύωρη και δύσκολη ~//λεπτή/επιτυχημένη/αποτυχημένη/απλή/πλαστική/σοβαρή ~//~ανοιχτής καρδιάς/χολής/σκωληκοειδίτιδας. [ΕΤΥΜ ‹ αρχ. εγχείρησις ‹ εγχειρώ].» (η έμφαση δική μου) Αναφορικά δε με το ρήμα εγχειρώ από το οποίο ετυμολογικά προέρχεται η λέξη εγχείρηση αναφέρονται τα εξής « ... «χειρουργώ» (αρχική σημασία: «θέτω την χείρα», «επεμβαίνω σε περίπτωση που απαιτεί ιατρική αντιμετώπιση» πβ. επεμβαίνω - (χειρουργική) επέμβαση και, την αρχαία λ. χειρ-ουργός, χειρ-ουργώ. .» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι στην ουσία η λέξη επέμβαση ταυτίζεται με τη διεξαγωγή εγχειρήσεως, η οποία εγχείρηση προέρχεται από το ρήμα εγχειρώ που σημαίνει χειρουργώ, δηλαδή επεμβαίνω σε περίπτωση που απαιτείται ιατρική αντιμετώπιση. Επίσης προκύπτει ότι μια εγχείρηση μπορεί να είναι απλή ή δύσκολη ή σοβαρή κλπ. Συνακόλουθα και με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι ακόμα και με βάση τα όσα ο ενάγοντας ισχυρίζεται, οι διαδικασίες στις οποίες ο ίδιος υπεβλήθη ήταν εγχειρήσεις, παρ' ότι ενδεχομένως σχετικά απλής φύσεως και επομένως θα έπρεπε να είχε απαντήσει καταφατικά στη σχετική ερώτηση και να δώσει τις σχετικές λεπτομέρειες που απαιτούνται. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η θέση του ενάγοντα ήταν ότι κατά τη συμπλήρωση του Τεκμηρίου 25 και πιο συγκεκριμένα κατά το χρόνο απάντησης της σχετικής ερώτησης συζήτησε το θέμα των διαδικασιών στις οποίες υποβληθηκε και καθοδηγήθηκε από τον Πανίκο Εύζωνα για να απαντήσει με τον τρόπο αυτό τη συγκεκριμένη ερώτηση, ακόμα και αν γινόταν αποδεκτή που δεν έγινε, δεν θα διαφοροποιούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο τα πράγματα αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί κατ' αναλογία των λεχθέντων στην υπόθεση Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Αντρέα Προδρόμου
(2003)1 Α.Α.Δ. 600, ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Πανίκος Εύζωνας ήταν υπάλληλος και/ή δέσμεύε την εναγόμενη εταιρεία. Τονίζεται ότι στην πιο πάνω απόφαση καθορίζεται ότι το κατά πόσον ο ασφαλιστικός αντιπρόσωπος αντιπροσωπεύει τον ασφαλιζόμενο ή την ασφαλιστική εταιρεία πρόκειται για θέμα που εξετάζεται με βάση τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα και συγκεκριμένα του τρόπου με τον οποίο στο πλαίσιο της συνεργασίας τους με ασφαλιστική εταιρεία οι πράκτορες εμφανίζονται προς το κοινό. Αυτό που τώρα παραμένει να αποφασιστεί είναι οι συνέπειες της παράλειψης του ενάγοντα να αποκαλύψει τη διενέργεια των επίμαχων εγχειρήσεων. Για να αποφασιστεί το ερώτημα αυτό είναι φανερό με βάση και την πιο πάνω νομολογία (βλ. Εretria πιο πάνω) ότι το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να απασχολήσει είναι το κατά πόσον υπάρχει όρος που καθιστά την πρόταση ασφάλισης βάση της σύμβασης, αφού σε τέτοια περίπτωση δεν χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο το ανακριβές γεγονός είναι ουσιώδες ή όχι, ή κατά πόσο ο ασφαλισμένος εγνώριζε ή όχι, την αλήθεια. Σχετικά είναι και τα όσα περιέχονται στο σύγγραμμα McGillivray and Parkington (πιο πάνω) στην παράγραφο 692 (σελ. 285): «
  1. Materiality. If the policy contains a recital that the proposal therein referred to shall be the basis of the contract, the truth of the statements contained in the proposal is hereby made a condition of the liability of the insurers, and any inaccurate answer will entitle the insurers to repudiate liability apart from any question of materiality. .» Στην προκειμένη περίπτωση με μια απλή ματιά στην «Αίτηση για Ασφάλεια Ζωής» Τεκμήριο 25, μπορεί κάποιος να διαπιστώσει ότι στην εν λόγω αίτηση πράγματι υπάρχει αναφορά ότι αυτή αποτελεί βάση της Σύμβασης Ασφάλισης, αφού στο τέλος του εν λόγω Τεκμηρίου 25 και υπό τον τίτλο «ΔΗΛΩΣΗ» αναφέρονται τα εξής: «Δηλώνω ότι απ' ότι γνωρίζω και πιστεύω οι απαντήσεις που δόθηκαν σ' αυτή την Αίτηση είναι ορθές και ότι δεν παρέλειψα να αναφέρω οποιεσδήποτε ουσιώδεις πληροφορίες ή γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την αποδοχή της Αίτησης αυτής από την CYPRIALIFE LTD και συμφωνώ ότι η Αίτηση αυτή θα αποτελέσει τη βάση του συμβολαίου. ...» ( η έμφαση δική μου) Στο δε όρο 2 του ίδιου του Ασφαλιστηρίου Τεκμήριο 8 αναφέρονται τα εξής: «
  2. Ασφαλιστικό Συμβόλαιο και Δικαιοδοσία Το Ασφαλιστήριο αυτό, οποιεσδήποτε δηλώσεις του ιδιοκτήτη του Ασφαλιστηρίου και του Ασφαλισμένου που περιέχονται στην αίτηση για ασφάλεια, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στο Ασφαλιστήριο, οποιαδήποτε παραρτήματα πρόσθετων πράξεων και τα ιατρικά έγγραφα, αποτελούν το όλο Ασφαλιστικό Συμβόλαιο.»( η υπογράμμιση δική μου) Τα πιο πάνω αναπόφευκτα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη αναφοράς στις εν λόγω εγχειρήσεις παρείχε το δικαίωμα στην εναγομένη να προβεί στην ακύρωση του συμβολαίου, χωρίς να τίθεται ζήτημα εξέτασης κατά πόσο το ανακριβές γεγονός είναι ουσιώδες ή όχι, ή κατά πόσο ο ασφαλισμένος εγνώριζε ή όχι, την αλήθεια. Αναφορικά με το ζήτημα τερματισμού θεωρώ ότι και αυτό απεδείχθη αφού ως προκύπτει η σχετική επιστολή ημερομηνίας 2/12/2002, απεστάλη στη Λαϊκή Τράπεζα προς όφελος της οποίας είχε εκχωρηθεί η επίδικη συμφωνία ασφάλισης. Η δε οφειλή σε σχέση με την οποία έγινε η εκχώρηση δεν είχε εξοφληθεί κατά το χρόνο εκείνο. Ως προς την ορθότητα της επιλογής να αποσταλεί η εν λόγω επιστολή στη Λαϊκή Τράπεζα υπό αυτές τις περιστάσεις, παραπέμπω στο απόσπασμα από το σύγγραμμα McGillivray and Parkington, "Insurance Law", 6th edition
(1975)στην παράγραφο 1811 (σελίδα 752), το οποίο έχει παρατεθεί πιο πάνω και το οποίο θεωρώ ότι ισχύει κατ' αναλογία και στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με τα εκεί λεχθέντα μετά που λαμβάνει χώρα η εκχώρηση ο εκχωρητής βγαίνει από την εικόνα και ο εκδοχέας γίνεται πλέον ο ασφαλισμένος και επομένως όταν οι ασφαλιστές επιθυμούν να ακυρώσουν την ασφάλεια για μη πληρωμή των ασφαλίστρων και απαιτείται να δοθεί ειδοποίηση στον ασφαλισμένο, αυτή η ειδοποίηση πρέπει να δίδεται στον εκδοχέα (assignee). Επομένως και κατ' αναλογία των πιο πάνω στην περίπτωση μας όπου κατά το χρόνο του τερματισμού η οφειλή δεν είχε εξοφληθεί και η επίδικη ασφάλεια ήταν εκχωρημένη στη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ, ορθώς η ειδοποίηση τερματισμού δόθηκε στην τελευταία. Σε κάθε περιπτώση σημειώνω πως η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε προς τον ενάγοντα στη διεύθυνση που ο ίδιος έδωσε κατά την υπογραφή του ασφαλιστηρίου εγγράφου που ήταν και η τελευταία γνωστή διεύθυνση που έδωσε στην εναγομένη, αφού όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε καταθέτοντας ενόρκως, ουδέποτε προέβη σε κοινοποίηση αλλαγής διεύθυνσης μετά την υπογραφή του συμβολαίου. (βλ. κατ' αναλογία Παναγιώτης Παναγιώτου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A501, Πολ. Έφεση 276/2009 ημερομηνίας 9/7/2014 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 479). Επομένως και με βάση τα πιο πάνω και δεδομένης της κατάληξης μου ότι η εναγομένη δικαιούτο να προβεί στον τερματισμό και πράγματι προέβη στον τερματισμό του συμβολαίου, έπεται πως οι αξιώσεις του ενάγοντα και κατ' επέκταση η παρούσα αγωγή είναι απορριπτέα και επί της ουσίας. Συνακόλουθα και για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν βλέπω για ποιο λόγο δεν θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Συνακόλουθα τα έξοδα επιδικάζονται υπερ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ................................................ Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στη σελίδα 216 αναφέρονται τα εξής:"A witness may either be believed or disbelieved wholly or in part according to the view taking of his credibility". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.