DACHZIEGELWERKE NELSKAMP G.M.B.H. ν. CYMATERIAL LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3587/14, 23/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3587/14 Μεταξύ: DACHZIEGELWERKE NELSKAMP G.M.B.H. Εναγόντων -και- CYMATERIAL LIMITED Εναγομένων ------- Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.7.2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23 Ιανουαρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κα Χρ. Χριστοφή για Ν. Ροτσίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κ. Α. Ντορζής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή, που κατεχωρήθη με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 25.6.2014 και στα πλαίσια της οποίας η υπό κρίση αίτηση εξετάζεται, αφορά απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €94.254,10 με συμβατικό τόκο επ' αυτού προς 8,5% και/ή νόμιμο τόκο, δυνάμει τιμολογίων και/ή δελτίων αποστολής και/ή κατάστασης λογαριασμού και/ή ως υπόλοιπο αξίας εμπορευμάτων που οι ενάγοντες απέστειλαν κατόπιν παραγγελίας στους εναγόμενους και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης αγοραπωλησίας εμπορευμάτων μεταξύ των διαδίκων και/ή συνεπεία αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον έξοδα. Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων στις 18.7.2014 παρεμπίπτον διάταγμα μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους και/ή στους διοικητικούς συμβούλους τους και/ή στους αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους και/ή οιουσδήποτε άλλους ενεργούντες για λογαριασμό τους να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή διαθέσουν και/ή αποξενώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή επιβαρύνουν ολόκληρη και/ή οποιοδήποτε μέρος της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων και ειδικότερα τα τεμάχια 417 και 720, ως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται στο εν λόγω διάταγμα (στο εξής «τα επίδικα ακίνητα»). Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε για αναθεώρηση (returnable) στις 28.7.2014, οπότε οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι αντέδρασαν αρνητικά στη διατήρηση του σε ισχύ καταχωρώντας την ένσταση τους στις 27.8.2014, με αποτέλεσμα τη διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας όλα τα θέματα που αφορούν την έκδοση του διατάγματος και τη διατήρηση του σε ισχύ εξετάζονται εξ υπαρχής. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 2, 29, 31, 32, 43 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.39 θ.θ.1-7, 9, 10, 13, 16 και 21 και Δ.48 θ.θ.1, 2, 4, 7-9 και 11-13 καθώς και οι αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας, οι αρχές δικαίου που σχετίζονται με τα αιτούμενα διατάγματα και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την αίτηση, ο Νίκος Ροτσίδης, ως αναφέρει, είναι δικηγόρος και ιδιοκτήτης του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, προβαίνει δε στην ένορκή του δήλωση επειδή οι διευθυντές των εναγόντων απουσιάζουν στο εξωτερικό και δεν κατέστη δυνατό να έρθουν στην Κύπρο λόγω του κατεπείγοντος της υπό κρίση αίτησης. Γνωρίζοντας καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο από πληροφορίες που έχει συλλέξει όσο και προσωπικά, αλλά και από συναντήσεις με τους εμπλεκόμενους, είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Η έκδοση του υπό κρίση διατάγματος, προστατευτικής φύσης, ζητείται με σκοπό τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης κατά την οποία προέκυψε η επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων και για την απάλειψη του κινδύνου της παράνομης αποξένωσης ή μεταβίβασης και της παράνομης εγγραφής επιβαρύνσεων στην περιουσία των εναγομένων, ώστε να μην καταστεί ανέφικτη η τελική εξόφληση του οφειλόμενου ποσού εκ μέρους των εναγομένων προς τους ενάγοντες, πρόκειται δε για κατεπείγουσα κατάσταση εφόσον οι εναγόμενοι ανά πάσα στιγμή μπορούν να αποξενώσουν την ακίνητη περιουσία τους. Με αναφορά στην ιδιότητα των εναγόντων ως μιας από τις μεγαλύτερες γερμανικές εταιρείες στον τομέα κατασκευής και εμπορίας κεραμιδιών και στη συνεργασία τους από το έτος 2008 με τους εναγόμενους, που αποτελούν γνωστή εταιρεία η οποία εμπορεύεται, μεταξύ άλλων, υλικά οικοδομής, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στους όρους της συνεργασίας των διαδίκων σχετικά με την αποστολή των παραγγελιών προς τους εναγόμενους και την παράλληλη έκδοση τιμολογίων και/ή δελτίων αποστολής εκ μέρους των εναγόντων καθώς και την τήρηση κατάστασης λογαριασμού σχετικά με τις οφειλές και τις πληρωμές, επισημαίνοντας ότι τα τιμολόγια και τα δελτία αποστολής θα εξοφλούντο εντός 30 ημερών από την παράδοση των εμπορευμάτων και σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής πέραν των 30 ημερών θα κατεβάλλετο τόκος προς 8,5%. Μετά από τα μέσα του έτους 2012, οι εναγόμενοι σταμάτησαν να καταβάλλουν συστηματικά και εγκαίρως τα οφειλόμενα προς τους ενάγοντες ποσά, προφασιζόμενοι την οικονομική κρίση, ενόσω οι ενάγοντες συνέχισαν να αποστέλλουν στους εναγόμενους εμπορεύματα με βάση τις υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις των τελευταίων περί εξόφλησής τους. Ως Τεκμήριο 1 επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού όπου εμφαίνεται η τελευταία πληρωμή ύψους €1.000 που έγινε στις 27.6.2013 καθώς και το οφειλόμενο υπόλοιπο που ανέρχεται στο αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό. Ως Τεκμήριο 2 επισυνάπτεται έγγραφο όπου εμφαίνεται, κατόπιν υπολογισμού, το αξιούμενο ποσό του συμβατικού τόκου προς 8,5%, το οποίο στις 23.6.2014 ανήρχετο στα €6.105,
- Από τον Ιούνιο του έτους 2013 έγιναν πολλές φορές προσπάθειες εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού χωρίς αποτέλεσμα, εφόσον οι εναγόμενοι επέμεναν σε μακροχρόνια τμηματική εξόφληση με μηνιαίες δόσεις ύψους €2.000 αλλά και αρνούντο την καταβολή οποιουδήποτε οφειλόμενου τόκου. Στις 24.6.2014, λαμβάνοντας οδηγίες από τους ενάγοντες για ανάκτηση του οφειλόμενου εκ μέρους των εναγομένων ποσού, ο ενόρκως δηλών πληροφόρησε τους εκπροσώπους των εναγόντων για την δεινή οικονομική κατάσταση της πλειοψηφίας των εταιρειών στην Κύπρο που ασχολούνται με τον οικοδομικό τομέα και για τον ορατό κίνδυνο να μην μπορεί να εκτελεστεί ενδεχόμενη απόφαση σε αγωγή, σε περίπτωση που η οικονομική κατάσταση της εναγομένης εταιρείας δεν είναι καλή. Ως Τεκμήριο 3 επισυνάπτονται έγγραφα κατόπιν ηλεκτρονικής έρευνας από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών σχετικά με την εταιρεία των εναγομένων και ως Τεκμήριο 4 πιστοποιητικό έρευνας της ακίνητης ιδιοκτησίας της εν λόγω εταιρείας. Από πληροφορίες που συνέλεξε ο ενόρκως δηλών προέκυψε ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι σε κακή οικονομική κατάσταση εφόσον περί το έτος 2011 αγόρασε ακίνητο στη Λεμεσό για επέκταση των εργασιών της έναντι του ποσού των 4-5 εκατομμυρίων ευρώ που δεν μπόρεσε να αποπληρώσει αλλά και έχει μεγάλες οφειλές έναντι προμηθευτών της και προς τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Σε συνάντηση του ενόρκως δηλούντος περί την 1.7.2014 με τον μέτοχο και διευθυντή των εναγομένων Παναγιώτη Ποντίκη προς το σκοπό εξώδικης διευθέτησης της επίδικης διαφοράς, ο τελευταίος επιβεβαίωσε τις οφειλές των εναγομένων προς διάφορους προμηθευτές, επισημαίνοντας ότι διευθέτησε τμηματική αποπληρωμή με όσους προμηθευτές ήταν λογικοί και αναφέροντας προκλητικά ότι οι Γερμανοί, υπονοώντας τους ενάγοντες, που είναι παράλογοι δεν θα πάρουν τίποτε, έχει δε λάβει μέτρα με τη σύσταση πολλών εταιρειών και αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων για καταδολίευση των πιστωτών τους. Το διοικητικό συμβούλιο των εναγόντων έχοντας ενημερωθεί στις 2.7.2014 για τις πιο πάνω θέσεις των εναγομένων δεν αποδέχθηκε τμηματική εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, εφόσον δεν υπήρχε πλέον εμπιστοσύνη προς τους εναγόμενους για την φερεγγυότητα και την τήρηση των υποχρεώσεων τους. Τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον των εναγομένων συνεπεία της παράβασης σύμβασης και της παράλειψης εξόφλησης της αξίας των αποσταλέντων εμπορευμάτων αλλά και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής που πλησιάζει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα είναι ορατή η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ των εναγόντων καθώς και η ανεπανόρθωτη ζημιά των εναγόντων, εφόσον θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Από τα Τεκμήρια 2 και 3 προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα ιδιοκτησίας των εναγομένων είναι επιβαρυμένα με υποθήκες προς όφελος τρίτων καθώς και ότι υπάρχουν τρεις κυμαινόμενες επιβαρύνσεις προς όφελος τραπεζικών ιδρυμάτων. Συγκεκριμένα, το τεμάχιο 417 φέρει τέσσερις υποθήκες για το συνολικό ποσό των €3.410.000 και το τεμάχιο 720 φέρει πέντε υποθήκες για το συνολικό ποσό των €1.850.000 ενόσω οι κυμαινόμενες επιβαρύνσεις ανέρχονται στα ποσά των €3.410.000 και €600.
- Θεωρώντας ότι η δεινή οικονομική κατάσταση των εναγομένων είναι προφανής όπως και ο σοβαρός κίνδυνος της αδυναμίας ικανοποίησης οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης σε περίπτωση αποξένωσης των μοναδικών ακινήτων των εναγομένων, ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι δεδομένων των υφιστάμενων επιβαρύνσεων επί της ακίνητης περιουσίας των εναγομένων, η δέσμευση των δύο ακινήτων δεν είναι δυσανάλογη της απαίτησης των εναγόντων, λαμβανομένης υπόψη της αγοραστικής αξίας των εν λόγω ακινήτων κατά την 1.1.1980 που εμφαίνεται στο Τεκμήριο 3, ανέρχεται δε στο ποσό των €44.423,64 και των €34.172,03 αντίστοιχα. Τονίζοντας το στοιχείο του κατεπείγοντος και με την εισήγηση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των εναγόντων εφόσον επιζητείται η διασφάλιση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων, χωρίς να διαφαίνεται οποιαδήποτε βλάβη σε βάρος των εναγομένων από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ο ενόρκως δηλών ζητά την έγκριση της αίτησης. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση, που καταχωρήθηκε στις 27.8.2014, ως νομικό υπόβαθρο έχει τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39 και Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, τις αρχές της επιείκειας καθώς και τη σύμφυτη εξουσία και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως λόγοι δε ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι, ως συνοψίζονται: § οι αιτητές παρέλειψαν να συμμορφωθούν με την απαίτηση του Δικαστηρίου να υπογράψουν εγγύηση ύψους €40.000 για τυχόν ζημιά των καθ' ων η αίτηση συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος, γεγονός που καθιστά ανυπόστατο και/ή άκυρο και/ή ως μη εκδοθέν το εν λόγω διάταγμα § οι αιτητές δεν έχουν δώσει ισχυρό λόγο που να δικαιολογεί το κατεπείγον ή την ιδιάζουσα κατάσταση για την έκδοση μονομερώς απαγορευτικού διατάγματος § οι αιτητές απέκρυψαν και/ή δεν απεκάλυψαν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα για την έκδοση μονομερώς του απαγορευτικού διατάγματος § οι αιτητές δεν ζήτησαν το επίδικο διάταγμα καλόπιστα αλλά εκδικητικά και/ή εκβιαστικά και/ή για σκοπούς αλλότριους προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης § δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος, η δε διατήρησή του σε ισχύ δεν εξυπηρετεί τη δικαιοσύνη § η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αστήρικτη § η μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση είναι προϊόν παρανομίας και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ανεπίτρεπτη και/ή δεν αποκαλύπτεται η πηγή της γνώσης του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, η δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αόριστη, παράτυπη και ελαττωματική, οι δε παράγραφοι 2-3, 12-13, 16, 20-24 και 29-55 αποτελούν αγόρευση αντί να περιέχουν γεγονότα και § οι καθ' ων η αίτηση είναι αξιόχρεοι και έτοιμοι να ανταποκριθούν σε οποιαδήποτε οικονομική απαίτηση εναντίον τους. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του Παναγιώτη Ποντίκη, διευθυντή των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, ο οποίος, ως αναφέρει, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση, αποκαλύπτοντας την πηγή των γνώσεων του σε αντίθετη περίπτωση και έχοντας τις συμβουλές των δικηγόρων του σε σχέση με τα νομικά σημεία. Ο ενόρκως δηλών αρνείται τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, υποστηρίζοντας ότι στη συνάντηση ημερομηνίας 1.7.2014 στο γραφείο του δικηγόρου που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση συμμετείχε, εκτός από τον ίδιο, ο ενόρκως δηλών των αιτητών, υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος τους, καθώς και ο εμπορικός αντιπρόσωπος των αιτητών στην Κύπρο. Έχοντας αποκρύψει την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ο ενόρκως δηλών των αιτητών απειλούσε ότι αν δεν παραιτηθούν οι καθ' ων η αίτηση από τις απαιτήσεις τους για ζημιές που είχαν υποστεί συνεπεία των ελαττωματικών κεραμιδιών που τους πώλησαν οι αιτητές, θα καταχωρούσε εναντίον των καθ' ων η αίτηση αγωγή ή θα τους επέδιδε ειδοποίηση για διάλυση τους και λόγω των απειλών αυτών η συζήτηση διεκόπη. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, οι καθ' ων η αίτηση είναι εύρωστη οικονομικά εταιρεία με ετήσιο κύκλο εργασιών 7 περίπου εκατομμυρίων ευρώ και διατηρεί δύο μεγάλα καταστήματα με τεράστια αποθέματα εμπορευμάτων του οικοδομικού τομέα αξίας περί τα €2.500.000 σε τιμές κόστους, τα οποία συμπληρώνονται κάθε μήνα. Η αξία της ακίνητης περιουσίας των καθ' ων η αίτηση ανέρχεται στο ποσό περίπου των €4.000.000 (βλ. Τεκμήρια 1 και 2, που αποτελούν εκθέσεις εκτίμησης που έγιναν σε ανύποπτο χρόνο, δηλαδή τον Οκτώβριο του έτους 2010 και το Δεκέμβριο του έτους 2012, αντίστοιχα). Ως Τεκμήριο 3 επισυνάπτεται αντίγραφο της απόδειξης πληρωμής δικαιωμάτων σχετικά με άδεια ανέγερσης πρατηρίου πετρελαιοειδών και πλυντηρίου οχημάτων στο τεμάχιο 417 που βρίσκεται στα Λατσιά, του οποίου οι καθ' ων η αίτηση είναι ιδιοκτήτες κατά το ½. Επισημαίνοντας ότι ο ενόρκως δηλών των αιτητών αναφέρεται στις τιμές των ακινήτων του έτους 1980 και ενώ είχε επανειλημμένα επισκεφθεί τα καταστήματα των καθ' ων η αίτηση, όπου διεπίστωσε την πληθώρα των εμπορευμάτων, για τη μεγάλη αξία των οποίων θα μπορούσε να πληροφορηθεί και από τον εμπορικό αντιπρόσωπο των αιτητών στην Κύπρο, παρουσίασε, αναληθώς, τους καθ' ων η αίτηση ως οικονομικά αφερέγγυους και ότι βρίσκονται σε κακή οικονομική κατάσταση. Οι υποθήκες και οι κυμαινόμενες επιβαρύνσεις, στις οποίες αναφέρθηκε ο ενόρκως δηλών των αιτητών, αποτελούν επιπρόσθετη εξασφάλιση υπέρ των πιστωτών για τα ενυπόθηκα δάνεια, τα οποία είναι πλήρως εξυπηρετούμενα. Στο εμπόριο, δεν είναι δυνατό να πληρώνονται τυχόν ελαττωματικά προϊόντα, ενόσω σύμφωνα με τη μεταξύ των διαδίκων πρακτική πληρωμών, τα τιμολόγια εξοφλούντο σε 90 μέρες μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων (βλ. δέσμη τιμολογίων που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 4) αλλά και ουδέποτε υπήρξε συμφωνία για την πληρωμή τόκου. Οι απαιτήσεις των καθ' ων η αίτηση συνεπεία των ελαττωματικών κεραμιδιών ήταν γνωστές στους αιτητές και απεκρύβησαν από αυτούς κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς και το Δικαστήριο αν γνώριζε τις απαιτήσεις αυτές καθώς και την αξία των ακινήτων και των εμπορευμάτων των καθ' ων η αίτηση, ως προαναφέρθηκε, πιθανόν να μην προέβαινε στην έκδοση του. Με τη θέση ότι η συνεργασία των διαδίκων δεν έχει λήξει παρά το ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο και οι τόκοι δεν είναι αποδεκτοί εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι καθ' ων η αίτηση ουδέποτε αγόρασαν ακίνητο στη Λεμεσό και ούτε έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, απορρίπτοντας όσα του αποδίδει ο ενόρκως δηλών των αιτητών περί δήθεν προκλητικών δηλώσεων του εναντίον των εναγόντων και ότι θα διευκολυνθούν οι καθ' ων η αίτηση αν διαλυθεί η εταιρεία τους. Επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης ως προς το παράτυπο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ως προς τη μη υπογραφή της εγγύησης εκ μέρους των εναγόντων ως διετάχθη από το Δικαστήριο, ο ενόρκως δηλών ζητά την ακύρωση του επίδικου διατάγματος. Κατά την ακρόαση της αίτησης αντεξετάστηκε ο ενόρκως δηλών των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, ο οποίος ενέμεινε στις θέσεις της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση ως πιο πάνω παρατέθηκαν. Με τις γραπτές τους αγορεύσεις οι συνήγοροι υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις των μερών, οι δε εισηγήσεις τους θα αναφερθούν πιο κάτω, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της αίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 Α.Α.Δ. 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 A.A.Δ. 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ. 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 A.A.Δ. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 A.A.Δ. 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 A.A.Δ. 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 A.A.Δ. 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 A.A.Δ. 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαίτησης, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης, η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έχει ως συνέπεια ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει, όταν η απόκρυψη είναι τέτοια που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην είχε εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. ...» Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Demstar Ltd. ν. Zim Israel Navigation
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93 ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993). Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα, με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93(89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 11/89, και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπει Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd v. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. ΄Ο,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Περαιτέρω στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής: «Οπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυροδικείου ΑΡ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάλι με τη νομολογία, ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος ουσιαστικά δεν υφίστατο με αποτέλεσμα να ελλείπει το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά (βλ. Stavros Hotel Apartments (No.2) και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947). Στην παρούσα υπόθεση, θα πρέπει να εξετασθεί πρωταρχικά η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι το υπό κρίση διάταγμα είναι ανυπόστατο, άκυρο και πρέπει να θεωρηθεί ως μη εκδοθέν, επειδή οι αιτητές παρέλειψαν να συμμορφωθούν με την διαταγή του Δικαστηρίου να υπογράψουν εγγύηση ύψους €40.000 για τυχόν ζημιά των καθ' ων η αίτηση συνεπεία της έκδοσης του. Την σχετική εισήγηση του ο κ. Ντορζής βασίζει στο άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως ερμηνεύθηκε στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία κ.α. (Αρ. 2)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1178, επισημαίνοντας ότι το παρόν Δικαστήριο έθεσε όρο, ορθά σύμφωνα με τη νομολογία, να υπογραφεί εγγύηση από τους αιτητές, αλλά κατά παράβαση του όρου αυτού οι δικηγόροι των αιτητών ανέλαβαν προσωπική υποχρέωση αντί των αιτητών. Η κα Χριστοφή εισηγήθηκε επί του προκειμένου, με αναφορά στα λεχθέντα στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Erin Resources S.A., Πολ. Αίτ. Αρ. 170/12, ημερομηνίας 18.2.2013, ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό να διαταχθεί η καταχώρηση εγγύησης από δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα και ενεργεί ως αντιπρόσωπός του στην Κύπρο, όπως έγινε στην παρούσα υπόθεση. Συμφωνώ αρχικά ότι η δυνατότητα του Δικαστηρίου, κατά την έκδοση μονομερώς προσωρινού διατάγματος, να διατάξει την κατάθεση εγγύησης εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων υπαλλακτικά μέσω των δικηγόρων τους ή/και των αντιπροσώπων τους στην Κύπρο, έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Erin Resources S.A. (πιο πάνω), την οποία επικαλέστηκε η κα Χριστοφή, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το κύριο και σημαντικό θέμα που καλούμαι σήμερα να απαντήσω άπτεται της αναγκαιότητας συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της παρ.
(2)του άρθρου 9 του Κεφ.6. Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση με την αγόρευση της εισηγήθηκε ότι μετά την έκδοση διαφόρων αποφάσεων από Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε πρωτόδικη δικαιοδοσία, σύμφωνα με τις οποίες η υποχρέωση παροχής εγγύησης από το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε ένα διάταγμα, υπήρχε, εκδόθηκε η απόφαση στην υπόθεση SEAMARK CONSULTANCY SERVISES LTD ν. LASALA
(2007)1(A) A.A.Δ. 162. Σύμφωνα με το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης, σε εκδοθέν συντηρητικό διάταγμα, το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε διατάξει τους αιτητές να καταθέσουν τραπεζική εγγύηση και θεωρήθηκε ότι δεν ερχόταν σε σύγκρουση με τις πρόνοιες της παρ.
(2)του άρθρου 9 του Κεφ.6. Επιπρόσθετα, το δικαστήριο χαρακτήρισε τη δοθείσα τραπεζική εγγύηση ως προδήλως υπέρτερη εκείνης που είχε υπόψη του ο νομοθέτης όταν θέσπιζε τη συγκεκριμένη υποχρέωση, με βάση το πιο πάνω άρθρο. Ο συνήγορος των αιτητών παρέθεσε την μέχρι τώρα νομολογία, όπως αυτή εξάγεται από τις πρωτόδικες, όντως, αποφάσεις, Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και εισηγήθηκε ότι στην υπόθεση Seamark το Δικαστήριο έκαμε ειδική μνεία για την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (Αρ.2)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1178, σημειώνοντας ότι τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης ήταν διαφορετικά από τα δεδομένα της υπόθεσης Seamark και συνεπώς, πρόσθεσε ο κ.Κυριακίδης, η νομολογία δεν έχει διαφοροποιηθεί. Παράλληλα η κα.Κακουλλή έκαμε αναφορά και στην υπόθεση ΚΜ Technologies (Overseas Ltd)
(2008)1(A) A.A.Δ. 263 που το Δικαστήριο δεν θεώρησε ότι η παροχή εγγύησης μέσω των δικηγόρων των αιτητών, ερχόταν σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(2)του Κεφ.6. Έχω μελετήσει με προσοχή τη νομολογία που έθεσαν ενώπιον μου οι συνήγοροι. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μέχρι και το 2007 η νομολογία και η αντίκριση θεμάτων που άπτοντο της απουσίας παραχώρησης εγγύησης από τον αιτητή ενός συντηρητικού διατάγματος, ήταν απόλυτη. Διαπιστώνω μια διαφοροποίηση με την απόφαση Seamark, στην οποία το θέμα της εγγύησης και η ενδεχόμενη παραβίαση των προνοιών του άρθρου 9
(2)του Κεφ.6 συζητήθηκε καθότι αποτελούσε λόγο έφεσης. Δεν είναι, με όλο το σεβασμό προς το συνάδελφο μου, εντελώς ξεκάθαρο το σκεπτικό για το θέμα, πλην, όμως, αποφασίστηκε με καθαρότητα ότι η από το πρωτόδικο δικαστήριο απόκλιση από την υποχρέωση του αιτητή να υπογράψει ο ίδιος εγγύηση, συνακόλουθα η έκδοση διαταγής, για υπαλλακτικό τρόπο εγγύησης, είναι εφικτό. Η νομολογία όπως καθορίζεται πλέον με την υπόθεση Seamark που αποτελεί απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι δεσμευτική. Συνακόλουθα, θεωρώ ότι παρέχεται πλέον η δυνατότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο να επιλέξει, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, εναλλακτικούς τρόπους παροχής εγγύησης.» Στην παρούσα περίπτωση, ωστόσο, δεν αμφισβητείται η ορθότητα της διαταγής του Δικαστηρίου ως προς τον όρο της κατάθεσης της εγγύησης, δεδομένου ότι όπως διαφαίνεται στο σχετικό πρακτικό ημερομηνίας 18.7.2014, το Δικαστήριο αποφάσισε την έκδοση του προσωρινού διατάγματος «νοουμένου ότι οι αιτητές μέσω των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους και/ή των δικηγόρων τους υπογράψουν εγγύηση για τυχόν ζημιές ύψους €40.000». Παρά ταύτα, όπως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, η καταχωρηθείσα εγγύηση έχει το ακόλουθο λεκτικό: «Εγώ η Ν. Ροτσίδης & Σία ΔΕΠΕ, εκ Λευκωσίας αναλαμβάνω να καταβάλω στην Κυπριακή Δημοκρατία το ποσό των €40.000 από την κινητή και ακίνητη περιουσία μου στην περίπτωση που παραλείψω να αποζημιώσω τον Καθ' ου η Αίτηση για οποιαδήποτε ζημιά που ήθελε προκληθεί σε αυτούς σαν αποτέλεσμα της τυχόν αδικαιολόγητης έκδοσης του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 18/7/2014 στην πιο πάνω Αγωγή. Υπεγράφη στην παρουσία μου Η Εγγυήτρια στις 18/7/2014 (Υπ.) Ν. Ροτσίδης & Σία ΔΕΠΕ (υπάρχει υπογραφή) (υπάρχει υπογραφή) Πρωτοκολλητής για και εκ μέρους Ν. Ροτσίδης & Σία ΔΕΠΕ» Από το λεκτικό της κατατεθείσας εγγύησης είναι πρόδηλο ότι δεν ακολουθήθηκε η διαταγή του Δικαστηρίου να παρασχεθεί εγγύηση από τους αιτητές, εφόσον δόθηκε προσωπική εγγύηση με ανάληψη σχετικής υποχρέωσης από τους δικηγόρους των αιτητών, χωρίς να αναφέρεται ότι αυτή δίδεται υπό την ιδιότητα τους ως δικηγόρων ή εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων των αιτητών, κατά παράβαση της διαταγής του Δικαστηρίου. Συνεπώς, η σχετική εισήγηση του κ. Ντορζή είναι ορθή και εφόσον δεν τηρήθηκαν οι οδηγίες του Δικαστηρίου εκ μέρους των αιτητών σε συνάρτηση με τον εν λόγω τεθέντα όρο κατά την έκδοσή του, το επίδικο προσωρινό διάταγμα πάσχει και θα πρέπει να ακυρωθεί. Παρά την διαπίστωση αυτή θα προχωρήσω στην εξέταση των λοιπών θεμάτων της υπόθεσης, πορεία που, υπό τις περιστάσεις, εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης, αν, σε περίπτωση που καταχωρηθεί έφεση, η κατάληξη μου αυτή κριθεί εσφαλμένη. Θα εξετάσω επί του προκειμένου αρχικά τον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, τα οποία θα ασκούσαν βαρύνουσα σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου ώστε να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς, έχοντας ήδη επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι γεγονότα που μπορούν εξ αντικειμένου να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και σε όσα σχετίζονται με το επείγον του θέματος (βλ. και τις πιο πρόσφατες αποφάσεις Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1377 και CTO Public Company Limited κ.α. ν. BAT (Cyprus) Limited κ.α., Πολ. Έφ. 263/2009, ημερομηνίας 16.2.2012). Η εισήγηση του κ. Ντορζή είναι ότι οι αιτητές στην υπό κρίση αίτηση αφενός απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα αναφορικά με την ύπαρξη εμπορευμάτων αξίας περί τα €2.500.000 στα καταστήματα των καθ' ων η αίτηση, γεγονός που γνώριζε τόσο ο ενόρκως δηλών των αιτητών ως πελάτης των καθ' ων η αίτηση όσο και ο εμπορικός αντιπρόσωπος των αιτητών στην Κύπρο και αφετέρου, παραπέμποντας στις αξίες του έτους 1980 για τα επίδικα ακίνητα ιδιοκτησίας των καθ' ων η αίτηση, που δεν έχουν καμία σχέση με τις σημερινές τιμές τους και που ανέρχονται στα €4.000.000 περίπου, παρεπλάνησαν το Δικαστήριο, παρουσιάζοντας ως δεινή την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση. Η κα Χριστοφή, αν και δεν αναφέρθηκε στη γραπτή της αγόρευση στο θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου, εισηγήθηκε ότι οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση περί οικονομικής ευρωστίας τους είναι αόριστοι και συγκεχυμένοι αλλά και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εκθέσεις εκτίμησης των ακινήτων τους, που παρουσίασαν οι καθ' ων η αίτηση, εφόσον δεν είχαν την άδεια των εκτιμητών για να τις παρουσιάσουν. Προσεκτική μελέτη των δεδομένων που έθεσαν οι αιτητές με την ένορκη τους δήλωση σε συνάρτηση με τις θέσεις του ενόρκως δηλούντος των καθ' ων η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και κατά την αντεξέταση του, χωρίς βέβαια να αναλύεται σε βάθος ή να αξιολογείται η μαρτυρία του, καταδεικνύει ότι οι αιτητές κατά την έκδοση μονομερώς του επίδικου διατάγματος παρουσίασαν μια εικόνα διαφορετική από αυτή που θα έπρεπε, ως προς την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση και την πραγματική αξία των επίδικων ακινήτων, παρά το ότι θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εξασφαλίσουν και να παρουσιάσουν στοιχεία στο Δικαστήριο, που να ανταποκρίνονται στα πραγματικά δεδομένα. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1953: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας.» (βλ. και την πιο πρόσφατη απόφαση Rybolovlev κ.α. v. Rybolovleva
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82). Τα προαναφερθέντα στην παρούσα υπόθεση, λαμβανόμενα υπόψη από κοινού αλλά και κάθε ένα ξεχωριστά, καταδεικνύουν την εκ μέρους των αιτητών απόκρυψη γεγονότων που θα έπρεπε να είχαν τεθεί, με την ένορκη τους δήλωση, ως είχαν στην πραγματικότητα σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Προκύπτει ότι υπήρξε σοβαρή παραπλάνηση του Δικαστηρίου και η απόφαση του ενδεχόμενα να ήταν εντελώς διαφορετική εφόσον το Δικαστήριο αποστερήθηκε της ορθής εικόνας της υπόθεσης, όπως θα έπρεπε να είχε. Ως εκ τούτου για το λόγο της παραπλάνησης του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του, το προσωρινό διάταγμα θα μπορούσε και θα έπρεπε να ακυρωθεί χωρίς να εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης των αιτητών. Ωστόσο για να δοθεί πληρέστερη εικόνα της υπόθεσης ως προς τα τρία κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη, όπως προαναφέρθηκε και τα οποία σύμφωνα με την κα Χριστοφή συντρέχουν εν προκειμένω, μπορεί να λεχθεί ότι, υπό τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα και βάσει της έκθεσης απαίτησης, χωρίς να προβαίνω σε βάθος ανάλυση της μαρτυρίας ή αξιολόγηση της στην παρούσα διαδικασία, οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί καταδεικνύουν ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σε σχέση με την αξίωση των εναγόντων. Η δεύτερη προϋπόθεση, επίσης, που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ικανοποιείται στην παρούσα υπόθεση ενόψει των ισχυρισμών που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους αιτητές και δεδομένου ότι όσα υποστήριξαν οι καθ' ων η αίτηση, τόσο ως προς το χρόνο πληρωμής των εμπορευμάτων και την έλλειψη συμφωνίας για πληρωμή τόκου όσο και ως προς τις απαιτήσεις τους για ελαττωματικά εμπορεύματα, δεν μπορούν να αποκλείσουν τέτοια πιθανότητα (βλ. σχετικά την πρόσφατη απόφαση Ιερά Μονή Κύκκου διά του Ηγουμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου & Τυλληρίας Κ. Κ. Νικηφόρου ν. White Moon Services Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 398/12, ημερομηνίας 13.2.2013). Όσον αφορά δε το τρίτο κριτήριο αυτό δεν ικανοποιείται εφόσον η τυχόν ζημιά των αιτητών είναι αποτιμητή σε χρήμα, χωρίς να έχει αποδειχθεί εκ μέρους τους ότι αν δεν αποφευχθεί η εκ μέρους των εναγομένων πιθανή διάθεση ή επιβάρυνση ή αποξένωση των επίδικων ακινήτων, ενδέχεται να προκύψει αδυναμία να αποζημιωθούν οι αιτητές-ενάγοντες πλήρως αν επιτύχουν στην αγωγή τους. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και λόγω της μη συνδρομής των αναγκαίων προϋποθέσεων για την διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ, οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Θα πρέπει να λεχθεί ακόμη ότι, έχοντας εξετάσει το θέμα στη βάση των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και καθοδηγούμενη από τις γενικές αρχές σχετικά με την έκδοση διαταγμάτων που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ούτε δυνάμει των άρθρων 4 ή 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, ως επικαλούνται οι αιτητές θα ήταν δυνατόν να διατηρηθεί σε ισχύ το επίδικο διάταγμα, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω και ειδικότερα επειδή δεν ήταν αναγκαία η έκδοση του για την παρεμπόδιση απώλειας ή ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού των αιτητών μέσω της απαγόρευσης διάθεσης ή επιβάρυνσης ή αποξένωσης των επίδικων ακινήτων αλλά και προς ικανοποίηση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ τους (βλ. και Seamark Consult. Services Ltd κ.α. ν. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162). Για τους προαναφερθέντες λόγους, το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 18.7.2014 ακυρώνεται στην ολότητα του, με έξοδα εναντίον των αιτητών-εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο