ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΔΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7410/07, 29/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7410/07 Μεταξύ: ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ Ενάγοντα και
- ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΔΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ
- ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 6/7/2011 ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ Ενάγοντα και
- ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΔΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ
- ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
- SIGMA RADIO T.V. PUBLIC LTD Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου, 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Δ. Κούτρας για Δημήτρης Κούτρας & Σία Για τους εναγόμενους 1, 2 και 4: κ. Μ. Μιχαήλ για Κολοκασίδης Χατζηπιερής & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους 1, 2 και 4 γενικές, τιμωρητικές και ειδικές αποζημιώσεις για δυσφήμιση και λίβελο εναντίον του, που περιέχεται σε δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ» (στο εξής «η εφημερίδα») καθώς και μέσω του τηλεοπτικού σταθμού «ΣΙΓΜΑ» (στο εξής «ο τηλεοπτικός σταθμός»), πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Με τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του αποσύρθηκε άνευ βλάβης η αξίωση του ενάγοντα για την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου εμποδίζον τους εναγόμενους, υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους από του να κυκλοφορούν παρόμοια λιβελογραφήματα εναντίον του. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ο ενάγοντας είναι διάσημος νευροχειρουργός με κέντρο ιατρικής δραστηριότητας τη Βιέννη και πριν τη δημοσίευση των επίδικων, κακόβουλων και ψευδών, δημοσιευμάτων της εφημερίδας με ημερομηνίες 17/10/2006, 18/10/2006, 19/10/2006 και 21/1/2007, επέστρεψε στην Κύπρο. Στις παραγράφους 8, 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης παρατίθενται αναλυτικά τα δημοσιεύματα της εφημερίδας ημερομηνίας 17/10/2006, 18/10/2006 και 19/10/2006, υπό τους τίτλους «ΚΟΜΠΙΝΑ ΜΕ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ», «Η ΑΥΣΤΡΙΑΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΑΝΑΖΗΤΕΙ ΚΥΠΡΙΟ ΓΙΑΤΡΟ», «ΛΕΡΝΑΙΑ ΥΔΡΑ Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΚΟΜΠΙΝΑ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΙΑ», «ΑΝΩ ΚΑΤΩ ΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ», «ΣΤΗΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΛΑΣΤΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ», «ΜΕ ΠΛΟΚΑΜΙΑ Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΚΟΜΠΙΝΑ», «ΑΛΛΕΣ 4 ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΓΙΑΤΡΟΥ», με αναφορά ότι τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα δημοσιεύθηκαν τόσο στον τηλεοπτικό σταθμό όσο και στον ραδιοφωνικό σταθμό Ράδιο Πρώτο, χωρίς ωστόσο να αναφέρονται οι ημερομηνίες μετάδοσης αλλά και χωρίς να παρατίθεται οποιοδήποτε δημοσίευμα ημερομηνίας 21/1/
- Στην υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι παραδέχονται τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων στην εφημερίδα, αλλά αρνούνται ότι είναι δυσφημιστικά και κακόπιστα, προβάλλοντας περαιτέρω τη θέση ότι αυτά είναι προνομιούχα και έγιναν καλή τη πίστει, τα γεγονότα δε που αναφέρονται σ' αυτά είναι αληθή και συνιστούν σχόλια, έκφραση γνώμης και κριτική επί θέματος δημοσίου συμφέροντος. Κατά την ακροαματική διαδικασία καταχωρήθηκαν ως Τεκμήρια 2-4 αντίγραφα των δημοσιευμάτων της εφημερίδας με ημερομηνίες 17/10/2006, 18/10/2006 και 19/10/2006, αντίστοιχα, καθώς και ψηφιακοί δίσκοι με τις εκπομπές του τηλεοπτικού σταθμού των δύο πρώτων ημερομηνιών ως Τεκμήρια 5 και 6, αντίστοιχα. Θα πρέπει να λεχθεί σ' αυτό το στάδιο ότι, καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε για το περιεχόμενο οποιουδήποτε δημοσιεύματος του Ράδιο Πρώτο, οποιασδήποτε ημερομηνίας, όπως και καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε για το περιεχόμενο οποιουδήποτε δημοσιεύματος είτε της εφημερίδας είτε του τηλεοπτικού σταθμού είτε του Ράδιο Πρώτο ημερομηνίας 21/1/
- Όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Μιχαήλ, σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. σχετικά Gatley on Libel and Slander, 8th edition, σελ. 440 - 441, παράγραφος 1068 και Ο Φιλελεύθερος Λτδ ν. Δώρος Γεωργιάδη κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A541, Πολ. Εφ. 335/2008, ημερομηνίας 17/7/2014) μόνο τα δημοσιεύματα που καταχωρήθηκαν ως Τεκμήρια θα πρέπει να εξεταστούν και να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τους ψηφιακούς δίσκους, εφόσον το περιεχόμενο των σχετικών εκπομπών δεν δικογραφείται δεν θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο οποιοδήποτε μέρος των σχετικών εκπομπών του τηλεοπτικού σταθμού, που ενδεχομένως εκφεύγουν ή είναι πέραν από το περιεχόμενο των αναφερομένων στην έκθεση απαίτησης δημοσιευμάτων. Όσον αφορά εκπομπές του Ράδιο Πρώτο δεν μπορούν να ληφθούν καθόλου υπόψη εφόσον καμία απολύτως μαρτυρία για αυτές ή για το περιεχόμενο τους δεν έχει προσκομισθεί. Σύμφωνα με τον κ. Κούτρα, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία του ενάγοντα έχει αποδειχθεί το δυσφημιστικό γι' αυτόν περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων και οι αντίθετες θέσεις των εναγομένων, όπως και οι υπερασπίσεις που προβάλλουν, θα πρέπει να απορριφθούν. Από την άλλη, αποτελεί εισήγηση του κ. Μιχαήλ ότι δεν γίνεται αντιληπτό από τον μέσο λογικό αναγνώστη ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αναφέροντο κατ' ανάγκη στον ενάγοντα ούτε και είναι δυσφημιστικά με βάση τη σχετική νομολογία καθότι δεν αποδίδουν ενοχή σε κανέναν αλλά συνίστανται μόνο σε ισχυρισμούς ότι το αναφερόμενο σε αυτά πρόσωπο ήταν υπό υποψία και διερεύνηση. Ακόμα όμως και αν θεωρηθούν δυσφημιστικά, εμπίπτουν τόσο στην υπεράσπιση της αλήθειας, καθότι η ουσία των δημοσιευμάτων έχει αποδειχθεί με την προσκομισθείσα στο Δικαστήριο μαρτυρία, όσο και στην υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη που παρέχει προστασία σε δημοσιογράφους σε ό,τι αφορά την ενημέρωση του κοινού για θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Δεν υπήρξε επίσης καμία κακοβουλία στη σύνταξη των δημοσιευμάτων και σίγουρα όχι από τον εναγόμενο 2, συντάκτη μόνο του δημοσιεύματος της εφημερίδας ημερομηνίας 17/10/
- Ως προς τη νομική πτυχή, τα σχετικά με τη δυσφήμιση άρθρα του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, είναι τα άρθρα 17 -
- Σύμφωνα με τη νομολογία, σε αγωγές δυσφήμισης κρίνεται από το Δικαστήριο κατά πόσο στοιχειοθετείται το αδίκημα της δυσφήμισης με βάση την αντικειμενική εξέταση και ερμηνεία του επίδικου κειμένου καθώς και την έννοια του συνόλου του κατά την αντίληψη του μέσου, συνηθισμένου λογικού ανθρώπου (βλ. Κουτσού ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1198). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 856, κατά την εξέταση υποθέσεων δυσφήμισης, το Δικαστήριο πρέπει να προστατεύσει και να εξισορροπήσει δύο σημαντικά δικαιώματα, το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης που κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αφενός και του δικαιώματος της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης και πιθανό να περιλαμβάνεται στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής που προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Σύμβασης αφετέρου. Θα πρέπει να υπάρχει μια αναλογία μεταξύ των δύο δικαιωμάτων και το Δικαστήριο να διερωτάται σε κάθε δεδομένη περίπτωση κατά πόσο η προστασία της φήμης του επηρεαζόμενου προσώπου είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία έχει το δικαίωμα της πληροφόρησης αναφορικά με ζητήματα δημοσίου ή γενικού ενδιαφέροντος και η οποία εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να δείχνει την απαραίτητη ανοχή και ανεκτικότητα στις αντίθετες απόψεις. Σύμφωνα πάντα με την εν λόγω απόφαση, η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Με αναφορά στην υπόθεση Barfod v. Denmark, App. No. 11508/85, Ser. A. vol. 149
(1991)13 E.H.R.R. 493, παρ. 29, τονίστηκε ότι η έννοια της αναλογικότητας εξυπακούει ότι το Δικαστήριο για να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων δεν πρέπει να παραγνωρίσει τη μεγάλη σημασία της μη αποθάρρυνσης του κοινού από του να εκφράζει τη γνώμη του πάνω σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, λόγω φόβου ποινικών ή άλλων κυρώσεων (βλ. και Αλωνεύτης ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1863, Σωκράτης Ηλιάδης ν. Κώστας Βενιζέλος
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 960, Μακάριος Δρουσιώτης ν. Νικόλας Παπαδόπουλος Πολ. Έφ. 54/2008, ημερομηνίας 30/1/2012). Ως προς την υπεράσπιση της αλήθειας σύμφωνα με το άρθρο 19(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, για να επιτύχει θα πρέπει να αποδειχθεί από τον εναγόμενο ότι όσα καταλογίστηκαν στον ενάγοντα είναι αληθή όσον αφορά την ουσία του δημοσιεύματος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 19(β) του ίδιου Νόμου για να επιτύχει η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο κατά την αντίληψη του εναγόμενου και όχι δήλωση επί γεγονότων, ότι αποτελούν έντιμο ή εύλογο σχολιασμό που αντικειμενικά γίνεται σε γεγονότα ορθά διατυπωμένα και ότι αποτελούν σχολιασμό επί θέματος δημοσίου συμφέροντος (βλ. Ετ. Δημοσιογρ. Χ.Σ.Λ. Λτδ κ.α. ν. Φιλίππου (Φαλκονέττι)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 958 και σύγγραμμα GATLEY ON LIBEL AND SLANDER, 8η έκδοση, παραγρ. 705 επ., σελ. 297 επ.). Σε σχέση με την προσαχθείσα μαρτυρία, η μαρτυρία του ενάγοντα- ΜΕ1 αφορούσε ζητήματα που έχουν σχέση με τον ίδιο και το επάγγελμα του ως Νευροχειρουργού καθώς και τις επιτυχίες που είχε στην Αυστρία και την απόφαση του να επιστρέψει στην Κύπρο ώστε να εφαρμόσει τις νέες ιατρικές ανακαλύψεις στον τόπο του (βλ. το βιογραφικό του σημείωμα Τεκμήριο 1). Αναφέρθηκε στα επίδικα δημοσιεύματα, τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές και στην προσπάθεια των εναγομένων, κατά τη θέση του, να σπιλώσουν το όνομα και την υπόληψη του ώστε να φύγει από την Κύπρο. Η Κατερίνα Κατσάμπα, ΜΕ 2, σύζυγος του ενάγοντα, αναφέρθηκε στις συνέπειες και τον χλευασμό που υπέστη για τον «κομπιναδόρο» σύζυγο της, ο οποίος δήθεν καταζητείτο από την Αστυνομία, τόσο της Κύπρου όσον και της Αυστρίας για διάπραξη σοβαρών κακουργημάτων. Η Μαρία Κουτούρη, ΜΕ3, αναφέρθηκε στις έρευνες στις οποίες προέβη για εξιχνίαση των ισχυριζόμενων κακουργημάτων όπως αναφέροντο στα δημοσιεύματα και την κατάληξη της Αστυνομίας ότι δεν διαπιστώθηκε η διάπραξη ποινικού αδικήματος εναντίον του ενάγοντα (Τεκμήριο 7). Οι μάρτυρες Ανδρομάχη Χαραλάμπους (ΜΕ4), Γιάννος Μάος (ΜΕ5) και Ελένη Μαρκάτζιη (ΜΕ6), ήταν ασθενείς του ενάγοντα και αναφέρθηκαν στις ιατρικές ικανότητες του ως και στον θαυμασμό τους προς αυτόν, αλλά και την αποστροφή τους αρχικά για όσα άκουσαν και διάβασαν, που κατ' ισχυρισμόν διέπραξε ο ενάγοντας με αποτέλεσμα να τον εκθέσουν στο μίσος, την περιφρόνηση και τον χλευασμό από άτομα από όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Κατατέθηκαν, επίσης, εκ συμφώνου, ως Τεκμήριο 8 βεβαιώσεις των πωλήσεων παγκυπρίως της εφημερίδας για τις τρεις επίδικες ημερομηνίες, ως Τεκμήριο 9 δικόγραφα της αγωγής αρ. 857/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ως Τεκμήριο 10 δικόγραφα της αγωγής αρ. 1531/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Εκ μέρους των εναγομένων κατέθεσε ο εναγόμενος 2, ΜΥ1, ο οποίος αναφέρθηκε στον τρόπο πληροφόρησης του για τις καταγγελίες που παρατίθενται στα επίδικα δημοσιεύματα, για τις οποίες δεν υπήρξε οποιαδήποτε διάψευση. Δεν γνώριζε το όνομα του γιατρού τον οποίο αφορούσαν οι καταγγελίες, παρά μόνο ότι ήταν από τη Λευκωσία, ούτε και είχε συμφέρον να πλήξει τον ενάγοντα ή οποιεσδήποτε διαφορές μαζί του. Στη μαρτυρία των λοιπών μαρτύρων των εναγομένων αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Με δεδομένο ότι είναι παραδεκτό εκ μέρους των εναγομένων ότι δημοσιεύθηκαν τα επίδικα δημοσιεύματα στη εφημερίδα, αξιολογώντας τη μαρτυρία του ενάγοντα, ΜΕ1 και της συζύγου του, ΜΕ2, θεωρώ ότι ήταν καταφανής η προσπάθεια τους να δημιουργήσουν εντυπώσεις έχοντας συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Όσον αφορά δε τη μαρτυρία των ασθενών του ενάγοντα, ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΕ6, είναι προφανές ότι κατέθεσαν για να τον βοηθήσουν και να ενισχύσουν τις θέσεις του. Η μαρτυρία ωστόσο της ΜΕ3, που δεν αμφισβητήθηκε είναι αποδεκτή. Αντίθετα ο εναγόμενος 2 δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση με την απλότητα του και τη σαφή και σταθερή στάση του, χωρίς να κλονισθεί η μαρτυρία του κατά την αντεξέταση ή να δημιουργηθεί αμφιβολία για τις προθέσεις του και όσα ειλικρινώς κατέθεσε. Παρόμοια κρίνονται και οι ΜΥ2, ΜΥ3 και ΜΥ4, ως θα αναλυθεί πιο κάτω. Τα επίδικα δημοσιεύματα ασχολούνται με διερευνώμενη υπόθεση απάτης ή «κομπίνας» σχετικά με τιμολόγια για εγχειρήσεις που έγιναν σε ασθενείς από Κύπριο ιατρό στην Αυστρία και η οποία καταγγέλθηκε από ασφαλιστικές εταιρείες και το Υπουργείο Υγείας στις αρμόδιες αρχές. Αναφέρεται σ' αυτά τι καταγγέλθηκε, ποιες ήταν οι ενέργειες τόσο των ασφαλιστικών εταιρειών όσο και του Υπουργείου Υγείας, με τη συνδρομή και της Κυπριακής Πρεσβείας στη Αυστρία αλλά και Νοσοκομείου στη Βιέννη, για διαλεύκανση της υπόθεσης και φιλοξενούνται δηλώσεις των Υπουργών Υγείας και Δικαιοσύνης, του Κύπριου Πρέσβη στην Βιέννη και εκπροσώπων ασφαλιστικών εταιρειών. Σχετικά με δημοσιεύματα αναφορικά με καταγγελίες που αποτελούν το αντικείμενο διερεύνησης στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Δώρος Γεωργιάδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 407, λέχθηκαν τα εξής: «Στις περιπτώσεις όπου τα επίδικα δημοσιεύματα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδουν στον παραπονούμενο κάποια συμμετοχή σε σχέση με ποινικά αδικήματα, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί με βάση τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές είναι μέχρι ποιό βαθμό συμμετοχή σε αυτό αποδίδεται στον παραπονούμενο. Στον Gatley (ανωτέρω), σελ. 124 αναφέρονται τα εξής: «lt is usually said that there are two levels of imputation below that of guilt ("Level 1") which are possible in such a situation, both of which are defamatory, though in different degrees: that there are reasonable grounds to suspect that the claimant is involved ("Level 2") or that there are grounds to investigate what the claimant has done ("Level 3"). In Lewis v. Daily Telegraph
(1964)A.C. 234 it was admitted that the words were defamatory in the last sense (or something like it) but the defendants could justify that by showing that the investigation was taking place.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Συνήθως λέγεται ότι υπάρχουν δύο επίπεδα καταλογισμού, κάτω από εκείνο της ενοχής (επίπεδο 1) , τα οποία είναι δυνατόν σε μια τέτοια περίπτωση, να είναι και τα δύο δυσφημιστικά, διαφορετικού όμως βαθμού σοβαρότητας: ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι για να υποψιαστεί κανείς την εμπλοκή του ενάγοντος (επίπεδο 2) ή ότι υπάρχει βάσιμος λόγος για να διερευνηθεί τί έπραξε ο ενάγων (επίπεδο 3). Στην υπόθεση Lewis ήταν παραδεκτό ότι οι λέξεις ήταν δυσφημιστικές με την τελευταία έννοια (ή κατά τρόπο ανάλογο), αλλά οι εναγόμενοι μπόρεσαν να το αιτιολογήσουν, προβάλλοντας ότι η διεξαγωγή της έρευνας ελάμβανε χώρα.» Εν ολίγοις, συνάγεται από τα πιο πάνω πως αν αναφέρεται στο δημοσίευμα ότι ο παραπονούμενος είναι υπό υποψία ή ότι διερευνάται νί αυτόν υπόθεση δεν μπορεί ευλόγως να ερμηνευτεί ή να γίνει αντιληπτό ότι σημαίνει πως αυτός είναι ένοχος γιατί αν ο κοινός λογικός άνθρωπος σκεφτόταν πως όποτε υπάρχει αστυνομική έρευνα ο υπό διερεύνηση είναι ένοχος, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να δοθεί ακριβής πληροφόρηση για ο,τιδήποτε για το οποίο το κοινό ενδιαφέρεται να γνωρίζει και να πληροφορείται. Συνάγεται επίσης πως σε περίπτωση που τα επίδικα δημοσιεύματα επιδέχονται μιας πιο «αθώας» ερμηνείας από την πιο σοβαρή που εισηγείται ο παραπονούμενος, τότε θα προτιμηθεί η πρώτη. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αναζήτησε το νόημα των δημοσιευμάτων σωρευτικά. Λανθασμένα, κατά τη γνώμη μας, εξέτασε το κάθε δημοσίευμα στενά περιοριζόμενο ακόμα και στην αναζήτηση εννοιών και νοημάτων μεμονωμένων λέξεων χωρίς συνάρτηση με το πνεύμα του δημοσιεύματος και του συνόλου του περιεχομένου του. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν απέδωσε οποιαδήποτε σημασία στη λέξη «φέρονται» του δημοσιεύματος της 3.8.2009 ενώ αντίθετα ασχολήθηκε με την αναζήτηση των εννοιών των λέξεων «αποκαλύψεις» και «καταγγελίες» για να καταλήξει ότι δεν επρόκειτο για καταγγελίες αλλά για αποκαλύψεις». Σχετική είναι και η αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης Ο Φιλελεύθερος Λτδ ν. Δώρος Γεωργιάδης κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A541, Πολ. Έφ. 335/2008, ημερομηνίας 17.7.2014, όπου λέχθηκε ότι: «Δεν κρίνουμε ότι στα δημοσιεύματα εκφράζεται άποψη ή αφήνεται υπονοούμενο ότι ο εφεσίβλητος ήταν ένοχος οποιουδήποτε αδικήματος. Είναι ενδεικτικό ότι στα δημοσιεύματα αναφέρεται ότι η όλη υπόθεση παίρνει το δρόμο της δικαιοσύνης, καθώς και οι δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα, του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, πως μόνο n δικαιοσύνη θα αποφασίσει για την υπόθεση. Η αναφορά σε «παιδεραστία» δεν υπονοούσε την ενοχή του εφεσίβλητου, αλλά το ότι διερευνάτο υπόθεση παιδεραστίας εναντίον του και ότι υπήρχαν καταγγελίες επιβαρυντικές για τον ίδιο». Συμφωνώ επί του προκειμένου με την υπόδειξη του κ. Μιχαήλ, υπό το φως των συγκεκριμένων αναφορών των δημοσιευμάτων στη γραπτή του αγόρευση, ότι τα δημοσιεύματα αναφέροντο σε καταγγελίες που έγιναν στην αστυνομία και στη Γενική Εισαγγελία και βρίσκοντο ακόμα υπό διερεύνηση, όπως αντιλαμβάνετο ο μέσος λογικός αναγνώστης. Το γενικό νόημα των δημοσιευμάτων ήταν ότι η διερεύνηση βρισκόταν στα αρχικά της στάδια, είχαν αρχίσει να λαμβάνονται καταθέσεις από την αστυνομία και να διεξάγονται εσωτερικοί έλεγχοι από τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες, αναμένοντο δε τα αποτελέσματα των ερευνών και εξετάσεων χωρίς να έχει κριθεί ένοχος ο αναφερόμενος σ' αυτά Κύπριος γιατρός. Συγκεκριμένα οι αναφορές, τις οποίες υπέδειξε ο κ. Μιχαήλ, ήταν ότι: «κίνησαν την υποψία», «έχει καταγγελθεί στις αρμόδιες Αρχές», «αποφάσισε να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία», «η υπόθεση δόθηκε στην Αστυνομία της Αυστρίας», «η ασφαλιστική εταιρεία πληροφόρησε τις κρατικές αρμόδιες υπηρεσίες», «Στην Εισαγγελία η καταγγελία για τα πλαστά τιμολόγια», «Στην Αστυνομία - Η καταγγελία έγινε από την Eurolife την 1η Αυγούστου», «τα στοιχεία της υπόθεσης δόθηκαν στον Γενικό Εισαγγελέα Πέτρο Κληρίδη ο οποίος καλείται να δώσει τη δική του γνωμάτευση και να λύσει το γόρδιο δεσμό», «...η υπόθεση καταγγέλθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία Eurolife στην οποία φέρεται ότι το καλοκαίρι του 2005 προσκομίστηκαν πλαστά τιμολόγια από τους δύο ασθενείς...», «Καταγγελία στην Αστυνομία», «...εκ πρώτης όψεως υπήρχαν σε αυτά κάποιες παρατυπίες», «τότε αποφασίσαμε να καταγγείλουμε την υπόθεση στην Κυπριακή Αστυνομία», «η υπόθεση πλέον αφορά τις διωκτικές αρχές και είναι αυτές που καλούνται να αποφασίσουν για την έκβαση της υπόθεσης», «...η ασφαλιστική εταιρεία απευθύνθηκε στο Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος του ΤΑΕ Λευκωσίας και η πρώτη κατάθεση ελήφθη την 1η Αυγούστου 2006. Πάντως σύμφωνα με αστυνομικές πηγές η διερεύνηση της υπόθεσης βρίσκεται στα αρχικά της στάδια», «...Κύπριος γιατρός που εργάζεται στο συγκεκριμένο νοσοκομείο και ο οποίος φέρεται να προέβη στις εγχειρήσεις», «Σοφοκλέους: Υπήρξε καταγγελία», «...εκ πρώτης όψεως φέρεται να εμπλέκεται στην υπόθεση και Κύπριος γιατρός αλλά, όπως είπε, σε αυτό το στάδιο δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα περισσότερο», «...σε περίπτωση που κριθεί σκόπιμο θα σταλούν στην Αυστρία και Κύπριοι ανακριτές με σκοπό την αποτελεσματικότερη διερεύνηση της υπόθεσης», «...ζήτησα όπως διεξαχθεί εσωτερικός έλεγχος», «...παραδώσαμε τα στοιχεία της υπόθεσης στο Γενικό Εισαγγελέα και αναμένουμε μέχρι τα μέσα της άλλης εβδομάδας τα νεότερα», «εάν μέσα από την έρευνα διαφανεί ότι το ζευγάρι...», «Το λόγο τώρα έχει q Γενική Εισαγγελία», «...διέταξαν έρευνα», «...επιβεβαιώνει ότι έγινε καταγγελία από την ασφαλιστική εταιρεία...», «...η πρώτη καταγγελία έγινε την 1η Αυγούστου.», «Οι καταγγελίες απασχόλησαν...», «...παρέπεμψε το θέμα στη Γενική Εισαγγελία» κλπ. Σαφώς δεν εκφράζεται στα επίδικα δημοσιεύματα είτε άποψη είτε αφήνεται υπονοούμενο ότι ο ενάγοντας, ακόμη και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτόν αφορούσαν, ήταν ένοχος. Οι συνεχείς αναφορές στο ότι έγιναν καταγγελίες και ότι αυτές δόθηκαν για διερεύνηση στις αρμόδιες διωκτικές αρχές που καλούνται να αποφασίσουν για την περαιτέρω έκβαση της υπόθεσης, δεν υπονοούν την ενοχή οποιουδήποτε παρά μόνο ότι διερευνάτο υπόθεση «κομπίνας με πλαστογραφημένα τιμολόγια». Αυτό που εξάγεται ως συμπέρασμα είναι ότι ο λογικός, κοινός αναγνώστης δεν αντιλαμβανόταν ότι το όποιο πρόσωπο αναφερόταν στα δημοσιεύματα, ήταν ένοχος απλά και μόνο επειδή είχαν γίνει καταγγελίες που η αστυνομία διερευνούσε αλλά ότι υπήρχαν υποψίες και εγίνετο διερεύνηση, κάτι που δεν είναι δυσφημιστικό στη βάση της προαναφερθείσας νομολογίας. Συνεπώς θεωρώ ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν συνιστούν δυσφήμιση. Επιπρόσθετα αποτελεί βασική αρχή του δικαίου της δυσφήμισης ότι η δυσφημιστική δήλωση θα πρέπει να αφορά τον ενάγοντα ή να γίνεται αντιληπτή ως αφορούσα τον ενάγοντα (βλ. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και άλλοι ν. Λεωνίδα
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 550). Όταν το δημοσίευμα δεν κάνει σαφή αναφορά στο όνομα ή την ταυτότητα του, ο ενάγοντας έχει το βάρος να προσκομίσει κατά την εκδίκαση της υπόθεσης μαρτυρία για τέτοια εξωγενή γεγονότα που να στοιχειοθετούν ότι το δημοσίευμα αναφερόταν στον ίδιο. Στην παρούσα υπόθεση, κανένα από τα επίδικα δημοσιεύματα δεν κάνει ονομαστική αναφορά στον ενάγοντα. Ισχυρίσθηκε ο ενάγοντας ότι ήταν «ο μοναδικός Κύπριος που ασκούσε την ιατρική στην Αυστρία» και ότι ήταν «ο μοναδικός Κύπριος ιατρός που ηργάσθη στην Αυστρία» (σελ. 11 γραπτής δήλωσης του - Έγγραφο Α). Κατά την αντεξέταση του, του υποβλήθηκε μια σειρά από ονόματα Κύπριων ιατρών που εργάστηκαν στην Αυστρία ή και που εργάστηκαν εκεί στο παρελθόν και επέστρεψαν στην Κύπρο, χωρίς να διαφωνήσει για την ορθότητα αυτής της θέσης των εναγομένων. Από την μαρτυρία των ασθενών του ενάγοντα, ΜΕ4, ΜΕ5 και ΜΕ6, προβάλλει βέβαια ότι υπέπεσαν στην αντίληψη τους τα δημοσιεύματα και αντιλήφθηκαν ότι αυτά αφορούσαν στον ενάγοντα. Όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Μιχαήλ, από τις αναφορές των μαρτύρων αυτών συνάγεται ότι ήλθαν στο Δικαστήριο με πρόθεση να βοηθήσουν τον ενάγοντα, ενόσω ήταν σαφές ότι ο μόνος Κύπριος ιατρός για τον οποίο γνώριζαν ότι είχε εργασθεί στην Αυστρία ήταν ο ενάγοντας. Τα δημοσιεύματα αναφέρονται σε Κύπριο γιατρό που εργαζόταν στην Αυστρία όπου χειρουργούσε ασθενείς και ο οποίος επέστρεψε στην Κύπρο. Η μαρτυρία του ενάγοντα και της ΜΕ2 περί του ότι τα επίδικα δημοσιεύματα φωτογράφιζαν τον ενάγοντα δεν κρίνεται πειστική αλλά ούτε και οι ΜΕ4, ΜΕ5 και ΜΕ6 μπορεί να θεωρηθούν ως άτομα αντιπροσωπευτικά του μέσου αναγνώστη. Οποιοσδήποτε άλλος αναγνώστης των δημοσιευμάτων που τυχόν γνώριζε άλλο ιατρό που είχε εργασθεί στην Αυστρία, πιθανότατα θα είχε σκεφτεί εκείνον ως τον αναφερόμενο στα δημοσιεύματα. Όπως προβάλλει από τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 - ΜΥ1, ο Δρ. Όμηρος Αρτεμίου που είχε εργασθεί στην Αυστρία του τηλεφώνησε διερωτούμενος αν τα δημοσιεύματα αφορούσαν αυτόν. Συνάγεται συνεπώς ότι όχι μόνο υπήρχαν και άλλα πρόσωπα για τα οποία θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τον μέσο αναγνώστη ότι αναφέροντο σ' αυτά τα δημοσιεύματα αλλά και μέλη του κοινού που ανήκαν στον χώρο του ιατρικού επαγγέλματος δεν αντιλήφθηκαν ότι τα δημοσιεύματα αναφέροντο στον ενάγοντα. Ακόμα όμως και αν τα δημοσιεύματα θεωρηθούν δυσφημιστικά για τον ενάγοντα έχουν αποδειχθεί οι υπερασπίσεις της αλήθειας και για όποιο μέρος των δημοσιευμάτων θεωρηθεί πως δεν αποτελεί αναφορά σε γεγονότα, του έντιμου σχολίου επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ3, προκύπτει ότι τον Αύγουστο του 2006 η αστυνομία δέχθηκε καταγγελίες από την ασφαλιστική εταιρεία Eurolife και ακολούθως από την Universal Life καθώς και από το Υπουργείο Υγείας, τις οποίες και η αστυνομία διερεύνησε, που αφορούσαν πλαστογραφία ιατρικών πιστοποιητικών και εγγράφων, κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, απόσπαση και απόπειρα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις με ύποπτο τον ενάγοντα (Τεκμήριο 11). Στην κατοχή της αστυνομίας βρισκόταν επιστολή ημερομηνίας 18/10/2006 του Υπουργείου Υγείας προς τον Γενικό Εισαγγελέα (Τεκμήριο 12) με την οποία διαβιβάζοντο μηνύματα της Πρεσβείας της Κύπρου στην Αυστρία ημερομηνίας 5/10/2006 και 10/10/2006 ότι το Ευαγγελικό Νοσοκομείο της Βιέννης, όπου εργαζόταν ο ενάγοντας, είχε προβεί σε καταγγελία σε βάρος του ενάγοντα στο Αστυνομικό Τμήμα Βιέννης για ποινικές υποθέσεις, αναφορικά με υποβολή ψευδών στοιχείων «εξ ονόματος και για λογαριασμό» του Νοσοκομείου για πληρωμή εξόδων εγχείρησης και ότι το Αστυνομικό Τμήμα Βιέννης είχε επικοινωνήσει σχετικά με την Πρεσβεία (βλ. Τεκμήριο 14 και στο Τεκμήριο 13, μήνυμα της Interpol Βιέννης προς την Κυπριακή Αστυνομία ημερομηνίας 19/10/2006 με τίτλο "FRAUD WITH FORGED INVOICES"). Τα στοιχεία αυτά φανερώνουν ότι κατά την περίοδο εκείνη τόσο η Interpol όσο και η Κυπριακή Αστυνομία διερευνούσαν υπόθεση απάτης ("fraud") ή «κομπίνας» σε σχέση με πλαστογραφημένα τιμολόγια. Κατά συνέπεια η άποψη που περιείχαν τα δημοσιεύματα δεν ήταν αυθαίρετη αντίληψη των συντακτών τους, που χρησιμοποίησαν αντίστοιχους τίτλους στα δημοσιεύματα, αλλά επρόκειτο για μεταφορά στα δημοσιεύματα της είδησης για το είδος της υπόθεσης που εξέταζε και διερευνούσε η αστυνομία που ήταν αληθές γεγονός (βλ. και την υπόθεση Ο Φιλελεύθερος Λτδ ν. Δώρος Γεωργιάδης κ.α. (πιο πάνω)). Άλλωστε ως η ΜΕ3 ανέφερε η υπόθεση τελικά δεν προχώρησε, επειδή οι περισσότεροι ασθενείς του ενάγοντα που ανακρίθηκαν, αρνήθηκαν να απαντήσουν στις ερωτήσεις των ανακριτών και παρά το αίτημα της αστυνομίας για μετάβαση ανακριτών στην Αυστρία για λήψη καταθέσεων, το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από τον τότε Γενικό Εισαγγελέα. Περαιτέρω μαρτυρία αναφορικά με το αληθές της ουσίας των δημοσιευμάτων δόθηκε και από την πλευρά των εναγομένων. Οι ΜΥ2, 3 και 4, δηλαδή ο Στέλιος Σωφρονίου, εκ μέρους της Universal Life, ο Δάφνος Παπακωνσταντίνου, εκ μέρους της Eurolife και η Σοφία Κώστα, εκ μέρους του Υπουργείου Υγείας, αντίστοιχα, των οποίων η μαρτυρία κρίνεται αξιόπιστη και πλήρως αποδεκτή, αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια στις πληροφορίες που ήλθαν υπόψη τους, στις καταγγελίες που έγιναν και γενικότερα στις ενέργειες τους. Ειδικά, ο ΜΥ4 κατέθεσε και ως Τεκμήρια 16 και 17 το πόρισμα της ανεξάρτητης εταιρείας Mednet και σχετικά έγγραφα για την έρευνα που είχε διεξαχθεί για συγκεκριμένη απαίτηση και ως Τεκμήρια 18 και 19 αντίγραφα των καταθέσεων που είχαν δοθεί στην αστυνομία από την Ανθή Καρυόλαιμου και τον ίδιο. Σχετικό είναι και το μέρος της μαρτυρίας του εναγόμενου 2 - ΜΥ1 που εξήγησε πως περιήλθε σε γνώση του το θέμα και πως το διασταύρωσε ενώ επίσης επιβεβαίωσε τις δηλώσεις διαφόρων αξιωματούχων που φιλοξενούνται στα δημοσιεύματα. Προκύπτει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες και το Υπουργείο Υγείας έλαβαν σοβαρές πληροφορίες περί ενδεχόμενων ατασθαλιών σε σχέση με απαιτήσεις για τη νοσηλεία ασθενών του ενάγοντα και ως εκ τούτου προχώρησαν σε καταγγελία του θέματος στην αστυνομία, η οποία προχώρησε σε διερεύνηση της υπόθεσης, λήψη καταθέσεων και συλλογή στοιχείων ενώ με το θέμα εφόσον ήλθε στην δημοσιότητα ασχολήθηκαν Υπουργοί και διάφοροι κυβερνητικοί και μη αξιωματούχοι, οι οποίοι προέβησαν σε δηλώσεις. Αν τα δημοσιεύματα περιέχουν και ορισμένες ανακρίβειες (π.χ. ότι η Interpol «αναζητούσε» τον ενάγοντα, αντί ότι αναζητούσε στοιχεία για αυτόν ή ότι το Υπουργείο Υγείας πλήρωσε για την νοσηλεία δύο ασθενών / πελατών ασφαλιστικών εταιρειών ενώ στην πραγματικότητα είχε πληρώσει για επιδοτούμενους ασθενείς του Υπουργείου Υγείας) δεν καθιστούν τα δημοσιεύματα αναληθή. Πέραν αυτών, οι εναγόμενοι επικαλούνται ότι τα δημοσιεύματα είναι προνομιούχα σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)(α) του Κεφ. 148, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία που τους παρέχει την απαραίτητη για την προστασία του δημοσιογραφικού λειτουργήματος υπεράσπιση. Στην παρούσα υπόθεση τα επίδικα δημοσιεύματα εμπεριέχουν αναφορές σε ειδήσεις και γεγονότα αναφορικά με τις υποψίες που υπήρχαν, τις καταγγελίες που έγιναν και στην διερεύνηση που αυτές έτυχαν από τις αρμόδιες αρχές. Οι εναγόμενοι είχαν ως δημοσιογράφοι καθήκον να πληροφορούν το κοινό για τέτοια θέματα όπως και το κοινό είχε το δικαίωμα να λαμβάνει αυτή την πληροφόρηση. Οι θέσεις του ενάγοντα για συνομωσία μεταξύ των εναγομένων και των ασφαλιστικών εταιρειών προκειμένου να τον πλήξουν και δήθεν να τον αναγκάσουν να φύγει από την Κύπρο, έμειναν στη σφαίρα της εικασίας. Πέραν τούτου, και η μαρτυρία που προσκομίστηκε τόσο από τον εναγόμενο 2 για τον τρόπο που ενήργησε αφότου περιήλθε αρχικά στην αντίληψη του η πληροφορία για το θέμα, όσο και από τους εκπροσώπους των ασφαλιστικών εταιρειών και του Υπουργείου Υγείας για τους λόγους των δικών τους ενεργειών, απέδειξαν ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε σκοπιμότητα εκ μέρους τους. Οι καταγγελίες στις οποίες προέβηκαν - και τις οποίες οι εναγόμενοι κάλυψαν ειδησεογραφικά - είχαν έρεισμα σε πραγματικά στοιχεία τα οποία, εύλογα, έπρεπε να καταγγελθούν και να διερευνηθούν. Άλλωστε και το δημοσίευμα της Χαραυγής ημερομηνίας 20/10/2006 (Τεκμήριο 15) καταρρίπτει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς περί ύπαρξης «συνομωσίας». Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι δεν ζήτησαν να ακούσουν τις απόψεις του πριν τα δημοσιεύματα παρά μόνο πήγαν μέρες αργότερα ή του μίλησαν τηλεφωνικά και δεν τους άρεσε που ήθελε να τους αναφέρει την αλήθεια, δεν αποδείχθηκαν. Ο ενάγοντας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ούτε ποιος από πλευράς εναγομένων του μίλησε ούτε τι ακριβώς συζητήθηκε μεταξύ τους. Αντίθετα στη δική του μαρτυρία ο εναγόμενος 2 έδωσε εμπεριστατωμένη αναφορά στο πώς ο συνάδελφος του Γιώργος Μιχαηλίδης, εναγόμενος 3, ζήτησε να μιλήσει με τον ενάγοντα αλλά ο ίδιος ο ενάγοντας δεν ήθελε να πει οτιδήποτε. Εξ' ου και το δημοσίευμα της Σημερινής με τίτλο «Σφίγγα ο γιατρός» στο οποίο ο ενάγοντας έκανε επανειλημμένα αναφορά στην μαρτυρία του αλλά το οποίο ούτε δικογραφείται ούτε και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ενόσω η αγωγή εναντίον του συντάκτη του, εναγόμενου 3, διακόπηκε. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο ενάγοντας δεν απέδειξε ούτε και ότι τα σχόλια των δημοσιευμάτων ήταν κακόπιστα ή ότι η κριτική που ασκήθηκε δεν ήταν έντιμη έκφραση άποψης των εναγομένων. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, δεν τίθεται θέμα εξέτασης της απαίτησης αποζημιώσεων του ενάγοντα ούτε και θα μπορούσε να κριθεί θέμα βλάβης του ενάγοντα υπό τα προαναφερθέντα δεδομένα. Καταληκτικά, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. ........... Λ. Καουτζάνη, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο