ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 7537/06, 30/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7537/06 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων -και- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ Εναγομένων ------------- Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Κνώφου για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο: κ. Χατζηϊωάννου για Α. Κ. Χατζηϊωάννου & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, ως εμφαίνεται στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, οι ενάγοντες απαιτούν από τον εναγόμενο το ποσό των £109.874,96 πλέον τόκους, οφειλόμενο δυνάμει δανείου και/ή οφειλής χρέους και/ή εγγράφου, που ο εναγόμενος έναντι του δανείου που του παραχωρήθηκε εξέδωσε, αποδέχθηκε, υπέγραψε και παρέδωσε στους ενάγοντες περί τις 4.10.
- Στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ο εναγόμενος αρνείται την αξίωση των εναγόντων κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών τους και ανταπαιτεί από αυτούς το ποσό των £100.000 (€170.860,14), ως την αξία των ενεχυριασθεισών μετοχών κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και αποζημιώσεις ύψους €239.
- Στην απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, οι ενάγοντες αρνούνται τις θέσεις του εναγόμενου και την ανταπαίτηση του, εμμένοντας στην αξίωση τους. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία του Αιμίλιου Έλληνα (ΜΕ1) και της Ανθής Κάζη (ΜΕ2). Ο εναγόμενος προσέφερε τη μαρτυρία του ίδιου (ΜΥ1), του Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου (ΜΥ2) και του Μάριου Κωνσταντούρα (ΜΥ3). Η δοθείσα μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, που συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, καταγράφεται με ακρίβεια και περισσή λεπτομέρεια στη γραπτή αγόρευση του κ. Κνώφου ως ακολούθως: «Μ.Ε.1 Αιμίλιος Έλληνας Είναι ο διευθύνων σύμβουλος των Εναγόντων και το πρόσωπο που συζητούσε και διαπραγματεύετο εκ μέρους των Εναγόντων με τους Εναγόμενους. Οι Ενάγοντες τον Οκτώβριο του 2001 κατόπιν παρακλήσεων του Εναγόμενου στην Λευκωσία συμφώνησαν να δανείσουν στον Εναγόμενο και πράγματι οι Ενάγοντες δάνεισαν στον Εναγόμενο το ποσό των £125.000,00 με τόκο επ' αυτού 1,20% μηνιαίως. Ο Εναγόμενος όφειλε να προπληρώνει τους τόκους, τις επιβαρύνσεις, τις χρεώσεις και να εξοφλήσει το εν λόγω δάνειο το αργότερο μέχρι τις 4/4/
- Ο Εναγόμενος στις 4/10/2001 εγγράφως αναγνώρισε και επαναβεβαίωσε το πιο πάνω δάνειο και χρέος του προς τους Ενάγοντες, υπογράφοντας και δίδοντας προς όφελος των Εναγόντων γραμμάτιο σε διαταγή για το ποσό των £125.
- Ο Εναγόμενος όφειλε να εξοφλήσει το εν λόγω χρέος του στις 4/4/
- Το εν λόγω δάνειο φέρει τόκο προς 1,20% το μήνα από 5/4/2002 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Συμπληρωματικά προς την πιο πάνω συμφωνία είχαν συμφωνηθεί και τα πιο κάτω: (α) ότι ο Εναγόμενος θα επιβαρύνεται με όλα τα έξοδα και χρεώσεις που θα δημιουργούντο συνεπεία του πιο πάνω γραμματίου, με τα έξοδα χαρτοσήμανσης, εκ £
- (β) ότι ο Εναγόμενος θα ελάμβανε παράταση για την εξόφληση του πιο πάνω χρέους του για χρονική περίοδο που θα συμφωνείτο μεταξύ των μερών με αντάλλαγμα την πληρωμή των εκάστοτε επιβαρύνσεων και χρεώσεων, εφόσον προπλήρωνε τους τόκους με επιτόκιο 1,20% τον μήνα όταν η παράταση εξόφλησης θα είναι για 6 μήνες, εφόσον προπλήρωνε τους τόκους με επιτόκιο 1,25% τον μήνα όταν η παράταση εξόφλησης θα είναι για 3 μήνες, εφόσον προπλήρωνε τους τόκους με επιτόκιο 1,35% το μήνα όταν η παράταση εξόφλησης θα είναι μέχρι 2 μήνες και εφόσον πλήρωνε τόκο 1,25% τον μήνα επί του ποσού του τόκου όταν αυτός δεν πληρώνετο την ημέρα που συμφωνήθηκε να πληρωθεί. (γ) Όταν η καθυστέρηση πληρωμής των τόκων ήταν για περίοδο που κάλυπτε μόνο μέρος του ενός μηνός ή πέραν του ενός μηνός αλλά και μέρος του μήνα τότε για την χρονική περίοδο που αφορούσε μέρος μόνο του μήνα θα χρεώνετο τόκος για ολόκληρο το μήνα. (δ) Ο Εναγόμενος όφειλε να εξοφλήσει το εν λόγω δάνειο το αργότερο μέχρι τις 4/4/2002 εκτός αν ελάμβανε παράταση κατά τον τρόπο που είχε συμφωνηθεί πιο πάνω. Ο Εναγόμενος στις 4/10/2001 έλαβε από τους Ενάγοντες το ποσό των £125.000 ως δάνειο και προπλήρωσε τους τόκους και τις επιβαρύνσεις που αναλογούσαν για την περίοδο από 4/10/2001 μέχρι 4/9/2002 εκ ποσού £9.000 ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων καθώς και τα διάφορα έξοδα χαρτοσήμανσης και σύνταξης των εγγράφων (πληρεξούσιου, γραμματίου, συμφωνία ενεχυρίασης) εκ ποσού £
- Επειδή ο Εναγόμενος δεν μπορούσε να προπληρώσει το ποσό των £9.000 ζήτησε από τους Ενάγοντες να εκδώσουν δυο επιταγές επ' ονόματι του Εναγόμενου μια επιταγή εκ ποσού £9.000 (Τεκμήριο 3Β) και μια επιταγή εκ ποσού £116.000 (τεκμήριο 3Α) σύνολο £125.000, ούτω και εγένετο. Η επιταγή για το ποσό των £9.000 οπισθογραφήθηκε από τον Εναγόμενο και παραδόθηκε στους Ενάγοντες για να προπληρωθούν και προπληρώθηκαν ως είχε συμφωνηθεί οι τόκοι της περιόδου από 4/10/2001 μέχρι 4/4/
- Ο Εναγόμενος στις 4/10/2001 και 7/1/2002 με αντάλλαγμα την από μέρους των Εναγόντων παραχώρηση και/ή την συνέχιση παροχής δανείων και/ή χρηματοδοτήσεων και/ή άλλων διευκολύνσεων προς το άτομο του ενεχυρίασε δυνάμει εγγράφων συμφωνιών της αυτής ημερομηνίας προς όφελος των Εναγόντων 546.500 και 734.000 αντίστοιχα μετοχές της Δημόσιας Εταιρείας «Φάρμα Ρένος Χατζηϊωάννου Λτδ» ιδιοκτησίας του Εναγόμενου με αριθμό εγγραφής
- Η σύμβαση ενεχύρου ημερ. 4/10/2001 καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 4 και η σύμβαση ενεχύρου ημερομηνίας 7/1/2002 ως Τεκμήριο
- Αυτή η ενεχυρίαση αποτελεί περαιτέρω εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων του Εναγόμενου προς τους Ενάγοντες. Οι διάδικοι συμφώνησαν περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος θα επιβαρύνεται, οφείλει να πληρώνει και θα χρεώνεται με όλα τα τέλη συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου από την πώληση των πιο πάνω μετοχών που έχουν ενεχυριαστεί, όλα τα έξοδα του προκύπτουν από την μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών και γενικά όλα τα δικαιώματα και τέλη από την πώληση και μεταβίβαση των μετοχών αυτών. Οι Ενάγοντες από καιρού εις καιρό απέστελλαν στον Εναγόμενο επιστολές με τις οποίες καλούσαν μεταξύ των άλλων τον Εναγόμενο εάν επιθυμούσε περαιτέρω παράταση χρόνου για την πληρωμή του γραμματίου να προπληρώσει τον αναλογούντα τόκο. Οι Ενάγοντες απέστειλαν στον Εναγόμενο σχετικές επιστολές ημερομηνίας 27/6/2002, 27/9/2002, 23/6/2003, 5/1/2004, 6/5/2004 και 21/7/2005 οι οποίες ως δέσμη είναι το Τεκμήριο 6 (έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός η λήψη όλων των επιστολών από τους Εναγόμενους). Ως Τεκμήριο 9 κατατέθηκαν οι αποδείξεις που έδιδαν οι Ενάγοντες σχετικά με τις πληρωμές που γίνονταν από τον Εναγόμενο. Οι Ενάγοντες απέστειλαν επίσης στον Εναγόμενο σχετική προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 12/1/2006 (το τεκμήριο 7) καθώς και σχετική προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 1/6/2006 (το τεκμήριο 8). Με την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 12/1/2006, οι Ενάγοντες καλούσαν τον Εναγόμενο να προβεί σε εξόφληση του χρέους του διαφορετικά θα προχωρούσαν σε εκποίηση των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί προς όφελος τους και το προϊόν από την πώληση αυτών θα πιστώνετο στον λογαριασμό του. Επίσης τους ενημέρωσαν ότι θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον του για το χρέος που θα παρέμεινε απλήρωτο. Οι Ενάγοντες απέστειλαν προς τον Εναγόμενο μέσω των δικηγόρων τους με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο την επιστολή ημερομηνίας 1/6/2006 (το τεκμήριο 8). Οι Ενάγοντες δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών ενεχύρου περί τον Νοέμβριο του 2006 πώλησαν τις εν λόγω μετοχές μέσω του ΧΑΚ και το προϊόν από την πώληση αυτών το έλαβαν έναντι του χρέους του Εναγόμενου ο οποίος εξακολουθεί να οφείλει £109.874,96 (€187.732,51) πλέον τόκους. Η πώληση των πιο πάνω μετοχών έγινε με τη χρήση πληρεξούσιου εγγράφου που υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 (τεκμήριο 17). Στα Contract Note (τεκμήριο 10) εμφαίνονται οι μετοχές που πωλήθηκαν, πότε πωλήθηκαν και για ποιο ποσό. Δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών ο Εναγόμενος αποδέχτηκε να προπληρώσει και προπλήρωσε και οι Ενάγοντες εισέπραξαν ως είχαν συμφωνήσει με τον Εναγόμενο τόκους μέχρι 4/4/2006 καθώς και τις διάφορες επιβαρύνσεις και/ή χρεώσεις που συμφωνήθηκαν. Οι τόκοι που όφειλε ο Εναγόμενος να πληρώσει από 4/4/2006 μέχρι τις 15/11/2006 και παραλείπει να τους πληρώσει είναι £10.561,
- Ο Εναγόμενος οφείλει να πληρώσει για το πιο πάνω ποσό των £10.561,13 ως ήταν η συμφωνία του με τους Ενάγοντες τόκους προς 1,2% μηνιαίως από 15/11/2006 μέχρι εξοφλήσεως. Οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν κανένα ποσό μετά την καταχώρηση της αγωγής αυτής και εξακολουθούν να οφείλουν προς τους Ενάγοντες £109.874,96 (€187.732,51) με τόκο επ' αυτού 1,20% μηνιαίως από 15/11/2006 μέχρι εξοφλήσεως. Οι Ενάγοντες τηρούσαν λογαριασμό τον οποίο ενημέρωναν τακτικά, εμπρόθεσμα και ανελλιπώς για τις συναλλαγές τους με τον Εναγόμενο και πίστωναν τον εν λόγω λογαριασμό του Εναγόμενου ανάλογα με τα ποσά που πλήρωνε και τον χρέωναν αναλόγως. Στην κατάσταση λογαριασμού (το τεκμήριο 11) εμφαίνεται το ποσό του δανείου το οποίο έλαβε ο Εναγόμενος και έχει χρεωθεί στον λογαριασμό του μαζί με τις ανάλογες επιβαρύνσεις εξόδων και τόκους, οι πληρωμές στις οποίες αυτός προέβαινε για τόκους, έξοδα, επιβαρύνσεις, οι πληρωμές στις οποίες αυτός προέβαινε έναντι του χρέους του και έχουν πιστωθεί στον λογαριασμό του και το προϊόν από την πώληση των μετοχών που ο Εναγόμενος έχει ενεχυριάσει προς όφελος των Εναγόντων το οποίο επίσης έχει πιστωθεί στον λογαριασμό του Εναγόμενου. Το τεκμήριο 11 τυπώθηκε από τον Μ.ΕΙ από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγόντων, στον οποίο συγκεντρώνονται πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες και συναλλαγές πελατών των Εναγόντων, περιλαμβανομένων και του Εναγομένου. Ο υπολογιστής χρησιμοποιείται καθημερινά και τροφοδοτείται με πληροφορίες κατά την συνήθη διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων και λειτουργούσε πάντοτε κανονικά. Ο Μ.Ε1 έλεγξε ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού είναι ίδιες με αυτές που φυλάσσονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αναφορικά με τον λογαριασμό του Εναγόμενου. .................................. Μ.Ε.2 Ανθή Κάζη Εργάζεται στους Ενάγοντες από το 1992 είναι η υπεύθυνη λογιστηρίου. Οι Ενάγοντες όταν ο Εναγόμενος υπόγραψε το Τεκμήριο 2 (Γραμμάτιο) του έδωσαν τα χρήματα και άνοιξαν λογαριασμό σε ηλεκτρονική μορφή. Από 4/10/2012 μέχρι 31/12/2003 ο λογαριασμός είχε τον κωδικό CHADJ
- Στις αποδείξεις που εκδίδονταν (Τεκμήριο 9) αναγράφετο αυτός ο κωδικός. Από την 1/1/2004 έγινε αλλαγή του λογισμικού προγράμματος των Εναγόντων και δόθηκε στον λογαριασμό αυτό των Εναγομένων ο νέος κωδικός HADJ
- Στις αποδείξεις που εκδίδονταν για πληρωμές που αφορούσαν το χρέος αυτό μετά τον Ιανουάριο του 2004 αναγραφόταν ο κωδικός HADJ
- Η Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στους όρους του γραμματίου. Ανέφερε ότι οι πληρωμές γίνονταν συνήθως από τον ίδιο τον Εναγόμενο είτε από αντιπρόσωπο του που έστελλε για να πληρώσει. Μετά την πληρωμή εκδιδόταν και παραδιδόταν απόδειξη. Η Μ.Ε.2 κατάθεσε το γραμμάτιο που υπέγραψε ο Χριστάκης Παναγιώτου (Τεκμήριο 14), τη συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 15) που υπέγραψε ο Εναγόμενος και η Ελένη Παναγιώτου. Τις συμφωνίες ενεχυρίασης (Τεκμήρια 16Α & 16Β) που υπέγραψε ο Εναγόμενος, το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 2/8/2001 (Τεκμήριο 17) που παραχώρησε ο Εναγόμενος στους Ενάγοντες καθιστώντας τους πληρεξούσιους αντιπροσώπους του. Την αγωγή 780/07 την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην αγωγή 780/07 και την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση (όλα μαζί το Τεκμήριο 18), το πρακτικό ημερομηνίας 19/2/2008 όπου με την σύμφωνη γνώμη των Εναγομένων οι Ενάγοντες απέσυραν την απαίτηση τους εναντίον των Εναγομένων ως εξοφληθείσα (το Τεκμήριο 19). Το πρακτικό ημερομηνίας 22/4/2008 όπου οι Εναγόμενοι απέσυραν την ανταπαίτηση τους εναντίον των Εναγόντων και το δικαστήριο απέρριψε αυτή (είναι το Τεκμήριο 20).» Ο εναγόμενος στη μαρτυρία του, καταθέτοντας τα Τεκμήρια 22 Α-Β -41, υποστήριξε ότι συνήψε πολλά δάνεια με τους ενάγοντες και προς εξασφάλιση αυτών ενεχυρίασε μετοχές της Aqua Sol και της εταιρείας «Φάρμα Ρένος Χατζηϊωάννου Λτδ». Ως προς την επίδικη απαίτηση ισχυρίστηκε ότι, εκτός του γραμματίου, καμία άλλη συμφωνία δεν έγινε, ενόσω το Τεκμήριο 11 έχει κατασκευαστεί εκ των υστέρων και είναι γεμάτο ανακρίβειες και ότι σχεδόν κανένα ποσό δεν πλήρωσε έναντι του γραμματίου κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται πληρωμές ούτε και πήρε τιμολόγια ή απόδειξη ενώ έκανε πολλές πληρωμές έναντι του κεφαλαίου των δανείων του. Μέχρι το 2006 ή 2007 δεν είχε υπόψη του τις καταστάσεις λογαριασμού και ενώ οι πληρωμές γίνοντο από τον Χριστάκη Παναγιώτου ή από δικό του υπάλληλο έναντι των χρεών, οι ενάγοντες πίστωναν τα χρήματα όπου ήθελαν. Αρνήθηκε την προπληρωμή τόκου υποστηρίζοντας ότι οι ενάγοντες του χρωστούν. Ως προς την ενεχυρίαση μετοχών προς εξασφάλιση χρεών του Χριστάκη Παναγιώτου με κάποιους συλλογισμούς υποστήριξε ότι δεν όφειλε στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό με βάση την εγγύηση. Προβαίνοντας δε σε περίπλοκους συλλογισμούς προέβαλε με το Τεκμήριο 28 την ανταπαίτηση του. Κατά τη θέση του οι ενάγοντες μεταβιβάζοντας τις μετοχές τους στην Ellinas Finance Custodian έχασαν το λογαριασμό και θεώρησαν ότι πωλούσαν τις δικές του μετοχές αντί αυτές του Χριστάκη Παναγιώτου ή ό, τι έκαναν έγινε για να τον καταδολιεύσουν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι ενάγοντες θα έπρεπε να έχουν ένα λογαριασμό τόσο για τα δάνεια του ίδιου όσο και τα δάνεια του Παναγιώτου, τα οποία θα έπρεπε να θεωρούνται από τους ενάγοντες ως ένα ενιαίο δάνειο. Υποστήριξε ότι το επίδικο γραμμάτιο εξοφλήθηκε με τις διάφορες πληρωμές που έγιναν και την πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών και ότι δικαιούται το ποσό των €89.529, αξιώνοντας επίσης το ποσό των €320.362 για τις μετοχές που πωλήθηκαν και εξασφάλιζαν ως ενέχυρο χρέη του Χριστάκη Παναγιώτου, αξιώνοντας με την ανταπαίτηση του το ποσό των €409.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ2, λειτουργού του ΧΑΚ, το ΧΑΚ δεν γνωρίζει για ποιον επενδυτή κατέχει η Ellinas Finance Custodian Ltd τις μετοχές. Δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι ενάγοντες μπορούσαν να γνωρίζουν και ότι γνώριζαν ποιες και πόσες μετοχές ανήκουν σε κάθε ενεχυρούχο οφειλέτη τους και για ποιο χρέος είχε παραχωρηθεί η ενεχυρίαση. Ο ΜΥ3, υπό την ιδιότητα του ως λογιστής (βλ. Τεκμήριο 42), υποστήριξε ότι δεν είναι ορθές οι χρεώσεις στο Τεκμήριο 11 ενώ συμφωνεί με τις παρατηρήσεις του εναγόμενου στο Τεκμήριο
- Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας και αξιολογώντας την εκ μέρους των εναγόντων δοθείσα μαρτυρία καθώς και τα κατατεθέντα από αυτούς έγγραφα, έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια και για την ορθότητα όσων ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες των εναγόντων με αποτέλεσμα η μαρτυρία τους να είναι πλήρως αποδεκτή. Ειδικότερα, ο ΜΕ1 με σαφήνεια και σταθερότητα υποστήριξε τις θέσεις των εναγόντων και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Από τη μαρτυρία του, πέραν των πιο πάνω παρατεθέντων, προβάλλει και είναι αποδεκτό ότι σε σχέση με την αγωγή αρ. 780/07 ο εναγόμενος στην παρούσα αγωγή ήταν εγγυητής του Χριστάκη Παναγιώτου (εκεί πρωτοφειλέτη). Αφού ειδοποιήθηκε σχετικά ο εναγόμενος, πωλήθηκαν 1.250.000 μετοχές της Δημόσιας Εταιρείας «Φάρμα Ρένος Χατζηϊωάννου Λτδ», τις οποίες ο εναγόμενος είχε ενεχυριάσει προς εξασφάλιση των οφειλών του Χριστάκη Παναγιώτου προς τους ενάγοντες (βλ. τα Τεκμήρια 16Α και 16Β) και με την είσπραξη του ποσού από την πώληση των εν λόγω μετοχών εξοφλήθηκε η απαίτηση των εναγόντων στην αγωγή αρ. 780/07, το δε υπόλοιπο πιστώθηκε σε ένα λογαριασμό του Χριστάκη Παναγιώτου. Παρόμοια αξιολογείται και η ΜΕ2, η οποία κατέθεσε με σαφήνεια και σταθερότητα, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για την αλήθεια όσων υποστήριξε και η μαρτυρία της γίνεται πλήρως αποδεκτή. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία του εναγόμενου - ΜΥ1, προκύπτει ότι αφενός με αντιφατικές θέσεις προσπάθησε να αποφύγει την ξεκάθαρη οφειλή του προς τους ενάγοντες δυνάμει του επίδικου γραμματίου και αφετέρου με πολύπλοκους και δυσνόητους συλλογισμούς να δημιουργήσει την ανταπαίτηση του εναντίον των εναγόντων. ΟΙ περίπλοκοι συλλογισμοί του εναγόμενου που συναρτώνται με την πώληση των ενεχυριασθεισών μετοχών τόσο σε σχέση με τα δικά του δάνεια όσο και για όσα ήταν εγγυητής δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί, υπό το φως της σαφούς και κατανοητής μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 και δεδομένου ότι οι ενεχυριασθείσες μετοχές πωλήθηκαν από τους ενάγοντες στις τιμές της αγοράς τη δεδομένη στιγμή, ως οι τελευταίοι είχαν δικαίωμα. Δεν γίνεται αποδεκτή εξάλλου η θέση του εναγόμενου ότι δεν γνώριζε το οφειλόμενο και αξιούμενο από τους ενάγοντες ποσό, εφόσον κατέστη παραδεκτό ότι έλαβε τις σχετικές επιστολές ειδοποίησης εκ μέρους των εναγόντων. Ως προς το επίδικο γραμμάτιο ενώ αποδέχθηκε την ύπαρξη του επέμενε ότι δεν έχει συμφωνήσει οτιδήποτε άλλο με τους ενάγοντες από αυτά που αναφέρονται στα έγγραφα που έχει υπογράψει. Οι ισχυρισμοί του δεν συνοδεύονται από στοιχεία ικανά για να αποδειχθεί η εξόφληση της επίδικης οφειλής του και οι θέσεις του καταφανώς αποτελούν σκέψεις εκ των υστέρων για να αποφύγει την επίδικη οφειλή του προς τους ενάγοντες, με βάση δε το σύνολο της υπάρχουσας μαρτυρίας κρίνονται ανυπόστατες και είναι απορριπτέες. Η μαρτυρία άλλωστε του ΜΥ2, που ως ανεξάρτητος μάρτυρας και με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του κρίνεται αξιόπιστος, ουδόλως υποστηρίζει τις θέσεις του εναγόμενου, ενόσω η μαρτυρία του ΜΥ3 κρίνεται ότι δόθηκε με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει τον εναγόμενο και είναι ως εκ τούτου απορριπτέα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφεραν οι ενάγοντες και προς αποφυγή επαναλήψεων αυτά είναι ως έχει παρατεθεί στη σύνοψη της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 πιο πάνω. Ως προς τη νομική πτυχή επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, για τη δημιουργία σύμβασης απαιτούνται η ύπαρξη υπόσχεσης, που αποτελείται από την πρόταση και την αποδοχή της, η αντιπαροχή και η δικαιοπρακτική βούληση (βλ. παραγρ. 2(α)(β) του άρθρου 2). Το κατά πόσο συνήφθη σύμβαση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί θέμα που κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα (βλ. σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, §41, σελ. 21 και §99, σελ. 48). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδοση, §12-002, σελ. 559, μια συμφωνία μπορεί να συναφθεί εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτά. Περαιτέρω, πολλές συμφωνίες μπορεί να γίνουν μόνο προφορικά ή να περιλαμβάνονται σε έγγραφα που δεν υπογράφηκαν από το επηρεαζόμενο μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και έχει δεσμευτική ισχύ. Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα, το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Όταν το έγγραφο δεν είναι λεπτομερές ώστε να φανερώνει με σαφήνεια την πρόθεση των μερών, το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει να εξετάζει το σύνολο της μαρτυρίας για να διαπιστώσει τί συμφωνία επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών (Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 383). Στην παρούσα υπόθεση, η απαίτηση των εναγόντων, σύμφωνα με τα καταχωρηθέντα από αυτούς δικόγραφα και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, βασίζεται σε συμφωνία δανείου που δεν αποτυπώθηκε εξαντλητικά στο επίδικο γραμμάτιο αλλά περιλαμβάνει και όρους που συμφωνήθηκαν προφορικά μεταξύ των μερών, ως παρατέθηκε στην αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ1, οι οποίοι τηρήθηκαν εκ μέρους των εναγόντων, ενώ ο εναγόμενος τους παρέβη. Το υπόλοιπο του επίδικου χρέους προήλθε από τον καταλογισμό εκ μέρους των εναγόντων των πληρωμών που έγιναν από τον εναγόμενο έναντι του επίδικου δανείου. Όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Κνώφου, αναφορικά με τον καταλογισμό πληρωμών τα όσα αποφασίστηκαν στην Αγγλική απόφαση Clayton
(1816)1 Mer 529 (κανόνες Clayton) έχουν ενσωματωθεί στα άρθρα 59-61 του περί Συμβάσεων Νόμου και στην απουσία συμφωνίας περί του αντιθέτου η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού μπορεί να γίνει πρώτα έναντι τόκου (βλ. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Λούκος Λτδ κ.α ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 38, Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Michael Ν Ioannides Manufacturing Trading Ltd v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. (Πολ. Εφ. 201/2006, ημερομηνίας 11.5.2011). Στην παρούσα υπόθεση, η αποδεκτή μαρτυρία κατέδειξε ότι, πέραν των ρητά συμφωνηθέντων μεταξύ των μερών ως προς την προπληρωμή του συμφωνηθέντος τόκου, οι ενάγοντες κατένεμαν τις πληρωμές όπως τους ανέφερε ο εναγόμενος και οι αντιπρόσωποι του ανάλογα με την περίπτωση. Περαιτέρω, από τον όρο 2 των συμφωνιών ενεχυρίασης (Τεκμήρια 4 και 5), προβάλλει το δικαίωμα των εναγόντων να πωλήσουν τις αξίες προς διασφάλιση του οφειλόμενου προς αυτούς ποσού εκ μέρους του εναγόμενου που δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποχρέωση, ως έγινε εισήγηση εκ μέρους του. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ως εκ τούτου ότι οι ενάγοντες ανέλαβαν βάσει των συμφωνιών ενεχυρίασης υποχρέωση έναντι του εναγόμενου να εκποιήσουν τις μετοχές ώστε να μην προκληθεί σ' αυτόν ζημιά. Κατά συνέπεια και ενόψει όσων λέχθηκαν σχετικά, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημ. Εταιρ. Λτδ
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2192, Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2229, Στέλιος Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 303/2008, ημερομηνίας 8.3.2012, Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 209/2009, ημερομηνίας 20.3.2013, Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 239/2009, ημερομηνίας 20.3.2013 και Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 340/2009, ημερομηνίας 21.11.2013, το δικαίωμα εκποίησης δεν δημιουργεί υποχρέωση στους ενάγοντες ώστε να τους καταλογισθεί αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος. Το δικαίωμα πώλησης των αξιών δεν δημιουργεί συμβατική υποχρέωση των εναγόντων για πώληση των αξιών καθότι αυτό θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 134 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και τη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο ενεχυρούχος δανειστής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης όταν το αποφασίσει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τρέχουσα τιμή αγοράς και όχι χαμηλότερη (βλ. σύγγραμμα Chitty On Contracts, Specific Contracts, 27η Έκδοση, σελ. 165, παρ. 32-097 και την υπόθεση Silven Properties Ltd and another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All E.R. 484). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan
(1989)3 All E.R. 839, ο δανειστής δεν καθίσταται εμπιστευματοδόχος των ενεχυριασθεισών αξιών και δεν έχει ευθύνη προς τον οφειλέτη αν δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, με συνέπεια η αξία τους να μειωθεί ή μηδενιστεί. Περαιτέρω, αν είχε δημιουργηθεί παρακαταθήκη σύμφωνα με το άρθρο 106 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, είναι προφανές ότι ο σκοπός της παράδοσης των αξιών ήταν να αποτελούν ενέχυρο προς εξασφάλιση των εναγόντων και ο θεματοφύλακας σε τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 110 δεν υπέχει ευθύνη για την απώλεια, καταστροφή ή χειροτέρευση των παρακατατεθέντων αγαθών αν κατέβαλε την επιμέλεια, την οποία θα κατέβαλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για δικά του παρόμοια αγαθά (βλ. άρθρο 109). Κατά συνέπεια, ενόψει των δεδομένων της υπόθεσης, δεν μπορούν να αποδοθούν στους ενάγοντες ενέργειες που να έχουν προκαλέσει ζημιά στον εναγόμενο, όπως αυτός ισχυρίζεται και ανταπαιτεί. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η μόνη υποχρέωση των εναγόντων ως ενεχυροδανειστών, όταν αποφάσισαν να ασκήσουν το δικαίωμα πώλησης των ενεχυριασθεισών μετοχών, ήταν να επιδείξουν εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσουν την τιμή αγοράς τη δεδομένη στιγμή, κάτι το οποίο οι ενάγοντες έπραξαν. Όσον αφορά τα ποσά που ο εναγόμενος ανταπαιτεί από τους ενάγοντες, από τη μαρτυρία συνάγεται ότι δεν έχουν αποδειχθεί. Πέραν του ότι οι ενεχυριασθείσες μετοχές δεν ανήκαν στον εναγόμενο, τα ποσά που αυτός ανταπαιτεί δεν μπορούν να του αποδοθούν, εφόσον οι ισχυρισμοί του περί αμέλειας και παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων των εναγόντων δεν έχουν αποδειχθεί εκ μέρους του, εν όψει των δεδομένων της υπόθεσης και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται δικαίωμα του για αποζημιώσεις ως η ανταπαίτηση του. Δεν αποδείχθηκε, επίσης, συμπεριφορά των εναγόντων περιέχουσα ψευδείς παραστάσεις ως δικογραφείται στην υπεράσπιση του εναγόμενου (Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω)). Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €187.732,51 (αντίστοιχου των £109.874,96) με τόκο προς 1,20% μηνιαίως από 15/11/2006 μέχρις εξοφλήσεως. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου εναντίον των εναγόντων απορρίπτεται, χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα εφόσον εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή. (Yπ.) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο