OJSC BANK OF MOSCOW ν. ONEWORLD LIMITED, Αρ. Αγωγής: 6029/2012, 23/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6029/2012 Μεταξύ: OJSC BANK OF MOSCOW Ενάγουσας και ONEWORLD LIMITED Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερομηνίας 7 Σεπτεμβρίου 2012 για Έκδοση Διαταγμάτων Αποκάλυψης, Πληροφοριών και Εγγράφων 23 Ιανουαρίου, 2015. Για την Αιτήτρια-ενάγουσα: κκ. Αλ. Γαβριηλίδης και Χρ. Σκορδής Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Χρ. Κληρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια ζητά την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων: «Α. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγομένους όπως, εντός 20 ημερών από την έκδοση του σχετικού Διατάγματος, ετοιμάσουν, ορκιστούν (μέσω ενός εκ των διοικητικών τους συμβούλων ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου με εξουσία ενέργειας), καταθέσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας ένορκο δήλωση ή ένορκες δηλώσεις στην οποία ή στις οποίες να αποκαλύπτουν ή και να αναφέρουν, εξ όσων καλύτερα γνωρίζουν κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, τις ακόλουθες πληροφορίες και τα ακόλουθα έγγραφα: (
- i)Κάθε έγγραφο που αποστάληκε προς τους Εναγομένους ή προς οποιαδήποτε θυγατρική εταιρεία των Εναγομένων ή προς οποιαδήποτε άλλη εταιρεία που ελέγχεται από τους Εναγομένους κατά την περίοδο από την 1.1.2007 μέχρι σήμερα και το οποίο αποστάληκε από ή εκ μέρους της Ενάγουσας ή και από πρόσωπα που φέρονταν να ενεργούν ως αντιπρόσωποι ή και εκπρόσωποι ή και εκ μέρους της Ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένων του πρώην Προέδρου της Ενάγουσας κ. Andrei Fridrikhovich Borodin (στο εξής «ο κ. Borodin») και του πρώην Αντιπροέδρου της Ενάγουσας κ. Dmitry Viktorovich Akulinin (στο εξής «ο κ. Akulinin»), συμπεριλαμβανομένης, χωρίς περιορισμό, κάθε ηλεκτρονικής ή άλλης αλληλογραφίας ως και κάθε εγγράφου που περιλαμβάνει ή αναφέρεται σε οποιεσδήποτε παρακλήσεις, εισηγήσεις ή οδηγίες οποιασδήποτε φύσης συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών που αναφέρονται στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Γιώργου Φιλιππίδη ημερομηνίας 2.4.2012 που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 1832/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (στο εξής «η Ένορκος Δήλωση Φιλιππίδη»). (
- ii)Πλήρεις λεπτομέρειες οποιωνδήποτε άλλων παρακλήσεων, εισηγήσεων ή οδηγιών οποιασδήποτε φύσης που διαβιβάστηκαν προς τους Εναγομένους ή προς οποιαδήποτε θυγατρική εταιρεία των Εναγομένων ή προς οποιαδήποτε άλλη εταιρεία που ελέγχεται από τους Εναγομένους από ή εκ μέρους της Ενάγουσας ή και από πρόσωπα που φέρονταν να ενεργούν ως αντιπρόσωποι ή και εκπρόσωποι ή και εκ μέρους της Ενάγουσας κατά την περίοδο από την 1.1.2007 μέχρι σήμερα και οι οποίες είτε διαβιβάστηκαν προφορικά είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο δεν περιλαμβάνονται ή και δεν αναφέρονται στα έγγραφα που θα αποκαλυφθούν δυνάμει της υποπαραγράφου (
- i)πιο πάνω, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, της ημερομηνίας, του τρόπου διαβίβασης, των στοιχείων του προσώπου που διαβίβασε και του προσώπου προς το οποίο έγινε η διαβίβαση και του περιεχομένου κάθε τέτοιας διαβιβασθείσας παράκλησης, εισήγησης ή οδηγίας. (iii) Πλήρεις λεπτομέρειες κάθε πληρωμής ή μεταφοράς χρημάτων προς τους Εναγομένους ή προς οποιαδήποτε θυγατρική εταιρεία των Εναγομένων ή προς οποιαδήποτε άλλη εταιρεία που ελέγχεται από τους Εναγομένους που έγινε από ή εκ μέρους της Ενάγουσας σε σχέση με υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από τους Εναγομένους, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερειών των λογαριασμών προς τους οποίους έγιναν οι σχετικές πληρωμές ή μεταφορές χρημάτων καθώς και του ποσού, της ημερομηνίας και του σκοπού κάθε τέτοιας πληρωμής ή μεταφοράς χρημάτων. (
- iv)Κάθε πληροφορία που αυτοί γνωρίζουν και κάθε έγγραφο που βρίσκεται ή βρισκόταν στην κατοχή ή και υπό τον έλεγχο τους και που αφορά ή και σχετίζεται με το καταπίστευμα που αναφέρεται στην παράγραφο 11 της Ενόρκου Δηλώσεως Φιλιππίδη ή και το κατ'ισχυρισμόν συμφέρον της Ενάγουσας στο εν λόγω καταπίστευμα, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, όλων των λεπτομερειών αναφορικά με τους όρους του εν λόγω καταπιστεύματος, όλων των πληροφοριών και εγγράφων που σχετίζονται με τη δημιουργία του εν λόγω καταπιστεύματος ή και το κατ'ισχυρισμόν συμφέρον της Ενάγουσας στο εν λόγω καταπίστευμα, πλήρων λογαριασμών αναφορικά με το εν λόγω καταπίστευμα, όλων των λεπτομερειών αναφορικά με την άσκηση οποιωνδήποτε εξουσιών από τον επίτροπο (trustee) ή τους επιτρόπους (trustees) βάσει των όρων του εν λόγω καταπιστεύματος και όλων των λεπτομερειών αναφορικά με τα δικαιώματα των δικαιούχων (beneficiaries) βάσει των όρων του εν λόγω καταπιστεύματος. (
- v)Κάθε πληροφορία που αυτοί γνωρίζουν και κάθε έγγραφο που βρίσκεται ή βρισκόταν στην κατοχή ή και υπό τον έλεγχο τους και που αφορά ή και σχετίζεται με οποιοδήποτε άλλο εμπίστευμα (trust) ή εμπιστεύματα (trusts) βάσει των όρων του οποίου ή των οποίων η Ενάγουσα ήταν ή είναι δικαιούχος ή ένας από τους δικαιούχους ή του οποίου ή των οποίων οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα ήταν ή είναι δικαιούχος ή ένας από τους δικαιούχους , συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, όλων των λεπτομερειών αναφορικά με τους όρους του εν λόγω εμπιστεύματος ή των εν λόγω εμπιστευμάτων, όλων των πληροφοριών και εγγράφων που σχετίζονται με τη δημιουργία του εν λόγω εμπιστεύματος ή των εν λόγω εμπιστευμάτων ή και του κατ'ισχυρισμόν συμφέροντος της Ενάγουσας στο εν λόγω εμπίστευμα ή τα εν λόγω εμπιστεύματα, πλήρων λογαριασμών αναφορικά με το εν λόγω εμπίστευμα ή τα εν λόγω εμπιστεύματα, όλων των λεπτομερειών αναφορικά με την άσκηση οποιωνδήποτε εξουσιών από τον επίτροπο (trustee) ή τους επιτρόπους (trustees) βάσει των όρων του εν λόγω εμπιστεύματος ή των εν λόγω εμπιστευμάτων και όλων των λεπτομερειών αναφορικά με τα δικαιώματα των δικαιούχων (beneficiaries) βάσει των όρων του εν λόγω εμπιστεύματος των εν λόγω εμπιστευμάτων. (
- vi)Αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν το αντικείμενο (subject matter) της κάθε μίας από τις φερόμενες Δηλώσεις Εμπιστεύματος (Declarations of Trust) υπέρ ή και προς όφελος της Ενάγουσας που αναφέρονται στους πίνακες που επισυνάπτονται ως Παράρτημα «Α» (στο εξής «τα Περιουσιακά Στοιχεία» και «οι Φερόμενες Δηλώσεις Εμπιστεύματος» αντίστοιχα): (α) Κάθε πληροφορία που αυτοί γνωρίζουν και κάθε έγγραφο που βρίσκεται ή βρισκόταν στην κατοχή ή και υπό τον έλεγχο τους και που αφορά τον τρόπο με τον οποίο το κάθε ένα από τα Περιουσιακά Στοιχεία αποκτήθηκε από τους φερόμενους Εμπιστευματοπάροχους (Settlors) που αναφέρονται στους πίνακες που επισυνάπτονται ως Παράρτημα «A» (στο εξής «οι Κυπριακές Ιθύνουσες Εταιρείες»), συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, όλων των πληροφοριών και εγγράφων που αφορούν την προέλευση των κεφαλαίων που χρησιμοποιήθηκαν για την απόκτηση του κάθε ενός από τα Περιουσιακά Στοιχεία, όλων των πληροφοριών και εγγράφων που αφορούν την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου ή των φυσικών ή νομικών προσώπων προς το οποίο ή προς τα οποία καταβλήθηκαν ή μεταφέρθηκαν τα εν λόγω κεφάλαια καθώς και την ταυτότητα του προσώπου ή των προσώπων που διευθύνουν ή και ελέγχουν τέτοια νομικά πρόσωπα, όλων των στοιχείων των τραπεζικών λογαριασμών στους οποίους καταβλήθηκαν ή μεταφέρθηκαν τα εν λόγω κεφάλαια και όλων των συμφωνιών, εγγράφων μεταβίβασης, καταστάσεων τραπεζικών λογαριασμών, αποδείξεων και άλλων εγγράφων οποιασδήποτε μορφής που σχετίζονται με την απόκτηση του κάθε ενός από τα Περιουσιακά Στοιχεία ή και με την καταβολή ή και μεταφορά του τιμήματος αγοράς για το κάθε ένα από τα Περιουσιακά Στοιχεία. (β) Πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς (ownership status) του κάθε ενός από τα Περιουσιακά Στοιχεία αμέσως πριν από τις Φερόμενες Δηλώσεις Εμπιστεύματος, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, πλήρων λεπτομερειών αναφορικά με την ταυτότητα του δικαιούχου ιδιοκτήτη (beneficial owner) ή των δικαιούχων ιδιοκτητών (beneficial owners) των Κυπριακών Ιθυνουσών Εταιρειών και του κάθε ενός από τα Περιουσιακά Στοιχεία αμέσως πριν από τις Φερόμενες Δηλώσεις Εμπιστεύματος. (γ) Κάθε έγγραφο που βρίσκεται ή βρισκόταν στην κατοχή ή και υπό τον έλεγχο τους και που αφορά ή και σχετίζεται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς (ownership status) του κάθε ενός από τα Περιουσιακά Στοιχεία αμέσως πριν από τις Φερόμενες Δηλώσεις Εμπιστεύματος, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, όλων των εγγράφων εμπιστεύματος (trust deeds) και άλλων εγγράφων που αφορούν ή και σχετίζονται με την ταυτότητα του δικαιούχου ιδιοκτήτη (beneficial owner) ή των δικαιούχων ιδιοκτητών (beneficial owners) του κάθε ενός από τα Περιουσιακά Στοιχεία αμέσως πριν από τις Φερόμενες Δηλώσεις Εμπιστεύματος ή και την ιδιότητα υπό την οποία η κάθε μία από τις Κυπριακές Ιθύνουσες Εταιρείες κατείχε το κάθε ένα από τα Περιουσιακά Στοιχεία αμέσως πριν από τις Φερόμενες Δηλώσεις Εμπιστεύματος. (δ) Κάθε πληροφορία που αυτοί γνωρίζουν και κάθε έγγραφο που βρίσκεται ή βρισκόταν στην κατοχή ή και υπό τον έλεγχο τους και που αφορά οποιαδήποτε επιβάρυνση επί οποιουδήποτε εκ των Περιουσιακών Στοιχείων ή και οποιαδήποτε εμπράγματα ή και προσωπικά δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου προσώπου σε σχέση με ή και που επηρεάζουν οποιοδήποτε από τα Περιουσιακά Στοιχεία ή οποιοδήποτε μέρος αυτών. (ε) Κάθε πληροφορία που αυτοί γνωρίζουν και κάθε έγγραφο που βρίσκεται ή βρισκόταν στην κατοχή ή και υπό τον έλεγχο τους και που αφορά οποιεσδήποτε συναλλαγές σε σχέση με οποιοδήποτε από τα Περιουσιακά Στοιχεία από την ημερομηνία απόκτησης τους από τις Κυπριακές Ιθύνουσες Εταιρείες. (vii) Αναφορικά με τα δάνεια που αναφέρονται στην παράγραφο 11 της Ενόρκου Δηλώσεως Φιλιππίδη ή και περιγράφονται στις Φερόμενες Δηλώσεις Εμπιστεύματος ως «δάνεια που οφείλονται προς την Τράπεζα της Μόσχας δυνάμει διαφόρων συμφωνιών δανείου προς Κυπριακές Εταιρείες που διευθύνονται από την Oneworld Limited» («loans due to Bank of Moscow under various loan agreements to Cypriot Companies managed by Oneworld Limited») (στο εξής «τα Κυπριακά Δάνεια»): (α) Πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με το κάθε ένα από τα Κυπριακά Δάνεια, συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών αναφορικά με την ταυτότητα των δανειοληπτών (borrowers) βάσει των όρων των εν λόγω δανείων (στο εξής «οι Κύπριοι Δανειολήπτες»). (β) Κάθε έγγραφο που αφορά ή και σχετίζεται με το κάθε ένα από τα Κυπριακά Δάνεια ή και που εκτελέστηκε ή και υπογράφηκε σε σχέση με αυτά ή οποιοδήποτε από αυτά. (γ) Κάθε πληροφορία και κάθε έγγραφο που αφορά ή και σχετίζεται με τη λήψη από τον κάθε ένα από τους Κύπριους Δανειολήπτες χρηματικών ποσών που εμβάσθηκαν ή και χορηγήθηκαν ή και διατέθηκαν στη βάση ή και δυνάμει των Κυπριακών Δανείων συμπεριλαμβανομένων όλων των στοιχείων και λεπτομερειών των τραπεζικών λογαριασμών στους οποίους τέτοια χρηματικά ποσά ή μέρος αυτών βρίσκονται κατατεθειμένα ή και κρατούνταικαι όλων των τραπεζικών καταστάσεων (statements) που αφορούν τους εν λόγω λογαριασμούς . (δ) Κάθε πληροφορία, κάθε έγγραφο και κάθε συμφωνία που σχετίζεται με οποιαδήποτε μεταφορά ή και αποξένωση ή και διάθεση οποιωνδήποτε χρηματικών ποσών από τον κάθε ένα από τους Κύπριους Δανειολήπτες που έγινε κατά ή μετά τη λήψη από αυτούς χρηματικών ποσών που εμβάσθηκαν ή και χορηγήθηκαν ή και διατέθηκαν σε αυτούς στη βάση ή και δυνάμει των Κυπριακών Δανείων ή οποιουδήποτε εξ αυτών, συμπεριλαμβανομένων όλων των στοιχείων και λεπτομερειών οποιωνδήποτε τραπεζικών λογαριασμών στους οποίους μεταφέρθηκαν ή και εμβάσθηκαν οποιαδήποτε τέτοια χρηματικά ποσά, των ονομάτων και διευθύνσεων των δικαιούχων τέτοιων λογαριασμών, των ονομάτων και διευθύνσεων των φυσικών προσώπων από τα οποία προήλθαν οι οδηγίες για να γίνουν τέτοιες μεταφορές χρημάτων ή και τέτοια εμβάσματα, των ημερομηνιών, των ποσών και των σκοπών για τους οποίους έγινε κάθε τέτοια μεταφορά χρημάτων ή και κάθε τέτοιο έμβασμα και όλων των τραπεζικών καταστάσεων (statements) που αφορούν τους εν λόγω λογαριασμούς. (ε) Κάθε πληροφορία, κάθε έγγραφο και κάθε συμφωνία που σχετίζεται με οποιαδήποτε μεταφορά ή και αποξένωση ή και διάθεση οποιωνδήποτε χρηματικών ποσών από οποιοδήποτε από τους Κύπριους Δανειολήπτες προς ή προς όφελος των Εναγομένων ή οποιασδήποτε θυγατρικής εταιρείας των Εναγομένων ή οποιασδήποτε εταιρείας που ελέγχεται από τους Εναγομένους, συμπεριλαμβανομένων όλων των στοιχείων και λεπτομερειών των τραπεζικών λογαριασμών στους οποίους εμβάσθηκαν ή και μεταφέρθηκαν οποιαδήποτε τέτοια χρηματικά ποσά, των ονομάτων και διευθύνσεων των φυσικών προσώπων από τα οποία προήλθαν οι οδηγίες για να γίνουν τέτοια εμβάσματα ή και τέτοιες μεταφορές χρημάτων, των ημερομηνιών, των ποσών και των σκοπών για τους οποίους έγινε κάθε τέτοιο έμβασμα ή και κάθε τέτοια μεταφορά χρημάτων και όλων των τραπεζικών καταστάσεων (statements) που αφορούν τους εν λόγω λογαριασμούς. (στ) Κάθε πληροφορία, κάθε έγγραφο και κάθε συμφωνία που σχετίζεται με οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία ή άλλα ωφελήματα που αποκτήθηκαν ή και λήφθηκαν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από τον κάθε ένα από τους Κύπριους Δανειολήπτες ή οποιαδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά ή μετά τη λήψη χρηματικών ποσών που εμβάσθηκαν ή και χορηγήθηκαν ή και διατέθηκαν προς τον κάθε ένα από τους Κύπριους Δανειολήπτες στη βάση ή και δυνάμει των Κυπριακών Δανείων, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών, στοιχείων και εγγράφων που αφορούν οποιαδήποτε αποξένωση ή και διάθεση ή και μεταβίβαση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων ή και ωφελημάτων, των ονομάτων και διευθύνσεων των δικαιούχων τέτοιων περιουσιακών στοιχείων ή και ωφελημάτων και των ονομάτων και διευθύνσεων των φυσικών προσώπων από τα οποία προήλθαν οι οδηγίες για να γίνουν ή και να διεκπεραιωθούν οι σχετικές αποξενώσεις, διαθέσεις ή και μεταβιβάσεις. (ζ) Στο βαθμό που δεν θα δοθούν ή και αποκαλυφθούν βάσει των υποπαραγράφων (δ) έως (στ) ανωτέρω, τα πλήρη ονόματα και τις πλήρεις διευθύνσεις των φυσικών προσώπων που έδωσαν ή και από τα οποία προήλθαν οδηγίες: α. για μεταφορά ποσού Δολαρίων Η.Π.Α. $18.7 εκατομμυρίων από την εταιρεία Sostrefo Limited προς τους Εναγομένους κατά την 2αν Νοεμβρίου 2011, και β. για κλείσιμο των τραπεζικών λογαρισμών των εταιρειών Sostrefo Limited και Litisa Limited κατά τον Μάρτιο του 2012. (viii) Αναφορικά με τους Κύπριους Δανειολήπτες: (α) Κάθε πληροφορία που αυτοί γνωρίζουν και κάθε έγγραφο που βρίσκεται ή βρισκόταν στην κατοχή ή και υπό τον έλεγχο τους και που σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο ή και τις περιστάσεις υπό της οποίες ο κάθε ένας από τους Κύπριους Δανειολήπτες συστάθηκε. (β) Πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς (ownership status) του κάθε ενός από τους Κύπριους Δανειολήπτες από την ημερομηνία σύστασης του μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών αναφορικά με την ταυτότητα των προηγούμενων και υφιστάμενων δικαιούχων ιδιοκτητών (beneficial owners) του κάθε ενός από τους Κύπριους Δανειολήπτες. (γ) Κάθε πληροφορία που αυτοί γνωρίζουν και κάθε έγγραφο που βρίσκεται ή βρισκόταν στην κατοχή ή και υπό τον έλεγχο τους και που αφορά τα στοιχεία ενεργητικού (assets) και παθητικού (liabilities) του κάθε ενός από τους Κύπριους Δανειολήπτες. (δ) To πλήρες όνομα και την πλήρη διεύθυνση κάθε προσώπου προς το οποίο εκδόθηκε οποιοδήποτε πληρεξούσιο από ή και σε σχέση με οποιονδήποτε από τους Κύπριους Δανειολήπτες ως και κάθε πληροφορία που αυτοί γνωρίζουν αναφορικά με τη σχέση κάθε τέτοιου προσώπου με την Ενάγουσα, τους Εναγομένους, τον κ. Borodin ή τον κ. Akulinin. (
- ix)Αναφορικά με τις Κυπριακές Ιθύνουσες Εταιρείες: (α) Κάθε πληροφορία που αυτοί γνωρίζουν και κάθε έγγραφο που βρίσκεται ή βρισκόταν στην κατοχή ή και υπό τον έλεγχο τους και που σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο ή και τις περιστάσεις υπό της οποίες η κάθε μία από τους Κυπριακές Ιθύνουσες Εταιρείες συστάθηκε. (β) Πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς (ownership status) της κάθε μίας από τις Κυπριακές Ιθύνουσες Εταιρείες από την ημερομηνία σύστασης τους μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών αναφορικά με την ταυτότητα των προηγούμενων και υφιστάμενων δικαιούχων ιδιοκτητών (beneficial owners) της κάθε μίας από τις Κυπριακές Ιθύνουσες Εταιρείες. (γ) Κάθε πληροφορία που αυτοί γνωρίζουν και κάθε έγγραφο που βρίσκεται ή βρισκόταν στην κατοχή ή και υπό τον έλεγχο τους και που αφορά τα στοιχεία ενεργητικού (assets) και παθητικού (liabilities) της κάθε μίας από τις Κυπριακές Ιθύνουσες Εταιρείες. (δ) To πλήρες όνομα και την πλήρη διεύθυνση κάθε προσώπου προς το οποίο εκδόθηκε οποιοδήποτε πληρεξούσιο από ή και σε σχέση με οποιαδήποτε από τις Κυπριακές Ιθύνουσες Εταιρείες ως και κάθε πληροφορία που αυτοί γνωρίζουν αναφορικά με τη σχέση κάθε τέτοιου προσώπου με την Ενάγουσα, τους Εναγομένους, τον κ. Borodin ή τον κ. Akulinin. (
- x)Πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με το κατ'ισχυρισμόν «πλέγμα» ή «σύστημα» που αναφέρεται στις παραγράφους 11 έως 13 της Ενόρκου Δηλώσεως Φιλιππίδη συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών αναφορικά με την ταυτότητα όλων των εμπλεκομένων οντοτήτων και φυσικών προσώπων και το ρόλο τους καθώς και τη χρονολογική σειρά με την οποία έλαβαν χώρα τα σχετικά γεγονότα. (
- xi)Κάθε συμφωνία, σύμβαση, εμπίστευμα ή άλλη διευθέτηση ή σχήμα οποιασδήποτε φύσεως, είτε γραπτή/γραπτό είτε προφορική/προφορικό, που παρουσιάζεται ή και φέρεται να συνάφθηκε ή να δημιουργήθηκε από τους Εναγομένους ή οποιαδήποτε θυγατρική εταιρεία των Εναγομένων ή οποιαδήποτε άλλη εταιρεία που ελέγχεται από τους Εναγομένους στη βάση οδηγιών που δόθηκαν εκ μέρους της Ενάγουσας ή και αναμεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων ή οποιασδήποτε θυγατρικής εταιρείας των Εναγομένων ή οποιασδήποτε άλλης εταιρείας που ελέγχεται από τους Εναγομένους, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε συμφωνιών, συμβάσεων, εμπιστευμάτων ή άλλων διευθετήσεων ή σχημάτων που αφορούν ή και σχετίζονται με: (α) το κατ'ισχυρισμόν «πλέγμα» ή «σύστημα» που αναφέρεται στις παραγράφους 11 έως 13 της Ενόρκου Δηλώσεως Φιλιππίδη, (β) τη σύσταση ή και τη δημιουργία ή και τη διεύθυνση των Κυπρίων Δανειοληπτών ή και των Κυπριακών Ιθυνουσών Εταιρειών ή οποιωνδήποτε εξ αυτών, (γ) τα Περιουσιακά Στοιχεία ή οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με αυτά. Β. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγομένους όπως, εντός 25 ημερών από την έκδοση του σχετικού Διατάγματος, παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας αντίγραφα όλων των εγγράφων που θα αναφέρονται ή και θα αποκαλύπτονται στην ένορκο δήλωση ή στις ένορκες δηλώσεις που αυτοί θα ορκιστούν, καταθέσουν και παραδώσουν σύμφωνα με την παράγραφο Α πιο πάνω, εκτός εάν τέτοια αντίγραφα θα επισυνάπτονται ήδη στις σχετικές ενόρκους δηλώσεις . Γ. Παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγομένους όπως, εντός 7 ημερών από την έκδοση του σχετικού Διατάγματος, δώσουν, είτε άμεσα είτε μέσω οποιασδήποτε θυγατρικής ή και συνδεδεμένης με αυτούς εταιρείας είτε μέσω των σχετικών εταιρειών που διευθύνονται και ελέγχονται από αυτούς, οδηγίες ή και εντολές προς κάθε τράπεζα στην οποία οποιοσδήποτε από τους Κύπριους Δανειολήπτες ή οποιαδήποτε από τις Κυπριακές Ιθύνουσες Εταιρείες διατηρεί ή διατηρούσε καθ'οιονδήποτε χρόνο οποιοδήποτε λογαριασμό να παράσχει ή και να δώσει στην Ενάγουσα πλήρεις λεπτομέρειες όλων των τραπεζικών λογαριασμών των οποίων ή σε σχέση με τους οποίους η Ενάγουσα καταγράφεται ή και παρουσιάζεται ως ο τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης (ultimate beneficial owner) καθώς και κάθε άλλη πληροφορία σε σχέση με τέτοιους λογαριασμούς ως η Ενάγουσα ήθελε ζητήσει και όπως επιβεβαιώσουν την παροχή τέτοιων οδηγιών ή και εντολών με γραπτή ειδοποίηση προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας.» Η Αίτηση και η ένσταση, ως επίσης και οι ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, είναι μακροσκελείς, ενώ τα τεκμήρια που τις συνοδεύουν είναι πολυάριθμα και πολυσέλιδα. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν έκρινα όμως σκόπιμο να αναφερθώ στο καθένα ξεχωριστά. Προσπάθησα να συνοψίσω τα γεγονότα και απέφυγα να προβώ στην παράθεση γεγονότων και λεπτομερειών που πιθανό να σύγχιζαν τον αναγνώστη και να μετέτρεπαν την απόφαση αχρείαστα μακροσκελή και, κατ΄ επέκταση, δυσνόητη. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου (solicitor) Daniel Vinh Wade Armstrong, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως Daniel Armstrong. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση, η οποία είναι παροχέας συμβουλευτικών εταιρικών υπηρεσιών, ως και υπηρεσιών θεματοφύλακα και εμπιστευματοδόχου, ενεπλάκη στην υλοποίηση ενός περίπλοκου δανειακού σχεδίου διά του οποίου μεγάλα ποσά που ανέρχονταν σε δισεκατομμύρια δολλάρια ΗΠΑ υπεξαιρέθηκαν δόλια από την Αιτήτρια κατά τη χρονική περίοδο 2007-2011. Η Αιτήτρια είναι τράπεζα, πρόκειται για μετοχική εταιρεία ανοικτού τύπου που συστάθηκε στη Ρωσία και έχει τα κεντρικά της γραφεία στη Μόσχα. Το 1995 εξαγοράστηκε από το Δήμο της Μόσχας. Ο τότε Δήμαρχος της Μόσχας διόρισε ως πρόεδρο της Τράπεζας τον Andrey Borodin και ως αντιπρόεδρο τον Dmitry Akulinin. Οι κκ Borodin και Akulinin ήταν μέλη του διευθυντικού συμβουλίου και του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας, ως επίσης και μέλη της επιτροπής δανεισμού που ήταν αρμόδια για την εξέταση και έγκριση δανείων. Το Φεβρουάριο του 2011 η JSC VTB Bank, Ρωσική τράπεζα, αγόρασε το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών που ο Δήμος της Μόσχας κατείχε στην Αιτήτρια. Η πλειοψηφία των μετοχών της JSC VTB Bank ανήκει στο Ρωσικό κράτος. Το Μάρτιο του 2011, μετά από λογιστικό έλεγχο που διενήργησε το Audit Chamber της Ρωσικής Ομοσπονδίας, διαφάνηκε ότι υπήρχε μεγάλο έλλειμμα στα οικονομικά της τράπεζας, πέραν των USD10.000.000.000. To έλλειμμα αυτό οφειλόταν σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Τον Απρίλιο του 2011 Ρωσικό δικαστήριο διέταξε την αναστολή της συμμετοχής των κκ. Borodin και Akulinin στη διοίκηση της Αιτήτριας, ενόψει των ποινικών ερευνών που διεξάγονταν σε σχέση με τα πιο πάνω δάνεια, τα οποία είχαν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Στη συνέχεια, τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, παύθηκαν και διέφυγαν στην Αγγλία, όπου και διαμένουν μέχρι σήμερα. Στα πρόσωπα αυτά έχει δοθεί από την Αγγλική Κυβέρνηση πολιτικό άσυλο. Μετά τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων του λογιστικού ελέγχου του Audit Chamber άρχισαν εσωτερικές έρευνες για να διακριβωθούν τα αίτια των τεραστίων ζημιών που έχει υποστεί η Αιτήτρια. Οι έρευνες αυτές, οι οποίες βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη, οδήγησαν την τράπεζα στο συμπέρασμα ότι οι κκ. Borodin και Akulinin, και πιθανό και άλλα τρίτα πρόσωπα, υπεξαίρεσαν δολίως από την τράπεζα τεράστια χρηματικά ποσά. Έρευνες του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσίας κατέδειξαν ότι οι κκ. Borodin και Akulinin προκάλεσαν τη χορήγηση δανείων από την Αιτήτρια σε Κυπριακές εταιρείες που ελέγχονταν από τους ιδίους. Η Αιτήτρια ζήτησε τη βοήθεια του δικηγορικού οίκου Hogan Lovells International LLP, στον οποίο ο κ. Armstrong είναι ανώτερος συνεργάτης, για την ανάκτηση των ποσών που είχαν υπεξαιρεθεί από την Αιτήτρια. Οι έρευνες του πιο πάνω οίκου φανέρωσαν ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες είχαν χορηγηθεί τα δάνεια στις εταιρείες Litisa Investments Limited ("Litisa") και Sostrefo Investments Limited ("Sostrefo") ήταν εξαιρετικά ύποπτες. Η Αιτήτρια προχώρησε στην καταχώρηση, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, της αγωγής 1832/2012, με την οποία ζητούσε την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, της Καθ΄ ης η Αίτηση και άλλων προσώπων, που συμμετείχαν στη διαχείριση των δύο πιο πάνω εταιρειών. Από τις πληροφορίες και τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα, προέκυψε ότι μεγάλα χρηματικά ποσά μεταφέρονταν σε τακτική βάση σε και από τους λογαριασμούς των δύο πιο πάνω εταιρειών από και προς άλλες υπεράκτιες εταιρείες και ότι τα δανειακά κεφάλαια που εμβάστηκαν τμηματικά από την Αιτήτρια στους λογαριασμούς των δύο αυτών εταιρειών, μεταφέρονταν αμέσως σε διάφορες άλλες εταιρείες. Από την ένορκη δήλωση δε του Γιώργου Φιλιππίδη, ανώτατου εκτελεστικού διευθυντή της εναγομένης, προέκυψε ότι τα δάνεια που είχαν χορηγηθεί από την Αιτήτρια προς τις εταιρείες Litisa και Sostrefo αποτελούσαν μέρος ενός «πλέγματος δανείων» που είχαν χορηγηθεί από την Αιτήτρια σε πενήντα δύο Κυπριακές εταιρείες. Οι κκ. Borodin και Akulinin είχαν δώσει οδηγίες προς την εναγομένη να συστήσει, και στη συνέχεια να διαχειρίζεται, τις πιο πάνω πενήντα δύο Κυπριακές εταιρείες, οι οποίες στη συνέχεια λάμβαναν δάνεια από την Αιτήτρια, το συνολικό ύψος των οποίων ανερχόταν σε USD2.100.000.000. Τα δανειακά αυτά κεφάλαια χρησιμοποιήθηκαν για να αγοραστούν περιουσιακά στοιχεία στη Ρωσία τα οποία ακολούθως μεταφέρθηκαν σε εμπίστευμα, το οποίο θα αναφέρεται στη συνέχεια ως «το εμπίστευμα». Επίτροπος του εμπιστεύματος ήταν η Καθ΄ ης η Αίτηση και δικαιούχοι αυτού διάφορα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και η Αιτήτρια. Σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση του Γιώργου Φιλιππίδη, η Καθ΄ ης η Αίτηση πάντοτε θεωρούσε ότι πελάτης της ήταν η τράπεζα, ήτοι η Αιτήτρια, και όχι η κκ. Borodin και Akulinin υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Η Αιτήτρια, σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση του Daniel Armstrong, δεν έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με το «πλέγμα δανείων» που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Φιλιππίδη. Τα μόνα στοιχεία που κατέχει η ίδια είναι τις φερόμενες συμφωνίες δανείου μεταξύ της ιδίας και αριθμού εταιρειών που συστάθηκαν και τυγχάνουν διαχείρισης από την Καθ΄ ης η Αίτηση και των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν στα πλαίσια του διατάγματος αποκάλυψης που εκδόθηκε εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Επισημαίνει επίσης ότι όταν οι κκ. Borodin και Akulinin απομακρύνθηκαν από την Αιτήτρια και διέφυγαν στην Αγγλία, πήραν μαζί τους τούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές που χρησιμοποιούσαν και το ηλεκτρονικό αρχείο που είχε δημιουργηθεί από τους ιδίους. Η Αιτήτρια ζήτησε, μέσω των νομικών της συμβούλων, από την Καθ΄ ης η Αίτηση διάφορες πληροφορίες σε σχέση με τα δάνεια που είχαν γίνει στις πενήντα δύο Κυπριακές εταιρείες, ως επίσης και σε σχέση με το εμπίστευμα. Η Καθ΄ ης η Αίτηση αρνήθηκε να δώσει τα εν λόγω στοιχεία και έθετε όρους. Επέμενε, μεταξύ άλλων, προτού δώσει οποιαδήποτε στοιχεία να της καταβληθούν αποζημιώσεις και να απαλλαγεί εκ των προτέρων από οποιαδήποτε ευθύνη. Την 14.5.2012 η Καθ΄ ης η Αίτηση απέστειλε προς την Αιτήτρια επιστολή, με την οποία της ανακοίνωναν τα πιο κάτω: ". we have effected transfer of all shares in all Russian property and investment owning companies acquired through Bank of Moscow loans to your Bank" και ό,τι ως αποτέλεσμα της σχετικής φερόμενης μεταβίβασης "the balance of the total loans of approximately USD1.65 billion plus assets is hereby fully settled as the net value of the assets by far exceeds this sum". Τους επόμενους δύο μήνες της απέστειλαν συνολικά τριάντα πέντε δηλώσεις εμπιστεύματος (declarations of trust), με τις οποίες διάφορες Κυπριακές εταιρείες οι οποίες ενεργούσαν ως εμπιστευματοπάροχοι (settlors) δήλωναν ότι κατείχαν διάφορα περιουσιακά στοιχεία για λογαριασμό και προς όφελος της Αιτήτριας. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι οι πιο πάνω δηλώσεις εμπιστεύματος είναι άνευ νομικής ισχύος κι ότι, κι αν ακόμα ήταν έγκυρες, τυχόν αποδοχή τους από την Αιτήτρια θα εξέθετε αυτή σε ενδεχόμενη ευθύνη για παράβαση της εφαρμοστέας νομοθεσίας περί παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Την τελευταία θέση της η Αιτήτρια τη στηρίζει στο γεγονός ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση αρνήθηκε να της δώσει πληροφορίες που αφορούσαν την ταυτότητα των τελικών δικαιούχων, ιδιοκτητών των φερόμενων εμπιστευματοπαρόχων. Ενόψει της επιμονής της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι οι δηλώσεις εμπιστεύματος ήταν έγκυρες και ότι ως αποτέλεσμα αυτών τα δάνεια που είχαν δοθεί στις Κυπριακές εταιρείες εξοφλήθηκαν πλήρως, καθώς και της συνεχιζομένης άρνησής της να δώσει στην Αιτήτρια τις πληροφορίες που της είχε ζητήσει, η τελευταία προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών αυτής, του Μάριου Φιερού. Η ένορκη δήλωση αποτελείται από εκατόν δέκα σελίδες. Με την ένστασή της η Καθ΄ ης η Αίτηση προβάλλει μεγάλο αριθμό ισχυρισμών. Ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι τα αιτούμενα διατάγματα εξυπηρετούν «αλλότρια πολιτικά κίνητρα». Η Αιτήτρια ήδη γνωρίζει τους υπευθύνους για την ισχυριζομένη υπεξαίρεση και θα μπορούσε να κινηθεί δικαστικώς εναντίον τους χωρίς τη μαρτυρία και τις πληροφορίες που ζητά με την υπό κρίση Αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, τα πιο πάνω στοιχεία δεν βρίσκονται στην κατοχή της Καθ΄ ης η Αίτηση. Πρόκειται για στοιχεία εμπιστευτικής φύσης και τυχόν αποκάλυψή τους θα αντίκειτο στις διατάξεις διαφόρων νόμων, θα παραβίαζε τα Άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Αιτήτρια ενεργεί, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, κακόπιστα, αυτό καταδεικνύουν οι ενέργειές της, ιδιαίτερα το γεγονός ότι απέρριψε την εισήγηση της Καθ΄ ης η Αίτηση για τη μεταβίβαση στο όνομά της περιουσιακών στοιχείων, το ύψος των οποίων υπερκαλύπτει τα δάνεια. Αναλυτική αναφορά στους λόγους ένστασης θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, όπου κριθεί αναγκαίο. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Daniel Armstrong, ημερομηνίας 20.6.2013. Την 8.11.2013, αφού προηγήθηκε σχετική αίτηση, διατάχθηκε από το Δικαστήριο η διαγραφή των παραγράφων 12, 19 και 24 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και της τελευταίας πρότασης της παραγράφου 17, στη βάση ότι αυτές περιείχαν επιχειρηματολογία και όχι γεγονότα. Ακολούθως, η Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Μάριου Φιερού, σε απάντηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Daniel Armstrong. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι τα διατάγματα που επιζητούνται αποσκοπούν στην αποκάλυψη πληροφοριών και εγγράφων, τα οποία είναι αναγκαία για να διαπιστώσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συστάθηκαν οι εταιρείες στις οποίες παραχωρήθηκαν τα δάνεια, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συστάθηκε το εμπίστευμα, τους όρους του εμπιστεύματος αυτού και την ταυτότητα των δικαιούχων και των προσώπων που έδιδαν τις σχετικές οδηγίες. Η αποκάλυψη των στοιχείων αυτών είναι επίσης αναγκαία για να πληροφορηθεί η Αιτήτρια πώς χρησιμοποιήθηκαν και τι απέγιναν τα τεράστια χρηματικά ποσά που δόθηκαν ως δάνεια, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αποκτήθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία που παρουσιάζονται να αποτελούν το αντικείμενο του εμπιστεύματος και την ταυτότητα των προσώπων στα οποία κατέληξαν τα σχετικά κεφάλαια. Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στις νομικές αρχές που έχουν καθιερωθεί στις αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs and Excise[1] και Bankers Trust v. Shapira[2], στις αρχές της επιείκειας και του δικαίου των συμβάσεων που διέπουν τα δικαιώματα πληροφόρησης των δικαιούχων εμπιστευμάτων και των αντιπροσωπευομένων/εντολέων και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Διατάγματα τέτοιας φύσεως εκδίδονται με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Norwich Pharmacal Co and Others v. Commissioners of Customs and Excise (ανωτέρω), επί της οποίας στηρίζεται και η υπό κρίση Αίτηση, όπου λέχθηκαν σχετικά τα πιο κάτω: "Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasions for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person for whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object was to find the identity of possible other defendants..." Η πιο πάνω νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή βάση αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της πράξης, έστω και αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών είναι να παρέχουν στον αιτητή βοήθεια, η οποία συνίσταται στην αποκάλυψη πληροφοριών. Προτού χορηγηθεί η αιτουμένη θεραπεία, ήτοι προτού αποκαλυφθούν οι πληροφορίες, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Mitsui & Co v Nexen Pertroleum UK Ltd[3]. «
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; And (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued". ................................ "I consider first whether the second condition is satisfied. I proceed in this judgment on the basis that the claimant needs further information which the defendant is likely to be able to provide before it can fully and properly plead a breach of the first limb . In a word the information sought is necessary to enable the action to be brought. ................................ In my judgment ., it is clear that the exercise of the jurisdiction of the court under Norwich Pharmacal against third parties who are mere witnesses innocent of any participation in the wrongdoing being investigated is a remedy of last resort. . The jurisdiction is only to be exercised if the innocent third parties are the only practicable source of information. The whole basis of the jurisdiction against them is that, unless and until they disclose what they know, there can be no litigation in which they can give evidence: see e.g. Lord Kilbrandon in Norwich Pharmacal
(1973)2 All ER 943, at 973, 975,
(1974)AC 133 at 203, 205. Whilst there is a public interest in achieving justice between disputing parties, there is also a public interest in not involving third parties if this can be avoided: see John Donaldson MR in Harrington v. North London Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666 at 670-671,
(1984)1 WLR 1293 at 1299. The Jurisdiction is both exceptional and only to be exercised when it is necessary: Lord Woolf CJ in Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193 at
(75). The necessity required to justify exercise of this intrusive jurisdiction is a necessity arising from the absence of any other practicable means of obtaining the essential information». Με βάση τα πιο πάνω, προκύπτει ότι για την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: Ι. Έχει διαπραχθεί ή υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση ότι κάποια παράνομη πράξη έχει διαπραχθεί σε βάρος του αιτητή από το βασικό αδικοπραγήσαντα. ΙΙ. Η αποκάλυψη των στοιχείων είναι αναγκαία για να διευκολυνθεί ο ενάγοντας στην καταχώρηση αγωγής εναντίον του. ΙΙΙ. Το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται διάταγμα πρέπει να έχει εμπλακεί αθώα ή μη με τρόπο ώστε να έχει διευκολύνει την παρανομία και να είναι σε θέση να παράσχει τις πληροφορίες για να καταστεί εφικτή η προσαγωγή του βασικού αδικοπραγήσαντα ενώπιον της δικαιοσύνης. IV. Το τρίτο μέρος, από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες, να είναι η μόνη πηγή πληροφόρησης. Οι αρχές της Norwich Pharmacal Co (ανωτέρω) σκοπό έχουν να διευκολύνουν τη διερεύνηση μιας παρανομίας, όχι όμως να υποβοηθήσουν «το ψάρεμα μαρτυρίας», δεν εκδίδεται δηλαδή τέτοιο διάταγμα στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν στοιχεία ότι έχει διαπραχθεί τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο αιτητής απλώς υποψιάζεται ότι έχει γίνει κάποια παρανομία σε βάρος του. Τα Κυπριακά Δικαστήρια, τα οποία εφαρμόζουν το δίκαιο της επιείκειας, έχουν εξουσία όπως χορηγούν τέτοιας φύσης διατάγματα, εκτός στις περιπτώσεις όπου η χορήγησή τους απαγορεύεται από το νόμο. Τα διατάγματα αυτά πρέπει όμως να εκδίδονται με φειδώ, μετά από πολλή περίσκεψη. Βοηθητική και διαφωτιστική επί του θέματος είναι η πρόσφατη απόφαση AVILA MANAGEMENT SERVICES LTD κ.ά και Frantisek Stepanek κ.ά[4], όπου γίνεται εκτενής αναφορά της Αγγλικής νομολογίας και αναλύονται οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες εκδίδονται τέτοιας φύσης διατάγματα. Επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι η έκδοσή τους τελεί υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Στην ίδια απόφαση τονίστηκε ότι δεν υπάρχει κώλυμα, ως θέμα αρχής, διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal να εκδοθούν προς υποβοήθηση λήψης στοιχείων και πληροφοριών για έγερση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά: «.. Με την πολυπλοκότητα των σύγχρονων εμπορικών δραστηριοτήτων, κατά τα διεξαγωγή των οποίων δυνατό να εμπλέκονται διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός και εκτός δικαιοδοσίας, θα ήταν πολύ περιοριστική η εμβέλεια του διατάγματος αν αποφασιζόταν να ισχύει μόνο για τις εντός της δικαιοδοσίας προτιθέμενες αγωγές. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί πάνω σε οποιαδήποτε νομική ή ακόμη και λογική βάση. Στη Smith Kline & French Laboratories Ltd v. Global Pharmaceuticals
(1986)RPC 394, η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στη United Company Rusal Plc and others v. HSBC Bank Plc and others
(2011)EWHC 404 (QB), αναγνωρίστηκε ότι διατάγματα αυτού του τύπου εναντίον ενός εναγομένου έχουν σκοπό να δώσουν τη δυνατότητα σε ενάγοντα να εντοπίσει τον αδικοπραγούντα ακόμη και σε ξένη χώρα, ώστε να εγερθεί εκεί σχετική διαδικασία χρησιμοποιώντας τα έγγραφα και τις πληροφορίες που αποκαλύφθηκαν σε άλλη δικαιοδοσία. Αρκεί το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει αδικοπραξία από άτομο ή άτομα τρίτα προς τη διαφορά ή τους διαδίκους σε μια αγωγή ώστε ο αιτούμενος το διάταγμα να εγείρει την αγωγή του ακόμη και στο εξωτερικό.» Προτού προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι πιο πάνω αρχές εφαρμόζονται στην υπό κρίση Αίτηση, κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου, Ν.14/60[5] και κατά πόσο θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω τις προδικαστικές ενστάσεις που έχει εγείρει η Καθ΄ ης η Αίτηση. Προδικαστικές Ενστάσεις. Η Καθ΄ ης η Αίτηση εισηγείται την απόρριψη της Αίτησης, καθότι αυτή στηρίζεται από ένορκη δήλωση στα Αγγλικά και δεν συνοδεύεται από μετάφραση του κειμένου στα Ελληνικά. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Faz Aviation Limited κ.ά.[6], όπου αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι «.. νομικά είναι επιτρεπτή τέτοια ένορκη δήλωση, στην Αγγλική δηλαδή γλώσσα αλλά το Δικαστήριο έχει και εξουσία να δώσει οδηγίες όπως αυτή μεταφραστεί στα Ελληνικά (βλ. τον περί Επισήμων Γλωσσών της Κυπριακής Δημοκρατίας Νόμο του 1988 - Ν.67/88, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 154/90). .» Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση Τόσκας v. BNP Paribas (Cyprus) Limited[7]. Η Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται επίσης ότι ο Daniel Armstrong δεν επιβεβαιώνει με την ένορκη δήλωσή του ότι η Αγγλική γλώσσα είναι η μητρική του ή ότι τη γνωρίζει. Δεν αποκλείεται επίσης η εν λόγω ένορκη δήλωση να γράφτηκε από τρίτο πρόσωπο και αυτός απλώς να την υπέγραψε. Το θέμα αυτό εξετάστηκε από αδελφό Δικαστή στα πλαίσια της αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και απορρίφθηκε[8]. Πέραν τούτου όμως, ο ομνύοντας στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του δηλώνει ρητά ότι η Αγγλική είναι η μητρική του γλώσσα και ότι αυτός ετοίμασε όλες τις ενόρκους δηλώσεις που υπέγραψε. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση του Daniel Armstrong είναι απαράδεκτη καθότι αυτή έχει γίνει από δικηγόρο και όχι από αξιωματούχο ή υπάλληλο της Αιτήτριας. Στην απόφαση Rybolovlev v. Rybolovleva[9], τονίστηκε ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας που να απαγορεύει την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων που γίνονται από δικηγόρους όταν υπάρχει ικανοποιητική εξήγηση που να δικαιολογεί το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο και όχι από τον ίδιο το διάδικο. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο οίκος Hogan and Lovells και ο ίδιος ο ομνύοντας προσωπικά, έλαβαν μέρος στη διερεύνηση των κατ΄ ισχυρισμών αδικοπραξιών σε βάρος της τράπεζας. Στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης μελέτησε τα έγγραφα και επιθεώρησε και ανέλυσε τα στοιχεία που είχαν συλλεχθεί για το σκοπό αυτό από τις διάφορες πηγές. Ο ρόλος του στη διερεύνηση, ως αναφέρει χαρακτηριστικά στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσής του, ήταν «ηγετικός» (leading role). Ο ομνύοντας επιπλέον είχε άμεση προσωπική εμπλοκή στην αγωγή 1832/2012, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα αποκάλυψης εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Ο ίδιος είχε προσωπική γνώση και όλων των γεγονότων που ακολούθησαν. Τα πιο πάνω αποτελούν κατά την άποψή μου ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση έγινε από το συγκεκριμένο πρόσωπο και όχι από αξιωματούχο ή υπάλληλο της Αιτήτριας. Λόγοι Ένστασης. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει είναι ο ισχυρισμός της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι τα έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη δεν βρίσκονται στην κατοχή της. Είναι η θέση της ότι όλα τα έγγραφα που ζητά η Αιτήτρια και αφορούν το Εμπίστευμα βρίσκονται στην κατοχή των καταπιστευματοδόχων, ενώ αυτά που αφορούν τους τραπεζικούς λογαριασμούς βρίσκονται στην κατοχή των δανειοληπτριών εταιρειών, τραπεζών και των καταπιστευματοδόχων του Διεθνούς Εμπιστεύματος. Επισημαίνω παρενθετικά ότι η θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι το Εμπίστευμα αποτελεί Διεθνές Εμπίστευμα δεν βρίσκει σύμφωνη την Αιτήτρια. Τα έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη, έχουν άμεση σχέση με την Καθ΄ ης η Αίτηση. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ζητά από την Καθ΄ ης η Αίτηση να αποκαλύψει έγγραφα που αφορούν τις συμβατικές σχέσεις των δύο εταιρειών, την αλληλογραφία που είχε ανταλλαγεί μεταξύ τους, ως επίσης και τα έγγραφα που αφορούν την ίδρυση και διαχείριση των εταιρειών/δανειοληπτριών και του Εμπιστεύματος. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα με βάση την ένορκη δήλωση του Μάριου Φιερού, σχετική είναι η παράγραφος 43, η Καθ΄ ης η Αίτηση ήταν αυτή που, ακολουθώντας τις οδηγίες που έλαβε από τη διεύθυνση της ενάγουσας, προέβη στην ίδρυση ενός «πλέγματος» εταιρειών στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Η συμμετοχή της Καθ΄ ης η Αίτηση δεν περιορίστηκε στην ίδρυση του πλέγματος αυτού, αλλά ήταν υπεύθυνη για τη διαχείριση των εταιρειών αυτών. Επισημαίνω, μεταξύ άλλων, ότι διοικητικοί σύμβουλοι των Κυπριακών εταιρειών, που ήσαν οι λήπτριες των δανείων που είχαν χορηγηθεί από την Αιτήτρια, ήταν αξιωματούχοι ή υπαλλήλοι της Καθ΄ ης η Αίτηση. Εξουσιοδοτημένοι δε υπογραφείς (authorised signatories) σε μεγάλο αριθμό εταιρειών ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με τα στοιχεία που αποκάλυψε η Λαϊκή Τράπεζα, αξιωματούχοι της Καθ΄ ης η Αίτηση. Η Καθ΄ ης η Αίτηση ήταν αυτή που, ακολουθώντας οδηγίες της Αιτήτριας, μεταξύ άλλων διαχειρίστηκε δάνεια ύψους USD2.400.000.000 και τα χρησιμοποίησε για την αποπληρωμή τόκων και την εξασφάλιση μετοχών και ακίνητης περιουσίας εκτός Κύπρου. Στην Καθ΄ ης η Αίτηση δόθηκαν επίσης οδηγίες για την ίδρυση Εμπιστεύματος το οποίο, σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση του Μάριου Φιερού, «. επικαλύπτει όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δάνεια, εξασφαλίσεις και άπαν ότι η ενάγουσα διεκδικεί με την αγωγή της αυτή». Οι Κυπριακές ιθύνουσες εταιρείες οι οποίες εκτέλεσαν τις φερόμενες δηλώσεις εμπιστεύματος, είναι όλες εταιρείες που ελέγχονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο από την Καθ΄ ης η Αίτηση. Τέλος, θα ήθελα να συμφωνήσω με την εισήγηση της Αιτήτριας ότι ο ισχυρισμός της Καθ΄ ης η Αίτηση, ότι αυτή δεν έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε έγγραφα, δεν συνάδει με τη δήλωση του Μάριου Φιερού, παρ. 137
(10)της ένορκης δήλωσής του ημερομηνίας 3.12.2012, ότι σε περίπτωση έκδοσης των επιδίκων διαταγμάτων η Καθ΄ ης η Αίτηση θα χρειαστεί έξι μήνες για να συγκεντρώσει τα σχετικά έγγραφα και ότι θα πρέπει να απασχολούνται είκοσι τουλάχιστον υπαλλήλοι της Καθ΄ ης η Αίτηση. Είναι επίσης ασυμβίβαστη με το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 24.5.2012, τεκμήριο DA6 της Ε.Δ. Armstrong, από την οποία προκύπτει ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση παρέδωσε στις Ρωσικές αρχές δώδεκα box files με σχετικά έγγραφα που αφορούσαν την επίδικη υπόθεση. Σημειώνω ότι η επιστολή υπογράφεται από το Γιώργο Φιλιππίδη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι προηγούμενες προσπάθειες της Αιτήτριας να εξασφαλίσει τα επίδικα έγγραφα και πληροφορίες προσέκρουσαν στην αρνητική στάση της Καθ΄ ης η Αίτηση. Η τελευταία ισχυριζόταν ότι η Αιτήτρια κατείχε ήδη κάποια στοιχεία, ενώ τα υπόλοιπα θα της τα αποκάλυπτε μόνο αν συμμορφωνόταν με τους όρους που της έθεσε. Μεταξύ των όρων ήταν η καταβολή αποζημιώσεων και η απαλλαγή της (της Καθ΄ ης η Αίτηση) από οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη. Διαφωτιστική επί του θέματος είναι και η επιστολή που απέστειλε ο δικηγόρος της Καθ΄ ης η Αίτηση, ημερομηνίας 20.2.2012, σε απάντηση της επιστολής που απέστειλε ο δικηγόρος της Αιτήτριας, με την οποία ζητούσε την αποκάλυψη των επιδίκων στοιχείων. Παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα της πιο πάνω επιστολής: «.. The information you are requesting under paragraph 1-6 page 2 of your fax, is mostly within the knowledge of your clients. ................................. The rest of the information can be provided upon a settlement along the lines we suggested in our correspondence to Mr. Triantafyllides. We do not consider in the absence of the settlement it is in the interest to the Trust that the information requested be provided to one of the beneficiaries. It is in the interest of the beneficiaries that a final settlement be reached in the context thereof the information shall be provided.» Η πιο πάνω στάση της Καθ΄ ης η Αίτηση, η οποία ζητούσε εξασφαλίσεις και την καταβολή αποζημιώσεων, προτού αυτή δώσει οποιαδήποτε στοιχεία στην Καθ΄ ης η Αίτηση, είναι ασυμβίβαστη με τη θέση που προβάλλει σήμερα, ήτοι ότι δεν κατέχει τα επίδικα στοιχεία. Η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι εταιρεία που παρέχει λογιστικές, φορολογικές και πολλές άλλες υπηρεσίες. Στα ενημερωτικά της έντυπα, που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, παρουσιάζεται ως εταιρεία που εργοδοτεί μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, έχει πολύ μεγάλο πελατολόγιο και διαχειρίζεται πολύ μεγάλα κεφάλαια. Είναι πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι μία εταιρεία του κύρους και του βεληνεκούς της Καθ΄ ης Αίτηση δεν διατήρησε στοιχεία σχετικά με τις επίδικες εταιρείες και τα δάνεια ή σε σχέση με το Εμπίστευμα. Είναι η θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι η αποκάλυψη των επιδίκων εγγράφων και πληροφοριών δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Η Αιτήτρια ήδη γνωρίζει τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την κατ΄ ισχυρισμό υπεξαίρεση μεγάλων ποσών υπό τη μορφή δανείων. Σκοπός των αιτουμένων διαταγμάτων, σύμφωνα πάντα με την Καθ΄ ης η Αίτηση, είναι η εξυπηρέτηση «αλλότριων πολιτικών κινήτρων». Είναι η θέση της ότι ο κύριος στόχος της Αιτήτριας, η οποία ελέγχεται από τη Ρωσική κυβέρνηση, είναι η πολιτική δίωξη πρώην αξιωματούχων της και συγκεκριμένα του πρώην δημάρχου της Μόσχας και των συνεργατών αυτού, οι οποίοι θεωρούνται ως οι «αιμοδότες της Ρωσικής Αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση Putin και Medvedev». Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η υπό κρίση Αίτηση γίνεται κακόπιστα και έχει ως σκοπό την εξασφάλιση μαρτυρίας για να επιτευχθεί η έκδοση των προσώπων αυτών στη Ρωσία. Το έργο αυτό όμως, σύμφωνα πάντα με την Καθ΄ ης η Αίτηση, αφορά τις Ρωσικές αρχές και όχι την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια «συνωμοτεί» εναντίον της και «εξαπόλυσε εκστρατεία εναντίον της για να αποκαλυφθούν απόρρητα εμπιστευτικά έγγραφα». Προς υποστήριξη και θεμελίωση των πιο πάνω θέσεων, γίνεται αναφορά στη σύλληψη και ανάκριση του Γιώργου Φιλιππίδη από τις Ρωσικές αρχές όταν ο τελευταίος βρισκόταν στη Ρωσία, μετά από ενέργειες της τράπεζας και τις κατηγορίες που ξεστόμισε εναντίον του διευθυντικό στέλεχος της Αιτήτριας. Ο τελευταίος τον κατηγόρησε ότι εμπλεκόταν σε «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος». Στην ένορκη δήλωση περιλαμβάνεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια «εξαγόρασε τους πρώην δικηγόρους της Καθ΄ ης η Αίτηση». Η Αιτήτρια απορρίπτει κατηγορηματικά τους πιο πάνω ισχυρισμούς περί κακοπιστίας της Αίτησης και ότι στόχος της ιδίας είναι πολιτικά κίνητρα. Αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με τη σύλληψη και ανάκριση του Γιώργου Φιλιππίδη και ότι «εξαγόρασε» οποιουσδήποτε δικηγόρους. Αρνείται επίσης τις κατηγορίες περί δυσφήμισης του πιο πάνω προσώπου. Παρενθετικά αναφέρω ότι το θέμα της κατ΄ ισχυρισμό δυσφήμισης είναι το αντικείμενο αγωγής που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Εν πρώτοις, θα ήθελα να επισημάνω ότι τα πιο πάνω δεν περιέχονται στο δελτίο τύπου που δημοσίευσε η ίδια η Καθ΄ ης η Αίτηση την 2.7.2012, τεκμήριο DA28 στην ένορκη δήλωση του Daniel Armstrong ημερομηνίας 7.9.
- Στο δελτίο τύπου που κυκλοφόρησε δύο μόνο μήνες πριν την καταχώρηση της Αίτησης, καμία αναφορά γίνεται σε πολιτικά κίνητρα στην κυβέρνηση Putin και Medvedev ή σε εκστρατεία εξόντωσης της ιδίας, το όλο θέμα παρουσιάζεται ως μια εσωτερική διαφορά μεταξύ της πρώην και της νυν διεύθυνσης της τράπεζας, εντελώς άσχετη με την ιδίαν. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «. As it is known the former management was removed in April 2011 following the takeover of the Bank by VTB. The incident caused extensive public and media attention and has prompted a number of investigations. Despite our good efforts to assist in finding a settlement to the conflict which is purely an internal dispute between the Bank's new and former management, Oneworld was caught in the cross-five and endured undue offence and harassment.» Το γεγονός δε ότι έχει δοθεί πολιτικό άσυλο στα δύο πρώην διευθυντικά στελέχη της Αιτήτριας/Τράπεζας, κκ. Borodin και Akulinin, θέμα στο οποίο έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση και βαρύτητα από την Καθ΄ ης η Αίτηση, δεν σημαίνει ότι και η παρούσα Αίτηση γίνεται αποκλειστικά για πολιτικά κίνητρα και σκοπό έχει την «εξόντωση» των δύο πιο πάνω προσώπων και των συνεργατών τους. Είναι πρόδηλο ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση συνειδητά παραγνωρίζει ότι πολύ μεγάλα ποσά συνολικού ύψους USD2.400.000.000, έχουν διοχετευτεί, υπό μορφή δανείων, κάτω από ύποπτες συνθήκες, σε μεγάλο αριθμό Κυπριακών εταιρειών, η σύσταση και διαχείριση των οποίων γινόταν από την ιδίαν. Από την ένορκη δήλωση του Daniel Armstrong προκύπτει ότι οι πρώην διευθυντές της Αιτήτριας, Borodin και Akulinin, όταν απομακρύνθηκαν από την τράπεζα, πήραν μαζί τους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που χρησιμοποιούσαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και το ηλεκτρονικό αρχείο που είχε δημιουργηθεί από τους ιδίους. Τα στοιχεία που κατέχει η Αιτήτρια σήμερα είναι πολύ περιορισμένα, κατέχει μόνο τις συμφωνίες δανείου μεταξύ της Τράπεζας και αριθμού εταιρειών τις οποίες σύστησε και διαχειρίζεται η Καθ΄ ης η Αίτηση και τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα δυνάμει διατάγματος στα πλαίσια της αγωγής 1832/
- Στα αρχεία της Αιτήτριας δεν υπάρχουν οποιαδήποτε έγγραφα αναφορικά με τη σύσταση και διαχείριση των εταιρειών/δανειληπτριών ή του Εμπιστεύματος. Η Αιτήτρια αγνοεί τις οδηγίες που είχαν δοθεί από την τότε διεύθυνση της Τράπεζας στην Καθ΄ ης η Αίτηση σε σχέση με τα πιο πάνω θέματα, αγνοεί πώς χρησιμοποιήθηκαν τα δάνεια που είχαν δοθεί και προς ποίους είχαν μεταφερθεί τα ποσά. Αγνοεί επίσης ποια περιουσιακά στοιχεία είχαν μεταφερθεί στο εμπίστευμα και ποιοι είναι οι δικαιούχοι αυτού. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια έχει ισχυρές υποψίες ότι οι κκ. Borodin και Akulinin, στους οποίους έχει δοθεί από την Αγγλική κυβέρνηση πολιτικό άσυλο, πιθανό να εμπλέκονται στην κατ΄ ισχυρισμό υπεξαίρεση των χρημάτων, δεν είναι λόγος για απόρριψη της Αίτησης. Τα στοιχεία που επιζητούνται είναι αναγκαία για να μπορέσει η Αιτήτρια να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε τυχόν δικαστική διαδικασία κρίνει σκόπιμο να προωθήσει εναντίον του προσώπου ή προσώπων, φυσικών ή νομικών, που εμπλέκονται στην αποξένωση των τεραστίων αυτών ποσών από την Τράπεζα. Πέραν τούτου όμως, η αποκάλυψη είναι αναγκαία για τον εντοπισμό, ιχνηλασία των χρημάτων που αποσπάστηκαν, κατ΄ ισχυρισμό, παράνομα από την Τράπεζα. Η χορήγηση πολιτικού ασύλου στα δύο πιο πάνω πρόσωπα, δεν αποτελεί εμπόδιο, κώλυμα, για την Αιτήτρια να διεξάγει έρευνες σε σχέση με το μεγάλο έλλειμμα κεφαλαίων που εντόπισε μετά την αλλαγή διεύθυνσης της τράπεζας, έστω κι αν στις έρευνες εμπλέκονται και τα δύο πιο πάνω πρόσωπα. Το κοινό Ευρωπαϊκό σύστημα για το άσυλο διασφαλίζει ότι κανείς δεν αποστέλλεται πίσω σε μέρος όπου θα υφίστατο δίωξη, αυτό όμως δεν εμποδίζει τη διεξαγωγή ερευνών, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και ποινικών, σε σχέση με το πρόσωπό του και δίωξης αυτού, αν κριθεί αναγκαίο. Τέτοια προστασία, όχι μόνο δεν προβλέπεται από τη Σύμβαση της Γενεύης[10] ή την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, που προστατεύει τα δικαιώματα των προσφύγων, αλλά είναι και ασυμβίβαστη με τις Οδηγίες 2005/85 ΕΚ και 2004/83/ΕΚ που αφορούν την ανάκληση της ιδιότητας κάποιου προσώπου ως πρόσφυγα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 13 της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ, προβλέπει ότι η ιδιότητα κάποιου προσώπου ως πρόσφυγα δύναται να ανακληθεί αν αυτός καταδικαστεί για τη διάπραξη κάποιου σοβαρού εγκλήματος. Δεν εννοείται βέβαια η καταδίκη ενός προσώπου για ποινικό αδίκημα χωρίς να προηγηθεί ποινική έρευνα. Το γεγονός ότι οι υποψίες της Αιτήτριας είναι δυνατό να στρέφονται και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση, δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη του αιτήματος[11]. Τέτοιας φύσης διατάγματα δεν εκδίδονται μόνο εναντίον τρίτων, αθώων προσώπων, αλλά και εναντίον προσώπων που δυνατό να εμπλέκονται στην παρανομία. Η Καθ΄ ης η Αίτηση στηρίζει την εισήγησή της ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη και στο γεγονός ότι η Αιτήτρια απέρριψε την πρότασή της για τη μεταβίβαση στο όνομά της περιουσιακών στοιχείων, το ύψος των οποίων υπερκαλύπτει - σύμφωνα πάντα με την ιδίαν - τα δάνεια, ως επίσης και την πρότασή της για διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή των περιουσιακών στοιχείων. Τα πιο πάνω δεν υποδηλώνουν, κατά την άποψή μου, κακοπιστία. Εξάλλου, η Αιτήτρια εξήγησε με σαφήνεια στην Καθ΄ ης η Αίτηση γιατί δεν μπορούσε να δεχθεί τη μεταβίβαση των στοιχείων αυτών. Η άρνησή της στηρίζεται επί νομικών θεμάτων, αμφισβητεί την εγκυρότητα των Δηλώσεων Εμπιστεύματος και ανησυχεί ότι αποδοχή περιουσίας για την οποία δεν κατέχει επαρκή στοιχεία, δυνατό να συνιστά παράβαση της νομοθεσίας που αφορά την παρεμπόδιση και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Απορρίπτω επίσης ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της Καθ΄ ης η Αίτηση, που περιέχεται στην ένορκη δήλωση του Μ. Φιερού, ότι η Αιτήτρια προωθεί παράλληλες διαδικασίες κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων αντί να τα παραλάβει σε «συμφωνηθείσα εκτίμηση» για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της ότι τα περιουσιακά στοιχεία δεν καλύπτουν το υπόλοιπο των USD1.500.000.
- H Αιτήτρια, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα Μ. Φιερού, εξανέμισε περιουσία USD3.300.000.000 για να ενισχύσει τη θέση της ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε στοιχεία. Ο συλλογισμός αυτός στερείται λογικής βάσης. Η Καθ΄ ης η Αίτηση υποστηρίζει επίσης ότι όλα τα δάνεια έχουν αποπληρωθεί και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προωθεί οποιαδήποτε διαδικασία είσπραξης οποιουδήποτε ποσού. Κατά πόσο τα δάνεια έχουν αποπληρωθεί ή όχι είναι ερώτημα που δεν θα μπορούσε να απαντηθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, καθότι η Αιτήτρια δεν κατέχει στοιχεία για τα δάνεια αυτά. Αυτός είναι και ο λόγος που ζητά τις λεπτομέρειες που αφορούν τα δάνεια, παράγραφοι Α(VII), υποπαράγραφοι (α) μέχρι (ζ), και (VIII), υποπαράγραφοι (α) μέχρι (δ). Η Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποκάλυψη πληροφοριών που αφορούν το Διεθνές Εμπίστευμα αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 11 του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου του 1992 (Ν. 69(Ι)/1992), ως αυτός έχει τροποποιηθεί. Παραθέτω αυτούσιες τις σχετικές πρόνοιες για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «11
(1). Τηρουμένων των όρων του ιδρυτικού εγγράφου διεθνούς εμπιστεύματος και αν το δικαστήριο δεν εκδώσει διάταγμα για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(2), ο επίτροπος, προστάτης επιθεωρητής εφαρμογής εμπιστεύματος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων, δε δύναται να αποκαλύπτει σε κανένα πρόσωπο που δεν δικαιούται κατά νόμο να γνωρίζει έγγραφα ή πληροφορίες: (α) Με τα οποία αποκαλύπτεται το όνομα του εμπιστευματοπάροχου ή οποιουδήποτε από τους δικαιούχους (β) με τα οποία αποκαλύπτονται οι διαβουλεύσεις του επιτρόπου για τον τρόπο με τον οποίο ασκήθηκε εξουσία ή ευχέρεια ή εκτελέσθηκε καθήκον παραχωρημένο ή επιβαλλόμενο από το δίκαιο ή τους όρους του διεθνούς εμπιστεύματος (γ) με τα οποία αποκαλύπτεται ο λόγος για οποιαδήποτε συγκεκριμένη άσκηση τέτοιας εξουσίας ή ευχέρειας ή εκτέλεσης καθήκοντος ή τα στοιχεία στα οποία ο προαναφερθείς λόγος είχε στηριχθεί ή μπορούσε να είχε στηριχθεί (δ) με τα οποία σχετίζεται η άσκηση ή η προτιθέμενη άσκηση τέτοιων εξουσιών ή ευχερειών ή η εκτέλεση ή η προτιθέμενη εκτέλεση τέτοιου καθήκοντος (ε)τα οποία σχετίζονται ή αποτελούν μέρος των λογαριασμών διεθνούς εμπιστεύματος ..................................
(2)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3), δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί πολιτική ή ποινική διαδικασία δύναται με διάταγμα να επιτρέψει την αποκάλυψη των εγγράφων ή πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο 1 ύστερα από αίτηση η οποία υποβάλλεται από μέρος στην πιο πάνω πολιτική ή ποινική διαδικασία, ανάλογα με την περίπτωση.
(3)Το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(2), αν πεισθεί ότι η αποκάλυψη των εγγράφων ή πληροφοριών που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)είναι ουσιαστικής σημασίας για την έκβαση της διαδικασίας.» Με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι δεν απαγορεύεται η αποκάλυψη πληροφοριών που αφορούν το Διεθνές Εμπίστευμα, απλώς θέτει ως προϋπόθεση την έκδοση σχετικού δικαστικού διατάγματος. Το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα αν πεισθεί ότι αυτό είναι ουσιαστικής σημασίας για την έκβαση της ποινικής ή πολιτικής διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιόν του. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το συγκεκριμένο Εμπίστευμα δεν αποτελεί Διεθνές Εμπίστευμα και ως εκ τούτου, εν πάση περιπτώσει, οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου του Νόμου, επί των οποίων βασίζεται η ένσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση, καμία εφαρμογή έχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου, δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω το θέμα αυτό και να προβώ σε τελικό πόρισμα επί τούτου στο στάδιο αυτό, ήτοι στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης. Η Καθ΄ ης η Αίτηση επικαλείται και το τραπεζικό απόρρητο. Είναι η θέση της ότι εμποδίζεται από το άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/1997, να αποκαλύψει τις αιτούμενες πληροφορίες. Παραθέτω αυτούσιο το εδάφιο 1 του εν λόγω άρθρου για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «29
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της». Το πιο πάνω εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε διάφορες περιπτώσεις οι οποίες καταγράφονται στο εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου, μεταξύ των οποίων είναι και η περίπτωση όπου η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Η καταστολή δολίων και ή παρανόμων πράξεων, εμπίπτει στην κατηγορία αυτή και υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης πελάτη και τράπεζας. Σχετική επί του θέματος είναι η Αγγλική υπόθεση Tournier ν. National Provincial and Union Bank of England Ltd[12]. Παρενθετικά αναφέρω ότι άρση του τραπεζικού απορρήτου για λόγους δημοσίου συμφέροντος αποτελεί αρχή του Κοινοδικαίου που ο Κύπριος νομοθέτης εισήγαγε στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο και κατά συνέπεια η Αγγλική νομολογία επί του θέματος είναι άκρως βοηθητική[13]. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Banker's Trust Co ν. Shapira & Others[14], σε τέτοιες περιπτώσεις ο αιτητής έχει το δικαίωμα να ανασηκώσει το μάνταλο από την πόρτα του τραπεζίτη και ο τελευταίος δεν έχει το δικαίωμα να του κλείσει την πόρτα. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Beige Pour L' Etranger v. Hambrouck
(1921)1 K.B. 321 at 325. The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank see Initial Services Ltd v. Putterill
(1968)1 Q.B. 396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it». Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συστάθηκαν οι Κυπριακές εταιρείες και το Εμπίστευμα, ως επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες χορηγήθηκαν τα δάνεια, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ήταν παράνομες και σκοπό είχαν την υπεξαίρεση με έντεχνο τρόπο από την Αιτήτρια/Τράπεζα πολλών κεφαλαίων, το συνολικό ύψος των οποίων ανέρχεται σε USD2.400.000.000. Η αποκάλυψη των πληροφοριών αυτών, που σκοπό έχουν την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, υπερέχει έναντι οποιασδήποτε εμπιστευτικής σχέσης μεταξύ τράπεζας-πελάτη. Τα έγγραφα που ζητά η Αιτήτρια να αποκαλυφθούν καλύπτονται, σύμφωνα πάντα με την Καθ΄ ης η Αίτηση, και από το προνόμιο του απορρήτου της επικοινωνίας που προστατεύεται από το Άρθρο 17 του Συντάγματος. Παραβιάζεται επίσης το Άρθρο 15 του Συντάγματος. Αρχίζοντας από το τελευταίο Άρθρο, Άρθρο 15 του Συντάγματος, παρατηρώ ότι είναι πολύ αμφίβολο αν το συγκεκριμένο άρθρο έχει οποιαδήποτε εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Το Άρθρο 15 προστατεύει το δικαίωμα του πολίτη όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνει σεβασμού. Το δικαίωμα αυτό εκτείνεται και στην επαγγελματική ζωή ενός ατόμου, όχι όμως και σε τραπεζικά έγγραφα. Χρήσιμη ανάλυση επί του θέματος γίνεται στην Edrinotio Ltd[15] από το Δικαστή Γ. Ερωτοκρίτου. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα, το οποίο υιοθετήθηκε πρόσφατα και στη Melouskia Commercial Ltd και Chumochenko Alisa (πιο πάνω): «Έρχομαι τώρα στο Άρθρο 15 του Συντάγματος και στο αντίστοιχο άρθρο 8 του ΕΣΔΑ τα οποία προστατεύουν το δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Εδώ μας αφορά η ιδιωτική ζωή, η οποία περιλαμβάνει και την επαγγελματική ζωή ενός ατόμου. Αν και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Niemiety v. Germany, απόφαση ημερ. 16.12.92, Series A. No 251-B, σελ. 33-34 έδειξε δισταγμό στο να εξαιρέσει από τις πρόνοιες του άρθρου 8 της Σύμβασης τις επαγγελματικές ή επιχειρηματικές δραστηριότητες ενός ατόμου, εντούτοις δεν έχω πειστεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, που το διάταγμα αποκάλυψης αφορά σε τραπεζικά έγγραφα και όχι σε έγγραφα προσωπικής ή ιδιωτικής φύσης, μπορεί να τεθεί θέμα παραβίασης του Άρθρου 15 του Συντάγματος και του άρθρου 8 της Σύμβασης. Αλλά ακόμα και εάν ετίθετο ένα τέτοιο θέμα θα καλύπτετο από τις εξαιρέσεις των εδαφίων
(2)των Άρθρων 15 του Συντάγματος και 8 της Σύμβασης, που αφορούν μεταξύ άλλων, στο συμφέρον της πολιτείας για διατήρηση της δημόσιας τάξεως ή προστασίας των δικαιωμάτων άλλων προσώπων που προστατεύονται από το Σύνταγμα.» Το Άρθρο 17 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα σεβασμού και διασφαλίσεως του απορρήτου της αλληλογραφίας, ως και πάσης άλλης επικοινωνίας αυτού, εφόσον η τοιαύτη επικοινωνία διεξάγεται διά μέσων μη απαγορευομένων υπό του νόμου. Παρόμοια εισήγηση είχε προβληθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση
- Penderhill Holdings Limited κ.ά. και Ιωάννη Κλουκίνα[16]. Οι εφεσείοντες είχαν διαταχθεί να αποκαλύψουν όλα τα στοιχεία, το ιδιοκτησιακό καθεστώς, ως επίσης και τον τελικό δικαιούχο της εναγομένης
- Στο ίδιο πλαίσιο υποχρεώνονταν να αποκαλύψουν ταυτότητες, διευθύνσεις, έγγραφα καταπιστεύματος και έγγραφα που αφορούσαν τους τραπεζικούς λογαριασμούς τριών εναγομένων. Ήταν η θέση των εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε προσγεγγίσει λανθασμένα το θέμα της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών και ότι το διάταγμα που εκδόθηκε αντίκειτο στις πρόνοιες του Άρθρου 17 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς και τόνισε ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας και της αρχής του απορρήτου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη ή πελάτη- παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες. Σε πιο πρόσφατη υπόθεση Omar v. Omar
(1995)1 W.L.R. 1428, το Δικαστήριο επέτρεψε τη χρήση των εγγράφων όχι μόνο για τους σκοπούς της αξίωσης των εναγόντων για εντοπισμό των περιουσιακών τους στοιχείων αλλά και για άλλες απαιτήσεις με παράλληλες αγωγές σε άλλες χώρες.» Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω όμως, παρατηρώ και τονίζω ότι όλα τα έγγραφα και στοιχεία που ζητούνται αφορούν την ίδια την Αιτήτρια και όχι κάποιο τρίτο πρόσωπο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τίθεται θέμα παραβίασης οποιασδήποτε εμπιστευτικής σχέσης ή της αρχής του τραπεζικού απορρήτου ή παραβίασης οποιωνδήποτε άρθρων του Συντάγματος. Παρενθετικά αναφέρω ότι ο ισχυρισμός του Μ. Φιερού ότι η Αιτήτρια δεν είναι δικαιούχος του Εμπιστεύματος, καθότι η ιδιότητά της αυτή συναρτάται με το κατά πόσο αυτή είναι μέτοχος και ή πραγματικός δικαιούχος στις τράπεζες Eesti Krediidipank από την Εσθονία και Latvijas Biznesa Banka AS από τη Λατβία, δεν συνάδει με τις υπόλοιπες θέσεις του, μεταξύ των οποίων και της παραδοχής του ότι το Εμπίστευμα συστάθηκε με οδηγίες της Αιτήτριας και η Καθ΄ ης η Αίτηση το διαχειριζόταν με βάση της οδηγίες της πρώτης. Πέραν τούτου, αντικρούεται από τα στοιχεία που αποκάλυψε η Λαϊκή Τράπεζα, στα πλαίσια της αγωγής 1832/
- Σε επιστολή της ημερομηνίας 30.3.2012 προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «Από τα στοιχεία που έχουμε συγκεντρώσει μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι οι τελικοί δικαιούχοι ιδιοκτήτες των μετοχών της κάθε μίας εκ των εταιρειών που αναφέρονται στο Παράρτημα «Β» του Διατάγματος («Οι Εταιρείες») είναι η τράπεζα Eesti Krediidipank από την Εσθονία, η τράπεζα Latvijas Biznesa Banka AS από τη Λατβία, οι μέτοχοι των εν λόγω τραπεζών και οποιοδήποτε πρόσωπο ελέγχεται από τις εν λόγω τράπεζες ή τους μετόχους τους. Από τα στοιχεία που έχουμε συγκεντρώσει μέχρι σήμερα, ο κύριος τελικός μέτοχος των πιο πάνω τραπεζών είναι η OJSC Bank of Moscow». Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να γίνεται εισήγηση ότι η αποκάλυψη των στοιχείων παραβιάζει το Νόμο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Ν.138(Ι)/
- Είναι αδιανόητο να γίνεται επίκληση των πιο πάνω αρχών όταν όλα τα στοιχεία και οι πληροφορίες που ζητούνται αφορούν άμεσα την Αιτήτρια. Με απλά λόγια, η Αιτήτρια ζητά πληροφορίες που αφορούν την ιδία. Πρόκειται για στοιχεία τα οποία θα έπρεπε κανονικά να βρίσκονται αρχειοθετημένα στα γραφεία της, αυτά όμως κάτω από ύποπτες συνθήκες έχουν εξαφανιστεί. Τα διατάγματα στις παραγράφους (Ι), (ΙΙ) αφορούν έγγραφα τα οποία είχαν αποσταλεί από την ίδια την Αιτήτρια και ή από πρόσωπα που την εκπροσωπούσαν προς την Καθ΄ ης η Αίτηση και τις θυγατρικές της εταιρείες. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την παράγραφο (ΙΙΙ), με την οποία ζητούνται στοιχεία των πληρωμών που έγιναν εκ μέρους της Αιτήτριας προς την Καθ΄ ης η Αίτηση ή προς τις θυγατρικές της εταιρείες. Με τις παραγράφους (IV) ζητούνται πληροφορίες σε σχέση με το Εμπίστευμα που, σύμφωνα με τη θέση της ίδιας της Καθ΄ ης η Αίτηση, συστάθηκε μετά από οδηγίες της ιδίας της Αιτήτριας. Η τελευταία ήταν επίσης εκείνη που έδιδε οδηγίες σε σχέση με τη διαχείριση του Εμπιστεύματος. Η παράγραφος (VI), υποπαραγράφοι (α) μέχρι (ε), αφορά αποκάλυψη στοιχείων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της κάθε μίας από τις φερόμενες Δηλώσεις Εμπιστεύματος (Declarations of Trust) υπέρ και ή προς όφελος της Αιτήτριας, ενώ οι παράγραφοι (VII), υποπαραγράφοι (α) μέχρι (ζ) και παράγραφος (VIII), υποπαραγράφοι (α) μέχρι (δ), αφορούν αποκάλυψη στοιχείων που σχετίζονται με τα δάνεια που οφείλονται προς την Τράπεζα της Μόσχας, ήτοι την Αιτήτρια, δυνάμει διαφόρων συμφωνιών δανείου προς Κυπριακές Εταιρείες που διευθύνονται από την Καθ΄ ης η Αίτηση. Στην ουσία η Αιτήτρια ζητά στοιχεία που αφορούν δικά της περιουσιακά στοιχεία και δάνεια που η ίδια έχει χορηγήσει. Οι παραγράφοι (VIII), (IX) και (X) αφορούν αποκάλυψη στοιχείων σε σχέση με τους Κύπριους δανειολήπτες, τις Κυπριακές ιθύνουσες εταιρείες, ως επίσης και το «πλέγμα» ή το σύστημα που αναφέρεται στις παραγράφους 11 ως 13 της ενόρκου δηλώσεως του Γιώργου Φιλιππίδη. Υπενθυμίζω ότι οι «Κύπριοι δανειολήπτες» είναι εταιρείες που συστάθηκαν από την Καθ΄ ης η Αίτηση μετά από οδηγίες της Αιτήτριας. Η Καθ΄ ης η Αίτηση είχε αναλάβει και τη διαχείριση των εταιρειών αυτών, πάλι με οδηγίες της Αιτήτριας και για λογαριασμό της τελευταίας. Άμεση σχέση με την Αιτήτρια έχουν και τα στοιχεία της παραγράφου ΧΙ, καθότι πρόκειται για συμφωνίες, εμπιστεύματα ή «άλλη διευθέτηση ή σχήμα», ως αναφέρεται χαρακτηριστικά, που έγινε με οδηγίες της ιδίας της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου για να εντοπίσει τα τεράστια χρηματικά ποσά που έχουν διοχετευθεί υπό μορφή δανείων σε διάφορες εταιρείες. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ευρείες και στηρίζονται στο δίκαιο της επιείκειας. Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, 5η έκδοση, σελ. 695 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «The court has an equitable jurisdiction to find out what has happened to missing trust funds: Ά court of equity has never hesitated to use the strongest powers to protect and preserve a trust fund in interlocutory proceedings on the basis that, if the trust fund disappears by the time the action comes to trial, equity will have been invoked in vain'. This is a separate principle from the Norwich Pharmacal principle and has a different purpose. It enables orders to be made against a defendant and against innocent third parties for the purpose of protecting the claimant's substantive rights to the fund. The courts have adopted this principle in tracing actions for justifying interlocutory orders made at any stage of the proceedings requiring those who may have information (including documents) about what has happened to particular assets, and who have been involved in their disposal, to provide that information to the claimant. This has included orders made against banks for disclosure of information about assets. When the claimant has the right to shares in a company and the assets in the company have gone missing, the court can disregard the corporate veil and grant orders designed to reveal what has happened to the company's assets or their proceeds. There is also the Norwich Pharmacal principle. In a case in which trust assets have been transferred and are missing, both principles can apply. The relief can be granted on an application made without notice and may take the form of a search order, but more usually is granted as against the third party on an application made with notice. Although it is not essential, the person from whom information is sought is usually joined as a defendant in the action.» Η Καθ΄ ης η Αίτηση επικαλείται επίσης το δικαίωμα της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησης. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι το τεκμήριο της αθωότητας περιέχει σιωπηρά το δικαίωμα της σιωπής και, συνακόλουθα, το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης. Το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης υποδηλώνει ότι οι διωκτικές αρχές δεν πρέπει να καταφεύγουν σε μαρτυρία η οποία να έχει εξασφαλιστεί κατόπιν εξαναγκασμού ή καταπίεσης του κατηγορουμένου και παρά τη θέλησή του. Το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης δεν αποκλείει όμως τη χρήση μαρτυρικού υλικού, το οποίο αν και έχει ως πηγή τον κατηγορούμενο, εντούτοις, υπάρχει εξ αντικειμένου και ανεξάρτητα από τη θέλησή του. Υπάρχει διάκριση μεταξύ προφορικής και πραγματικής μαρτυρίας για τους σκοπούς του δικαιώματος της μη αυτοενοχοποίησης. Το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης περιορίζεται στην προφορική μαρτυρία και δεν επεκτείνεται στην πραγματική μαρτυρία. Βλέπετε σχετικά την Κυπριακή απόφαση Δημοκρατία v. Αβρααμίδου[17] και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Saunders v. United Kingdom[18] και Heaney & McGuinness v. Ireland[19]. Στην απόφαση Saunders (ανωτέρω) αναφέρονται χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «
- The Court recalls that, although not specifically mentioned in Article 6 of the Convention, the right to silence and the right not to incriminate oneself, are generally recognized international standards which lie in the heart of the notion of a fair procedure under Article
- Their rationale lies, inte alia, in the protection of the accused against improper compulsion by the authorities thereby contributing to the avoidance of miscarriage of justice and to the fulfillment of the aims of Article
- The right not to incriminate oneself, in particular, presupposes that the prosecution in a criminal case seeks to prove their case against the accused without resort to evidence obtained through methods of coercion or oppression in defiance of the will of the accused. In this sense the right is closely linked to the presumption of innocence in Article 6
(2)of the Convention. 69. The right not to incriminate oneself is primarily concerned, however with respecting the will of an accused person to remain silent. As commonly understood in the legal systems of the Contracting Parties to the Convention and elsewhere, it does not extend to the use in criminal proceedings of material which may be obtained from the accused through the use of compulsory powers but which has an existence independent of the will of the suspect such as, inter alia, documents acquired pursuant do a warrant, breath, blood and urine samples and bodily tissue for the purpose of DNA testing". Η διαφοροποίηση που έγινε στην πιο πάνω απόφαση μεταξύ προφορικής και πραγματικής μαρτυρίας για τους σκοπούς του δικαιώματος της σιωπής, και συνακόλουθα της μη αυτοενοχοποίησης, επιβεβαιώθηκε και στη μεταγενέστερη απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στη Heaney & McGuinness v. Ireland (πιο πάνω) και υιοθετήθηκε και εφαρμόστηκε από το Ανακτοβούλιο στη Brown v. Stott[20]. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, και αφού έλαβα υπόψη το γεγονός ότι οι πληροφορίες που επιζητούνται περιέχονται σε έγγραφα τα οποία αποτελούν πραγματική και όχι προφορική μαρτυρία, καταλήγω ότι δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται, μεταξύ των οποίων είναι κατά πόσο ένα νομικό πρόσωπο δύναται να εγείρει το δικαίωμα αυτό ή κατά πόσο το δικαίωμα αυτό δύναται να εγείρεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, εφόσον Αιτήτρια είναι τράπεζα και όχι οι διωκτικές αρχές της χώρας. Προβλήθηκε επίσης ως λόγος ένστασης ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα καθότι οι θεραπείες που καλύπτουν είναι ταυτόσημες με τις θεραπείες που επιζητούνται με την αγωγή. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι είναι ανεπιθύμητη η έκδοση προσωρινού διατάγματος που θα ισοδυναμούσε με την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής[21]. Παρά ταύτα όμως, το ανεπιθύμητο δεν εξισούται με απαγόρευση. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Avila Management Services Ltd v. Frantisek Stepanek (ανωτέρω): «. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, ανωτέρω). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015).» Τέλος, η Καθ΄ ης η Αίτηση εισηγείται ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα πρέπει να εκδοθούν καθότι θα είναι δύσκολος ο εντοπισμός και η συλλογή των στοιχείων και θα χρειαστεί πέραν των έξι μηνών για να φέρει εις πέρας τη συγκεκριμένη εργασία. Έχοντας υπόψη μου τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, πιστεύω ότι τα πιο πάνω αποτελούν πρόσχημα για να αποφύγει την αποκάλυψη των επιδίκων στοιχείων. Η Καθ΄ ης η Αίτηση ασχολείται, ως ανάφερα και ανωτέρω, με την προσφορά υπηρεσιών σε εταιρείες, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Ως αναφέρει στα ενημερωτικά της έντυπα, εργοδοτεί μεγάλο αριθμό προσοντούχων προσώπων και διαχειρίζεται τεράστια κεφάλαια. Δεν πρόκειται για μια μικρή εταιρεία, μία «συνοικιακή επιχείρηση», αλλά μια εταιρεία που διεξάγει εργασίες και προσφέρει υπηρεσίες σε μεγάλους οργανισμούς παγκοσμίως. Καταλήγω ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι σε θέση να συλλέξει τα στοιχεία εντός ευλόγου χρόνου. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι ποσό άνω των USD2.000.000.000 αποσπάστηκε με επιλήψιμο τρόπο από την Αιτήτρια/Τράπεζα κατά την περίοδο 2007-2011. Σημαντικό μέρος αυτού κατέληξε σε Κυπριακές εταιρείες υπό μορφή δανείων. Μέρος των κεφαλαίων αυτών έχουν διατεθεί για αγορά περιουσιακών στοιχείων. Η Αιτήτρια, ως αναφέρω αναλυτικά πιο πάνω, δεν κατέχει τα στοιχεία που αφορούν το πλέγμα των δανείων αυτών, ούτε στοιχεία σε σχέση με το Εμπίστευμα. Τα στοιχεία αυτά είναι αναγκαία για να μπορέσει η Αιτήτρια να εντοπίσει ποιοι ευθύνονται για το έλλειμμα αυτό και να συλλέξει την αναγκαία μαρτυρία ώστε να κινηθεί δικαστικώς εναντίον των αδικοπραγούντων. Πέραν τούτου, τα στοιχεία αυτά είναι αναγκαία για να μπορέσει η Αιτήτρια να εντοπίσει τα κεφάλαια που φαίνεται να έχουν αποσπαστεί από την τράπεζα κάτω από ύποπτες συνθήκες. Τα επίδικα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, δεικνύουν επίσης ότι υπάρχει σοβαρή διαφορά προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα δικαιώματος σε επιτυχή θεραπεία. Οι θεραπείες δε που ζητούνται είναι τέτοιας φύσης που θα είναι πολύ δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Χωρίς τα διατάγματα θα είναι δύσκολος και ή αδύνατος ο εντοπισμός και η ανάκτηση των τεραστίων κεφαλαίων που αποσπάστηκαν παράνομα από την Αιτήτρια και να καταστεί δυνατή η επιτυχής προώθηση δικαστικών διαδικασιών εναντίον των αδικοπραγούντων. Κατ΄ επέκταση, θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο[22]. Η Καθ΄ ης η Αίτηση, ως ανάφερα επανειλημμένα, ανωτέρω, ήταν αυτή που είχε λάβει οδηγίες για τη σύσταση και διαχείριση των Κυπριακών εταιρειών και αυτή που σύστησε και διαχειριζόταν το Εμπίστευμα. Λόγω της πιο πάνω ανάμειξής της, είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες. Η Αιτήτρια ζήτησε επανειλημμένα από την Καθ΄ ης η Αίτηση να αποκαλύψει τα επίδικα έγγραφα και στοιχεία, η τελευταία όμως αρνείτο να το πράξει εκτός αν η Αιτήτρια ικανοποιούσε τους όρους που της είχε θέσει. Η χορήγηση των δανείων σε μεγάλο αριθμό εταιρειών, εγγεγραμμένων σε διάφορα μέρη του κόσμου, το περίπλοκο των συναλλαγών και η πολυπλοκότητα των δοσοληψιών, καθιστούν την εξιχνίαση της υπόθεσης πολύ δύσκολη, γι΄ αυτό είναι επιτακτική η αποκάλυψη των επιδίκων στοιχείων. Και τα τρία κριτήρια που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 ικανοποιούνται, ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Πληρούνται επίσης οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στη Norwich Pharmacal και έχουν κωδικοποιηθεί στη Mitsui & Co v Nexen Pertroleum UK Ltd (πιο πάνω). Με βάση τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία, τις οποίες εκθέτω με λεπτομέρεια ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων και των εξουσιών του Δικαστηρίου, με βάση το δίκαιο της επιείκειας, κρίνω ότι το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την αποκάλυψη των επιδίκων στοιχείων και ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η Αίτηση εγκριθεί. Εκδίδονται, κατ΄ ακολουθία, διατάγματα ως η Αίτηση, με τη μόνη διαφορά ότι ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε τριάντα
(30)μέρες από την επίδοση του διατάγματος. Τα διατάγματα εκδίδονται υπό τον όρο ότι η Αιτήτρια θα αποζημιώσει την Καθ΄ ης η Αίτηση για οποιαδήποτε ζημιά και ή έξοδα αυτή ήθελε υποστεί λόγω της συμμόρφωσής της προς το διάταγμα. Η συνήθης πρακτική σε τέτοιας φύσης υποθέσεις τύπου Norwich Pharmacal, είναι τα έξοδα να επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, αφού έλαβα υπόψη τη φύσης της υπόθεσης - υπενθυμίζω ότι η Αιτήτρια ζητούσε την αποκάλυψη στοιχείων που αφορούσαν την ιδίαν και όχι κάποιο τρίτο πρόσωπο - την επαγγελματική σχέση της Καθ΄ ης η Αίτηση με την Αιτήτρια, το γεγονός ότι η Αιτήτρια ζήτησε επανειλημμένα από την Καθ΄ ης η Αίτηση, προτού καταχωρήσει την υπό κρίση Αίτηση, την αποκάλυψη στοιχείων και αυτή αρνήθηκε, κρίνω ορθό όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] [1973] 2 All E.R. 943 [2] [1980] 1 W.L.R. 1274 [3]
(2005)3 All E.R. 511,
- [4] 27.6.2012, Π.Ε. 54/
- [5] 1.(α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ορατή πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. [6]
(2007)1 ΑΑΔ 707 [7]
(2010)1Γ ΑΑΔ 1962 [8] Βλέπετε σχετικά ενδιάμεση απόφαση του τότε Π.Ε.Δ. Τ. Οικονόμου, ημερομηνίας 31.5.13 [9]
(2010)1 AAΔ 82 [10] Σύμβαση της Γενεύης της 28.7.1951 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης την 31.1.1967. [11] Βλέπετε σχετικά Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum MK. Ltd
(2005)EWHC 625 και Avila Management Services Ltd και Frantisek Stepanek (ανωτέρω). [12]
(1923)3 All ER Rep. 550, 554 [13] Melouskia Commercial Ltd v. Chumachenko Alisa Πολιτική Έφεση Ε71/13 ημερομηνίας 30.9.2014 [14]
(1980)3 All ER 353 [15] Πολιτική Αίτηση 60/2012, ημερομηνίας 8.8.2012 [16] ECLI:CY:AD:2014:A21, Π.Ε. 319/11, 320/11, ημερ. 13.1.2014. [17]
(2004)1 ΑΑΔ 51, 64-65 [18] [1997] 23 E.H.R.R. 313 [19] CAppl. 34720/97 21.12.2000 [20]
(2001)2 WLR
- [21] Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd Π.Ε. 181/07, 19.6.
- [22] Βλέπετε σχετικά Κυρίσαββα v. Κίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd Π.Ε. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011 και Avila Management Services Ltd v. Frantisek Stepanek (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο