Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα αυτής ν. Εταιρείας Αγαλμάτινων Ειδών «Το Κυκλάμινο» Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 1633/2014, 26/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1633/2014 Μεταξύ: Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα αυτής Ενάγουσας και Εταιρείας Αγαλμάτινων Ειδών «Το Κυκλάμινο» Λίμιτεδ Εναγομένης Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 17.6.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Τσαρούχη Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κα Ιωαννίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των Εναγόντων και η παρούσα αίτηση Με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε στις 19.3.2014 η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €10.984,29 ως ενοίκια και τόκους οφειλόμενα δυνάμει Σύμβασης Μίσθωσης Γης εντός της Βιομηχανικής Περιοχής Εργατών που έλαβε χώρα περί την 9.5.2005 μεταξύ του Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και της Εναγόμενης, πλέον τόκους και έξοδα. Η Εναγόμενη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 8.4.2014 και στις 17.6.2014 η Ενάγουσα - Αιτήτρια προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτηση της επί του Κλητηρίου Εντάλματος. Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της κας. Ελένης Κουπεπίδου η οποία εργάζεται στο Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, όπου υιοθετείται και επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και περαιτέρω αναφέρονται τα ακόλουθα: Είναι στην υπηρεσία του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα μέσω του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού να προβεί στην παρούσα Ένορκη Δήλωση, έχει δε προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και την εξέλιξη τους. Πιστοποιημένο Κλητήριο Ένταλμα Ειδικώς Οπισθογραφημένο καταχωρήθηκε στις 19.3.2014 και επιδόθηκε στην Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση στις 3.4.2014 και η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης μέσω Δικηγόρου στις 8.4.
- Η Καθ' ης αίτηση είναι Κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 με έδρα την Λευκωσία και δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής ειδών από αλάβαστρο, τσιμέντο και μαρμαρόσκονη. Η Εναγομένη-Καθ' ης η Αίτηση δικαίως και αληθώς οφείλει στην Ενάγουσα-Αιτήτρια το ποσό που καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης ως υπόλοιπο λογαριασμού που διατηρεί με την Αιτήτρια δυνάμει Συμφωνίας Μίσθωσης Γης. Πιο συγκεκριμένα, κατά ή περί την 9η Μαΐου 2005, στην Επαρχία Λευκωσίας, η Καθ' ης η αίτηση συνήψε με την Αιτήτρια (μέσω του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού) γραπτή συμφωνία υπό τον τίτλο «Σύμβασις Μισθώσεως Γης» (πιστό αντίγραφο της συμφωνίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 καθώς το πρωτότυπο έγγραφο βρίσκεται καταχωρημένο στο Αρχείο της Αιτήτριας και συγκεκριμένα στο αρχείο του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού). Με βάση την εν λόγω συμφωνία, η Καθ' ης η αίτηση ανέλαβε τη μίσθωση συγκεκριμένου τεμαχίου, ιδιοκτησίας της Αιτήτριας, εντός της Βιομηχανικής Περιοχής Εργατών, με σκοπό την ανέγερση εργοστασίου για τη στέγαση μονάδας κατασκευής αγαλμάτων, σιντριβανιών και λοιπών διακοσμητικών ειδών. Η χρονική ισχύς της συμφωνίας ήταν για 33 έτη (με πρόνοια ανανέωσης μέχρι 99 έτη), με έναρξη την 1.2.2005 και λήξη την 31.1.
- Το ετήσιο μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.4.071,75, το οποίο ήταν προπληρωτέο ετησίως την 1η Φεβρουαρίου έκαστου έτους. Υπήρχαν, δε, ρητές πρόνοιες περί αναθεώρησης του πιο πάνω ετήσιου μισθώματος, η πρώτη εκ των οποίων, λάμβανε χώρα την 1η Φεβρουαρίου
- Η Αιτήτρια άσκησε το εν λόγω δικαίωμα αναθεώρησης και με επιστολές της ημερομηνίας 8.6.2011 και 23.03.2012 προς την Καθ' ης η αίτηση, πληροφόρησε την τελευταία πως το αναθεωρημένο ενοίκιο που οφείλει να καταβάλλει προς την Αιτήτρια για την περίοδο από 1.2.2012 μέχρι την 31.01.2017 ανέρχεται στο ποσό των €7.979,68 (αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 8.6.2011, η οποία στάλθηκε από την Αιτήτρια προς την Καθ' ης η αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 και το αποδεικτικό παραλαβής της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 8.6.2011 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3, ημερομηνίας 24.6.2011). Επιπρόσθετα, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 η επιστολή ημερομηνίας 23.3.2012, η οποία αποστάληκε από την Αιτήτρια προς την Καθ' ης η αίτηση και ως Τεκμήριο 5 το αποδεικτικό παραλαβής ημερομηνίας 3.4.2012 σε σχέση με την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 23.3.
- Μεταξύ των όρων της Συμφωνίας, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, συμπεριλαμβάνονταν και οι ακόλουθοι: «
(2)Άνευ επηρεασμού του δικαιώματος του Εκμισθωτού το οποίον απορρέει από την παράγραφο (β) του όρου 7, ο μισθωτής υποχρεούται όπως, εν περιπτώσει υπερημερίας πληρωμής του συμπεφωνημένου μισθώματος ή οιουδήποτε μέρους τούτου αφ' ης τούτο καθίσταται πληρωτέον και απαιτητόν, επί οιουδήποτε ποσού το οποίον παραμένει απλήρωτον καταβάλλει στον Εκμισθωτήν τόκον εννέα τοις εκατόν (9%) ή τοιούτον ανώτατον όριον επιτοκίου ως θα καθορίζεται υπό των εκάστοτε εν ισχύ Νόμων.
(3)Εκάτερος των συμβαλλομένων κέκτηται το δικαίωμα όπως αξιοί αναθεώρησιν του ετησίου μισθώματος από της ημερομηνίας της ενάρξεως του ογδόου έτου της μισθώσεως και μετά ταύτα ανά διαστήματα πέντε ετών (ήτοι από της ημερομηνίας της ενάρξεως του δεκάτου τρίτου, δεκάτου ογδόου έτους της μισθώσεως και ούτω καθ'εξής) δι'εγγράφου αυτού αποστελλομένου τω ετέρω των συμβαλλομένων έξ τουλάχιστον μήνας πρό της ημερομηνίας από της οποίας αξιούται η αναθεώρησις ως ανωτέρω. Επί τη τοιαύτη δε αξιώσει, το ετήσιον μίσθωμα αναθεωρείται δι αυξήσεως ή, αναλόγως της περιπτώσεως, μειώσεως κατά το αυτό ποσοστόν κατά το οποίον θα έχει ανέλθει ή κατέλθει, αντιστοίχως, ο κατά την προαναφερθείσαν ημερομηνίαν της ενάρξεως του περί ου πρόκειται έτους ισχύων τιμαριθμικός δείκτης εν συγκρίσει προς τον προηγούμενον τιμαριθμικόν δείκτη. Το ούτως αναθεωρηθέν ετήσιον μίσθωμα καθίσταται δεσμευτικόν διά τους συμβαλλόμενους από της προαναφερθείσης ημερομηνίας της ενάρξεως του περί ού πρόκειται έτους μέχρι τυχόν νέας αναθεωρήσεως αυτού ή, εάν δεν διατυπωθή αξίωσης περί τοιαύτης αναθεωρήσεως, μέχρι τέλους της ισχύος της μισθώσεως. ...................
- Ο μισθωτής υπέχει τας ακολούθως υποχρεώσεις: (vii) Όπως καταβάλλη το διά της παρούσης συμβάσεως καθοριζόμενον μίσθωμα κατά τον άνω συμπεφωνημένον χρόνον και τρόπον.» Η Καθ' ης η αίτηση παρέλειψε και μέχρι σήμερα παραλείπει να καταβάλει το ενοίκιο της περιόδου από 1.2.2013 έως 31.1.2014 και μέρος του ενοικίου της περιόδου από 1.2.2012 έως 31.1.2013 και τα εν λόγω ενοίκια και οι τόκοι αυτών, ως αναλυτικά αναφέρονται αμέσως πιο κάτω εξακολουθούν να οφείλονται μέχρι σήμερα και να παραμένουν απαιτητά. Πιο συγκεκριμένα, η Καθ' ης η αίτηση, οφείλει σήμερα προς την Αιτήτρια τα ακόλουθα ποσά: - Ενοίκιο ύψους €7.979,68 για το ενοίκιο της περιόδου από 1.2.2013 έως 31.1.2014 πλέον τόκο από 1.2.
- - Ενοίκιο ύψους €2.979,68 ως υπόλοιπο ενοικίου της περιόδου από 1.2.2012 έως 31.1.2013 πλέον τόκο από 1.2.
- - Τόκο ύψους €24,93 επί του ποσού των €2.000,00 που πλήρωσε η έναντι της οφειλής της στις 3.5.2012 για την περίοδο από 1.2.2012 - 31.1.
- Λόγω των πιο πάνω παραλείψεων της Καθ' ης η αίτηση, η Αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 10.6.2013 κάλεσε την Καθ' ης η αίτηση όπως εντός 30 (τριάντα) ημερών από την ημερομηνία της επιστολής, καταβάλει προς την Αιτήτρια τα οφειλόμενα ποσά (τα οποία αναφέρονται αμέσως πιο πάνω) διαφορετικά θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον της (η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 στην Ένορκη Δήλωση της κας. Κουπεπίδου, ενώ το αποδεικτικό παραλαβής της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 23.6.2013 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7). Παρά τις οχλήσεις της Αιτήτριας η Καθ' ης η αίτηση ουδέν ποσό έναντι της πιο πάνω οφειλής της κατέβαλε προς την Αιτήτρια και ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό των €10.984,29 πλέον τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α. εξακολουθεί να οφείλεται από την Καθ' ης η αίτηση προς την Αιτήτρια μέχρι και σήμερα και παραμένει απαιτητό. Ενόψει του ότι η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή και μοναδικός σκοπός της καταχώρησης του Σημειώματος Εμφάνισης είναι η καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας, η Ενάγουσα ζητα την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτηση της. Η Ένσταση της Εναγόμενης-Καθ' ης η αίτηση Στις 7.1.2015 η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 ΘΘ. 1 - 9 και Δ.48 ΘΘ. 1 - 4 και 9 και στο άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, όπου προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: (α) Ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος αφού η αγωγή θα έπρεπε να εγερθεί στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. (β) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (γ) Η αίτηση είναι δικονομικά απαράδεκτη, παράτυπη, αντικανονική και αντίθετη προς τις πρόνοιες που καθορίζονται στους σχετικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/
- (δ) Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1 και το πρόσωπο που υπογράφει την Ένορκη Δήλωση δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα. (ε) Η Ενάγουσα δεν έχει ξεκαθαρισμένη απαίτηση και τα ενοίκια που αξιώνονται αμφισβητούνται. (στ) Η Εναγόμενη δεν οφείλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό αφού: - Το αξιούμενο ποσό δεν οφείλεται και έχει εξοφληθεί. - Το μεγαλύτερο μέρος του αξιούμενου ποσού αποτελείται από παράνομες χρεώσεις αφού η Ενάγουσα αναθεώρησε το ενοίκιο χωρίς να ειδοποιήσει την Εναγόμενη. - Η Εναγόμενη εξακολουθεί να πληρώνει κανονικά το ενοίκιο και για αυτό το λόγο η Ενάγουσα δεν έχει τερματίσει τη μεταξύ του συμφωνία. (ζ) Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και εγείρονται θέματα που δίνουν στην Εναγόμενη το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (η) Τυχόν έγκριση του αιτήματος της Ενάγουσας θα καταλήξει σε στέρηση του δικαιώματος ακρόασης της Εναγόμενης και/ή του δικαιώματος της σε δίκαιη δίκη και/ή πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Μάριου Πέτρου, Διευθυντή της Εναγομένης, επίσης ημερομηνίας 7.1.2015, στην οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης. Ακροαματική Διαδικασία Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών υιοθέτησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσονται οι αντίστοιχες θέσεις τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις των συνηγόρων είναι καταγεγγραμμένες και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή H έκδοση συνοπτικής απόφασης έχει ως βάση τη Δ.18 Θ. 1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «1.(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Ουσιαστικά, η διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία με αυτήν που προβλέπεται στην παλαία αγγλική Ο. 14, παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση και για το λόγο αυτό θα ήταν άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπισή του μόνο για σκοπούς καθυστέρησης. Οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση τη Δ.18 όπως επίσης ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου έχουν εξεταστεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenka Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 και Ανδρονίκου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 977). Ειδικότερα στην υπόθεση Νεάρχου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω στη σελίδα 824: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπιστεί την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1-5., όπως αυτά επεξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου». Περαιτέρω, στο Annual Practice 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 243 αναφέρονται τα πιο κάτω στα πλαίσια της αγγλικής O. 14: «The purpose of O.14 is to enable a plaintiff to detain a summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly; and if the defendant is unable to set up a bona fide defence or raise an issue against the claim which ought to be tried (Rodsents v. Plant
(1985)1 Q.B.597). .................................................................................... The summary jurisdiction conferred by this Order must be used with great care. A defendant ought not to be shut out from defending unless it is very clear indeed that he has no case in the action under disctission". (See Sheppards v. Wilkinson, 6 T.L.R. 18). Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict as to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R. Ir. 238; Electric & General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc., Co., 10 T.L.R. 103").» Η ιδιαίτερη φύση της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης έχει τονιστεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239 όπου στη σελίδα 244 επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD ν. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 A.A.D. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση J & M. Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1280 (απόφαση πλειοψηφίας) και έχουν ως ακολούθως: «Σκοπός των προνοιών της Δ.18 είναι να δώσουν στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πάρει απόφαση, χωρίς να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (trial of the action). Αυτό καθίσταται εφικτό μόνο αν αποδείξει την υπόθεση του καθαρά και ο εναγόμενος αναμφίβολα αδυνατεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Με άλλα λόγια ο εναγόμενος δεν αποκλείεται από του να προβάλει υπεράσπιση εκτός και αν η εν λόγω υπεράσπιση προβάλλεται αποκλειστικά για σκοπούς καθυστέρησης και όχι για σκοπούς δικαιοσύνης. Είναι επομένως φανερό ότι η διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.18 είναι μια ξεχωριστή διαδικασία, μοναδική θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος στο είδος της, με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται από τους Θεσμούς αναφορικά με τη διακρίβωση της ουσίας των επίδικων διαφορών και αποκλείοντας τον εναγόμενο από του να προβάλει υπεράσπιση στην αξίωση του ενάγοντα, ή να την αμφισβητήσει, επιτυγχάνει την έκδοση απόφασης υπέρ του τελευταίου.» Από τη γραμματική ερμηνεία της Δ.18 Θ. 1 καθώς και από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, προκύπτει ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει τις θέσεις του εναγόμενου ως προς την ύπαρξη υπεράσπισης στην αγωγή, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ. 6, (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης, και (γ) Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται αλλά και να δηλώνει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων είναι επιτακτική και σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων την υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenka Obchondi Banka A.S. (πιο πάνω)). Αξιολόγηση των θέσεων των δυο πλευρών Το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης από το Δικαστήριο είναι η θέση της Εναγόμενης, ως αυτή προβάλλεται στην Ένστασή της, ότι ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος αφού η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να είναι διάδικος και η αγωγή θα έπρεπε να εγερθεί στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και όχι μέσω του. Υποστηρίζοντας τη θέση της η κα. Ιωαννίδου παρέπεμψε το Δικαστήριο στο άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60το οποίο προβλέπει ότι αγωγές υπό της Κυπριακής Δημοκρατίας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από οποιοδήποτε νόμο, εγείρονται στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Το θέμα που εγείρει η πλευρά της Εναγομένης έτυχε εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μόδεστος Πίτσιλλος, Αρχηγός Κόμματος Δικαιοσύνης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα και άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, όπου κρίθηκε ότι η έγερση αγωγής εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα αυτής δεν είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και αποτελεί συμμόρφωση με αυτές, με τρόπο ώστε η εισήγηση του συνηγόρου της Εναγομένης, επί τούτου να μην μπορεί να επιτύχει. Προχωρώντας, τώρα, στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θα πρέπει στο στάδιο αυτό να σημειώσω ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 Θ. 1(α) πληρούνται στην προκείμενη περίπτωση αφού το Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε ήταν Ειδικά Οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 Θ. 6 και η Εναγόμενη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης μέσω δικηγόρου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το θέμα της επάρκειας της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Ceskoslovenska (πιο πάνω), Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ.
- Ουσιαστικά, ο αιτητής στα πλαίσια μιας τέτοιας διαδικασίας θα πρέπει μόνο να επιβεβαιώσει την απαίτησή του. Όπως υποδεικνύεται και στο Annual Practice 1958, στη σελίδα 247: «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: ¨The defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £.............../ for ................ and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action. Τhe affidavit need not set out all the particulars, nor verify the notice of dishonour averred in the statement of claim (May v. Chidley, [1894] 1 Q.B. 451, and see Murphy v. Nolan, 18 L. R. Ir. 468). If the writ be accompanied by a statement of claim the facts therein contained must similarly be verified by affidavit.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (πιο πάνω) γίνεται διάκριση αφενός μεν των προσώπων που μπορούν να ορκιστούν θετικά για τα γεγονότα μιας υπόθεσης και αφετέρου των προσώπων που ορκίζονται με βάση τα όσα πληροφορούνται και πιστεύουν. Τονίζεται δε ότι η Δ.39 Θ. 2 αφορά μόνο τις ενδιάμεσες αιτήσεις όπου μπορεί κάποιος ενόρκως δηλών να κάνει αναφορά σε γεγονότα που είναι εξ΄ ακοής. Επιβεβαιώνεται, επίσης, από την πιο πάνω απόφαση η λογική αναγκαιότητα ότι εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, η ένορκη δήλωση γίνεται από κάποιο φυσικό πρόσωπο το οποίο όμως γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι το ζήτημα του κατά πόσον ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και εντός της έννοιας της Δ.18 Θ. 1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης καθώς και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η φύση της αξίωσης. Η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση προωθεί, μεταξύ άλλων, ως λόγο ένστασης ότι η Ένορκη Δήλωση της κας. Κουπεπίδου που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή ελλειπής και σε κάθε περίπτωση ανεπαρκής για να αποτελέσει βάση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της αφού η κα. Κουπεπίδου δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης της επί των επίδικων θεμάτων και δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Εξετάζοντας την Ένορκη Δήλωση της κας Κουπεπίδου ημερομηνίας 17.6.2014 παρατηρείται ότι στην πρώτη παράγραφο αυτής αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την καταλληλότητα και δυνατότητά της να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα με βάση τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης τα οποία κρίνονται ικανοποιητικά: «Είμαι στην υπηρεσία του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και είμαι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα μέσω του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση, έχω προσωπική και θειτκή γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και την εξέλιξή τους. Περαιτέρω, κατέχω και φυλάσσω όλα τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση έγγραφα.» Επισημαίνεται ότι η ίδια η αναφορά της ενόρκως δηλούσας ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων (επί της οποίας και δεν αντεξετάστηκε με τρόπο ώστε αυτή να έχει παραμείνει αναντίλεκτη) δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα περί θετικής γνώσης της κας. Κουπεπίδου αναφορικά με όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και κατ' επέκταση της ικανότητάς της να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής ως οι πρόνοιες της Δ.18 Θ.
- Πέραν τούτου, η κα Κουπεπίδου έχει επισυνάψει στην Ένορκη Δήλωσή της όλα τα έγγραφα τα οποία είναι σχετικά με την υπόθεση και φυλάσσονται από την ίδια στα πλαίσια των καθηκόντων της. Επί τούτου γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο ενόρκως δηλούντας που είχε προσωπική γνώση των γεγονότων και προσκόμισε όλα τα σχετικά έγγραφα κρίθηκε κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στην ένορκη δήλωση προς επιβεβαίωση της απαίτησης. Σημειώνεται, επίσης, ότι στην παράγραφο 18 της Ένορκης Δήλωσης της κας. Κουπεπίδου υπάρχει σχετική αναφορά της ότι εξ' όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει προσωπικά και εξ' όσων συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, η Εναγόμενη ορθώς και αληθώς οφείλει τα ποσά που αξιώνονται με την αγωγή και δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Επομένως, η θέση της Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση ότι η Ένορκη Δήλωση της κας. Κουπεπίδου ημερομηνίας 17.6.2014 που συνοδεύει την αίτηση δεν συνάδει με τις διατάξεις της Δ.18 Θ. 1 δεν μπορεί να επιτύχει. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και με δεδομένο το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης της κας. Κουπεπίδου όπου επαναλαβάνεται στην ουσία το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας και των εγγράφων που επισυνάπτονται ως τεκμήρια, μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι τόσο η αιτία της αγωγής όσο και τα αξιούμενα ποσά επαληθεύονται πλήρως. Σαν αποτέλεσμα τούτου, καταλήγω ότι και οι τρείς προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ. 1 έχουν ικανοποιηθεί, με τρόπο ώστε το βάρος απόδειξης να μετατοπίζεται πλέον στους ώμους της Εναγομένης να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που να της δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Προτού, όμως, ασχοληθώ με τους σχετικούς ισχυρισμούς και τις θέσεις της Εναγομένης - Καθ' ης η αίτηση, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ότι εκεί όπου ένας εναγόμενος που μπορεί να δημιουργήσει μέσω γεγονότων που αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την ένστασή του, την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πρέπει να πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλέπε μεταξύ άλλων Jacobs v. Booths Distillery Co.
(1901)85 L.T.262 και Knapp -Fisher v. Crish
(1936)3 All E.R.560). Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Νικολάου στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ 418 με αναφορά στην CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R 897 στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες αγγλικές αποφάσεις: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Όπως έχει νομολογηθεί, όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέτασή τους εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του προκειμένου να ετύγχαναν εξέτασης με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια. Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο το λεκτικό της Δ.18 Θ. 1(α) ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγόμενου («condescend upon particulars») (βλέπε μεταξύ άλλων Cyems Co Ltd v. Central Co. Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ''Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Χριστάκης Αυγουστή κ.ά. ν. Γ. Πίριλλου
(1997)1 Α.Α.Δ. 5, Ευάγγελος Λαζάρου κ.ά. ν. Γιάννη Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 418 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 A.A.Δ. 837). Όπως υποδεικνύεται και στην υπόθεση J & M. Loizides Agencies Ltd (πιο πάνω): «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 A.A.Δ. 239 και Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. ................................................................................................................................... Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχηρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Επί του ίδιου θέματος σημειώνονται τα ακόλουθα στο The Αnnual Practice 1958 στη σελίδα 250: «Where there is a triable issue, the defendant is entitled to leave to defend, without being put upon terms to pay money into Court, even though it may appear that the defendant is not likely to succeed (Jacobs v. Booth's Distillery Co., 85 L.T. 262, H.L; Runnacles v. Mesquila, 1 Q. B. D. 416; And see Ward v. Plumbley, infra). "Defence on the Merits" includes any legal defence, e.g., Statute of Limitation (Lord Bellew v. Markey, 2 L.R. Ir. 185; 4 L.R. Ir. 747), but does not extend to unsupported by valuable consideration (Woolston v. Baines, [1876] W.N. 74); mere inability to pay (Desart v. Townsend, 22 L.R. Ir. 389), nor to cases where the plaintiff is alleged to have given time for payment, which, of course, constitutes no defence unless there be consideration (Hookham v. Mayle
(1905), 22 T.L.R. 241). A complete defence need not be show. Where there is "a fair probability of a defence" unconditional leave to defend ought to be given ... Even though the defence is not clearly established, but only reasonable probability of there being a real defence, leave to defend should be given (Manager v. Cash, 5 T.L.R. 271). ................... The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App. Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Horrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362; Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6 (n)).» Επομένως, εκείνο το οποίο απομένει να αποφασιστεί είναι κατά πόσον η Εναγόμενη έχει αποσείσει το βάρος το οποίο έχει εναποτεθεί στους ώμους της ώστε να ικανοποίησει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα ώστε να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σε σχέση με την υπεράσπιση της Εναγομένης, αναφέρονται τα ακόλουθα στην Ένορκη Δήλωσή του κ. Μάριου Πέτρου ημερομηνίας 7.1.2015 που συνοδεύει την Ένσταση (παρατίθενται αυτούσιες οι παράγραφοι 6-11 αυτής): «
- Αρνούμαι τις παραγράφους 1 μέχρι και 7 της ενόρκου δηλώσεως και πλην του γεγονότος ότι οι διάδικοι συνήψαν σύμβαση μίσθωσης μεταξύ τους.
- Ισχυρίζομαι ότι τα γεγονότα που παρατίθενται στην παρούσα ένορκη δήλωση καθώς και τα ζητήματα που εγείρονται δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολότητα της μαρτυρίας, στην πραγματοποίηση αποδεικτικής διαδικασίας, προκύπτει δεν από όλα τα πιο πάνω αβίαστα το συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη έχει καλόπιστη υπεράσπιση και ότι υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση. Συνακόλουθα, τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης χωρίς να παρασχεθεί στη Εναγόμενη η ευκαιρία αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος ακρόασης θα προσβάλει τα συνταγματικά τους δικαιώματα σε δίκαιη δίκη.
- Η Εναγόμενη αρνείται ότι οφείλει οιονδήποτε ποσό στην Ενάγουσα αρνείται το οφειλόμενο υπόλοιπο και ισχυρίζεται ότι τα ενοίκια έχουν εξοφληθεί.
- Περαιτέρω η Εναγόμενη αναφέρει ότι το ποσό των ενοικίων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
- Η Εναγόμενη αρνείται ότι ειδοποιήθηκε από την Ενάγουσα ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο.
- Με βάση όλα τα ανωτέρω η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει τα αξιούμενα ποσά. » Από τα όσα παρατίθενται αμέσως πιο πάνω, προκύπτει ότι από την πλευρά της Εναγόμενης προβάλλονται οι ακόλουθες θέσεις:
- Η σύναψη της Σύμβασης Μίσθωσης Γης ημερομηνίας 9.5.2005 είναι παραδεκτή, όπως επίσης και οι όροι αυτής.
- Το αξιούμενο ποσό δεν οφείλεται από την Εναγομένη και τα ενοίκια έχουν εξοφληθεί.
- Το ποσό των ενοικών δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
- Η Εναγόμενη ουδέποτε ειδοποιήθηκε από την Ενάγουσα σε σχέση με την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού.
- Η Εναγομένη δεν οφείλει τα αξιούμενα ποσά. Αντιπαραβάλλοντας τα όσα συνοψιζονται αμέσως πιο πάνω με τον λόγο ένστασης υπ. αρ. 7 στο σώμα της Ένστασης, διαπιστώνονται τα ακόλουθα: i. Καταρχήν, παρατηρείται κάποια αντιφατικότητα στις θέσεις της Εναγομένης αφού από την μια αμφισβητεί το ύψος των ενοικίων και από την άλλη ισχυρίζεται ότι το αξιούμενο ποσό έχει εξοφληθεί. ii. Στην Ένορκη Δήλωση του κ. Μάριου Πέτρου δεν προωθείται ισχυρισμός περί μη ενημέρωσης/ειδοποίησης της Εναγόμενης για αναθεώρηση του ενοικίου, που σε κάθε περίπτωση δικαιολογείται από τις πρόνοιες του όρου 4 της Συμφωνίας και προκύπτει από τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5 στην Ένορκη Δήλωση της κας. Κουπεπίδου ημερομηνίας 17.6.2014, αλλά θέση περί μη ειδοποίησής της αναφορικά με την ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα περιορίζομαι να σημειώσω ότι στη Σύμβαση Μίσθωσης Γης δεν υπάρχει όρος που να υποχρεώνει το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού να ειδοποιήσει την Εναγόμενη για την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής, παρόλο που αυτό έγινε με την επιστολή ημερομηνίας 10.6.2013 (Τεκμήριο 6), η οποία σύμφωνα με την απόδειξη παραλαβής/παράδοσης (Τεκμήριο 7) παραλήφθηκε από την Εναγόμενη. Επαναλαμβάνεται ότι η κα. Κουπεπίδου δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσής της, ενώ από την πλευρά της Εναγόμενης δεν προωθήθηκε κάποιος συγκεκριμένος ισχυρισμός ή θέση αναφορικά με τις επιστολές Τεκμήρια 2, 4 και 6 και την παραλαβή τους σύμφωνα με τα Τεκμήρια 3, 5 και
- iii. Σε σχέση με τις θέσεις του κ. Πέτρου περί εξόφλησης των ενοικιών και μη ύπαρξης οφειλής προς την Δημοκρατία από την πλευρά της Εναγόμενης, δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία προς υποστήριξη των θέσεων αυτών. Ως αποτέλεσμα τούτου, οι προβληθέντες ισχυρισμοί παρέμειναν στη σφαίρα της γενικότητας και αοριστίας με τρόπο ώστε να ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο επί των οποίων το Δικαστήριο να μπορούσε να τους εξετάσει με τη λεπτομέρεια που απαιτεί η παρούσα διαδικασία. iv. Ερχόμενη, τέλος, στη θέση της Εναγομένης περί παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων ειδικότερα, επισημαίνεται ότι δεν προσδιορίζεται το ακριβές ποσό που η Εναγομένη θεωρεί ότι οφείλει εάν δεν ελάμβαναν χώρα οι κατ' ισχυρισμό παράνομες χρεώσεις, ενώ κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω) Είναι, λοιπόν, έκδηλο από τα πιο πάνω ότι η Εναγόμενη δεν έχει καταφέρει να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην απαίτηση της Ενάγουσας ή σε οποιοδήποτε μέρος της ή ότι θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη για κάποιο βάσιμο λόγο. Συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ως ακολούθως:
(1)€7.979,68 με νόμιμο τόκο επ' αυτού από 1.2.2013 μέχρι εξοφλήσεως.
(2)€2.979,68 με νόμιμο τόκο επ' αυτού από 1.2.2012 μέχρι εξοφλήσεως.
(3)€24,93 με νόμιμο τόκο επ' αυτού από 19.3.2014 μέχρι εξοφλήσεως.
(4)Έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο