Κτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Αδελφοί Κυριάκου Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 788/2008, 19/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 788/2008 Μεταξύ: Κτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Αδελφοί Κυριάκου Λίμιτεδ Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου ------------------- Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Μακρίδης Για Εναγόμενο: κ. Αριστείδης ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι απλά και στο μεγαλύτερο μέρος τους παραδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα: Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, με έδρα τη Λάρνακα και δραστηριοποιείται στον τομέα της κτηνοτροφίας, διατηρώντας κτηνοτροφικές μονάδες και υποστατικά στην περιοχή Δρομολαξιάς της επαρχίας Λάρνακας. Ασχολούνται κυρίως με την αναπαραγωγή και εκμετάλλευση αιγοπροβάτων, όπως επίσης τη διάθεσή τους στην αγορά είτε υπό μορφή επεξεργασμένου κρέατος είτε υπό μορφή ζωντανών ζώων (η σχετική έρευνα από το Μηχανογραφημένο Σύστημα του Εφόρου Εταιρειών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1). Οι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις των Εναγόντων βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται εντός της ζώνης προστασίας που είχε δημιουργηθεί από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες της Δημοκρατίας. Κατά την 5.11.2007 οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας κατόπιν ελέγχου που διενήργησαν σε φάρμες και κτηνοτροφικά υποστατικά στην περιοχή Δρομολαξιάς της επαρχίας Λάρνακας για πιθανή ύπαρξη κρουσμάτων αφθώδους πυρετού αποφάσισαν να προχωρήσουν στην άμεση θανάτωση αιγών και προβάτων που βρίσκονταν σε πιθανόν κατά την γνώμη τους μολυσμένες κτηνοτροφικές μονάδες εντός της ζώνης προστασίας που οι ίδιες είχαν καθορίσει. Κατά τον πιο πάνω χρόνο, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες της Δημοκρατίας πραγματοποίησαν δειγματοληψίες αίματος και από ζώα που βρίσκονταν εντός των εγκαταστάσεων των Εναγόντων. Την ίδια ημέρα έλαβε χώρα συνάντηση της οποίας προέδρευσε ο τότε Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος κ. Φώτης Φωτίου όπου έγινε συζήτηση μεταξύ των εμπλεκόμενων και επηρεαζόμενων προσώπων σε σχέση με την αποζημίωση που θα κατέβαλλε η Κυπριακή Δημοκρατία στους κτηνοτρόφους, τα ζώα των οποίων θα θανατώνονταν συνεπεία της υποψίας για ύπαρξη αφθώδους πυρετού. Στην εν λόγω συνάντηση, παρών ήταν και ο κ. Κυριάκος Κυριάκου (Μ.Ε.), ένας εκ των δύο διευθυντών των Εναγόντων, εκπροσωπώντας τόσο τους Ενάγοντες όσο και αριθμό άλλων επηρεαζόμενων κτηνοτρόφων της περιοχής Δρομολαξιάς. Κατά την εν λόγω συνάντηση, ο Υπουργός Γεωργίας, αφού άκουσε τις διάφορες απόψεις που εκφράστηκαν από τις αγροτικές οργανώσεις και τις οργανώσεις των αιγοπροβατοτρόφων, εξέφρασε την επίσημη πρόθεση της Κυβέρνησης για αποζημίωση όλων των επηρεαζόμενων προσώπων, αναφέροντας προς τους παρευρισκόμενους ότι θα υπέβαλλε πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο για καταβολή προς κάθε επηρεαζόμενο κτηνοτρόφο ποσού £110,00 ανά ζώο (το ισόποσο σε €187,95) για την αξία του ζώου και επιπρόσθετου ποσού £75,00 (το ισόποσο σε €128,15) ανά ζώο για την απώλεια εισοδήματος που οι επηρεαζόμενοι κτηνοτρόφοι θα υφίσταντο συνεπεία της θανάτωσης των ζώων τους. Ουδεμία αναφορά έγινε από πλευράς των αρχών της Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένου του Υπουργού Γεωργίας για εφαρμογή ηλικιακής κατηγοριοποίησης των προς θανάτωση ζώων για σκοπούς καθορισμού αποζημιώσεων. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης του θέματος των αποζημιώσεων, κατόπιν απαίτησης του κ. Κυριάκου (Μ.Ε.) ώστε να ξεκαθαριστεί κατά πόσον η καταβολή της αποζημίωσης ανά θανατωθέν ζώο θα εφαρμοζόταν ανεξαρτήτως της ηλικίας των ζώων, ο Υπουργός Γεωργίας, στην παρουσία όλων των παρευρισκομένων, απάντησε «μην έχετε έννοια καλέ, μην έχετε έννοια», τονίζοντας ότι για όσα ζώα θα θανατώνονταν, η Κυβέρνηση θα κατέβαλλε την ίδια αποζημίωση για κάθε ζώο ανεξαρτήτως ηλικίας. Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ο Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος προέβηκαν σε δημόσιες δηλώσεις και εξαγγελίες με τις οποίες εξέφραζαν την πρόθεση της Κυβέρνησης για άμεση οικονομική στήριξη των πληγέντων κτηνοτρόφων της συγκεκριμένης περιοχής. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 Ανακοίνωση Τύπου με τίτλο «Δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας για μέτρα στήριξης των κτηνοτρόφων» ημερομηνίας 7.11.2007 που εκδόθηκε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Δημοκρατίας και εκτυπώθηκε από την ιστοσελίδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως επίσης Δήλωση του τότε Υπουργού Γεωργίας κ. Φώτη Φωτίου ημερομηνίας 7.11.2007 ως Τεκμήριο 3. Από την Δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 2) σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Συγκεκριμένα θέλω να πω ότι το Υπουργείο Γεωργίας, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και άλλοι παράγοντες έχουν αυστηρώς καταγραμμένο και τον αριθμό των ζώων και τη φυλή, όπως και την παραγωγή τους σε γάλα ή σε αξία κρέατος. Υπάρχουν ήδη σχέδια στην Κυβέρνηση που αποζημιώνουν τους κτηνοτρόφους για ζώα που θανατώνονται για οποιεσδήποτε αιτίες, όμως εμείς κρίνουμε ότι σ' αυτή την περίπτωση η αποζημίωση θα είναι, σχεδόν, διπλάσια απ' αυτήν που συνήθως πληρώνεται και θα ανέλθει στις £110 για κάθε ζώο που θανατώνεται. Όπως, είπα, η κάλυψη της απώλειας είναι, επίσης, βασισμένη πάνω στην καταγεγραμμένη παραγωγή και θα είναι 75 πρόσθετες λίρες για κάθε ζώο, μαζί με την επιφύλαξη που εξέφρασα ότι ο υπολογισμός, επί του παρόντος, γίνεται μόνοι για έξι μήνες.» Παρατίθεται επίσης η απάντηση που έδωσε ο Υπουργός Γεωργίας στην ερώτηση που του υποβλήθηκε σε σχέση με τα ποσά που θα δίνονταν ως αποζημιώσεις ως αυτή προκύπτει από το Τεκμήριο 3: «Απάντηση: Η πρώτη αποζημίωση, που είναι για τη θανάτωση των ζώων, είναι 110 λίρες το ζώο και αυτή έχει καθοριστεί βάσει της αγοραίας αξίας των ζώων σήμερα. Και μιλούμε εδώ για τα αιγοπρόβατα, γιατί όσον αφορά άλλα ζώα έχει γίνει μια πρόνοια, αλλά προς το παρόν δεν υπάρχει τέτοιο θέμα γιατί δεν έχουμε ακόμα μπροστά μας θανάτωση άλλων ζώων. Όσον αφορά τώρα την απώλεια εισοδήματος, που είναι 75 λίρες, εδώ θέλω να σας πω ότι οι λειτουργοί του Τμήματος Γεωργίας και του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών έχουν καθορίσει αυτό το ποσό στις 47 λίρες το ζώο. Και αυτό αφορά απώλεια εισοδήματος από το γάλα και απώλεια εισοδήματος από το κρέας για έξι μήνες. Εμείς, μετά από τη σύσκεψη που είχαμε με τις αγροτικές οργανώσεις, έχουμε αποφασίσει να αυξήσουμε αυτό το ποσό στις 75 λίρες. Και όπως έχει πει και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αν χρειαστεί θα επεκτείνουμε αυτή την περίοδο πέραν των έξι μηνών. Τώρα, όσον αφορά την επαναδραστηριοποίηση, εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι εάν οι κτηνοτρόφοι μας-που είναι αυτό που επιθυμούμε εμείς, να επαναδραοτηριοποιηθούν και μην φύγουν από το επάγγελμα-επιθυμούν να επαναδραοτηριοποιηθούν, τότε η Κυβέρνηση θα αναλάβει να εξεύρει νέα ζώα. Αυτό θα το δούμε πώς. Και το οποιοδήποτε επιπρόσθετο κόστος, πέραν από τις 110 λίρες, θα καταβληθεί από την Κυβέρνηση. Πέραν αυτών των τριών αποζημιώσεων, θα αποζημιώσουμε το κόστος όλων των ζωοτροφών που θα καταστραφούν και άμεσα θα πληρωθούν όσοι έχουν απολέσει εισόδημα από την καταστροφή του γάλακτος που γίνεται όλες αυτές τις μέρες.» Στις 6.11.2007 το Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος κατέθεσε πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο με Αρ. Αναφοράς ΥΓΦΠΠ: 2.5.24 και τίτλο «Αποζημιώσεις/Ενίσχυση Κτηνοτρόφων λόγω Αφθώδους Πυρετού», φωτοαντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4. Στην πρόταση αυτή καταγράφεται ότι η αποζημίωση που δίνεται για θανάτωση άρρωστων ζώων στα πλαίσια διαφόρων προγραμμάτων είναι £55 ανά ζώο, όμως λόγω του ότι θα θανατώνονταν αδιάκριτα όλα τα ζώα της περιοχής, πολλά από τα οποία ψηλής γενετικής αξίας, έγινε εισήγηση από το Υπουργείο όπως η αποζημίωση ανέλθει στις £110 ανά ζώο για τα αιγοπρόβατα (το ισόποσο σε €187,95) και στις £75 (το ισόποσο σε €128,14) για απώλεια εισοδήματος ανά τέτοιο ζώο. Με Απόφασή του με αρ. 66.327 ημερομηνίας 7.11.2007 ( το σχετικό απόσπασμα από τα Πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5) το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε τα ακόλουθα (παρατίθεται αυτούσια η απόφαση): «Απόσπασμα από τα Πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου Ημερομηνίας 7/11/2007 Αποζημιώσεις/ενίσχυση κτηνοτρόφων λόγω Αφθώδους Πυρετού (Αρ. Πρότασης. 1338/2007). 73. Το Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί από την εμφάνιση που αφθώδους πυρετού σε κτηνοτροφικές μονάδες στην περιοχή Λάρνακας, αποφάσισε: α) Να εγκρίνει τις ακόλουθες αποζημιώσεις για τα 507 αιγοπρόβατα που θανατώθηκαν στις τέσσερις μολυσμένες μονάδες ως ακολούθως: (
- i)Αποζημίωση ύψους £110 ανά παραγωγικό ζώο, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5 της Πρότασης. (
- ii)Αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος, ύψους £75 ανά ζώο, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 της Πρότασης, για έξι μήνες και σε περίπτωση που το πρόβλημα συνεχισθεί, τα μέτρα θα επεκταθούν. (iii) Αμεση αποζημίωση των πιο πάνω μονάδων. (
- iv)Αποζημιώσεις για το γάλα που ήδη καταστράφηκε, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9 της Πρότασης. (
- v)Αποζημίωση της αξίας των αποθηκευμένων ζωοτροφών που θα καταστραφούν. (
- vi)Κάλυψη του επιπρόσθετου κόστους για αγορά αιγοπροβάτων, σε περίπτωση που τα ζώα θα εισαχθούν από το εξωτερικό. β) Να εξουσιοδοτήσει τον Υπουργό Οικονομικών να εξεύρει και να διαθέσει τις αναγκαίες πιστώσεις. γ) Όπως, σε περίπτωση που η νόσος επεκταθεί και σε άλλα υποστατικά, ακολουθηθεί η ίδια μέθοδος υπολογισμού των αποζημιώσεων.» (υπογραμμίσεις δικές μου) Με πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο με αρ. 1419/2007 ημερομηνίας 19.11.2007 (φωτοαντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7), το Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, υπέδειξε ότι στην Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 7.11.2007 (Τεκμήριο 5) δεν γίνεται καμία αναφορά στα ζώα ενδιάμεσης ηλικίας, όπως τα αιγοπρόβατα 3-6 μηνών, για τα οποία έχουν γίνει αρκετές δαπάνες, όπως επίσης ότι τα ζώα μικρότερης ηλικίας δεν αποζημιώνονται με επιπλέον ποσό διότι έχουν περιληφθεί στο απωλεσθέν εισόδημα για το οποίο ήδη εγκρίθηκε η αποζημίωση. Περαιτέρω αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι από ανάλυση των στοιχείων του Τμήματος Γεωργίας προκύπτει ότι για την κάλυψη των δαπανών αυτών για τα αιγοπρόβατα θα πρέπει να δοθεί ενίσχυση £35 και στα πλαίσια αυτά ζητήθηκε όπως το Υπουργικό Συμβούλιο εγκρίνει την εν λόγω αποζημίωση και εξουσιοδοτήσει τον Υπουργό Οικονομικών να εξεύρει και διαθέσει τις αναγκαίες πιστώσεις. Με Απόφαση του με αρ. 66.420 ημερομηνίας 20.11.2007 το Υπουργικό Συμβούλιο με αναφορά στην Απόφαση με αρ. 66.327 και ημερομηνία 7.11.2007 (Τεκμήριο 5) ενέκρινε την καταβολή αποζημίωσης προς τους κτηνοτρόφους για τα αιγοπρόβατα ενδιάμεσης ηλικίας τα οποία θανατώθηκαν λόγω του αφθώδους πυρετού εκ £55 για κάθε ζώο (απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 20.11.2007 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8). Μετά την έκδοση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 7.11.2007 (Τεκμήριο 5), οι κτηνοτρόφοι κ.κ. Δημήτρης Ντίρης, Λoίζος Βασιλείου, Δώρα Αντωνίου και Ανάστασης Αναστασίου, αμέσως μετά την θανάτωση των ζώων τους που έλαβε χώρα την 4.11.2007 και 5.11.2007 αλλά πριν την έκδοση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 20.11.2007 (Τεκμήριο 8), πληρώθηκαν από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας το ποσό των £185,00 (το ισόποσο σε €316,09) ανά ζώο που θανατώθηκε, ανεξαρτήτως ηλικίας και χωρίς να τεθούν οποιοιδήποτε όροι και προϋποθέσεις. Σύμφωνα δε με τα παραδεκτά γεγονότα, από την πλευρά της Δημοκρατίας δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο προς το σκοπό ανάκτησης οποιουδήποτε ποσού που έχει πληρωθεί στους τέσσερις πιο πάνω κτηνοτρόφους ή μέρους αυτού. Κατά την 14.11.2007 και 15.11.2007 οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες της Δημοκρατίας, αφού υπέδειξαν προς τους διευθυντές και μετόχους των Εναγόντων αποτελέσματα εργαστηριακών ελέγχων που αφορούσαν την υγεία των αιγοπροβάτων τα οποία ανήκαν σε αυτούς, προέβηκαν στη θανάτωση 1560 αιγοπροβάτων τους. Μετά την ολοκλήρωση της θανάτωσης των αιγοπροβάτων των Εναγόντων οι διευθυντές τους επικοινώνησαν επανειλημμένα με τον τότε διευθυντή του Τμήματος Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος κ. Τάκη Φωτίου προκειμένου να τύχουν ενημέρωσης ως προς το πότε θα τους καταβάλλονταν οι σχετικές αποζημιώσεις. Στα πλαίσια των εν λόγω τηλεφωνικών επικοινωνιών ο κ. Τάκης Φωτίου αρχικά τους ανέφερε ότι θα έπρεπε να περιμένουν, ενώ σε μεταγενέστερη επικοινωνία που είχαν τους πρότεινε όπως αντί χρηματικής αποζημίωσης να αποδεχθούν αντικατάσταση των θανατωθέντων ζώων τους, προσφέροντάς τους αιγοπρόβατα κατώτερης ποιότητας από αυτά που είχαν θανατωθεί, προσφορά την οποία οι Ενάγοντες απέρριψαν. Με την πάροδο του χρόνου και εις απάντηση των επίμονων ερωτημάτων των διευθυντών των Εναγόντων σε σχέση με την καταβολή της αποζημίωσης, τους ανακοίνωσε ότι είχε γίνει κάποιο λάθος με την αποζημίωση που έλαβαν οι άλλοι κτηνοτρόφοι και θα γινόταν κάποια αναπροσαρμογή στο τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων που θα λάμβαναν ανάλογα με την ηλικία των θανατωθέντων ζώων. Μετά από τη θανάτωση των 1560 αιγοπροβάτων των Εναγόντων, η Κυπριακή Δημοκρατία εξέδωσε επιταγή με αριθμό 52040052 για το ποσό των £235.920,00 (το ισόποσο σε €403.093,25), η οποία και παραδόθηκε στους διευθυντές των Εναγόντων στις 14.12.2007 ως αποζημίωση για τη θανάτωση των ζώων τους. Με επιστολή τους ημερομηνίας 14.12.2007 (φωτοαντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6) οι Ενάγοντες παρέλαβαν την εν λόγω επιταγή με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους για διεκδίκηση των νομικών δικαιωμάτων τους για πλήρη και δίκαιη αποζημίωση. Με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 2.1.2008, η οποία επιδόθηκε στην γραμματέα του Υπουργείου Γεωργίας στις 7.1.2008 (σχετικό είναι το Τεκμήριο 11), οι Ενάγοντες κάλεσαν τον Υπουργό να τους καταβάλει το ποσό των £52.680,00 ως τη διαφορά της αποζημίωσης που ελάβαν σε σχέση με αυτή που προνοούσε η Πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο (Τεκμήριο 4) και της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 7.11.2007 (Τεκμήριο 5) (το ισόποσο σε €90.009,12), προβάλλοντας ότι η όλη συμπεριφορά της Κυβέρνησης έναντι των Εναγόντων παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, τις αρχές της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης και παρεκκλίνει ουσιωδώς από τις πρόνοιες της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος δεν αποδέχθηκε το αίτημα και με επιστολή ημερομηνίας 21.1.2008 προς τους δικηγόρους των Εναγόντων, φωτοαντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12, υπέδειξε ότι έχει παραχωρηθεί το σύνολο των αποζημιώσεων που δικαιούνται με βάση τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου που λήφθηκαν στα πλαίσια των μέτρων για αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το ποσό των £235.920,00 το οποίο τους δόθηκε ως αποζημίωση υπολογίστηκε στη βάση αυθαίρετου και παράνομου υπολογισμού ο οποίος ήταν ασύμβατος με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 7.11.2007 (Τεκμήριο 5) που ίσχυε κατά την ημερομηνία θανάτωσης των ζώων τους αφού με βάση την εν λόγω απόφαση και τις εξαγγελίες του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Υπουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος η αποζημίωση τους θα έπρεπε να ανέλθει στο ποσό των £288.600 (το ισόποσο σε €493.102,37). Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, αξιώνουν από την Δημοκρατία δια μέσω του Γενικού Εισαγγελέα αυτής, τη διαφορά, ήτοι το ποσό των £52.680,00 (το ισόποσο σε €90.009,12). Στην Έκθεση Υπεράσπισης ο Εναγόμενος προβάλλει ότι με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 66.327 και ημερομηνία 7.11.2007 (Τεκμήριο 5) εγκρίθηκε η παραχώρηση αποζημίωσης για τα αιγοπρόβατα που θα θανατώνονταν στα πλαίσια του αφθώδους πυρετού στις £110 ανά παραγωγικό ζώο και στις £75 για απώλεια εισοδήματος που θανατώθηκαν ανά παραγωγικό ζώο, ενώ στην απόφαση δεν γινόταν αναφορά στα ζώα ενδιάμεσης ηλικίας. Η δε αποζημίωση για τα ζώα των Εναγόντων που θανατώθηκαν υπολογίστηκε με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 66.420 και ημερομηνία 20.11.2007 (Τεκμήριο 8). Για την αποζημίωση των αιγοπροβάτων, λήφθηκε υπόψη ποσοστό περίπου 40% επί του συνόλου των αιγοπροβάτων, τα οποία διατηρούνταν στις μονάδες για αντικατάσταση των ενήλικων ζώων και αυτά τα ζώα αποζημιώθηκαν με την τιμή των αναπαραγωγικών ζώων (£110 ανά ζώο + £75 για απώλεια εισοδήματος). Για τα υπόλοιπα 391 αρνιά δόθηκε ποσό εκ £55 ανά ζώο σύμφωνα με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 66.420 και ημερομηνία 20.11.2007 (Τεκμήριο 8) και χωρίς να καταβληθεί η επιπρόσθετη αποζημίωση. Αποτελεί, επίσης, θέση του Εναγομένου ότι σε σχέση με τα ζώα των Εναγόντων έγιναν δειγματοληψίες αίματος και άλλων παθολογικών υλικών και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων κατέδειξαν ότι υπήρχαν ζώα με αντισώματα κατά του αφθώδους πυρετού. Η λήψη θετικών αποτελεσμάτων προερχόταν από διαφορετικές εργαστηριακές δοκιμές τόσο στο εργαστήριο των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών όσο και στο Κοινοτικό Εργαστήριο Αναφοράς και στο Παγκόσμιο Εργαστήριο Αναφοράς της νόσου που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Λόγω, μάλιστα, του ότι η ασθένεια του αφθώδους πυρετού εμφανίστηκε για τελευταία φορά στην Κύπρο το 1964, η ανεύρεση αντισωμάτων (οροθετικών ζώων) υποδήλωνε είτε τη μόλυνση των ζώων είτε τον εμβολιασμό τους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε περίπτωση εμφάνισης αφθώδους πυρετού υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν αυστηρά μέτρα που να αποτρέπουν τη μετάδοση της νόσου. Τα μέτρα περιγράφονται στην Οδηγία 2003/85/ΕΚ η οποία αναφέρεται στη θέσπιση κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού. Με βάση τα πιο πάνω, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε συνεννόηση πάντα με τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αποφάσισαν τη θανάτωση όλων των ζώων των Εναγόντων διότι η ύπαρξη οροθετικών ζώων σύμφωνα με την επιδημιολογική κατάσταση και τα εργαστηριακά αποτελέσματα υποδήλωναν μόλυνση των ζώων. Τα εργαστηριακά αποτελέσματα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών ήταν επιβεβαιωμένα θετικά από το Κοινοτικό Εργαστήριο Αναφοράς και δεν επιδέχονταν καμία αμφισβήτηση. Η θανάτωση όλων των ζώων της περιοχής της Δρομολαξιάς δεν έγινε αδιακρίτως αλλά μόνο εάν επιβεβαιωνόταν η παρουσία του ιού στην περιοχή και υπήρχε μεγάλη μεταδοτικότητα της ασθένειας, η οποία θα οδηγούσε στη μόλυνση πάρα πολλών εκμεταλλεύσεων. Να σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι ενώ στην Έκθεση Απαίτησης το ποσό των £52.680,00 αξιωνόταν ως χρέος οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας και/ή οιονεί συμφωνίας και/ή ως αποζημίωση για ζημιά την οποία υπέστηκαν οι Ενάγοντες συνεπεία παράβασης συμφωνίας και/ή οιονεί συμφωνίας και/ή άλλως πως και/ή συνεπεία της αυθαίρετης και/ή αντισυνταγματικής παραβίασης των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των Εναγόντων ως αυτά προστατεύονται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και/ή λόγω παράνομης ιδιοποίησης των αιγών και/ή προβάτων τους και/ή λόγω παράνομης ανάληψης κατοχής (tresspass) των αιγών και/ή προβάτων τους, κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Μακρίδης προώθησε ως βάση αγωγής μόνο την παράβαση σύμβασης. Όπως υποστήριξε, οι Ενάγοντες, βασιζόμενοι στα όσα τους αναφέρθηκαν από τις αρχές της Δημοκρατίας σε σχέση με την ύπαρξη αφθώδους πυρετού στα ζώα που διατηρούσαν στις εγκαταστάσεις τους καθώς επίσης και των υποσχέσεων που τους δόθηκαν τόσο προφορικά όσο και γραπτώς αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων που θα τους καταβάλλονταν με βάση τα Τεκμήρια 2, 4 και 5, συναίνεσαν στη θανάτωση των 1560 ζώων τους και υπό αυτές τις περιστάσεις δημιουργήθηκε μεταξύ των μερών συμβατική σχέση. Συνεπεία δε της άρνησης της Δημοκρατίας να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό των αποζημιώσεων υπήρξε διάρρηξη της σύμβασης και σε αυτή τη βάση αξιώνεται το ποσό των £52.860,00. Παρομοίως, τόσο κατά την ακρόαση όσο και κατά το στάδιο των αγορεύσεων δεν προωθήθηκε η αξίωση των Εναγόντων για τιμωρητικές αποζημιώσεις ως η αρχική αξίωσή τους για αντισυνταγματική και/ή παράνομη συμπεριφορά οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από την πλευρά του ο κ. Αριστείδης στην γραπτή του αγόρευση υποστήριξε ότι με βάση τις πρόνοιες του Συντάγματος και του Νόμου Ν.109(Ι)/2001, οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας μπορούν να επιβάλουν τη θανάτωση ζώου όταν επίκειται κίνδυνος για την υγεία των ζώων ή τη δημόσια υγεία και ότι η θανάτωση των ζώων των Εναγόντων έλαβε χώρα σε αυτά τα πλαίσια και κατόπιν συνεννόησης των κυπριακών αρχών με τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενόψει της εύκολης μεταδοτικότητας της ασθένειας του αφθώδους πυρετού που προσέβαλε τα αιγοπρόβατα και έθετε σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία. Η μαρτυρία που δόθηκε από τις δύο πλευρές προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους ήταν σύντομη. Από την μεν πλευρά των Eναγόντων κατέθεσε ο κ. Κυριάκος Κυριάκου, γραμματέας και μέτοχος της εταιρείας και ένας εκ των διευθυντών της, ενώ από την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσε ο κ. Σάββας Σάββα, Κτηνιατρικός Λειτουργός στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες από το 2004. Ο κ. Κυριάκου έκανε αναφορά στα γεγονότα που καταγράφονται πιο πάνω ως παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα (καθότι δεν αντεξετάστηκε επί αυτών) και περαιτέρω υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες συναίνεσαν στη θανάτωση των ζώων τους λόγω της αδυναμίας τους να αμφισβητήσουν τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων που τους παρουσιάστηκαν από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και έχοντας κατά νου τις εξαγγελίες από πλευράς κυβέρνησης ως προκύπτουν από τα Τεκμήρια 2 και 3, την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 7.11.2007 (Τεκμήριο 5) και τα όσα κατ' επανάληψη τους είχαν λεχθεί προφορικά από στελέχη του Υπουργείου Γεωργίας σε σχέση με την αποζημίωση που θα καταβαλλόταν. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι από τα 1560 ζώα των Εναγόντων που είχαν θανατωθεί, τα 898 θεωρήθηκαν παραγωγικά, όπως επίσης ένα ποσοστό της τάξης του 40% των 652 ζώων που ήταν ηλικίας 3-6 μηνών, δηλαδή 261 ζώα, αποζημιώθηκαν επίσης ως παραγωγικά. Σύμφωνα δε με τα όσα καταγράφονται στην επιστολή που απέστειλαν οι Ενάγοντες στον Διευθυντή Κτηνιατρικών Υπηρεσιών ημερομηνίας 30.11.2007 (φωτοαντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9) και συντάχθηκε από τον ίδιο, οι Ενάγοντες θα κρατούσαν για αναπαραγωγή 408 αρνιά ηλικίας 6 μηνών από τα 1560 που θανατώθηκαν. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι από τα 1560 ζώα που θανατώθηκαν υπήρχαν στις εγκαταστάσεις τους 10 ζώα που ήταν ηλικίας μέχρι 3 μηνών. Ο κ. Κυριάκου ανέφερε, τέλος, στο Δικαστήριο ότι ο κτηνοτρόφοι κ.κ. Δημήτρης Ντίρης, Λοϊζος Βασιλείου, Δώρα Αντωνίου και Αναστάσης Αναστασίου αποζημιώθηκαν με £185,00 για κάθε ζώο, ενώ περάν των Εναγόντων υπήρχε ακόμα ένας κτηνοτρόφος που αποζημιώθηκε με τον ίδιο τρόπο. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο κ. Σάββας Σάββα (Μ.Υ.) ανέφερε ότι κατά τον Νοέμβριο του 2007 οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες είχαν προχωρήσει σε θανάτωση ζώων στην περιοχή της Δρομολαξιάς στη Λάρνακα σε μονάδες όπου επιβεβαιώνονταν κρούσματα αφθώδους πυρετού. Η απόφαση αυτή λήφθηκε από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, κατόπιν συνεννόησης με τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενόψει της εύκολης μεταδοτικότητας της ασθένειας, η οποία θα οδηγούσε σε μόλυνση πολλών αιγοπροβάτων σε άλλες μονάδες θέτοντας σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία. Ο μάρτυρας έκανε αναφορά στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 7.11.2007 (Τεκμήριο 5) και υποστήριξε ότι η απόφαση για καταβολή αποζημίωσης ύψους £110 για κάθε ζώο και επιπλέον ποσού £75 ως απώλεια εισοδήματος αφορούσε μόνο τα παραγωγικά ζώα και λήφθηκε μετά από συζητήσεις που είχε το Υπουργείο Γεωργίας με τις Οργανώσεις Αιγοπροβατοτρόφων και τις Αγροτικές Οργανώσεις. Παρά το γεγονός αυτό, όμως, οι αρμόδιες αρχές κατά τρόπο λανθασμένο και αντίθετα με τα όσα προβλέπονται στην εν λόγω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αποζημίωσαν τους ιδιοκτήτες τεσσάρων κτηνοτροφικών μονάδων, ήτοι τους κ.κ. Δημήτρη Ντίρη, Λοϊζο Βασιλείου, Δώρα Αντωνίου και Αναστάσης Αναστασίου, για το σύνολο των ζώων που θανατώθηκαν, ανεξάρτητα με το εάν αυτά ήταν παραγωγικά ή ενδιάμεσης ηλικίας. Ακολούθως, ο κ. Σάββα αναφέρθηκε στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 20.11.2007 (Τεκμήριο 8) υποδεικνύοντας ότι στη βάση της εν λόγω απόφασης εγκρίθηκε η καταβολή αποζημίωσης εκ £55,00 για θανάτωση και των ζώων ενδιάμεσης ηλικίας, ενόψει του γεγονότος ότι οι ιδιοκτήτες τους είχαν προβεί σε αρκετές δαπάνες για αυτά. Σύμφωνα δε με τον μάρτυρα, παραγωγικό ή ενήλικο ζώο θεωρείται αυτό που δύναται να αναπαραχθεί και να παράξει γάλα. Στα πλαίσια των επίδικων υπουργικών αποφάσεων ως παραγωγικά κρίθηκαν όσα ζώα είχαν ηλικία πέραν των 7 μηνών. Αντίστοιχα, ζώα ενδιάμεση ηλικίας θεωρήθηκαν όσα είχαν ηλικία 3-6 μηνών. Στην Κτηνοτροφική Μονάδα των Εναγόντων θανατώθηκαν, μεταξύ της 14ης και 15ης Νοεμβρίου του 2007, 1560 ζώα και συγκεκριμένα 898 παραγωγικά πρόβατα, 652 ζώα ενδιάμεσης ηλικίας και 10 ζώα ηλικίας μέχρι 3 μηνών (για τα οποία δεν προβλεπόταν αποζημίωση). Ειδικότερα, όσον αφορά στα 652 αρνιά ενδιάμεσης ηλικίας που διατηρούσαν οι Ενάγοντες, η Δημοκρατία υπολόγισε ότι τα 261, δηλαδή ένα ποσοστό της τάξης του 40%, θα κρατούνταν από τους Ενάγοντες για αναπαραγωγή. Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε η καταβολή αποζημίωσης ποσού £185 για τα 261 ζώα ενδιάμεσης ηλικίας, δηλαδή το ποσό που καταβαλλόταν ως αποζημίωση για τα παραγωγικά ζώα. Κατά τον ίδιο τρόπο και με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 20.11.2007 (Τεκμήριο 8) αποζημιώθηκαν και άλλοι ιδιοκτήτες κτηνοτροφικών μονάδων, των οποίων τα ζώα θανατώθηκαν κατά την ίδια περίοδο, όπως για παράδειγμα ο κ. Κωστάκης Παπαδόπουλος. Αποτέλεσε, τέλος, θέση του κ. Σάββα ότι η θανάτωση των προσβεβλημένων από τη νόσο του αφθώδους πυρετού ζώων ήταν υποχρεωτική ενόψει της ενδεχόμενης προσβολής της δημόσιας υγείας και δεν απαιτείτο η προηγούμενη συγκατάθεση των ιδιοκτητών/Εναγόντων, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση έλαβαν από τη Δημοκρατία δίκαιη και εύλογη αποζημίωση η οποία ήταν σύμφωνη με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 20.11.2007 (Τεκμήριο 8) που τύγχανε εφαρμογής κατά τον επίδικο χρόνο. Αντεξεταζόμενος ο κ. Σάββα διευκρίνισε ότι δεν είχε άμεση και προσωπική εμπλοκή στο θέμα της οικονομικής αποζημίωσης των Εναγόντων και ότι ενημερώθηκε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση από τον φάκελο που τηρείται στην Υπηρεσία του, όπου και εντόπισε την επιστολή του Διευθυντή Κτηνιατρικών Υπηρεσιών κ. Χ. Κακογιάννη και του Αν. Διευθυντή του Τμήματος Γεωργίας κ. Χρ. Φωτίου προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ημερομηνίας 11.12.2007, φωτοαντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14. Από την εν λόγω επιστολή προκύπτει ότι θανατώθηκαν 1560 ζώα των Εναγόντων για τα οποία δόθηκε αποζημίωση ως ακολούθως: - 898 ζώα τα οποία ήταν ηλικίας άνω του ενός έτους θεωρήθηκαν παραγωγικά και αποζημιώθηκαν με £185,00 ανά ζώο. - Από τα 652 ζώα που ήταν ηλικίας 3-6 μηνών, ποσοστό 40%, ήτοι 261 ζώα κρίθηκαν επίσης παραγωγικά και αποζημιώθηκαν με £185,00 ανά ζώο, ενώ τα υπόλοιπα 391 ζώα με £55,00 ανά ζώο. - Για τα 10 ζώα που ήταν ηλικίας 0 - 3 μηνών δεν δόθηκε οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση. Ερωτηθείς κατά πόσον γνωρίζει εάν υπάρχει κάποιος νόμος ή κανονισμός όπου να καθορίζεται η έννοια του όρου «παραγωγικό ζώο» ή ο αριθμός των παραγωγικών ζώων που υποχρεούται ένας κτηνοτρόφος να έχει στην μονάδα του ή αυτών που διατηρούνται για σκοπούς αντικατάστασης, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν έχει υπόψη του κάτι τέτοιο. Η ίδια θέση υιοθετήθηκε και σε σχέση με την πρακτική αντικατάστασης παραγωγικών ζώων με άλλα ζώα μικρότερης ηλικίας σε ποσοστό 20-40% που σύμφωνα με τον μάρτυρα ακολουθείται συνήθως, αφού όπως εξήγησε δεν υπάρχει κάποια σχετική πρόνοια περί τούτου. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία των δύο προσώπων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και την αντεξέταση στην οποία έτυχαν και τις δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών, κρίνεται ότι δυο είναι τα θέματα όπου υπάρχει αμφισβήτηση και χρειάζεται να εξεταστούν και αποφασιστούν από το Δικαστήριο: Το πρώτο θέμα αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θανατώθηκαν τα 1560 ζώα των Εναγόντων και ειδικότερα κατά πόσον η θανάτωση των ζώων αυτών έλαβε χώρα με τη συγκατάθεση των Εναγόντων η οποία δόθηκε με δεδομένες τις εξαγγελίες της Κυβέρνησης και την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 7.11.2007 (Τεκμήριο 5), ως ήταν η θέση του κ. Κυριάκου Κυριάκου, ή εάν αυτή ήταν υποχρεωτική ενόψει της ενδεχόμενης προσβολής της δημόσιας υγείας με τρόπο ώστε να μην απαιτείται η προηγούμενη συγκατάθεση τους, ως ήταν η θέση του κ. Σάββα Σάββα. Το δεύτερο θέμα αφορά τις θέσεις του κ. Σάββα αναφορικά με το τι συνιστά παραγωγικό ζώο, ζώο ενδιάμεσης ηλικίας και το ποσοστό των ζώων που κρατούνται για αναπαραγωγή με βάση τη συνήθη πρακτική, οι οποίες αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα σημειώνεται καταρχήν ότι οι μάρτυρες δεν αντεξετάστηκαν από την άλλη πλευρά επί των πιο πάνω θέσεων που ο κάθε ένας εξ αυτών προέβαλε. Ανεξαρτήτως τούτου, όμως, το όλο θέμα διέπεται από τις πρόνοιες του περί της Υγείας των Ζώων Νόμου Ν. 109(Ι)/2001(στο εξής καλούμενος ο «Νόμος»). Ο Νόμος καθορίζει τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ως την Αρμόδια Αρχή, η οποία έχει εξουσία και αρμοδιότητα να μεριμνά, μεταξύ άλλων, για τα ακόλουθα (σχετικό είναι το άρθρο 4 του Νόμου 109(Ι)/2001): «4.-
(1)Η Αρμόδια Αργή έχει εξουσία και αρμοδιότητα να μεριμνά για - (α)Την εξυγίανση του ζωικού πληθυσμού της χώρας από ασθένειες των ζώων, με την εκπόνηση και εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων, (β) την άσκηση προληπτικής κτηνιατρικής σε θέματα υγείας των ζώων με τον καταρτισμό ειδικών σχεδίων αντιμετώπισης- (ί) γνωστοποιητέων ή μη ζωικών ασθενειών, και (ii) της επίδρασης τοξικών ή ραδιενεργών ουσιών στα ζώα. ................................... (η) τον έλεγχο της υγιεινής διαβίωσης και διατροφής των ζώων, ................................... (ι) την κήρυξη εκμεταλλεύσεων ως μολυσμένων, επηρεασμένων ή ελεύθερων από γνωστοποιητέες ή μη ασθένειες των ζώων, (ια) τον έλεγχο των χώρων ή και επιχειρήσεων όπου διενεργούνται διαδικασίες θανάτωσης ζώων, καταστροφής, ταφής, διάθεσης, χειρισμού ή επεξεργασίας πτωμάτων ζώων, σφαγίων, ζωικών προϊόντων ή υποπροϊόντων, ζωικών αποβλήτων και αξιοποίησης των απορριμμάτων σφαγείων, των υποπροϊόντων σφαγείων και άλλων ακατάλληλων προς βρώση ζωικών προϊόντων, της φορβής, της οτρωμνής ζώων, της κόπρου και οποιωνδήποτε άλλων αντικειμένων και πραγμάτων δυνάμενων να μεταδώσουν ασθένεια των ζώων, (ιβ) την καταβολή αποζημιώσεων προς ιδιοκτήτες ζώων, ζωικών προϊόντων ή αντικειμένων που κατάσχονται και καταστρέφονται, ή άλλως πως διατίθενται, στο πλαίσιο εφαρμογής προγραμμάτων ελέγχου ή καταπολέμησης ζωικών ασθενειών όπως προνοείται στις παραγράφους (α) και (β) ή λόγω οποιασδήποτε άλλης ενέργειας ή δραστηριότητας της Αρμόδιας Αρχής η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει το θάνατο ζώων, ..................................» Όπως δε αναφέρεται στο άρθρο 9 του Νόμου, οι κτηνίατροι που υπηρετούν στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, οι εντεταλμένοι κτηνίατροι και οι κτηνιατρικοί επιθεωρητές που έχουν εξουσιοδοτηθεί σχετικά από τον Διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, δύνανται να εισέρχονται σε οποιοδήποτε χώρο επιχείρησης ή σε υποστατικά ή άλλους χώρους όπου εύλογα πιστεύουν ότι διεξάγεται επιχείρηση ή εργασίες που ρυθμίζονται από το Νόμο με σκοπό την άσκηση των κτηνιατρικών ελέγχων στα ζώα και ζωϊκά προϊόντα και στις επιχειρήσεις και την επίτευξη συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του Νόμου. Παράλληλα, σύμφωνα με το εδάφιο 2 του άρθρου 9, κατά την άσκηση των εξουσιών που τους παρέχονται από το Νόμο, οι κτηνίατροι των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, εφαρμόζοντας τους όρους, διαδικασίες και τα κριτήρια που καθορίζονται στους κανονισμούς και τα διατάγματα που εκδίδονται δυνάμει του Νόμου και τους σχετικούς κοινοτικούς κανονισμούς και τις κοινοτικές αποφάσεις, δύνανται να επιβάλουν τη σφαγή, θανάτωση και την καταστροφή ζώων, όταν επίκειται κίνδυνος για την υγεία των ζώων και τη δημόσια υγεία. Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν παρέχεται στον ιδιοκτήτη του ζώου δικαίωμα ένστασης, ενώ τέτοιο δικαίωμα παρέχεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο δεν ικανοποιείται από απόφαση η οποία λήφθηκε δυνάμει άλλων προνοιών του άρθρου 9 του Νόμου, όπως για παράδειγμα για κατάσχεση ζωϊκών προϊόντων ή άλλων αντικειμένων ή την επιβολή καταστροφής τέτοιων προϊόντων. Στο Πρώτο Παράρτημα του Νόμου, ο αφθώδης πυρετός περιλαμβάνεται στις ασθένειες ο οποίες εμπίπτουν στις πρόνοιες αυτού, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 10 της Οδηγίας 2003/85/ΕΚ σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού, μόλις επιβεβαιωθεί η ύπαρξη εστίας αφθώδους πυρετού τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να εφαρμόζονται στην εκμετάλλευση μέτρα που αφορούν μεταξύ άλλων στη θανάτωση των ζώων. Ο Νόμος, επίσης, προβλέπει ότι σε περίπτωση που οποιοδήποτε ζώο θανατώθηκε λόγω προσβολής του από κάποια ασθένεια, ο έλεγχος της οποίας θα καθιστούσε αναγκαία τη θανάτωση και καταστροφή όλων των ζώων της εκμετάλλευσης ή περιοχής από την οποία προερχόταν το ζώο, καταβάλλεται στον ιδιοκτήτη του ζώου αποζημίωση, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου 2(α) του άρθρου 11 από τριμελή επιτροπή ανάλογα με την αγοραία αξία του ζώου. Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι Ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν σε οποιοδήποτε στάδιο τα αποτελέσματα των εξετάσεων και ελέγχων που διενεργήθηκαν, όπως ούτε και την αναγκαιότητα θανάτωσης των 1560 ζώων τους ως αποτέλεσμα των εν λόγω εξετάσεων. Αυτή η αναγκαιότητα, προκύπτει άλλωστε και από την Πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο που επικαλούνται οι ίδιοι οι Ενάγοντες και παρουσίασαν κατά την ακρόαση ως Τεκμήριο 4. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Μετά τους ελέγχους των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, τα αποτελέσματα των εργαστηριακών ελέγχων από το Κοινοτικό Εργαστήριο αναφοράς για ύπαρξη κρουσμάτων αφθώδους πυρετού και την επιτόπου εξέταση του θέματος από εμπειρογνώμονες της EE, τα μέτρα αντιμετώπισης της κατάστασης, με στόχο την αποτροπή επέκτασης της μόλυνσης που αποφασίστηκαν συνίστανται: α) στην άμεση θανάτωση των ζώων των μολυσμένων μονάδων β) στον αυστηρό περιορισμό (καραντίνα) της περιοχής και δημιουργία ζωνών προστασίας και επιτήρησης σε ακτίνα 3 χλμ, και 10 χλμ. αντίστοιχα από κάθε κρούσμα γ) την καταστροφή των παραγόμενων προϊόντων και των αποθηκευμένων ζωοτροφών στη ζώνη των 3 χλμ. δ) την απαγόρευση μετακίνησης ζώων, σφαγής κ.λ.π. ε)εφαρμογή προγράμματος ορολογικής επιτήρησης για εντοπισμό ενδεχόμενων κρουσμάτων τόσο στη ζώνη των 10 χλμ., όσο και σ' όλη την επικράτεια.» (υπογραμμίσεις δικές μου) Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και με δεδομένες τις πρόνοιες του Νόμου 109(Ι)/2001 για τις οποίες το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση με βάση το άρθρο 3 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1 (βλέπε επίσης Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη στις σελίδες 258-260), γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του κ. Σάββα επί του θέματος και αποτελεί εύρημα μου ότι η θανάτωση των εν λόγω ζώων ήταν απαραίτητη και υποχρεωτική για λόγους δημόσιας υγείας, με τρόπο ώστε να μην τίθεται θέμα συγκατάθεσης των Εναγόντων με τον τρόπο που οι ίδιοι επικαλούνται μέσω της μαρτυρίας του κ. Κυριάκου. Ενδεικτικό της υποχρέωσης των Εναγόντων να συμμορφωθούν με την απόφαση των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών για θανάτωση των ζώων τους με βάση τα αποτελέσματα των εξετάσεων και ελέγχων που διενεργήθηκαν είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με το άρθρο 31 του Νόμου, όποιος παραλείπει ή αρνείται να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε οδηγία ή εντολή που επιβάλλεται από την Αρμίδια Αρχή είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £2.000 ή και στις δύο ποινές. Η πιο πάνω κατάληξη μου κρίνεται καταλητική για την τύχη της αγωγής η οποία, υπενθυμίζεται, βασίζεται σε ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης. Και αυτό γιατί και εάν ακόμα στη βάση των Τεκμηρίων 2, 4 και 5 υπήρχε πρόταση και αποδοχή υπό την έννοια που εισηγείται στην γραπτή του αγόρευση ο κ. Μακρίδη, θα εξέλειπε η αντιπαροχή που είναι απαραίτητο στοιχείο για την ύπαρξη και τον καταρτισμό σύμβασης. Και αυτό γιατί η ενέργεια που οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν να πράξουν, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, με το να δώσουν τη συγκατάθεση τους για τη θανάτωση των ζώων τους, αφορούσε υποχρέωση που είχαν με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Επί τούτου γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 9
(1)στην παράγραφο 745 (σελίδες 488 και 489) όπου υποδεικνύεται ότι όταν ένα πρόσωπο εκτελεί ή υπόσχεται να εκτελέσει μια υποχρέωση που έχει ήδη με βάση το Νόμο, δεν παρέχει αντιπαροχή, και σε αυτή τη βάση δεν δικαιούται να εισπράξει το αντάλλαγμα που του είχε υποσχεθεί το άλλο μέρος. Σχετικά είναι επίσης τα όσα επισημαίνονται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, Volume 1, 24η έκδοση, στις σελίδες 169 και 170 όπου γίνεται αναφορά στην υπόθεση Collins v. Godefroy
(1831)1 B. & Ad. 950. Στην εν λόγω υπόθεση είχε επιδοθεί στον ενάγοντα μαρτυρική κλήση προκειμένου να δώσει μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου στα πλαίσια μιας δικαστικής διαδικασίας. Στην αγωγή που ήγειρε εναντίον του εναγόμενου για να αξιώσει το ποσό που του υποσχέθηκε ο εναγόμενος για την απώλεια του χρόνου του την ημέρα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αποφασίστηκε ότι από τη στιγμή που ήταν υποχρεωμένος να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο με βάση τη μαρτυρική κλήση, η όποια υπόσχεση του δόθηκε από τον εναγόμενο είχε δοθεί χωρίς αντιπαροχή. Σε κάθε περίπτωση, οι δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Υπουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος όπως προκύπτουν από τα Τεκμήρια 2 και 3 δεν μπορούν να θεωρηθούν πρόταση ή υπόσχεση με την έννοια που το θέτει ο κ. Μακρίδης αφού αφορούν εξαγγελίες της Κυβέρνησης χωρίς πρόθεση από την πλευρά τους να δεσμευτούν συμβατικά (βλέπε Chitty on Contracts, General Principles, (Sweet & Maxwell), 24η έκδοση, παράγραφος 42, σελίδα 22). Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 7.11.2007 (Τεκμήριο 5) η οποία συνιστά κυβερνητική απόφαση. Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, η αξίωση των Εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει. Το δε γεγονός ότι ο κ. Κυριάκος Κυριάκου δεν αντεξετάστηκε επί της θέσης του ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται απόφασης για το ποσό που αξιώνουν με την αγωγή συνεπεία παράβασης σύμβασης δεν αλλοιώνει την όλη εικόνα αφού η άποψη του μάρτυρα επί τούτου δεν μπορεί υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις να δεσμεύσει το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά την αξίωση των Εναγόντων αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο κ. Κυριάκος Κυριάκου κατά την αντεξέτασή του υποστήριξε ότι το παράπονό του από την Δημοκρατία συνίστατο στο ότι οι άλλοι τέσσερις κτηνοτρόφοι αποζημιώθηκαν σε διαφορετική βάση και αυτός ήταν ο λόγος που εγέρθηκε η παρούσα αγωγή και δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη σύμβασης και/ή παράβασης αυτής. Παρόλα αυτά, με την αγωγή δεν προωθήθηκε αξίωση των Εναγόντων για αποζημιώσεις για δυσμενή μεταχείριση τους σε αντίθεση με τους άλλους τέσσερις κτηνοτρόφους και ως εκ τούτου μια τέτοια θέση δεν μπορεί να εξεταστεί. Επισημαίνεται, παράλληλα, ότι στην επιστολή που απέστειλαν οι δικηγόροι των Εναγόντων προς τον Υπουργό Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ημερομηνίας 2.1.2008 (Τεκμήριο 11) ουδεμία αναφορά γίνεται σε ύπαρξη σύμβασης μεταξύ των μερών και παράβασης της από την πλευρά της Δημοκρατίας με τον τρόπο που προωθήθηκε στα πλαίσια της αγωγής. Σε ότι αφορά στα όσα καταγράφονται στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης σε σχέση με την αυθαίρετη και/ή αντισυνταγματική παραβίαση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των Εναγόντων, οι οποίες όπως έχω ήδη επισημάνει δεν προωθήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, περιορίζομαι να παραπέμψω στην απόφαση Κυριάκος Μ. Φιλίππου ν. Κυπριακή Δημοκρατία
(1991)4 Α.Α.Δ. 2477, όπου κρίθηκε ότι η ενέργεια της Δημοκρατίας να προβεί στη θανάτωση των ζώων του αιτητή με βάση τις πρόνοιες του περί Μεταδοτικών Νόσων των Ζώων Νόμου του 1967 Ν.319/67 (που περιλάμβανε πρόνοιες αντίστοιχες με αυτές του Νόμου 109(Ι)/2001) χωρίς να του παραχωρηθεί αποζημίωση ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος εφόσον έγινε για σκοπούς πρόληψης μετάδοσης νόσων και ήταν απαραίτητη για το συμφέρον της δημόσιας υγείας. Ερχόμενη, τώρα, στη θέση των Εναγόντων ότι η καταβολή του ποσού των £235.920,00 ως αποζημίωση δεν ήταν σύμφωνη με τα όσα προνοούνται στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 7.11.2007 (Τεκμήριο 5) παρατηρώ καταρχήν ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 7.11.2007 (Τεκμήριο 5) αφορούσε τα 507 αιγοπρόβατα που θανατώθηκαν, ενώ τα ζώα των Εναγόντων θανατώθηκαν εκ των υστέρων και πιο συγκεκριμένα στις 14.11.2007 και 15.11.2007, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η παράγραφος (γ) αυτής[1], και προέβλεπε για αποζημίωση ύψους £110 ανά παραγωγικό ζώο και £75 για απώλεια εισοδήματος. Ως προς την έννοια του παραγωγικού ζώου και του ζώου ενδιάμεσης ηλικίας οι θέσεις του κ. Σάββα Σάββα περί της συνήθους πρακτικής που εφαρμόζεται, αν και αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, δεν αντικρούστηκαν με μαρτυρία από την πλευρά των Εναγόντων, με αποτέλεσμα να έχουν παραμείνει αναντίλεκτες. Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, ο υπολογισμός της αποζημίωσης όπως προκύπτει από την επιστολή ημερομηνίας 11.12.2007 (Τεκμήριο 10) ήταν ορθός και σύμφωνα με τα όσα προνοούνταν στις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 7.11.2007 και 20.11.2007 (Τεκμήρια 5 και 7 αντίστοιχα). Για τους λόγους που καταγράφονται πιο πάνω η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Παρόλα αυτά, για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να λεχθεί ότι σε περίπτωση που υιοθετούνταν οι θέσεις των Εναγόντων περί παράβασης σύμβασης και η αγωγή ήταν επιτυχής, το ποσό που θα έπρεπε να επιδικαστεί στους Ενάγοντες θα ανερχόταν σε £52.680,00 (το ισόποσο σε €90.009,12). Συνεπώς, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «(γ) Όπως σε περίπτωση που η νόσος επεκταθεί και σε άλλα υποστατικά, ακολουθηθεί η ίδια μέθοδος υπολογισμού των αποζημιώσεων.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο