← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Ιωάννη Συμεωνίδη, Αρ. Αγωγής: 8216/07, 27/1/2015

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Ιωάννη Συμεωνίδη, Αρ. Αγωγής: 8216/07, 27/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8216/07 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και Ιωάννη Συμεωνίδη Εναγόμενου ------------- Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Μ. Ιεροκηπιώτου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο: κ. Α. Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, που καταχωρήθηκε στις 20.7.2007, οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο το ποσό των £45.075,44, πλέον τόκο προς 11,5% ετησίως από 1.1.2007 κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους και την προσκομισθείσα μαρτυρία της υπαλλήλου τους Τούλιας Θεμιστοκλέους (ΜΕ), οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι στις 16.9.1999 ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο «Εθνοεπενδυτής» και του παραχωρήθηκε μέσω ειδικού λογαριασμού με αριθμό 529/338328-5 πιστωτικό όριο μέχρι του ποσού των £50.000 (Τεκμήριο 1). Αποκλειστικός σκοπός του πιστωτικού ορίου ήταν η αγοραπωλησία χρηματιστηριακών αξιών στο ΧΑΚ. Στις 29.9.1999, ο εναγόμενος υπέγραψε επιστολή αποδοχής των όρων του σχεδίου (Τεκμήριο 2). Δυνάμει των όρων της συναφθείσας συμφωνίας, ο εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο ενεχυρίασης ημερομηνίας 29.9.1999, βάσει του οποίου ενεχυρίασε 3000 μετοχές της ΚΕΟ Λτδ προς εξασφάλιση των εναγόντων για την χορήγηση της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης (Τεκμήρια 5-5(α)). Ο εναγόμενος κατέθεσε επίσης £8.000 στις 26.10.1999 στον επίδικο λογαριασμό προς εξασφάλιση των εναγόντων για τη χορήγηση σ' αυτόν της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης. Δυνάμει της συμφωνίας, οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να προβούν σε πώληση των αξιών και σε κλείσιμο του λογαριασμού, στην περίπτωση που η αγοραία αξία των ενεχυριασμένων μετοχών και της τυχόν κατάθεσης μετρητών είναι κατώτερη του 120% (και στη συνέχεια τροποποιήθηκε σε 130%, βλ. Τεκμήριο 3) ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων, εάν αυτό τύχει να είναι μεγαλύτερο (περιθώριο ασφαλείας). Στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας ο εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο προς τη Sharelink Securities Ltd ημερομηνίας 29.9.1999, στη συνέχεια ανεκάλεσε το πληρεξούσιο προς τη Sharelink Securities Ltd με επιστολή του ημερομηνίας 31.7.2001 και διόρισε στις 2.8.2001 νέο χρηματιστηριακό γραφείο την Expressstock Financial Services Ltd με πληρεξούσιο έγγραφο. Στη συνέχεια με επιστολή του ημερομηνίας 2.5.2002 ο εναγόμενος ανεκάλεσε το πληρεξούσιο έγγραφο προς την Expresstock Financial Services Ltd και στις 15.5.2002 διόρισε Χρηματιστηριακό Γραφείο τη Severis & Athienitis Financial Services Ltd υπογράφοντας σχετικό πληρεξούσιο. Ο εναγόμενος στις 20.5.2003 διόρισε άλλο Χρηματιστηριακό Γραφείο, τη CLR Stockbrockers Ltd (βλ. Τεκμήρια 4 και 6-8). Μετά την αποϋλοποίηση των αξιών και τη σύσταση κεντρικού μητρώου στο ΧΑΚ ο εναγόμενος διόρισε στις 15.5.2002 ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους του τους ενάγοντες (Τεκμήριο 22). Ο λογαριασμός του εναγόμενου στις 10.8.2006 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο £43.089,81 το οποίο οι ενάγοντες είχαν επανειλημμένα καλέσει τον εναγόμενο να το διευθετήσει χωρίς αποτέλεσμα. Στις 10.8.2006 οι ενάγοντες με επιστολή προς τον εναγόμενο τερμάτισαν την πιο πάνω αναφερόμενη πιστωτική διευκόλυνση και η λειτουργία του αντίστοιχου λογαριασμού, ζητώντας την πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού με τόκο προς 11.5% ετησίως κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους (Τεκμήριο 21). Οι ενάγοντες κατά την περίοδο 24.3.2006 - 29.3.2006 άσκησαν το δικαίωμα που τους παρείχαν οι όροι 5 και 7 της συμφωνίας ημερομηνίας 16.9.1999 και προέβηκαν σε πώληση των μετοχών και/ή αξιών του εναγόμενου καταθέτοντας το προϊόν πώλησης έναντι του οφειλόμενου υπολοίπου. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του εγείρει πλήθος δικογραφημένων υπερασπίσεων, εκ των οποίων κατά την αντεξέταση της μάρτυρος των εναγόντων και κατά την κυρίως εξέταση του εναγόμενου υποστηρίχθηκαν, όπως ορθά συνοψίζονται στη γραπτή αγόρευση της κας Ιεροκηπιώτου, οι ακόλουθες: «(α) Η συμφωνία και τα λοιπά έγγραφα υπογράφηκαν κατόπιν ρητών και/ή σιωπηρών και/ή εξυπακουόμενων υποσχέσεων και διαβεβαιώσεων της ενάγουσας ότι το Σχέδιο ήταν εξασφαλισμένο και ότι ο εναγόμενος δεν θα μπορούσε να πάθει ζημιά. (β) Η ενάγουσα ενήργησε κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας και παράνομα. (γ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου οφείλεται σε αμέλεια της ενάγουσας εφόσον αυτή είχε τον έλεγχο του λογαριασμού και διαχείριση του χαρτοφυλακίου αλλά δεν ενήργησε ως όφειλε. (δ) Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι υπέγραψε το έντυπο συμμετοχής στη πιο πάνω σύμβαση παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων ύψους ΛΚ50.

  1. Επίσης δέχεται ότι υπέγραψε και διόρισε ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους του την Sharelink Securities Ltd, την Expresstock Financial Services Ltd, τη Severis & Athienitis Financial Services Ltd και τη CLR Stockbrokers Ltd. (ε) Το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών υπογράφτηκε χωρίς την παρουσία δύο μαρτύρων και συνεπώς είναι άκυρο, (στ) Ο ίδιος ουδέποτε έδωσε εντολές στον Χρηματιστή, αλλά η όλη διαδικασία διεκπεραιώθηκε κατά παράβαση του Νόμου και Κανονισμών της Χρηματιστηριακής Νομοθεσίας. (ζ) Η ενάγουσα έπρεπε να πωλήσει τις μετοχές που ήταν ενεχυριασμένες υπέρ της όταν είδε ότι ο λογαριασμός είχε ζημιά. (η) Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 10.8.2006 και απάντησε με επιστολή του δικηγόρου του ημερ.30.8.
  2. (θ) Τέλος είναι η θέση του εναγόμενου ότι ως αποτέλεσμα των πιο πάνω έχει υποστεί ζημιές ύψους ΛΚ100.000 πλέον τόκο 8% και ποσό ΛΚ20.000, την οποία ζητεί ανταπαιτητικώς. (ι) Η ενάγουσα δεν του κοινοποίησε τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας προς την ενάγουσα. (ια) Η ενάγουσα χρέωνε παρανόμως τόκους και/ή προέβηκε σε υπερχρεώσεις.» Υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας πλειστάκις τους ισχυρισμούς του ο εναγόμενος, στην πολυσέλιδη υπεράσπιση του, ανταπαιτεί εναντίον των εναγόντων απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η επίδικη συμφωνία/επενδυτικό σχέδιο και να διαγράφεται το αξιούμενο εκ μέρους των εναγόντων ποσό και περαιτέρω ζητά όπως του επιστραφεί το ποσό των £100.000 πλέον τόκους, το οποίο αντιπροσώπευε το περιθώριο εξασφάλισης του επίδικου δανείου καθώς και το ποσό των £20.000 για την αξία των μετοχών που ενεχυρίασε σ' αυτούς για εξασφάλιση, καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, πλέον τόκους και έξοδα. Με την πολυσέλιδη απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση του εναγόμενου, οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης τους, επισημαίνοντας ότι τήρησαν όλες τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της έγκυρης και δεσμευτικής επίδικης συμφωνίας, την οποία ο εναγόμενος παρέβη και αρνούνται τους αντίθετους ισχυρισμούς του εναγόμενου, απορρίπτοντας επίσης την ανταπαίτηση του. Πέραν των πιο πάνω παρατεθέντων επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ME, η οποία ως κατέθεσε είναι στην υπηρεσία των εναγόντων, κατά τον επίδικο χρόνο εχειρίζετο τον επίδικο λογαριασμό και είχε στη φύλαξη της όλα τα έγγραφα που τον αφορούσαν. Υιοθετώντας τη γραπτή της δήλωση, η ΜΕ περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανοίχθηκε ο συγκεκριμένος λογαριασμός, τους όρους και τον τρόπο λειτουργίας του, καταθέτοντας Τεκμήρια, ως ήδη αναφέρθηκαν και ως πιο κάτω θα αναφερθούν. Κατά την αντεξέταση, της υποβλήθηκε ότι το έγγραφο ενεχυρίασης δεν υπογράφηκε στην παρουσία μαρτύρων και η ΜΕ διεφώνησε υποστηρίζοντας ότι είναι πειθαρχικό αδίκημα για την τράπεζα να υπογραφόταν το έγγραφο ενεχυρίασης χωρίς τη παρουσία μαρτύρων. Της υποβλήθηκε, επίσης, ότι οι ενάγοντες δεν ενημέρωσαν τον εναγόμενο για τους κινδύνους από τη συμμετοχή του στο σχέδιο Εθνοεπενδυτή ως είχαν υποχρέωση και τους επιβλήθηκε πρόστιμο από τη μη τήρηση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 28), θέση ωστόσο την οποία δεν υποστήριξε ο εναγόμενος κατά τη μαρτυρία του. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ ρωτήθηκε αν μπορούσε να πει ποιά ποσά χρεώνονταν πέραν του τόκου και απάντησε πως δεν μπορούσε να γνωρίζει εκείνη τη στιγμή επειδή το 1% ήταν επί των αγορών, φαίνονται ωστόσο στις καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήριο
  3. Σε υποβολή ότι κάποιες καταστάσεις λογαριασμού καθώς και η επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο 21 στάληκαν στην οδό Ρωμανού 3, 2413, Έγκωμη, ενώ το Τεκμήριο 26, που είναι προειδοποιητικές επιστολές των εναγόντων, στάληκαν στην Ταχυδρομική Θυρίδα 24538, η ΜΕ απάντησε ότι ο εναγόμενος ζήτησε αρχικά τα σχετικά έγγραφα να στέλλονται στην οδό Ρωμανού 3 που είναι η διεύθυνση της κατοικίας του και στη συνέχεια, αφού ο ίδιος το ζήτησε, αποστέλλονταν στην Ταχυδρομική Θυρίδα 24538, θέση που επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον εναγόμενο κατά την κυρίως εξέταση του. Στη μαρτυρία του ο εναγόμενος - ΜΥ1, αποδέχθηκε ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 1-8 και 22, ενώ δεν αποδέχθηκε τα υπόλοιπα Τεκμήρια, ειδικότερα δε τις εξουσιοδοτήσεις που δείχνουν τις αγοραπωλησίες που έγιναν μέσω του επίδικου σχεδίου, Τεκμήρια 9 και 9(α), τις οποίες υποστήριξε ότι πρώτη φορά έβλεπε. Ίδια ήταν η θέση του και για τις δημοσιεύσεις των εναγόντων στον τύπο (ως προς το χρεωστικό επιτόκιο των πιστωτικών διευκολύνσεων - Τεκμήρια 10-20). Σε σχέση με το Τεκμήριο 23, αρνήθηκε ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα και ειδικότερα η επιστολή του ημερομηνίας 4.1.2002 (Τεκμήριο 23(ε)), φέρουν την υπογραφή του. Σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήριο 24 παραδέχθηκε ότι για κάποιες καταστάσεις έλαβε γνώση, χωρίς να θυμάται ποιες. Παραδέχθηκε, επίσης, ότι ο ίδιος ζήτησε σε κάποιο στάδιο να στέλλεται η αλληλογραφία στην Ταχυδρομική Θυρίδα 24538 επειδή είχε πρόβλημα με το ταχυδρομείο και ήταν βέβαιος ότι θα τις λάμβανε. Επίσης, παραδέχθηκε ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο 21 καθώς και την προγενέστερη επιστολή των εναγόντων - Τεκμήριο 27, απαντώντας μάλιστα στο Τεκμήριο 21 μέσω του δικηγόρου του με το Τεκμήριο
  4. Τέλος, κατέθεσε ότι δεν έλαβε γνώση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας -Τεκμήριο 28, αλλά ούτε ενημερώθηκε για τους κινδύνους που ενείχε το επίδικο σχέδιο και έπαθε ζημιές από τις ενέργειες των εναγόντων, τις οποίες ανταπαιτεί. Όσον αφορά τις εντολές για τις αγοραπωλησίες, υποστήριξε ότι ουδέποτε έδωσε εντολές, αλλά οι πράξεις έγιναν από τα Χρηματιστηριακά Γραφεία σε συνεννόηση με τους ενάγοντες. Εκ μέρους του εναγόμενου, κατέθεσε και ο Πανίκος Χριστόφορου- ΜΥ2, Λειτουργός στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 31 τις συναλλαγές στις οποίες προέβη ο εναγόμενος από την 1.10.1999 μέχρι τις 31.12.2006, συμπεριλαμβανομένων και των συναλλαγών μέσω του επίδικου σχεδίου. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας και αξιολογώντας την εκ μέρους των εναγόντων δοθείσα μαρτυρία καθώς και τα κατατεθέντα από αυτούς έγγραφα, έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια και για την ορθότητα όσων ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου η μάρτυρας των εναγόντων με αποτέλεσμα η μαρτυρία της, που δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της, να είναι πλήρως αποδεκτή. Ειδικότερα, η ΜΕ ήταν σαφής και σταθερή στη μαρτυρία της, δημιουργώντας την αναγκαία βεβαιότητα ότι ο εναγόμενος υπέγραψε τα έγγραφα στα οποία υπάρχει η υπογραφή του και τα οποία η ΜΕ κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και σχετίζονται με την επίδικη απαίτηση. Από τη μαρτυρία της προκύπτει ότι συνήφθη έγγραφη συμφωνία (Τεκμήρια 1-2), δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες παρεχώρησαν στον εναγόμενο δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις για σκοπούς επενδύσεων στο ΧΑΚ, με αποδοχή από τον εναγόμενο των όρων συμμετοχής του στο επενδυτικό σχέδιο. Παρά δε τις αντίθετες θέσεις του εναγόμενου, τα λοιπά Τεκμήρια που κατετέθησαν από την ΜΕ είναι αποδεκτά εφόσον δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου ικανό για να κλονισθεί η ορθότητα του περιεχομένου τους. Αναφορικά με τη μαρτυρία του εναγόμενου - ΜΥ1, πέραν του ότι, ως ορθά υπέδειξε η κα Ιεροκηπιώτου, περιορίστηκε σε μια γενική άρνηση των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια στην προσπάθειά του να ισχυριστεί οτιδήποτε για να αποφύγει τις ευθύνες του, κρίνεται αόριστη και ασαφής, πλήρης προφάσεων και δικαιολογιών που αποτελούν σκέψεις εκ των υστέρων, πασιφανώς αβάσιμες. Συνεπώς, η μαρτυρία του εναγόμενου δεν γίνεται αποδεκτή στα σημεία που είναι αντίθετη με την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ. Η δε μαρτυρία του ΜΥ2 είναι ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη αλλά και υποστηρίζει τις θέσεις των εναγόντων. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφεραν οι ενάγοντες και προς αποφυγή επαναλήψεων αυτά είναι ως έχουν παρατεθεί στη σύνοψη των γεγονότων πιο πάνω. Ως προς τη νομική πτυχή η απαίτηση των εναγόντων, σύμφωνα με τα καταχωρηθέντα από αυτούς δικόγραφα, βασίζεται στην παράβαση εκ μέρους του εναγόμενου της έγγραφης συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτόν (Τεκμήρια 1-2 ) και η αγωγή κινήθηκε εναντίον του εναγόμενου μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού του με την επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 10.8.2006 (Τεκμήριο 21). Ως προς τις νομικές εισηγήσεις του κ. Παπαντωνίου, όπως είχα επισημάνει και σε πρόσφατη απόφαση μου στην αγωγή με αρ. 8893/02 ημερομηνίας 20.1.2015, πανομοιότυποι ισχυρισμοί και επιχειρήματα εκ μέρους των συνηγόρων υπεράσπισης προβλήθηκαν, εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημ. Εταιρ. Λτδ
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2192, Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2229, Στέλιος Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 303/2008, ημερομηνίας 8.3.2012, Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 209/2009, ημερομηνίας 20.3.2013, Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 239/2009, ημερομηνίας 20.3.2013 και Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 340/2009, ημερομηνίας 21.11.2013. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι, πέραν του ότι η σύναψη της επίδικης συμφωνίας παρέμεινε αναντίλεκτη, η εγκυρότητα των κατατεθέντων εγγράφων και ειδικότερα της έγγραφης συμφωνίας, των πληρεξουσίων εγγράφων και των καταστάσεων λογαριασμού ουσιαστικά παρέμεινε αναμφισβήτητη κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Με δεδομένο ότι τα κατατεθέντα Τεκμήρια είναι αποδεκτά ως προς την ύπαρξή τους, με την κατάθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε και το περιεχόμενό τους (βλ. M. A. Goodvalue Suppl. κ.α. Ltd ν. Barclays Bank Plc
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1038). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία ο εναγόμενος είχε την πρόθεση να συνάψει την επίδικη συμφωνία και προσέφερε ως εξασφαλίσεις μετοχές και μετρητά προς ενεχυρίαση για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του δυνάμει του επενδυτικού σχεδίου, στο οποίο αυτόβουλα αυτός προσχώρησε υποβάλλοντας την αίτηση του - Τεκμήριο 1. Όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ, το υπόλοιπο που αξιώνεται από τον εναγόμενο εμφαίνεται στο Τεκμήριο 24 (βλ. και Τεκμήρια 25(α)-(β)). Η μαρτυρία της ΜΕ και οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν συνιστούν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για το υπόλοιπο του λογαριασμού (βλ. και Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd (πιο πάνω). Οι καταστάσεις λογαριασμού αναπαράχθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο και ήταν σύμφωνες με τις καταχωρηθείσες πληροφορίες όπως αναφέρθηκε από την ΜΕ, της οποίας η μαρτυρία ως προς την ορθότητα των καταχωρηθέντων δεδομένων δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της (βλ. Παπαγεωργίου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 961). Η αναλυτική δε μαρτυρία που έχει δοθεί από την ΜΕ αναφορικά με τον τρόπο έκδοσης των εν λόγω Τεκμηρίων, τα καθιστά αποδεκτή μαρτυρία αφενός σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ως μέρος των συνήθων βιβλίων των εναγόντων κατά τα λεχθέντα στην υπόθεση Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (πιο πάνω) αλλά και αφετέρου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35
(2)του ίδιου Νόμου, με βάση την περιβάλλουσα αυτά μαρτυρία, κατά τα λεχθέντα στην υπόθεση Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited (πιο πάνω). Άλλωστε, θέσεις της υπεράσπισης που δεν έχουν τεθεί στην ΜΕ κατά την αντεξέταση της για να δώσει τη δική της εξήγηση, δεν είναι επιτρεπτό να απασχολήσουν το Δικαστήριο (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1527). Η δε εισήγηση του κ. Παπαντωνίου περί του αντιθέτου δεν μπορεί να ευσταθήσει και η νομολογία που επικαλέστηκε δεν εφαρμόζεται στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Μεταξύ άλλων, επισημαίνεται ότι τα γεγονότα της υπόθεσης Εθνική Τράπ. της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλούμη κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ 1347 ήταν διαφορετικά αλλά και αυτά της υπόθεσης Εθνική Τράπ. της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 956, όπου οι εναγόμενοι αμφισβητώντας τους κατατεθέντες λογαριασμούς εκ μέρους των εναγόντων προσήξαν μαρτυρία που κατέδειξε ότι οι ενάγοντες δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησης τους, ενόσω κάτι τέτοιο δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Ούτε η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου ότι η αγωγή είναι πρόωρη και πρέπει να απορριφθεί, μπορεί να ευσταθήσει. Η παρούσα αγωγή κινήθηκε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και αφού απαιτήθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο από τον εναγόμενο με τις προς αυτόν επιστολές των εναγόντων (βλ. και Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Ως η μαρτυρία κατέδειξε, αντικείμενο της συμφωνίας στην παρούσα υπόθεση ήταν η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για τη συμμετοχή του εναγόμενου στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο. Οι ενάγοντες ασκούσαν τραπεζικές εργασίες κατά τον επίδικο χρόνο, η δε επίδικη συμφωνία δεν περιελάμβανε οποιοδήποτε μη νόμιμο σκοπό σύμφωνα με τα προνοούμενα στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και δεν απαγορεύετο εκ του νόμου να συναφθεί εφόσον σκοπός της ήταν η δανειοδότηση του εναγόμενου για αγορά μετοχών έναντι της υποχρέωσής του για καταβολή προς τους ενάγοντες τόκου και δικαιωμάτων (βλ. και την απόφαση Στέλιος Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω), που αφορούσε παρόμοιας φύσεως συμφωνία). Περαιτέρω, η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου ότι η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη καθότι αντίκειται στη δημόσια πολιτική δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω), με υιοθέτηση των ίδιων απόψεων που λέχθηκαν σχετικά στην υπόθεση Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ (πιο πάνω), αλλά και στις μεταγενέστερες αποφάσεις που πιο πάνω παρατέθηκαν, οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που αφορούν οδηγίες προς τις Τράπεζες σε σχέση με την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για απόκτηση μετοχών στο ΧΑΚ δεν δημοσιοποιούν διαμορφωθείσα δημόσια πολιτική και συνεπώς η συμφωνία για άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού δεν μπορεί να θεωρηθεί παράνομη και άκυρη σε τέτοιες περιπτώσεις. Στην παρούσα υπόθεση οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας, που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 28, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί, σύμφωνα και με τα λεχθέντα στις πιο πάνω υποθέσεις, ότι δημοσιοποιούν δημόσια πολιτική εφόσον δεν απαγόρευαν τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς ώστε να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες τις παραβίασαν. Σύμφωνα άλλωστε με την προαναφερθείσα νομολογία επί του θέματος, τυχόν παραβίαση των εγκυκλίων δεν οδηγεί αυτόματα σε ακύρωση συμβατικών πράξεων που έγιναν κατά παράβαση των εγκυκλίων εφόσον τέτοιες παραβάσεις συνιστούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των εμπορικών τραπεζών. Εν πάση δε περιπτώσει η επίδικη συμφωνία, δεν απαγορεύετο από τις εν λόγω εγκυκλίους να συνομολογηθεί, ενόσω από το Τεκμήριο 26 προκύπτει ότι οι ενάγοντες ζήτησαν από τον εναγόμενο να προβεί σε επιπρόσθετες ενεχυριάσεις κινητών αξιών και σε διορθωτικά μέτρα, ώστε ο λογαριασμός του να επανέλθει εντός των όρων της επίδικης συμφωνίας. Αναμφίβολα η διαχείριση των αξιών χαρτοφυλακίου του επίδικου λογαριασμού, με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου, ανήκε στους χρηματιστές (βλ. όρο 9 του Τεκμηρίου 1), που ήταν εκπρόσωποι του εναγόμενου, με τις συμβουλές των οποίων εγίνοντο οι χρηματιστηριακές συναλλαγές του εναγόμενου και κατόπιν των εντολών του ίδιου, ακόμη δε και χωρίς προηγούμενη έγκριση του δεδομένου ότι ο εναγόμενος ανέλαβε ρητά, με τα πληρεξούσια έγγραφα, να αποδεχθεί και να επικυρώσει οτιδήποτε έπρατταν σχετικά οι χρηματιστές του. Η πρόνοια και οι χρεώσεις εξόδων, όπως εξηγήθηκε από την ΜΕ, αφορούν τα έξοδα των εναγόντων που προέκυπταν από την τήρηση του επίδικου λογαριασμού. Τα γεγονότα της υπόθεσης Marketrends Finance Ltd ν. Πέρδικου κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1042, την οποία επικαλέστηκε ο κ. Παπαντωνίου, ήταν διαφορετικά και η υπόθεση εκείνη διακρίνεται σαφώς από την παρούσα. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το αξιούμενο ποσό προέκυψε συνεπεία των αγοραπωλησιών μετοχών, που ως κατέδειξε η αποδεκτή μαρτυρία έγιναν μέσω του επίδικου λογαριασμού από τους χρηματιστές, ενόσω ο ρόλος των εναγόντων στην επίδικη συμφωνία ήταν η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων και όχι η διεκπεραίωση χρηματιστηριακής φύσεως εντολών. Δεν συμφωνώ με τη θέση του κ. Παπαντωνίου ότι οι ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας δεδομένου ότι, όπως εξήγησε η ΜΕ, προέβαιναν στις ανάλογες χρεωπιστώσεις κατόπιν οδηγιών των χρηματιστών, επιζητώντας όπως οι εξασφαλίσεις εκ μέρους του εναγόμενου είναι εντός του εγκεκριμένου εκάστοτε ορίου και γνωστοποιώντας επανειλημμένα στον εναγόμενο αυτή την αναγκαιότητα. Εάν ο εναγόμενος αμφισβητούσε την ορθότητα ή την ύπαρξη εντολών, αυτό θα αποτελούσε διαφορά μεταξύ του ιδίου και των χρηματιστών του και θα έπρεπε να κινηθεί δικαστικά εναντίον τους είτε καθιστώντας τους τριτοδιάδικους είτε με άλλον τρόπο (βλ. Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd (πιο πάνω)). Δεν συμφωνώ συνεπώς με τη θέση του κ. Παπαντωνίου ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες για την εκτέλεση των αγοραπωλησιών αξιών. Τα δεδομένα άλλωστε της παρούσας υπόθεσης είναι σαφώς διαφορετικά από αυτά της υπόθεσης Suphire (Finance) Ltd ν. Παπαμιχαήλ
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1649. Ως εκ τούτου οι νομικοί ισχυρισμοί της υπεράσπισης που αφορούν αμέλεια των εναγόντων σε σχέση με την διαχείριση του λογαριασμού και των αξιών, υπό οποιανδήποτε ιδιότητα τους αποδίδεται, κρίνονται ανεδαφικοί και απορριπτέοι (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω)). Ούτε βρίσκουν έρεισμα στη συμφωνία οι εισηγήσεις του κ. Παπαντωνίου είτε ότι οι ενάγοντες παρέβησαν τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτών και του εναγόμενου και ότι είχαν υποχρέωση να ενημερώσουν τον εναγόμενο για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στο σχέδιο είτε ότι ενήργησαν κακόπιστα και με αμέλεια επιδεικνύοντας ολιγωρία ως προς τον τερματισμό της συμφωνίας ή την παγοποίηση του λογαριασμού ή ότι δεν έλαβαν μέτρα μείωσης της ζημιάς τους, έχοντας όλα τα μέσα θεραπείας για πλήρη εξόφληση του προς αυτούς χρέους του εναγόμενου (βλ. και Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (πιο πάνω)). Όσον αφορά τις λοιπές νομικές εισηγήσεις, όπως ότι η επίδικη συμφωνία ήταν ετεροβαρής και περιείχε καταχρηστικές ρήτρες, σύμφωνα με λεχθέντα στην προαναφερθείσα νομολογία (βλ. ειδικότερα Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd (πιο πάνω), Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Limited (πιο πάνω) και Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (πιο πάνω)) δεν ευσταθούν υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Ως προς τους τόκους που ζητείται να επιδικασθούν εναντίον του εναγόμενου ανταποκρίνονται στα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα, έχοντας ο εναγόμενος ενημερωθεί επ' αυτών μέσω τόσο των σχετικών επιστολών των εναγόντων όσο και των καταστάσεων λογαριασμού του (βλ. Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1031 και
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 768, C.T.A. Techno Market. Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 720, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α. (πιο πάνω) και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολ. Έφ. Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014). Περαιτέρω, από τους όρους της επίδικης συμφωνίας προβάλλει το δικαίωμα των εναγόντων να πωλήσουν τις αξίες προς διασφάλιση του οφειλόμενου προς αυτούς ποσού εκ μέρους του εναγόμενου που δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποχρέωση, ως έγινε εισήγηση εκ μέρους του (βλ. παραγρ. 5 και 7 του Τεκμηρίου 1). Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ως εκ τούτου ότι οι ενάγοντες ανέλαβαν βάσει της επίδικης συμφωνίας υποχρέωση έναντι του εναγόμενου να εκποιήσουν τις μετοχές ώστε να μην προκληθεί σ' αυτόν ζημιά. Κατά συνέπεια και ενόψει όσων λέχθηκαν σχετικά στις υποθέσεις Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ (πιο πάνω), Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω), Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd (πιο πάνω), Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Limited (πιο πάνω) και τις λοιπές αποφάσεις που πιο πάνω αναφέρθηκαν, το δικαίωμα εκποίησης δεν δημιουργεί υποχρέωση στους δανειστές ώστε να τους καταλογισθεί αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος, ως είναι η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου. Το δικαίωμα πώλησης των αξιών δεν δημιουργεί συμβατική υποχρέωση για πώληση τους καθότι αυτό θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 134 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και τη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο ενεχυρούχος δανειστής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης όταν το αποφασίσει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τρέχουσα τιμή αγοράς και όχι χαμηλότερη (βλ. σύγγραμμα Chitty On Contracts, Specific Contracts, 27η Έκδοση, σελ. 165, παρ. 32-097 και την υπόθεση Silven Properties Ltd and another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All E.R. 484). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan
(1989)3 All E.R. 839, ο δανειστής δεν καθίσταται εμπιστευματοδόχος των ενεχυριασθεισών αξιών και δεν έχει ευθύνη προς τον οφειλέτη αν δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, με συνέπεια η αξία τους να μειωθεί ή μηδενιστεί. Περαιτέρω, αν είχε δημιουργηθεί παρακαταθήκη σύμφωνα με το άρθρο 106 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, είναι προφανές ότι ο σκοπός της παράδοσης των αξιών ήταν να αποτελούν ενέχυρο προς εξασφάλιση των εναγόντων και ο θεματοφύλακας σε τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 110 δεν υπέχει ευθύνη για την απώλεια, καταστροφή ή χειροτέρευση των παρακατατεθέντων αγαθών αν κατέβαλε την επιμέλεια, την οποία θα κατέβαλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για δικά του παρόμοια αγαθά (βλ. άρθρο 109). Στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες άσκησαν, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, το δικαίωμα πώλησης των μετοχών, πωλώντας τις μετοχές στην τρέχουσα τιμή της αγοράς κατά τον χρόνο της πώλησης τους, και δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε αντίθετη επ' αυτού μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου (βλ. ειδικότερα Στέλιος Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω)). Κατά συνέπεια, ενόψει των δεδομένων της υπόθεσης, δεν μπορούν να αποδοθούν στους ενάγοντες ενέργειες που να έχουν προκαλέσει ζημιά στον εναγόμενο, όπως αυτός ισχυρίζεται αλλά και ανταπαιτεί (βλ. σχετικά Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (πιο πάνω) όπου κρίθηκε ότι η νομολογία την οποία επικαλείται στη γραπτή του αγόρευση ο κ. Παπαντωνίου δεν τυγχάνει εφαρμογής στα περιστατικά περιπτώσεων όπως η παρούσα). Συνεπώς οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησής τους βάσει των πιο πάνω δεδομένων. Τα πιο πάνω διαπιστωθέντα καταδεικνύουν ότι η ανταπαίτηση του εναγόμενου εναντίον των εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει. Ως προς τα ποσά που ο εναγόμενος ανταπαιτεί από τους ενάγοντες, από τη μαρτυρία συνάγεται ότι δεν έχει αποδειχθεί η αξίωση του, εφόσον τα ποσά αυτά, ακόμη και αν αποτελούν την αξία των ενεχυριασθεισών μετοχών και εξασφαλίσεων και του περιθωρίου ασφαλείας κατά τον χρόνο λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, δεν μπορούν να αποδοθούν στον εναγόμενο, καθότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου περί αμέλειας και παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων των εναγόντων δεν έχουν αποδειχθεί εκ μέρους του, εν όψει των δεδομένων της υπόθεσης και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται δικαίωμα του για αποζημιώσεις ως η ανταπαίτηση του. Δεν αποδείχθηκε, επίσης, συμπεριφορά εκ μέρους των εναγόντων περιέχουσα ψευδείς παραστάσεις και που συνιστά απάτη ως δικογραφείται στην υπεράσπιση του εναγόμενου (Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc. (πιο πάνω) και Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω)). Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €99.047,18, πλέον τόκο προς 11,5% ετησίως από 1.1.2009 κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, μέχρις εξοφλήσεως. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου εναντίον των εναγόντων απορρίπτεται, χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα εφόσον εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή. (Yπ.) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.