Γιώργος Κυπριανού ν. CH. IERODIAKONOU & CO. ENTERPRISES LTD, Αρ. 4522/2008, 8/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. 4522/2008 Μεταξύ: Γιώργος Κυπριανού, Λεωφόρος Λάρνακος αρ.6, Λευκωσία Ενάγοντος -και- CH. IERODIAKONOU & CO. ENTERPRISES LTD, Χαλκοκονδύλη αρ.1, Διαμ.101, 1071 Λυκαβητός, Λευκωσία Εναγομένης Ημερομηνία: 8.1.2015 Εμφανίσεις: Για τoν Ενάγοντα: κα Ιωάννα Παπαμιλτιάδους, για Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδη Για την Εναγόμενη: κ. Μιχάλης Ιωάννου, για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α.
- Η αξιούμενη θεραπεία Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, όπως αυτό καταχωρήθηκε στις 21/12/2011 βάσει Δικαστικού Διατάγματος Τροποποίησης ημερ. 6/12/2011, ο Ενάγων αξιώνει τις εξής θεραπείες: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι υποχρεούνται όπως με βάση τη κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 27/3/08 μεταξύ αυτών και του Ενάγοντος εις το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας όπως μεταβιβάσουν και/ή εγγράψουν αμέσως το ακίνητο το οποίο αποτελεί αντικείμενο του ρηθέντος Πωλητηρίου Εγγράφου επ'ονόματι του Ενάγοντος, ΚΑΙ/Ή Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους όπως μεταβιβάσουν και/ή εγγράψουν επ' ονόματι του Ενάγοντος αμέσως το ακίνητο το οποίο αποτελεί το αντικείμενο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 27/3/08 μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγομένων και το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας κατά ή περί την 21/4/08, ΚΑΙ/Ή Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την ειδική εκτέλεση του Πωλητηρίου Εγγράφου το οποίο συνήφθει μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγομένων την 27/3/08 και το οποίο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο κατά ή περί την 21/4/08 αναφορικά με το ακίνητο το οποίο αποτελεί το αντικείμενο του ρηθέντος Πωλητηρίου Εγγράφου, ΚΑΙ/Ή Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον το Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας και/ή τον αρμόδιο λειτουργό αυτού όπως αμέσως μεταβιβάσει και/ή εγγράψει το ακίνητο το οποίο αποτελεί το αντικείμενο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 27/3/08 μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγομένων επ'ονόματι του Ενάγοντος, ΚΑΙ/Ή Ε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι υποχρεούνται όπως αποζημιώσουν τον Ενάγοντα λόγω της μη παράδοσης του αγορασθέντος Διαμερίσματος την 30/4/2008 ως προνόητο εις το Πωλητήριο Εγγραφο ημερομηνίας 27/3/2008 μεταξύ αυτών και του Ενάγοντος, ΚΑΙ/Ή Ζ. Ποσό Ευρώ 32842.30 βάση των εις τας παραγράφους 1 - 15 κατωτέρω αναφερομένων, ΚΑΙ/Ή Η. Ποσό Ευρώ 260- βάση των εις τας παραγράφους 1 - 15 κατωτέρω αναφερομένων, ΚΑΙ/Ή Θ. Ποσό Ευρώ 1480 βάση των εις τας παραγράφους 1 - 15 κατωτέρω αναφερομένων, ΚΑΙ/Ή Ι. Ποσό Ευρώ 850- βάση των εις τας παραγράφους 1 - 15 κατωτέρω αναφερομένων, ΚΑΙ/Ή Κ. Ποσό 2000- βάση των εις τας παραγράφους 1 - 15 κατωτέρω αναφερομένων, ΚΑΙ/Ή Λ. Αποζημιώσεις, ΚΑΙ/Ή Μ. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και/η ορθή υπό τις περιστάσεις, ΚΑΙ/Ή Ν. Νόμιμο Τόκο, ΚΑΙ.» Σπεύδω να σημειώσω ότι, κατά τη δικάσιμο ημερ. 18/10/2013, ο Ενάγων προέβη σε δήλωση προς το Δικαστήριο στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ότι δεν επιμένει στο αιτητικό ως η αξιούμενη θεραπεία στην παρα. Ζ ανωτέρω, επεξηγώντας ότι, μετά την έγερση της αγωγής και ειδικότερα εντός του 2009, όταν τελικά το επίδικο ακίνητο συνδέθηκε κανονικά με ρεύμα, επιστράφηκε σε αυτόν το ποσό ΦΠΑ που αξίωνε. Ακολούθησε ρητή δήλωση της συνηγόρου του Ενάγοντος ότι αποσύρεται το αιτητικό ως η παρα. Ζ, γι' αυτό και απερρίφθη αμέσως από το Δικαστήριο από έδρας ως αποσυρθέν. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, αξίζει να σημειωθεί ότι στο αρχικώς καταχωρηθέν κλητήριο ένταλμα, υπήρχε δικογραφημένη, υπό την παρα. «Ι» αυτού, αξίωση για «έξοδα πλέον ΦΠΑ», ενώ στο τροποποιημένο κλητήριο ως ανωτέρω, παραλείπεται η δικογράφιση της συγκεκριμένης αξίωσης. Επανέρχεται, όμως, με την αξίωση αυτή ο Ενάγων μέσω της τελικής αγόρευσής της συνηγόρου του, όπου αναφέρεται ότι «Περαιτέρω, ο Ενάγοντας αξιώνει και τα έξοδα πλέον ΦΠΑ της παρούσας αγωγής» και δίδονται οι ακόλουθες διευκρινίσεις αναφορικά με την παράλειψη δικογράφισης της αξίωσης αυτής στο Τροποποιημένο Κλητήριο꞉ «Συγκεκριμένα, κατόπιν σχετικής αιτήσεως του Ενάγοντα, την 6/12/2011 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος δια της προσθήκης 4 παραγράφων στο Αιτητικό της Έκθεσης Απαίτησης. Το Τροποποιημένο Κλητήριο καταχωρήθηκε την 21/12/
- Φαίνεται ότι κατά την εν λόγω τροποποίηση εκ παραδρομής δεν αναφέρονται τα έξοδα εις τις αιτούμενες θεραπείες. Αυτό το θέμα, είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για καθαρά τυπογραφικό λάθος για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως κατωτέρω: Πρώτον, η θεραπεία «έξοδα πλέον ΦΠΑ» ζητείται με το αρχικό κλητήριο προτού αυτό τροποποιηθεί. Μετά την τροποποίηση του Κλητηρίου και συγκεκριμένα του Αιτητικού της Έκθεσης Απαίτησης, τα «έξοδα πλέον Φ.Π.Α» θα έπρεπε να αναγράφονται εις το Τροποποιημένο Κλητήριο, όμως όπως ανάφερα, εκ λάθους δεν αναφέρονται. Εξάλλου, με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης δεν μπορεί να γίνει τροποποίηση άλλη από αυτήν που προνοεί το διάταγμα. Και το διάταγμα απλώς πρόσθεσε θεραπείες και δεν αφαίρεσε καμία υφιστάμενη θεραπεία. Δεύτερον, στο Κλητήριο και το αρχικό αλλά και το τροποποιημένο, υπάρχει η οπισθογράφηση για το αρχικό ποσό των εξόδων ήτοι «Εάν οι Εναγόμενοι ενεργήσουν ως αναφέρεται ανωτέρω πλέον έξοδα €719 - εντός 10 ημερών από της επιδόσεως του παρόντος κλητηρίου εγγράφου, πάσα περαιτέρω διαδικασία θ' ανασταλή». Είναι η θέση μας ότι εμμέσως πλην σαφώς συνάγεται η πρόθεση του Ενάγοντα να απαιτεί τα έξοδα του με την παρούσα αγωγή. Τρίτον, είναι η θέση μας ότι επίσης «τα έξοδα» καλύπτονται από την αιτούμενη θεραπεία Μ εις το Τροποποιημένο Κλητήριο ήτοι «Οιανδήποτε άλλη και/η περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και/η ορθή υπό τις περιστάσεις. Και τέταρτο, αν στην εσχάτη, το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι θα πρέπει να ζητείται ρητά η θεραπεία των εξόδων, είναι η γνώμη μας ότι μπορεί να διατάξει το ίδιο το Δικαστήριο να τροποποιηθεί το Κλητήριο και συγκεκριμένα ως προς το θέμα των εξόδων, για να διορθωθεί το τυπογραφικό λάθος.». Πράγματι, έχοντας ανατρέξει στα στοιχεία του φακέλου, διαπιστώνω ότι το Διάταγμα Τροποποίησης, ημερ. 6/12/2011, εκδόθηκε στη βάση αίτησης τροποποίησης ημερ. 1/11/2011, με την οποία ζητείτο άδεια να προστεθούν τέσσερις νέες παράγραφοι ως τα αιτητικά «Α» έως «Δ» ανωτέρω και όπως αναριθμηθούν τα υπόλοιπα αιτητικά της αρχικής Έκθεσης Απαίτησης από «Α» έως «Ι» σε «Ε» έως «Ν». Δηλαδή, με τη συγκεκριμένη αίτηση τροποποίησης, ο Ενάγων δεν εκδήλωσε πρόθεση να εγκαταλείψει οποιαδήποτε από τις θεραπείες που αξίωνε στη βάση του αρχικού κλητηρίου. Προκύπτει αβίαστα, κατά την κρίση μου, ότι το λάθος που έγινε κατά την καταχώριση του τροποποιημένου κλητηρίου είναι λάθος στην αναρίθμηση των παραγράφων. Ουδεμία θεραπεία σημειώθηκε υπό το γράμμα «Στ» με αποτέλεσμα η νέα αρίθμηση να συνεχίζει από το «Ε» στο «Ζ» απευθείας και κατ' αυτόν τον τρόπο να φθάνει στο «Ν» χωρίς να καλύπτεται η αντίστοιχη θεραπεία υπό το γράμμα «Ι» του αρχικού κλητηρίου. Το γεγονός ότι υπό το γράμμα «Ν» συναντάται στο τροποποιημένο κλητήριο η φράση «Νόμιμο Τόκο, ΚΑΙ», φανερώνει ότι υπολείπετο κάποια θεραπεία, που είναι όντως η περιγραφείσα υπό το γράμμα «Ι» στο αρχικό κλητήριο θεραπεία, ήτοι «Ι. Έξοδα πλέον ΦΠΑ». Είμαι, επίσης, ικανοποιημένη ότι εφόσον στο τροποποιημένο κλητήριο έχει εισαχθεί η οπισθογράφιση ως προς τα έξοδα, τούτο αποτελεί δείκτη της πρόθεσης του Ενάγοντος να αξιώσει τα έξοδα. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η παράλειψη δικογράφισης από μέρους του Ενάγοντος της αξίωσης για έξοδα εμποδίζει το Δικαστήριο από το να επιδικάσει έξοδα υπέρ του Ενάγοντος εάν και εφόσον επιτύχει στην αγωγή. Η Διαταγή 19, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ρυθμίζει τα ζητήματα δικογράφισης απαιτεί όπως ο Ενάγων παραδώσει, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη Διαταγή 20, «έκθεση της απαίτησης και της θεραπείας ή επανόρθωση που απαιτεί ότι δικαιούται». Στη Διαταγή 20, θ.2, αναφέρεται ότι - «Κάθε έκθεση απαίτησης θα πρέπει να αναφέρει την ειδική θεραπεία την οποία απαιτεί ο Ενάγοντας είτε απλά είτε εναλλακτικά και δεν είναι αναγκαίο να ζητεί γενική ή άλλη θεραπεία, η οποία μπορεί πάντα να δοθεί ανάλογα με την κρίση του Δικαστηρίου ή Δικαστού κατά την ίδιαν έκτασιν ωσάν να είχε ζητηθεί. Και ο ίδιος κανονισμός θα ισχύει για οιανδήποτε ανταπαίτηση ή θεραπεία που απαιτείται από Εναγόμενο με την υπεράσπισή του.» Δεν υπάρχει ειδική αναφορά σε αναγκαιότητα δικογράφισης της αξίωσης για τα έξοδα της αγωγής είτε στη Διαταγή 19 είτε στη Διαταγή 20 ανωτέρω. Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα εκπηγάζει από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (N.14/60) και από τη Δ.59, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 43 του Ν.14/60 καθορίζει ότι: «Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του δικαστηρίου και το δικαστήριον θα έχη πλήρη εξουσίαν να αποφασίζη υπό τίνος και κατά τίνα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.». Η Διαταγή 59, θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί επίσης σαφώς για την ύπαρξη διακριτικής ευχέρειας από μέρους του Δικαστηρίου να επιδικάσει τα έξοδα ενός συμβάντος σε οιανδήποτε δικαστική διαδικασία. Περαιτέρω, η νομολογία (βλ. την Μενοίκου ν Χριστοδουλίδη
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1711, με παραπομπή στις Eleftheriou v. Rousou and Another
(1958)23 C.L.R. 191, Αρέστη ν. Λαδόκονου
(1996)1 Α.Α.Δ. 646, Ζαβρού ν. Μιχαηλίδη
(1996)1. Α Α.Δ. 477, Χαψή κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1403, Νικολάου ν. Βασιλείου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1566, Λουκαΐδης κ.ά. ν. Εκδ. Ετ. Αλήθεια Λτδ κ.ά.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 22) αναγνωρίζει ότι η επιδίκαση των εξόδων είναι ζήτημα αναγόμενο στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και κυρίως το αποτέλεσμα. Όπως επεξηγήθηκε στη Φιλίππου Γιαννάκης ν Έλενας Φιλίππου
(1990)1 CLR 890, δεν αποτελεί ζήτημα αρχής δικαίου αλλά καθιερωμένης πρακτικής των Δικαστηρίων το ότι συνήθως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός εάν το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνει διαφορετικά. Η διακριτική αυτή εξουσία πρέπει να ασκείται δικαστικά και κατά συνέπεια η άσκηση της υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Με δεδομένο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν.14/60, τη Δ.59, θ.1 ανωτέρω και τη συναφή νομολογία, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να επιδικάζει τα έξοδα της διαδικασίας αναλόγως του αποτελέσματος της διαδικασίας, κρίνω ότι είναι δυνατόν, να επιδικάσω τα έξοδα υπέρ του Ενάγοντος, εάν και εφόσον επιτύχει στην παρούσα αγωγή, χωρίς να διατάξω οποιαδήποτε περαιτέρω τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος στο παρόν στάδιο, ως μορφή θεραπείας υπό την παρα. «Μ» του υφιστάμενου τροποποιημένου κλητηρίου, όπου καλύπτεται κάθε θεραπεία «η οποία μπορεί πάντα να δοθεί ανάλογα με την κρίση του Δικαστηρίου ή Δικαστού κατά την ίδιαν έκτασιν ωσάν να είχε ζητηθεί». Α.2 Τα παραδεκτά γεγονότα Είναι καλά γνωστό ότι στις πολιτικές υποθέσεις μπορεί να γίνει παραδοχή για κάποιο γεγονός με διάφορους τρόπους (βλ. το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία, 2014, σελ.279), περιλαμβανομένης και σχετικής παραδοχής μέσα από τη δικογραφία. Μέσα από τη δικογραφία της παρούσας υπόθεσης, καθώς και από τη δοθείσα μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, εντοπίζω να προκύπτουν ως παραδεκτά ή ως μη αμφισβητούμενα, αντίστοιχα, τα εξής γεγονότα꞉ · Ότι ο Ενάγων ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο Κύπριος υπήκοος που κατοικούσε στη Λευκωσία. · Ότι η Εναγόμενη κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με την απόκτηση και ιδιοκτησία και ανάπτυξη ακινήτων. · Ότι, κατά ή περί την 27/3/2008, ο Ενάγων και η Εναγομένη υπέγραψαν Πωλητήριο Έγγραφο (βλ. το πιστόν αντίγραφο του πωλητήριου εγγράφου, ημερ. 27/3/08, το οποίο κατατέθηκε από τον Ενάγοντα στο Δικαστήριο ως το Τεκμήριο Α υπό Τεκμήριο 1), το οποίο προνοούσε την αγορά από τον Ενάγοντα και την αντίστοιχη πώληση από την Εναγομένη ακινήτου, το οποίο περιγράφετο ως Μεζονέτα αρ.2, Αποθήκη αρ.2, Πολυκατοικία ΓΕΡΙ, τοποθεσία ΑΘΑΝΑΣΗΣ, Ενορία ΓΕΡΙ, το οποίο ευρίσκετο επί Συγκροτήματος που ανήγειρε η Εναγόμενη στο χώρο με τα στοιχεία:- Αριθμό Εγγραφής 10/807, ημερομηνία Εγγραφής 28/2/2007, Φ/Σχ. 110XXX/24W2 Τμήμα 10, Τοποθεσία/Ενορία ΑΘΑΝΑΣΗΣ/ΓΕΡΙ Τεμάχιο 944 Πόλη ΛΕΥΚΩΣΙΑ. · Ότι η αγορά / πώληση μεταξύ Ενάγοντος / Εναγομένης συμφωνήθηκε έναντι του συνολικού τιμήματος αγοράς / πωλήσεως του ποσού των Ευρώ 128,145,00σ. · Ότι ως προκαταβολή συμφωνήθηκε το ποσό των €17.086,00σ. και καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα, (βλ. τη δήλωση αναγνώρισης λήψης της προκαταβολής που εμπερικλείεται στην παρα. 3(α) του Πωλητήριου Εγγράφου, καθώς και την απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού από την Εναγομένη, η οποία κατατέθηκε από τον Ενάγοντα ως το Τεκμήριο Ζ υπό το Τεκμήριο 1). · Ότι το υπόλοιπο του τιμήματος, ήτοι το ποσό των Ευρώ 111,059.00σ. ήταν καταβλητέο βάσει του πωλητήριου εγγράφου με τη παράδοση του ακινήτου από την Εναγομένη. · Ότι ως ημερομηνία παράδοσης συμφωνήθηκε, στο πλαίσιο του προαναφερόμενου Πωλητήριου Εγγράφου, η 30/4/08. · Ότι το επίδικο ακίνητο παραδόθηκε τελικά στον Ενάγοντα στις 2/7/2008 και ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία εξοφλήθηκε το συνολικό ποσό των Ευρώ 128,145,00, ως το τίμημα στο Αγοραπωλητήριο Έγγραφο. · Ότι μέχρι σήμερα δεν έχει μεταβιβασθεί ή/και εγγραφεί στο όνομα του Ενάγοντος το επίδικο ακίνητο. Α.3. Τα επίδικα θέματα Μέσα από τη δικογραφία της παρούσας υπόθεσης, καθώς και από τη δοθείσα μαρτυρία, προκύπτουν ως επίδικα τα εξής θέματα꞉ (α) ποιος έχει την ευθύνη για το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο δεν παραδόθηκε στον Ενάγοντα την 30/4/2008 που ήταν η προβλεπόμενη στο Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνία παράδοσής του· (β) αν αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη είχε παραβεί τη συμβατική ευθύνη για την παράδοση του επίδικου ακινήτου στον Ενάγοντα, τότε ποιες από τις αξιούμενες θεραπείες είναι ορθό και δίκαιο να αποδοθούν στον Ενάγοντα (Βλ. ειδικότερα την αξίωση για τα ενοίκια, τα έξοδα μεταφοράς και τα δικηγορικά έξοδα)· (γ) ποιος έχει την ευθύνη για το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο δεν έχει μεταβιβασθεί μέχρι σήμερα στον Ενάγοντα, και (δ) αν ο Ενάγων δικαιούται οποιαδήποτε άλλη αξιούμενη θεραπεία στη βάση των όρων της σύμβασης (Βλ. ειδικότερα την αξίωση για το κόστος κατασκευής του καγκέλου της σκάλας του επίδικου υποστατικού). Α.4. Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί Δεν το κρίνω αναγκαίο να παραθέσω αυτούσιους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων, αφού η μαρτυρία που δόθηκε εκατέρωθεν υιοθετεί ουσιαστικά και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο των δικογράφων, αφενός, της Έκθεσης Απαίτησης και, αφετέρου, της Έκθεσης Υπεράσπισης[1]. Αναδεικνύεται, συνεπώς, στον αναγκαίο βαθμό μέσα από την παράθεση της μαρτυρίας κατωτέρω. Συνοπτικά αναφέρω ότι, από πλευράς Ενάγοντος δικογραφήθηκε η εκδοχή ότι η Εναγόμενη είναι αποκλειστικά υπεύθυνη και υπόλογη για παραβίαση των όρων της σύμβασης ως περιέχονται στο Πωλητήριο Έγγραφο τόσο για το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν έτοιμο για παράδοση στις 30.4.2008 όσο και για το γεγονός ότι ακόμη και κατά την 2.7.2008 που του παραδόθηκε το εν λόγω ακίνητο, εξακολουθούσε να μην έχει συνδεθεί με την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου για σκοπούς της νόμιμης και συμβατικής υποχρέωσης παροχής ηλεκτρικού ρεύματος σε αυτό. Ήταν η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντος (βλ. παρα. 14 της Έκθεσης Απαίτησης), την οποία υιοθέτησε στη γραπτή του δήλωση, ότι αυτός υπέστη ζημιά συνεπεία της καθυστέρησης στην παράδοση του ακινήτου, η οποία συνίσταται στα έξοδα τα οποία κατέβαλε και/ή τα συνεπαγόμενα έξοδα, τα οποία η Εναγόμενη γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει λόγω της μη παράδοσης στον Ενάγοντα του αγορασθέντος ακινήτου την 30/4/2008, ως προβλεπόταν στη συμφωνία και/ή ως αποτέλεσμα της παράδοσης του Διαμερίσματος σε αυτόν άνευ της νόμιμης και συμφωνημένης σύνδεσης του για σκοπούς ηλεκτροδότησης του. Ήταν, περαιτέρω, η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντος στην παρα. 15 της Έκθεσης Απάιτησης την οποία επανέλαβε στη γραπτή του δήλωση ότι αυτός απαίτησε να του πληρωθούν από την Εναγομένη όλα τα πιο πάνω απωλεσθέντα έξοδα. Από την άλλη, η δικογραφημένη εκδοχή της Εναγομένης ήταν ότι η κατοικία ήταν έτοιμη προς παράδοση από 30.4.2008, πλήν όμως ο Ενάγων αρνείτο τη παραλαβή για καθαρά δικούς του λόγους και με επιστολή του ζητούσε να παραλάβει την κατοικία στις 28.5.08. Ήταν, επίσης, η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης ότι αυτή ουδέποτε ενήργησε αντισυμβατικά και ουδεμίαν ευθύνη φέρει για την πληρωμή εκ μέρους του Ενάγοντα τυχόν δικηγορικών εξόδων. Για τη μη σύνδεση του επίδικου ακινήτου με την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου του διαμερίσματος, ήταν η θέση της Εναγομένης ότι δεν ευθύνεται η ίδια. Περαιτέρω, η Εναγόμενη δικογράφησε την ετοιμότητά της να δεχθεί την επιστροφή του επίδικου ακινήτου και να καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό που εισέπραξε. Ισχυρίστηκε στην Έκθεση Υπεράσπισής της η Εναγόμενη ότι και η ίδια κατέβαλε έξοδα λόγω της πραγματικής αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Ενάγοντος. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων αρνήθηκε την πληρωμή της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και δη της αναλογίας του, παρά το ότι η Εναγόμενη με επιστολή των δικηγόρων της ημερ.15.10.08 τον κάλεσε να το πράξει. Ωστόσο, η Εναγόμενη δεν ήγειρε ανταπαίτηση για τα ποσά αυτά, παραμόνο δικογράφησε στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι επιφυλάσσεται να το αξιώσει δικαστικώς μελλοντικά. Ζητούσε μόνο την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του Ενάγοντος. Β Η προσκομισθείσα μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή του, ο Ενάγων έδωσε προφορική μαρτυρία ενόρκως στο Δικαστήριο, υιοθετώντας ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1. Περαιτέρω, ο Ενάγων κάλεσε στο Δικστήριο δύο μάρτυρες, τον κ. Αιμίλιο Τσίγκη (στο εξής «ο ΜΕ2») και την κα Μαρίτσα Αδάμου (στο εξής «η ΜΕ3) και ακολούθως έκλεισε την υπόθεσή του. Από πλευράς Υπεράσπισης, προσήλθε ως μάρτυρας μόνο ο Διευθυντής της Εναγομένης εταιρείας, κ. Χρίστος Ιεροδιακόνου (στο εξής «ο ΜΥ1»). Ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής του δήλωσης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2. Έχει, ως δηλώνει, προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που εκτίθενται στη γραπτή του δήλωση, καθώς και από πληροφορίες που έλαβε από άλλα πρόσωπα όπου τούτο καταγράφεται ρητά. Παραθέτω πιο κάτω τη δοθείσα μαρτυρία, αναλύοντάς την υπό την κεφαλίδα της κάθε αξίωσης και/ή του κάθε επιμέρους επίδικου θέματος. Β.1. Μαρτυρία αναφορικά με το ποσό που ήταν οφειλόμενο κατά ή περί την 30.4.2008 Στη γραπτή του δήλωση, ο Ενάγων προώθησε το δικογραφημένο ισχυρισμό (βλ. παρα. 5 της Έκθεσης Απαίτησης) ότι, παρά τα αναφερόμενα στο Πωλητήριο έγγραφο και πέραν του ποσού της προκαταβολής που αυτός κατέβαλε ως το Τεκμήριο Ζ υπό το Τεκμήριο 1, ο Ενάγων κλήθηκε από την Εναγομένη να καταβάλει πριν την παράδοση του ακινήτου σε αυτόν και κατέβαλε, χωρίς να έχει καμία υποχρέωση, το ποσό των Ευρώ 17,086.00 (βλ. συναφώς την απόδειξη είσπραξης ως το Τεκμήριο Στ υπό το Τεκμήριο 1), εκ του ποσού των Ευρώ 111,059.00 το οποίο, ως ο ισχυρισμός του, όφειλε να τους καταβάλει ταυτόχρονα με την παράδοση του ακινήτου. Παρέμεινε έτσι ως οφειλόμενο υπόλοιπο, για πληρωμή κατά την παράδοση του ακινήτου, μόνο το ποσό των Ευρώ 93.973,00. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του όσον αφορά την καταβολή του ποσού των Ευρώ 17,086.00, ο Ενάγων κατέθεσε στο Δικαστήριο την απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού από την Εναγομένη, ως το Τεκμήριο υπό το Τεκμήριο 1). Αξίζει εδώ να σημειώσω ότι αντεξετάσθηκε ο Ενάγων επί των ανωτέρω δηλώσεών του σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων Στ και Ζ υπό το Τεκμήριο 1 που είναι οι δύο αποδείξεις είσπραξης ποσού Ευρώ 17,086.00 έκαστη. Δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο της Εναγομένης η ισχυριζόμενη έκδοση των δύο αποδείξεων είσπραξης από την Εναγόμενη προς τον Ενάγοντα. Ό,τι, προφανώς δικαιολογημένα, αντιλήφθηκε ο Ενάγων να του ζητήθηκε να επεξηγήσει ήταν πώς συνάδει η ημερομηνία σύναψης του Πωλητήριου Εγγράφου (ήτοι η 27η Μαρτίου 2008) με την ημερομηνία έκδοσης των δύο επιταγών. Τόσο η πρώτη απόδειξη είσπραξης που εκδόθηκε από την Εναγόμενη (δηλ. το Τεκμήριο Ζ υπό το Τεκμήριο 1) όσο και η δεύτερη απόδειξη (ως το Τεκμήριο Στ υπό το Τεκμήριο 1) φέρουν ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας σύναψης της συμφωνίας ως το πιο πάνω αναφερόμενο Πωλητήριο Έγγραφο. Η μεν πρώτη απόδειξη χρονολογείται 7.1.2008, η δε δεύτερη χρονολογείται 11.3.2008. Εξήγησε λοιπόν ο Ενάγων τα εξής, τα οποία παραθέτω αυτούσια꞉ «Α. Τη συμφωνία έκαμα την προηγουμένως, με την 1η απόδειξη που του έδωσα τα πρώτα λεφτά. Έδωσα του 10,000 λίρες για να κλείσουμε συμφωνία και μετά έκαμε μου ένα συμβόλαιο παρόμοιο του τούτου, για να μου παραδώσει την οικία, τη μεζονέττα στις 30/3/2008. Μετά ειδοποίησε με, λόγω του ότι είχε δυσκολία στην παράδοση της ημερομηνίας 30/3 και εκάμαμε τη συμφωνία να μου παραδώσει 30/4 με το έγγραφο που εκαταθέσαμε στο Κτηματολόγιο και στην Τράπεζα που έκαμα δάνειο (το έγγραφο ως το Τεκμήριο Α). Ε. Αυτό δηλαδή το έγγραφο που έχεις μπροστά σου, το πωλητήριο, ήταν συνέχεια του προηγούμενου που είπες; Α. Όχι, το προηγούμενο ακυρώσαμε το και εκάμαμε τη συμφωνία για 30/4 να μου παραδώσει! Ε. Έχεις στην κατοχή σου το προηγούμενο έγγραφο; A. Όχι, ακυρώσαμε το στο γραφείο. E. Γιατί δεν το ανέφερες στη μαρτυρία σου αυτό το πράγμα; A. Δεν εχρειάζετουν, πιστεύκω, να το αναφέρω το προηγούμενο.». Δεν υπήρξε οποιαδήποτε υποβολή από μέρους του συνηγόρου της Εναγομένης η οποία να βάλλει κατά της αλήθειας του περιεχομένου των ως άνω επεξηγηματικών δηλώσεων του Ενάγοντος. Ήταν κοινός τόπος ότι η μόνη υπαρκτή μεταξύ των διαδίκων συμφωνία κατά ή περί τις 30/4/2008 ήταν εκείνη που περικλείετο στο Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 27.3.2008. Ούτε εξάλλου αμφισβητήθηκε οποτεδήποτε (είτε στα δικόγραφα είτε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης) ο ισχυρισμός του Ενάγοντος ότι αυτός εξόφλησε πριν τις 30.4.2008 τόσο το ποσό της προκαταβολής όσο και το περαιτέρω ποσό των Ευρώ 17,086.00, με αποτέλεσμα το μόνο οφειλόμενο - κατά την 30.4.2008 - ποσό, δυνάμει του Πωλητήριου Εγγράφου ημερ. 27.3.2008, να ανήρχετο σε Ευρώ 93.973,00. Β.2. Μαρτυρία αναφορικά με την ευθύνη για την καθυστέρηση στην παράδοση του επίδικου ακινήτου. Η ισχυριζόμενη ετοιμότητα του Ενάγοντος να δεχθεί παράδοση του ακινήτου στις 30.4.2008 και η ισχυριζόμενη άρνηση ή παράλειψη της Εναγομένης να του το παραδώσει. Σε συνάρτηση με ό,τι δικογραφήθηκε στην παρα. 8 της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων προώθησε με τη γραπτή του δήλωση τη θέση του ότι꞉ (α) Η Εναγόμενη κλήθηκε, τόσο από τον ίδιο προσωπικά την 30/4/2008 που ήταν η καθορισθείσα στο Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνία παράδοσης του ακινήτου σε αυτόν ελευθέρου και κενής κατοχής, και/ή αμέσως μετά, όσο και με επιστολή του Δικηγόρου του Ενάγοντος ημερομηνίας 22/5/2008, να παραδώσει το ακίνητο στον Ενάγοντα. (β) Παρόλο που η προβλεπόμενη στο Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνία παράδοσης είχε ήδη παρέλθει από 30/4/2008, εντούτοις η Εναγόμενη αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να εκκενώσει και να παραδώσει το ακίνητο στον ίδιο παρά το ότι αυτός, ως ο ισχυρισμός του, ήταν έτοιμος να καταβάλει αμέσως το ποσό το οποίο όφειλε να καταβάλει στην Εναγομένη ταυτόχρονα με την παράδοση του ακινήτου, αφαιρουμένου του ποσού το οποίο τους είχε ήδη καταβάλει, ως αναφέρεται ανωτέρω. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος, ζητήθηκε από αυτόν να επεξηγήσει πώς ακριβώς εκδήλωσε ο ίδιος προσωπικά το κάλεσμά του προς την Εναγομένη να του παραδώσει το ακίνητο κατά την 30/4/2008. Η απάντηση του Ενάγοντος ήταν ότι, αφενός, αυτός ήταν κατά την εν λόγω ημερομηνία έτοιμος με μεταφορέα για να μετακομίσει τα πράγματά του από το σπίτι που ενοικίαζε προς το επίδικο υποστατικό και, αφετέρου, ότι αυτός δοκίμασε να εισέλθει στο επίδικο υποστατικό χρησιμοποιώντας τα κλειδιά που του είχαν δοθεί από την Εναγομένη καθ' ον χρόνο υπεγράφη το Πωλητήριο Έγγραφο, αλλά διαπίστωσε ότι δεν ταίριαζαν στη κλειδαριά του εν λόγω υποστατικού και εμποδίσθηκε από το να λάβει κατοχή του υποστατικού. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος, ο συνήγορος Υπεράσπισης του υπέβαλε τη θέση ότι η καθυστέρηση στην παράδοση του επίδικου ακινήτου οφειλόταν σε δική του αδυναμία να εξοφλήσει το τίμημα αγοράς, γιατί εκκρεμούσε η έγκριση ενός δανείου από την τράπεζά του. Αρνήθηκε την εκδοχή αυτή ο Ενάγων. Δήλωσε συγκεκριμένα ότι το δάνειό του ήταν ήδη εγκριμένο. Εξέφρασε μάλιστα ο Ενάγων την πεποίθηση ότι η Εναγομένη είχε γνώση για τη δανειοδότηση του Ενάγοντος, διότι είχε δοθεί εγγύηση από αυτήν προς την Τράπεζα για τη χορήγηση της έγκρισης του δανείου. Αποτελεί, πάντως, κοινό τόπο ότι στις 2/7/2008, όταν τελικά παραδόθηκε το ακίνητο στον Ενάγοντα και έλαβε ελεύθερη και κενή κατοχή του υποστατικού, αυτός εξόφλησε αυθημερόν το ποσό που ήταν οφειλόμενο κατά την παράδοση. Η απόδειξη είσπραξης του ως άνω ποσού των €93.973,00 βρίσκεται κατατειθεμένη ως Τεκμήριο Δ υπό Τεκμήριο 1 και δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος, ούτε από τον ΜΥ1 καθ' ον χρόνο έδινε μαρτυρία εκείνος. Συνεπώς, η Υπεράσπιση ήγειρε ως επίδικο θέμα κατά τη δίκη την ισχυριζόμενη μη ετοιμότητα του Ενάγοντος να αποπληρώσει το προαναφερθέν υπόλοιπο κατά την 30/4/2008, ανεξαρτήτως του ότι αυτός απέδειξε ότι στις 2/7/2008 που του παραδόθηκε το ακίνητο ήταν έτοιμος και ικανός να εξοφλήσει το τίμημα. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι, αν ο Ενάγων ήταν πράγματι έτοιμος στις 30/4/2008 να ξεπληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο, θα έπρεπε να είχε μεταβεί στα γραφεία της Εναγομένης για να πληρώσει το ποσό αυτό και τότε να μεταβούν μαζί στο επίδικο υποστατικό για να του παραδοθεί. Ήταν, επίσης, η θέση του ΜΥ1 ότι οι σαφείς όροι του συμβολαίου λένε ότι πρέπει να εξοφληθεί το ακίνητο, προκειμένου να παραδοθεί. Εξού και όταν στις 2/7/2008 ο Ενάγων πήγε στην Εναγομένη με την τραπεζική επιταγή για το οφειλόμενο υπόλοιπο, το διαμέρισμα του παραδόθηκε. Κατά τα άλλα, δεν αρνήθηκε ο ΜΥ1 τη θέση που του υπέβαλε η συνήγορος του Ενάγοντος ότι την 30/4/2008 όταν ο Ενάγων πήγε στο επίδικο υποστατικό, η κλειδωνιά ήταν όντως αλλαγμένη και δεν ταίριαζαν τα κλειδιά που του είχαν παραδοθεί προγουμένως. Ισχυρίστηκε, όμως, ο ΜΥ1 ότι τούτο δεν συνέβαινε λόγω αδυναμίας της Εναγομένης να παραδώσει το επίδικο υποστατικό. Απεναντίας, ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι η τακτική της Εναγόμενης, όταν είναι έτοιμη να παραδώσει ένα διαμέρισμα, είναι να αλλάζει τις κλειδωνιές, για σκοπούς προστασίας των πελατών της, γιατί περνούν πολλοί υπεργολάβοι προηγουμένως από μέσα. Η Εναγόμενη κρατά τα τρία πρωτότυπα κλειδιά, για να τα παραδώσει στον πελάτη και να μην έχει κανείς άλλος. Η συνήγορος του Ενάγοντος υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι η αληθής εκδοχή γεγονότων ήταν ότι κατά την 30/4/2008 το επίδικο υποστατικό δεν ήταν έτοιμο για παράδοση εφόσον δεν είχε νόμιμη ηλεκτροδότηση. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι Εναγομένη είχε πληρώσει στην ΑΗΚ ποσό Ευρώ 13.330,00 από τον Οκτώβρη 2007, όπως απαιτείτο για να πληρούνται οι όροι της ηλεκτροδότησης. Επιπλέον, ο ΜΥ1 εξήγησε ότι, κατά ή περί την 30/4/2008 η Εναγόμενη εγκατέστησε γεννήτρια επειδή η ΑΗΚ δεν ήταν σε θέση να τους παρέχει ρεύμα, και ο λόγος ήταν ότι στην περιοχή έπρεπε να εγκαταστήσει υπόγειο καλώδιο και έπρεπε να προχωρήσει σε κλείσιμο κεντρικής οδικής αρτηρίας για να περάσει υπόγεια καλώδια μήκους 800 μέτρων περίπου. Ήταν, πάντως, παραδεκτό από μέρους του ΜΥ1 ότι ακόμη και κατά την ημερομηνία που εν τέλει παραδόθηκε το ακίνητο, ήτοι στις 2/7/2008, η ηλεκτροδότησή του στηριζόταν στη γεννήτρια. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι η Εναγομένη εταιρεία επωμίστηκε ένα πολύ βαρύ τίμημα οικονομικό για την αγορά της γεννήτριας και του προσωρινού πάνελ για να παραχωρήσει ρεύμα στους πελάτες της χωρίς να χρεωθούν οι πελάτες της. Απαντώντας στην υποβληθείσα θέση της συνηγόρου του Ενάγοντος ότι αυτή η διευθέτηση δεν ήταν νόμιμη, ο ΜΥ1 απάντησε ότι ήταν με προδιαγραφές της ΑΗΚ, δεν ήταν κάτι πρόχειρο, ώστε να κινδυνέψουν ζωές. Κατά την επανεξέτασή του, ο ΜΥ1 διευκρίνισε ότι ακόμη και το κόστος κατανάλωσης ρεύματος από το επίδικο υποστατικό μέσω της γεννήτριας καλύφθηκε από την Εναγομένη εταιρεία και όχι από τον Ενάγοντα. Β.3. Μαρτυρία αναφορικά με τις ζημιές που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία της καθυστέρησης στην παράδοση. Β.3.(
- i)Αναφορικά με τα απωλεσθέντα ενοίκια Προς απόδειξη των ισχυρισμών που δικογράφησε στην παρα. 10 της Έκθεσης Απαίτησης και ειδικότερα των ζημιών για τις οποίες ζημιές αξιώνεται, μεταξύ άλλων, θεραπεία ως η παρα. «Θ» της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων ανέφερε στη γραπτή του δήλωση, ότι αυτός꞉- (α) Ήταν ένοικος κατά τα τελευταία πέντη έτη μέχρι και τις αρχές του 2008 καθ' ον χρόνο σύναψε το Πωλητήριο Έγγραφο και κατέβαλλε ως μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των €740. (β) Είχε δώσει στον ιδιοκτήτη του υποστατικού στο οποίο ήταν ένοικος ειδοποίηση εκκένωσης την 30/4/2008, πράγμα το οποίο έπραξε μεταφέροντας τα κινητά περιουσιακά του στοιχεία στο αγορασθέν ακίνητο, πλην όμως λόγω της άρνησης της Εναγομένης να του το παραδώσει, ως είχε κατ' ισχυρισμόν συμβατική υποχρέωση, αναγκάσθηκε να τα επιστρέψει πίσω στο διαμέρισμα το οποίο ενοικίαζε, με αποτέλεσμα να συνεχίσει να επιβαρύνεται με μηνιαίο ποσό Ευρώ 740- υπό μορφή ενοικίου. Συγκεκριμένα, ο Ενάγων προσδιόρισε το ποσό των Ευρώ 1480-, ως το συνολικό ποσό ζημιάς υπό τη μορφή μηνιαίων ενοικίων που χρειάστηκε να καταβάλει για τους μήνες Μάιο 2008 και Ιούνιο 2008 και το οποίο δεν θα κατέβαλλε εάν του είχε παραδοθεί το επίδικο ακίνητο. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, ο Ενάγων κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως το Τεκμήριο Γ υπό το Τεκμήριο 1, τις αποδείξεις δύο ενοικίων για τους μήνες Μάϊο 2008 και Ιούνιο του 2008. Δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα ή αυθεντικότητα των εν λόγω αποδείξεων. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος, του ζητήθηκε να δώσει λεπτομέρειες αν το υποστατικό που κατ' ισχυρισμόν ενοικίαζε ήταν οικία ή διαμέρισμα, αν διέμενε σε αυτό μόνος ή με άλλους και σε ποια διεύθυνση βρισκόταν. Ο Ενάγων δήλωσε ευθέως ότι επρόκειτο για οικία, στην οδό Θερμαϊκού 12 στην Παλλουριώτισσα και ότι κατοικούσε εκεί με τη γυναίκα του. Δεν υπήρξε παραιτέρω αμφισβήτηση της μαρτυρίας του αυτής ή/και της μαρτυρίας αναφορικά με το ύψος του ενοικίου και την πληρωμή του από τον Ενάγοντα καθ' ον χρόνο αυτός αντεξετάζετο. Ούτε δόθηκε αντικρουστική μαρτυρία από τον ΜΥ1. Β.3.3 (
- ii)Αναφορικά με το απωλεσθέν κόστος μεταφοράς Ο Ενάγων δήλωσε στη γραπτή του δήλωση ότι απώλεσε το ποσό των Ευρώ 850- ως μεταφορικά έξοδα τα οποία αυτός κατέβαλε κατά ή περί την 17/5/2008 αναφορικά με τη μεταφορά των υπάρχοντών του κατά την 30/4/2008 για τη μη υλοποιηθείσα εν τέλει μετακόμιση. Προς απόδειξη αυτής της ισχυριζόμενης ζημιάς, σε σχέση με την οποία αξιώνει θεραπεία ως η παρα. «Ι» της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Ε υπό το Τεκμήριο 1, την απόδειξη αρ. 0046 του μεταφορέα «Μεταφορές Μετακομίσεις Λοϊζος Αθανασίου» για το ποσό των €850-, ημερ. 17/5/2008. Ο συνήγορος Υπεράσπισης αντεξέτασε τον Ενάγοντα αναφορικά με τα λεγόμενά του, υποβάλλοντάς του τη θέση της Υπεράσπισης ότι είναι ψευδής ο ισχυρισμός περί της γενόμενης την 30/4/2008 μεταφοράς. Παρέμεινε, ωστόσο, σταθερός στη θέση του ο Ενάγων ότι έγινε η εν λόγω μεταφορά και ότι υπέστη το κόστος για το οποίο παρουσίασε ως αποδεικτικό στοιχείο το Τεκμήριο Ε ανωτέρω. Εξήγησε, περαιτέρω, ο Ενάγων ότι προκειμένου να αποφύγει την επανάληψη της ίδια δαπάνης και για να μειώσει τις ζημιές του, τον Ιούλιο του 2008 που του παραδόθηκε τελικά το υποστατικό βοηθήθηκε στη μεταφορά των υπάρχοντών του από φίλους του. Από την άλλη, ο ΜΥ1 ανέπτυξε τη θέση ότι η Εναγόμενη ουδεμία υποχρέωση έχει να καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό των €850-, επειδή ούτως ή άλλως θα μετέφερε τα έπιπλα του στο αγορασθέν διαμέρισμα, κάτι που έπραξε στις 2/7/08, όταν παρέλαβε τελικά το διαμέρισμα. Αν και δεν αμφισβήτησε το ύψος του αξιούμενου ποσού ως παράλογο ή ψευδές, εντούτοις ο ΜΥ1 σχολίασε ως εξής꞉ «Δεν έχω λόγο να διαφωνήσω, αλλά που τη στιγμή που ήταν ξεκάθαρο από μέρους της εταιρείας ότι πρέπει να πληρωθεί το υπόλοιπο και εκείνο έμεινε ανεξόφλητο, τότε διερωτούμαι με ποια λογική ο πελάτης σας εφόρτωσε τα έπιπλα, αφ' ης στιγμής ο ίδιος δεν εμερίμνησε να είχε το υπόλοιπο ποσό για να του παραδοθεί το διαμέρισμα.». Β.3.(iii) Αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα Με τη γραπτή του δήλωση ως το Τεκμήριο 1, ο Ενάγων υιοθέτησε και επανέλαβε το δικογραφημένο στην παρα. 11 της Έκθεσης Απαίτησης ισχυρισμό ότι, λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Εναγομένης, αυτός αναγκάσθηκε να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες δικηγόρου, ο οποίος είχε επανειλημμένες συναντήσεις μαζί του και τον συμβούλευσε σχετικά με τα δικαιώματά του και τις ενδεικνυόμενες ενέργειες, μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και απέστειλε «πληθώρα επιστολών» στην Εναγομένη και στους δικηγόρους της. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του Ενάγοντος ότι, ως αποτέλεσμα των ρηθέντων ενεργειών του δικηγόρου του, η Εναγόμενη του παρέδωσε τελικά το υπ' αυτών αγορασθέν διαμέρισμα την 2/7/2008 και ότι αυτός της κατέβαλε το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των Ευρώ 93.973,00. Προς απόδειξη ότι δικαιούται την αξιούμενη θεραπεία ως η παρα. «Κ» της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων δήλωσε ότι κατέβαλε στο δικηγόρο του ως λογική αμοιβή για την υπ' αυτού γενόμενη εργασία το ποσό των Ευρώ 2000 και παρουσίασε το πρωτότυπο της απόδειξης ημερ. 9/7/2008. Αυτή φαίνεται να εκδόθηκε από τον δικηγόρο Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη αναφορικά με την είσπραξη του ποσού €2000- ως δικηγορικών εξόδων «για την υπόθεση διαμερίσματος Γερίου». Η εν λόγω απόδειξη βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο ΙΑ υπό το Τεκμήριο 1. Περαιτέρω, ο Ενάγων παρουσίασε ως σχετική την αλληλογραφία που υπήρξε μεταξύ του Δικηγόρου του αναφορικά με το αίτημά του για την καταβολή ή κάλυψη από την Εναγομένη των δικηγορικών εξόδων στα οποία αυτός υποβλήθηκε (βλ. την επιστολή ημερ. 15/7/2008, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο Η υπό το Τεκμήριο 1) και των δικηγόρων της Εναγομένης (βλ. την απαντητική επιστολή ημερ. 23/7/2008, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο Ι υπό το Τεκμήριο 1). Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος από το συνήγορο Υπεράσπισης του υποβλήθηκε ότι μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής στις 8.8.2008, ο δικηγόρος του είχε αποστείλει «μόνο δύο επιστολές», ημερ. 22.5.2008 και 15.7.2008, και όχι «πληθώρα» επιστολών. Ο ΜΥ1 παραδέχθηκε τόσο το γεγονός της αποστολής και παραλαβής όσο και το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 22/5/2008 των δικηγόρων του Ενάγοντος προς την Εναγομένη εταιρεία σχετικά με την ισχυριζόμενη καθυστέρηση στην παράδοση του επίδικου διαμερίσματος και με την οποία επιστολή καλούσαν την Εναγομένη όπως παραδώσει το διαμέρισμα μέχρι την 28/5/08 (σχετική η επιστολή που έχει ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο Θ υπό Τεκμήριο 1). Ο ΜΥ1 έδωσε περαιτέρω μαρτυρία για όλη την αλληλογραφία που ακολούθησε μέχρι και την ημερομηνία που εν τέλει παραδόθηκε το επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα, ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στην απαντητική επιστολή, ημερ. 3/6/08, που απέστειλαν οι δικηγόροι της Εναγομένης προς τους δικηγόρους του Ενάγοντος στην οποία αναφερόταν ότι η κατοικία ήταν έτοιμη προς παράδοση από τις 30/4/08, πλην όμως η Αρχή Ηλεκτρισμού δεν είχε ανταποκριθεί και εξακολουθούσε να μην ανταποκρίνεται μέχρι και τις 3/6/2008 στο αίτημα της Εναγομένης για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Αντίγραφο της επιστολής αυτής, ημερ. 3/6/08, κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α υπό Τεκμήριο 2. Ακολούθησε νέα επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντος προς τους δικηγόρους της Εναγομένης, ημερ. 4/6/08, στην οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, να πληροφορηθούν την ημέρα και ώρα που θα μπορούσε να τους παραδοθεί το διαμέρισμα. Με την ίδια επιστολή, ενημέρωναν την Εναγομένη ότι ήταν έτοιμοι για καταχώριση αγωγής εναντίον της Εναγομένης και ότι θα ανέμεναν μέχρι τις 6/6/08. Αντίγραφο της επιστολής αυτής, ημερ. 4/6/08, κατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Β υπό Τεκμήριο 2. Ακολούθησε νέα απαντητική επιστολή από τους δικηγόρους της Εναγομένης, ημερ. 6/6/08, στην οποία επαναλάμβαναν ότι η κατοικία είναι έτοιμη προς παράδοση, ότι η παροχή ρεύματος θα γινόταν με γεννήτρια μέχρις ότου η ΑΗΚ προμηθεύσει το ηλεκτρικό ρεύμα και πως συνέχιζαν να πιέζουν την Αρχή Ηλεκτρισμού για την προμήθεια ρεύματος. Αντίγραφο της επιστολής αυτής, ημερ. 6/6/08, κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Γ υπό το Τεκμήριο 2. Οι δικηγόροι του Ενάγοντος με δική τους επιστολή, ημερ. 9/6/08, ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι συμβούλευσαν τον πελάτη τους, σε ένδειξη καλής θέλησης, και αυτός αποδέχθηκε να παραλάβει το διαμέρισμα και ταυτόχρονα να καταβάλει το ποσό των €85.430,00, αφήνοντας ένα υπόλοιπο της τάξης των €8.543,00 το οποίο θα κατέβαλλε όταν το ακίνητο αποκτούσε κανονική παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Επίσης, οι δικηγόροι του ενάγοντος ετόνιζαν στην επιστολή τους το θέμα των εξόδων τους. Αντίγραφο της επιστολής αυτής, ημερ. 9/6/08, κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Δ υπό το Τεκμήριο 2. Με επιστολή ημερ. 20/6/08, οι δικηγόροι της Εναγομένης ενημέρωναν τους δικηγόρους του Ενάγοντος ότι η παράδοση θα γινόταν στις 25/6/08 και ώρα 11 π.μ.. Την ίδια ημέρα (20/6/08), οι δικηγόροι του Ενάγοντος απάντησαν με δική τους επιστολή, στην οποία αποδέχοντο την παραλαβή του ακινήτου στις 25/6/08 και ώρα 11 π.μ. κάτω από τις προϋποθέσεις που έθεσαν στην επιστολή τους ημερ. 9/6/08. Περαιτέρω ζητούσαν και πάλι να έχουν την πρόταση της Εναγομένης αναφορικά με το θέμα των εξόδων τους. Αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων της Εναγομένης, ημερ. 20/6/08, κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Ε υπό το Τεκμήριο 2, ενώ αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντος, ημερ. 20/6/08, κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Στ υπό το Τεκμήριο 2. Και πάλι την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 20/6/08 οι δικηγόροι της Εναγομένης απάντησαν στους δικηγόρους του Ενάγοντος και τους ετόνιζαν ότι ουδεμία υποχρέωση έχει η Εναγομένη για καταβολή των εξόδων των δικηγόρων του Ενάγοντος και ότι αν ο Ενάγων αρνείται να παραλάβει το διαμέρισμα τότε και η Εναγομένη θα λειτουργήσει μέσα στα πλαίσια που της παρέχει η συμφωνία ημερ. 27/3/08. Αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων της Εναγομένης, ημερ. 20/6/08, κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Ζ υπό το Τεκμήριο 2. Με νέα επιστολή, ημερ. 20/6/08, οι δικηγόροι του Ενάγοντος ανέφεραν ότι νομιμοποιούνται να ζητούν δικηγορικά έξοδα και ότι αν προχωρούσαν δικαστικά θα καταδικαζόταν η Εναγομένη στα έξοδα. Αντίγραφο της επιστολής αυτής κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Η υπό το Τεκμήριο 2. Οι δικηγόροι της Εναγομένης, με επιστολή ημερ. 26/6/08 προς τον Ενάγοντα, τον πληροφορούσαν ότι έχει παραβεί ουσιώδεις όρους της συμφωνίας και δη τους όρους 3(β), (γ) και (ζ) και ότι συνεπεία τούτου η συμφωνία ακυρώνεται με δική του υπαιτιότητα. Περαιτέρω, πληροφορούσαν τον Ενάγοντα ότι θα προχωρούσαν στην πώληση του ακινήτου σε άλλο ενδιαφερόμενο αγοραστή. Αντίγραφο της ως άνω επιστολής των δικηγόρων της Εναγομένης ημερ. 26/6/08 κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Θ. Ήταν ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι ο λόγος που απεστάλη στον Ενάγοντα η επιστολή ημερ. 26/6/08 από τους δικηγόρους της Εναγομένης ήταν επειδή την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή στις 25/6/08, ο Ενάγων παρουσιάστηκε στη συνάντηση για παράδοση του διαμερίσματος, αλλά αρνείτο να εξοφλήσει ολόκληρο το υπόλοιπο, με τη δικαιολογία ότι δεν εγκατεστάθη ακόμα νόμιμα η ηλεκτροδότηση. Στις 26/6/08 οι δικηγόροι του Ενάγοντος απέστειλαν νέα επιστολή τους προς τους δικηγόρους της Εναγομένης στην οποία ανέφεραν ότι δεν κατεβλήθη ολόκληρο το υπόλοιπο, λόγω της έλλειψης νόμιμης ηλεκτροδότησης και επίσης ήγειραν και νέες αξιώσεις εναντίον της Εναγομένης που αφορούσαν έξοδα τα οποία κατ' ισχυρισμό υπέστη ο Ενάγων, ήτοι ενοίκια μετά την 1/5/08, μεταφορικά έξοδα και επίσης τα δικηγορικά έξοδα. Όμως, ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, δήλωναν ότι ο πελάτης τους ήταν έτοιμος να αποδεχθεί την παράδοση του διαμερίσματος στη κατάσταση στην οποία αυτό ευρίσκετο και να μην απαιτήσει τα έξοδα τα οποία ισχυρίζετο ότι υπέστη για ενοίκια και μεταφορικά, εάν καταβάλλονταν τα δικηγορικά του έξοδα από την Εναγομένη, τα οποία ανήρχοντο στο ποσό των €3.400. Αντίγραφο της επιστολής, ημερ. 26/6/08, κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Ι υπό το Τεκμήριο 2. Η απάντηση της Εναγομένης δόθηκε με επιστολή ημερ. 27/6/08. Σε αυτή ετόνιζαν ότι εάν ο Ενάγων συνεχίσει να συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο, η Εναγομένη θα λειτουργούσε με βάση τις πρόνοιες του συμβολαίου. Αντίγραφο της επιστολής αυτής, ημερ. 27/6/08, κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο ΙΑ υπό το Τεκμήριο 2. Ακολούθησε νέα επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντος, ημερ. 15/7/08, την οποία απέστειλαν προς την Εναγομένη και με την οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, το ποσό των €4.330,00σ, διαφορετικά θα προχωρούσαν με δικαστικά μέτρα. Συγκεκριμένα, ζητούσαν꞉ (α) Ποσό €1.480 για δύο ενοίκια για τους μήνες Μάϊο και Ιούνιο, (β) €850 μεταφορικά έξοδα, και (γ) €2.000 για δικηγορικά έξοδα. Επιπλέον, ζητούσαν το ποσό των €260 για ένα κάγκελο που κατασκεύασε ο ενάγων για το εσωτερικό κλιμακοστάσιο, εδέχοντο δε ότι ο πελάτης τους παρέλαβε το διαμέρισμα στις 2/7/08, όπως τους είχαν ειδοποιήσει οι δικηγόροι της Εναγομένης με επιστολή τους ημερ. 30/6/08. Αντίγραφο της επιστολής της Εναγομένης, ημερ. 30/6/08 κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Ι Β υπό το Τεκμήριο 2, ενώ αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντος, ημερ. 15/7/08, κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Ι Γ υπό το Τεκμήριο 2. Οι δικηγόροι της Εναγομένης απάντησαν στους δικηγόρους του Ενάγοντος με επιστολή ημερ. 23/7/08, με την οποία απέρριψαν στην ολότητά της την επιστολή τους ημερ. 15/7/08. Αντίγραφο της επιστολής ημερ. 23/7/08 κατατέθηκε από τον ΜΥ1 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο Ι Δ υπό το Τεκμήριο 2. Β.4 Αναφορικά με το ποσό που ο Ενάγων αξιώνει να του επιστραφεί για μη εκτελεσθείσα από την Εναγόμενη εργασία (το κόστος για το κάγκελο της σκάλας) Σε συνάφεια με το δικογραφημένο ισχυρισμό ως η παρα. 13 της Έκθεσης Απαίτησης και την αξιούμενη θεραπεία ως η παρα. «Η» της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων περιέλαβε στη γραπτή του δήλωση μαρτυρία περί του ότι, κατά την παραλαβή του επίδικου ακινήτου την 2/7/2008, αυτός διαπίστωσε ότι η Εναγόμενη απαιτούσε και έλαβε από τον ίδιο το σύνολο του τιμήματος αγοράς, ήτοι Ευρώ 218.948,73σ., αρνούμενη να αφαιρέσει την αξία του κάγκελου του εσωτερικού κλιμακοστασίου του διαμερίσματος, το οποίο δεν κατασκεύασε η ίδια, αλλά ο Ενάγων και το οποίο ήταν συνολικής αξίας Ευρώ 260-. Κατά την αντεξέτασή του, ο Ενάγων εξήγησε ότι ο ίδιος είχε αναλάβει να κατασκευάσει το κάγκελο της σκάλας του επίδικου ακινήτου επειδή κατείχε την τεχνογνωσία για τη δουλειά αυτή, αφού είχε εργοστάσιο που έκανε αυτές τις δουλειές. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι «η συμφωνία μας [με την Εναγόμενη] ήταν να το κάμω εγώ και να αφαιρεθεί που την τιμή της αγοράς του διαμερίσματος». Αναγνώρισε ο Ενάγων ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε καταγεγραμμένο στο Πωλητήριο Έγγραφο που να αποδεικνύει ή επιβεβαιώνει την ύπαρξη της συμφωνίας για το κάγκελο, και εξήγησε ότι δεν το θεώρησε αναγκαίο να κάνει γραπτή συμφωνία για κάτι αξίας Ευρώ 260. Από την άλλη, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ο Ενάγων, όντας σιδηρουργός, προθυμοποιήθηκε να το κατασκευάσει, χωρίς να τεθεί ποτέ θέμα κόστους. Ήταν μηδαμινό. Προθυμοποιήθηκε να το κάνει για λογαριασμό του. Δεν είχε αναφέρει καθ' ον χρόνο υπέγραφαν τη συμφωνία ότι θα ήθελε λεφτά για να το κάνει. Ωστόσο, κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, υποβλήθηκε σε αυτόν από τη συνήγορο του Ενάγοντος ότι ο Ενάγων προθυμοποιήθηκε να κατασκευάσει το κυγκλίδωμα υπό την έννοια ότι θα αφαιρείτο το αντίστοιχο ποσό από τα λεφτά που είχε να παίρνει η Εναγομένη. Δεν το αρνήθηκε ο ΜΥ1, παρά μόνο απάντησε «Ενδεχομένως, ναι». Προχώρησε μάλιστα να πει ότι ο λόγος για τον οποίο δεν επεστράφηκε στον Ενάγοντα το ποσό που αντιστοιχεί στο κόστος κατασκευής του κάγκελου ήταν ότι ουδέποτε τους ζήτησε να του το επιστρέψουν. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ1 δέχθηκε ότι με βάση την τιμή μονάδος, το κόστος κατασκευής του κάγκελου της σκάλας ήταν γύρω στα Ευρώ 260, όσο και το ποσό που αξιώνει ο Ενάγων. Εκδήλωσε ο ΜΥ1 την ετοιμότητα της Εναγομένης, να του επιστρέψει ακόμη και κατά τον παρόντα χρόνο το ποσό των Ευρώ 260. Β.5 Αναφορικά με την ευθύνη για την εκκρεμότητα στην έκδοση τίτλου, εγγραφή και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντος. Όπως προανέφερα, σκιαγραφήθηκε στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας και της δικογραφίας ως μη αμφισβητούμενο το γεγονός ότι εξακολουθεί να μην έχει εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντος. Ως προς το ποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη έχει ευθύνη για το γεγονός αυτό, ο ίδιος ο Ενάγων δεν έδωσε οποιαδήποτε μαρτυρία. ούτε και χρειαζόταν να δώσει αφού τούτο είναι έργο του Δικαστηρίου να το διακριβώσει στη βάση των όρων του Πωλητηρίου Εγγράφου και της κείμενης νομοθεσίας. Προσέφερε, όμως, ως συναφή τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω. Η μαρτυρία του ΜΕ2 Ο κ. Αιμίλιος Τσίγκης (ΜΕ2) δήλωσε ότι εργάζεται στο Επαρχ. Κτηματολογικό Γραφείο Λ/σιας και έχει την ευθύνη παρουσίασης των διαφόρων φακέλων ή και εγγράφων του εν λόγω Γραφείου ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων. Εξήγησε ο ΜΕ2 προς το Δικαστήριο ότι, λόγω του ότι το επίδικο διαμέρισμα είναι κτισμένο σε πολυκατοικία επί τεμαχίου μέσα στο οποίο έχει και άλλη ήδη ανεγερθείσα κατοικία με ιδιοκτήτρια τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να γίνει αίτηση διαχωρισμού. Σε τέτοια περίπτωση, η αίτηση διαχωρισμού γίνεται για έκδοση νέων τίτλων πάνω στο ακίνητο. Ερωτηθείς να πει αν έχει περιέλθει στην αντίληψη του οποιαδήποτε αίτηση διαχωρισμού αναφορικά με το ακίνητο υπ' αριθμό έγγραφής 10/807, Φυλ. Σχεδιο 30/24W2, τεμάχιο 944, ο ΜΕ2 δήλωσε ενόρκως ότι, κατόπιν έρευνας την οποία έχει κάνει για το πιο πάνω ακίνητο, διαπίστωσε ότι δεν έχει υποβληθεί στο προαναφερόμενο Γραφείο οποιαδήποτε αίτηση διαχωρισμού. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 από το συνήγορο Υπεράσπισης, του ζητήθηκε να πει από την πείρα του ποιος είναι που υποβάλλει αυτή την αίτηση διαχωρισμού. Η θέση του ΜΕ2 αυτούσια ως διατυπώθηκε από αυτόν στο Δικαστήριο ήταν η εξής꞉ «Η αίτηση υποβάλλεται ή μπορεί να υποβληθεί κατά κύριο λόγο από τον ντιβέλοπερ (developer), τον κατασκευαστή, εκτός αν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών. Δεν απαγορεύεται όμως να υποβληθεί και από οιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο δικαιούται να εγγραφεί ως κύριος μονάδας πάνω στο ακίνητο.». Όσον αφορά τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι την αίτηση διαχωρισμού θα μπορούσε να την υποβάλει και ο ίδιος ο αγοραστής, εν προκειμένω ο Ενάγων, ο ΜΕ2 απάντησε λέγοντας ότι- «Αυτό είναι θέμα το οποίο ρυθμίζεται κυρίως από τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου, στο οποίο συνήθως καθορίζονται οι παραμέτροι αναφορικά με τα έξοδα αίτησης ή οιασδήποτε άλλης αίτησης χρειασθεί για την ολοκλήρωση του έργου.». Ερωτηθείς να πει κατά πόσον ο ιδιοκτήτης της γης μπορεί να υποβάλει τέτοια αίτηση διαχωρισμού, ο ΜΕ2 σχολίασε ότι- «Μπορεί να υποβάλει, αλλά όπως σας έχω προαναφέρει, σε τέτοιες περιπτώσεις όπως είναι η υπόθεση για το εν λόγω ακίνητο, συνήθως οι ευθύνες καθώς και οι υποχρεώσεις καθορίζονται στη μεταξύ των μερών συμφωνία.». Με δεδομένο ότι ο ΜΕ2 δήλωσε ότι είχε στην κατοχή του το σχετικό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης Πωλητήριο Έγγραφο που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων, ο συνήγορος Υπεράσπισης τον παρέπεμψε στην παρα. 10 του εν λόγω Εγγράφου. Τότε ήταν που διαφάνηκε, με παρέμβαση του ΜΕ2 προτού διατυπώσει οποιαδήποτε ερώτηση ο συνήγορος Υπεράσπισης επί της προαναφερθείσας παρα. 10, ότι ο ΜΕ2 δεν είχε στην κατοχή του το ίδιο Πωλητήριο Έγγραφο με αυτό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον Ενάγοντα. Αυτό που είχε στην κατοχή του ο ΜΕ2 ήταν, ως δήλωσε, «πωλητήριο έγγραφο με αρ. 3162/2006 που είναι συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ της εταιρείας C.H. Ierodiakonou Co., ως αγοραστή, και των άλλων δύο συνιδιοκτητών του ακινήτου». Δεν είχε στην κατοχή του ο ΜΕ2, ούτε κατατεθειμένο στο φάκελο που κρατούσε, το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 27.3.2008 που υπεγράφη μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης εταιρείας καθότι δεν του είχε ζητηθεί. Γι' αυτό και, ως δήλωσε, δεν γνώριζε τις λεπτομέρειες εκείνου του πωλητήριου εγγράφου. Κατέληξε έτσι να μην προωθείται από το συνήγορο Υπεράσπισης οποιαδήποτε ερώτηση ή υποβολή προς τον ΜΕ2 αναφορικά με το περιεχόμενο της παρα. 10 του επίδικου Πωλητήριου Εγγράφου ημερ. 27.3.2008. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ2. Η μαρτυρία της ΜΕ3 Όσον αφορά τη μαρτυρία της ΜΕ3, κας Μαρίτσας Αδάμου, σημειώνω ότι, όπως αυτή δήλωσε, το τεμάχιο γης που περιγράφεται στην παρα. 3 της Έκθεσης Απαίτησης και επί του οποίου κατασκευάστηκε από την Εναγόμενη η πολυκατοικία στην οποία βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα, ανήκει κατά 4/5 (τέσσερα πέμπτα) στην ίδια τη ΜΕ3 και κατά 1/5 σε κάποιο άλλο πρόσωπο επ' ονόματι Περσεφόνη. Στο ίδιο τεμάχιο γης είναι ήδη κτισμένη και η κατοικία στην οποία διαμένει η ΜΕ3. Η μαρτυρία της ΜΕ3 ήταν ιδιαιτέρως σύντομη, αφού διακόπηκε με σκοπό να εξετάσει η συνήγορος του Ενάγοντος το ενδεχόμενο να προχωρούσε σε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης για να περιλάβει ισχυρισμούς όσον αφορά τους όρους της αγοραπωλησίας του τεμαχίου γης που συμφωνήθηκαν μεταξύ των ως άνω ιδιοκτητών της γης και της κατασκευάστριας εταιρείας - Εναγομένης. Εν τέλει, η συνήγορος του Ενάγοντος δεν καταχώρισε οποιοδήποτε αίτημα τροποποίησης, αλλά ούτε και είχε οποιαδήποτε περαιτέρω ερώτηση προς τη μάρτυρα. Δεν υπήρξε ούτε και αντεξέταση της ΜΕ3. Η μαρτυρία του ΜΥ1 Ο ΜΥ1 ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η πολυκατοικία όπου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό είναι στο στάδιο έκδοσης τελικής έγκρισης. Εξήγησε ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε στην έκδοση τίτλων οφείλεται στο γεγονός ότι στο ίδιο τεμάχιο υπήρχαν δύο κατοικίες κτισμένες πριν ξεκινήσει η Εναγόμενη να ανεγείρει την πολυκατοικία και ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου ζητούσε να εκδοθεί πρώτα τελική έγκριση των δύο αυτών κατοικιών. Απευθύνθηκε στο Δημαρχείο ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου, όπως ήταν, κατά τον ισχυρισμόν του ΜΥ1, ευθύνη του, οπότε ήταν «δεμένα» τα χέρια της Εναγομένης. Ο ιδιοκτήτης είχε παρατυπίες τις οποίες αναγκάσθηκε να διορθώσει. Ποιον εννούσε εδώ ως «ιδιοκτήτη» δεν κατονόμασε, αλλά πρόδηλα δεν αναφερόταν στον Ενάγοντα. Β.6 Αναφορικά με την αξίωση για Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης Σε συνάρτηση με ό,τι δικογραφήθηκε στην παρα. 7 της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγων δήλωσε στη γραπτή του δήλωση ότι αυτός, κατά ή περί την 21/4/2008, κατέθεσε το πιο πάνω αναφερόμενο Πωλητήριο Έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης του. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, ο Ενάγων κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως το Τεκμήριο Β υπό το Τεκμήριο 1, αντίγραφο απόδειξης κατάθεσης του Πωλητηρίου Εγγράφου, ημερ. 27/3/2008, στο Κτηματολόγιο. Δεν αντεξετάσθηκε ο Ενάγων αναφορικά με την κατάθεση του Πωλητήριου Εγγράφου στο Κτηματολόγιο και συνεπώς παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία του ως προς το ότι το Πωλητήριο Έγγραφο βρίσκεται κατατεθειμένο στο Επαρχ. Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Τούτο επιβεβαιώθηκε εξάλλου από τα λεγόμενα του ΜΕ2. Γ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.
- Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Είμαι ικανοποιημένη ότι η μαρτυρία του Ενάγοντος είναι ειλικρινής, αληθής και αξιόπιστη. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, το γεγονός ότι αυτή η μαρτυρία του Ενάγοντος στηρίζεται σε προσωπική και άμεση γνώση των γεγονότων και, αφετέρου, τεκμηριώνεται με το Πωλητήριο Έγγραφο, τις αποδείξεις και επιστολές ως αναφέρονται κατά την καταγραφή της μαρτυρίας του πιο πάνω. Είμαι, επίσης, ικανοποιημένη ότι η μαρτυρία του Ενάγοντος έχει απόλυτη συνοχή με τις δικογραφημένες του θέσεις και ότι δεν τις αντιστρατεύεται. Επί της μόνης καίριας πτυχής, όπου η εκδοχή του Ενάγοντος αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, ήτοι της ισχυριζόμενης άρνησης ή παράλειψης της Εναγομένης να του παραδώσει το επίδικο υποστατικό στις 30/4/2008 επισημαίνω ότι ο Ενάγων δικογράφησε εξ υπαρχής συγκεκριμένη εκδοχή, ήτοι ότι εκείνος εκδήλωσε ετοιμότητα να δεχθεί παραλαβή την 30/4/2008 μεταφέροντας τα πράγματά του εκεί (βλ. τις παρα. 8 και 10 του Κλητηρίου), ενώ αντίθετα η Εναγομένη δικογράφισε κατά τρόπο ασαφή τον ισχυρισμό ότι αρνείτο να παραλάβει «για λόγους καθαρά δικούς του» (βλ. την παρα. 9 της τροποποιημένης Ε/Υ) χωρίς να εξειδικεύει ποιους λόγους άρνησης είχε κατ' ισχυρισμόν προβάλει ο Εναγόμενος σε αυτήν. Ήταν για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος που ηγέρθη ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι ο Ενάγων αδυνατούσε να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την 30/4/2014 και ότι αυτός ήταν ο λόγος που αρνείτο ή/και δεν μπορούσε να του παραδοθεί το επίδικο υποστατικό ή/και ζητούσε να του δοθεί αναβολή της ημερομηνίας παράδοσης. Πέραν της καθυστέρησης με την οποία προβλήθηκε ο ισχυρισμός περί οικονομικής αδυναμίας του Ενάγοντος να ανταποκριθεί στη συμβατική του υποχρέωση για εξόφληση του οφειλόμενου κατά την παράδοση ποσού, κρίνω ότι δεν τεκμηριώνεται ούτε και από τη δοθείσα μαρτυρία. Κατ' αρχάς, ο δικογραφημένος ισχυρισμός της Εναγομένης περί αιτήματος από μέρους του Ενάγοντος για αναβολή της παράδοσης του υποστατικού δεν τεκμηριώνεται στη βάση της ανταλλαγείσας αλληλογραφίας των συνηγόρων των μερών, η οποία προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο και εκτέθηκε λεπτομερώς ανωτέρω (βλ. το Μέρος Β.3(iii) της παρούσας Απόφασης). Ουδεμία όχληση προς τον Ενάγοντα απεδείχθη να έγινε γραπτώς από πλευράς της Εναγομένης αμέσως πριν η αμέσως μετά τις 30.4.2008 σε σχέση με πρόσκληση να προσέλθει για να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο και να του παραδοθεί το ακίνητο, έτσι ώστε να χρειαζόταν να αιτηθεί ο ίδιος αναβολή. Η πρώτη φορά που η Εναγόμενη εμφανίζεται να ειδοποιεί ρητώς και γραπτώς τον Ενάγοντα να παραλάβει το ακίνητο είναι με την επιστολή των συνηγόρων της ημερ. 20.6.2008 που τον καλούν να προσέλθει στις 25.6.2008 και ώρα 11 π.μ. (βλ. το Τεκμήριο Ε υπό το Τεκμήριο 2). Η όποια αλληλογραφία σχετικά με το ζήτημα της παράδοσης προκύπτει από το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας ότι άρχισε με επιστολή του συνηγόρου του Ενάγοντος, ημερ. 22.5.
- Στην επιστολή αυτή αναφέρεται ότι «παρατηρώ ότι καίτοι η 30/4/2008 έχει παρέλθει και ο πελάτης μου σας έχει ενημερώσει ότι είναι έτοιμος να σας καταβάλει το υπόλοιπο ποσό το οποίο είναι οφειλόμενο εκ του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 3*β) της ρηθείσας συμφωνίας, παραλείψατε και αμελήσατε και εξακολουθείτε να παραλείπετε και αμελείτε να παραδώσετε το αγορασθέν υπ' αυτού διαμέρισμα την 30/4/2008 ως προνοείται εις την παράγραφο 3(γ) της συμφωνίας». Στην πρώτη επιστολή των δικηγόρων της Εναγομένης που ακολούθησε την επιστολή ημερ 22.5.2008, παρατηρώ ότι ουδόλως αρνήθηκε η Εναγόμενη τον ισχυρισμό του δικηγόρου του Ενάγοντος ότι ο Ενάγων ήταν ήδη έτοιμος από 30.4.2008 να εξοφλήσει το υπόλοιπο και ότι είχε ενημερώσει συναφώς την Εναγομένη. Απεναντίας, υπάρχει σιωπηρή αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού. Η μόνη θέση που προβάλλεται από το συνήγορο της Εναγομένης στην πρώτη του επιστολή, ημερ. 3/6/2008 είναι ότι «η εν λόγω κατοικία ήτο έτοιμη προς παράδοση από 30.4.2008, πλην όμως η ΑΗΚ δεν ανταποκρίθηκε μέχρι σήμερα για παραχώρηση ρεύματος». Και ό,τι ακολούθησε ήταν αλληλογραφία αναφορικά με το αν η παράδοση υπό τις δεδομένες συνθήκες ηλεκτροδότησης που πρότεινε η Εναγομένη ήταν καλή ή αντισυμβατική παράδοση και υπό ποιους όρους θα γινόταν αποδεκτή. Ακόμη και στις 25.6.2008 που ο Ενάγων κλήθηκε να δεχθεί παράδοση του ακινήτου, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αντιμετώπιζε οικονομική αδυναμία να παραλάβει το ακίνητο. Η κατακράτηση ενός τμήματος του αντιτίμου τέθηκε από τον ίδιο ως όρος δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο εξακολουθούσε να μην είναι κατάλληλα ηλεκτροδοτημένο σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης (βλ. συναφώς την επιστολή του συνηγόρου του, ημερ. 26.6.2008 ως το Τεκμήριο Ι υπό το Τεκμήριο 2). Καταλήγω ότι δεν υπάρχει ίχνος αναφοράς στο σύνολο της αλληλογραφίας, η οποία να εκδηλώνει επιθυμία του Ενάγοντος να αναβληθεί η παράδοση από 30/4/2008 για νέα ημερομηνία, αλλά ούτε και οποιαδήποτε αναφορά σε οικονομική αδυναμία, ή δυσκολία έστω, του Ενάγοντος να εξοφλήσει το αντίτιμο της πώλησης κατά την εν λόγω ημερομηνία. Πέραν των προλεχθέντων, κρίνω ότι η εκδοχή του ΜΥ1 ότι το επίδικο ακίνητο ήταν έτοιμο για παράδοση κατά την 30.4.2008 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αληθής, κρίνοντας τούτο υπό το φως των προνοιών του Πωλητήριου Εγγράφου και ειδικότερα της παρα. 8 αυτούη οποία προβλέπει ότι η συμπλήρωση όσων εργασιών απαιτούνται για σκοπούς ετοιμότητας παράδοσης του ακινήτου πιστοποιείται με την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού από τον Επιβλέποντα Αρχιτέκτονα / Μηχανικό. Εδώ δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας από πλευράς ΜΥ1 που να βεβαιώνει ότι η Εναγόμενη εκδήλωνε κατά ή περί τις 30/4/2008 προς τον Ενάγοντα την ετοιμότητά της αυτή, ως προδιαγράφεται στο Πωλητήριο Έγγραφο. Δεν παρουσιάστηκε, ως υπαρκτό από 30/4/2008, οποιοδήποτε πιστοποιητικό του επιβλέποντος αρχιτέκτονα / Μηχανικού, με το οποίο να βεβαιωνεται ότι κατά ή περί την 30/4/2008 το υποστατικό είχε συμπληρωθεί και ήταν έτοιμο να παραδοθεί ως τα διαλαμβανόμενα στον όρο ως η παρα. 8 του Πωλητήριου Εγγράφου.[2] Άνευ βλάβης της προπαρατεθείσας επισήμανσής μου, εξετάζω στη συνέχεια την επίθεση κατά της αξιοπιστίας του Ενάγοντος στην οποία προέβηκε ο ΜΥ1 προβάλλοντας την εκδοχή ότι, εάν ο Ενάγων ήταν πράγματι οικονομικά έτοιμος να παραλάβει το ακίνητο, θα έπρεπε πρώτα να είχε αποταθεί στα γραφεία της Εναγομένης για να εξοφλήσει το ακίνητο και μετά να ζητούσε να του παραδοθεί. Παρατηρώ συναφώς τα εξής: Στην παρα. 5, πρώτη υποπαράγραφος, του Πωλητήριου Εγγράφου προβλέπεται ότι «Ο Πωλητής αναλαμβάνει να συμπληρώσει και παραδώσει το υποστατικό στον Αγοραστή θα πληρώνει στον Πωλητή με βάση την παρούσα συμφωνία.[3] Στην παρα. 3(Β) του Πωλητήριου Εγγράφου προβλέπεται ότι ποσόν €111,059.00 συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ «θα καταβληθεί από τον Αγοραστή προς τον Πωλητή με την ΠΑΡΑΔΟΣΗ του Υποστατικού». Στην παρα. 3(ε) του Πωλητήριου Εγγράφου γίνεται πρόνοια για πλήρη εξόφληση τυχόν υπόλοιπου της τιμής πώλησης, ή/και έξτρα εργασιών αν υπάρχουν μετά την ημερομηνία παράδοσης, όχι αργότερα από τρία χρόνια μετά την ημερομηνία παράδοσης του υποστατικού. Στην παρα. 3(ζ) του Πωλητήριου Εγγράφου προβλέπεται ότι αν ο Αγοραστής παραλείψει να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό όπως αναφέρεται πιο πάνω ή άλλως πως με βάση την παρούσα συμφωνία με καθυστέρηση περισσότερο από 21 μέρες, τότε μετά από την αποστολή συστημένης επιστολής, ολόκληρο το ποσό που οφείλεται από τον Αγοραστή μπορεί να απαιτηθεί και οφείλει ο Αγοραστής να το πληρώσει αμέσως. Υπό το φως των πιο πάνω προνοιών του Πωλητήριου Εγγράφου, κρίνω ότι εάν η Εναγόμενη ήταν πράγματι έτοιμη να παραδώσει το επίδικο ακίνητο στις 30.4.2008, θα μπορούσε να είχε καλέσει τον Ενάγοντα να το παραλάβει και να ζητήσει να εισπράξει από αυτόν και εάν εκείνος πράγματι δεν ήταν ικανός να ξεπληρώσει όλο το τίμημα, τούτο δεν θα εμπόδιζε την Εναγομένη να το παραδώσει και να εφαρμόσει ακολούθως τις πρόνοιες της παρα. 3(ζ) ή/και 3(ε) του Πωλητήριου Εγγράφου ανωτέρω. Αν τέτοια ήταν η περίπτωση, θα αναμενόταν μάλιστα από την Εναγόμενη να διεκδικούσε (εν προκειμένω να ανταπαιτούσε στο πλαίσιο της Ε/Υ στην παρούσα αγωγή) τόκο για κάθε μέρα καθυστέρησης του αγοραστή (εν προκειμένω του Ενάγοντος) να ανταποκριθεί στην υποχρέωση εξόφλησης του ακινήτου (βλ. τους όρους ως οι παρα. 3(ζ) πέμπτη υποπαράγραφος και 4(β) του Πωλητήριου εγγράφου)[4]. Δεν δόθηκε καμία μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη ενήργησε καθ' οιονδήποτε εκ των ανωτέρω τρόπων (είτε να εφοσιάσει τον Αγοραστή με Πιστοποιητικό του Επιβλέποντος Αρχιτέκτονα / Μηχανικού είτε να παραδώσει το ακίνητο και να διεκδικεί /επιβάλλει τόκο) και τούτο ενισχύει, στη βάση της ήδη αξιολογηθείσας μαρτυρίας, την κατάληξή μου ότι είναι αληθής η εκδοχή του Ενάγοντος ότι εκείνος ήταν έτοιμος να δεχθεί παράδοση την 30.4.2008 και να ξεπληρώσει το ακίνητο, αλλά η Εναγόμενη δεν ήταν έτοιμη να προβεί σε παράδοση του ακινήτου εντός των όρων της σύμβασης γι' αυτό και δεν τον όχλησε. Παρατηρώ συναφώς ότι σύμφωνα με τον όρο 8, δεύτερη υποπαράγραφος, του Πωλητήριου Εγγράφου, «Ημερομηνία έκδοσης του ανωτέρω πιστοποιητικού, εκτός αν γραπτώς υποδειχθεί διαφορετικά, θα θεωρείται η ημερομηνία της επιτυχούς εξέτασης του υποστατικού από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου.». Το ότι, ως η Εναγόμενη αναγνώρισε διά των επιστολών που απέστειλαν οι δικηγόροι της προς τον Ενάγοντα, ότι το επίδικο ακίνητο δεν είχε μέχρι τις 30.4.2008 ηλεκτροδοτηθεί από την ΑΗΚ, εξηγεί και γιατί δεν μπορούσε να είχε εκδοθεί Πιστοποιητικό του Επιβλέποντος Αρχιτέκτονα / Μηχανικού, το οποίο να αντιταχθεί στον Ενάγοντα προκειμένου να αποδειχθεί η ετοιμότητα της Εναγόμενης να παραδώσει. Καταλήγω να αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντος επί του ως άνω κύριου επίδικου θέματος ως αληθή. Συνεπακόλουθα, απορρίπτω τη μαρτυρία του ΜΥ1 ως αναξιόπιστη και αναληθή στην έκταση που συγκρούεται με τη μαρτυρία του Ενάγοντος. Συγκεκριμένα, απορρίπτω ως εκ των υστέρων σκέψεις του ΜΥ1 την εκδοχή του ότι ο Ενάγων δεν ήταν έτοιμος να εξοφλήσει το ακίνητο στις 30.4.2008 και ότι τούτος ήταν ο λόγος της μη παράδοσης του ακινήτου κατά την εν λόγω ημερομηνία. Όσον αφορά τη μαρτυρία που έδωσε ο Ενάγων για να αποδείξει ότι δικαιούται στις αξιούμενες θεραπείες βάσει της εκδοχής του για καθυστερημένη παράδοση για την οποία δεν ήταν υπαίτιος ο ίδιος, κρίνω ότι αναδεικνύεται από τη λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας ότι η μαρτυρία αυτή δεν αντικρούστηκε, μάλλον επιβεβαιώθηκε από τα λεγόμενα του ΜΥ
- Όσον αφορά τα ενοίκια που ο Ενάγων αξιώνει ως απωλεσθέντα κρίνω ότι η του Ενάγοντος υπήρξε τεκμηριωμένη και πειστική όσον αφορά τη διενέργεια της συγκεκριμένης δαπάνης. Όσον, δε, αφορά τον ισχυρισμό του ΜΥ1 ότι ο Ενάγων δεν δικαιολογείτο να προβεί στα μεταφορικά έξοδα, εφόσον, κατά τον ισχυρισμόν του ΜΥ1, αυτός δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά ή περί την 30.4.2008, απορρίπτεται ως εξίσου αβάσιμος και αναληθής στο βαθμό που στηρίζεται στην ήδη απορριφθείσα εκδοχή περί μη ετοιμότητας του ενάγοντος να ανταποκριθεί στις συμβατικές του υποχρεώσεις κατά ή περί την 30.4.2008 για εξόφληση του επίδικου ακινήτου. Η θέση του ΜΥ1 είναι απορριπτέα και για έναν νομικό λόγο πέραν του λόγου που άπτεται της αξιοπιστίας της θέσης του꞉ ότι αφ' ης στιγμής η ημερομηνία παράδοσης ήταν προκαθορισμένη στο Πωλητήριο Έγγραφο για τις 30.4.2008 (βλ. την παρα. 3(γ) του εν λόγω Εγγράφου)[5] και δεν υπήρχε στο Πωλητήριο Έγγραφο ρητή πρόνοια για την αναγκαιότητα όχλησης του αγοραστή να προσέλθει για παράδοση και με δεδομένο ότι η Εναγόμενη ουδέποτε έδωσε γραπτή ειδοποίηση στον Ενάγοντα είτε για από μέρους της πρόθεση τροποποίησης των όρων του Πωλητήριου Εγγράφου ως προς την ημερομηνία παράδοσης (βλ. τις παρα. 22 και 26 του Πωλητήριου Εγγράφου)[6] είτε για αυξομείωση[7] της ημερομηνίας παράδοσης βάσει των όρων του εν λόγω Πωλητήριου Εγγράφου (βλ. την παρα. 5, τρίτη υποπαράγραφο του εν λόγω Εγγράφου), ο Ενάγων είχε δικαίωμα να διεκδικήσει την παράδοση και λήψη κατοχής του επίδικου ακινήτου κατά την αναφερόμενη στο επίδικο Έγγραφο ημερομηνία παράδοσης. Υπενθυμίζω, εξάλλου ότι, με βάση τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149- «
- Αν η υπόσχεση ορίστηκε να εκπληρωθεί σε ορισμένη ημέρα και ο οφειλέτης ανέλαβε να εκπληρώσει αυτή χωρίς όχληση του δανειστή, η εκπλήρωση δύναται να γίνει σε οποιοδήποτε χρόνο κατά τις συνήθεις ώρες εργασίας της ημέρας αυτής και στον τόπο στον οποίο πρέπει να εκπληρωθεί.».
- Αν η υπόσχεση ορίστηκε να εκπληρωθεί σε ορισμένη ημέρα και ο οφειλέτης δεν ανέλαβε να εκπληρώσει αυτήν χωρίς όχληση του δανειστή, ο δανειστής υποχρεούται να οχλήσει τον οφειλέτη προς εκπλήρωση στον κατάλληλο τόπο και κατά τις συνηθισμένες ώρες εργασίας.». Συνεπώς, είτε θα έπρεπε να είχε αποδείξει η Εναγόμενη ότι αυτή όφειλε να οχλήσει τον Ενάγοντα για να προσέλθει να του παραδώσει και να πληρωθεί το αντίτιμο και ότι αυτή προέβη σε τέτοια όχληση, που δεν ήταν αυτή η γραμμή υπεράσπισής της, είτε θα πρέπει να γίνει αποδεκτό από την Εναγόμενη ότι εφόσον δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη όχληση προς τον Εναγόμενο στις 30.4.2008, ήταν λογικό και εύλογο για τον ίδιο, στη συνήθη πορεία εφαρμογής του Πωλητήριου Εγγράφου, το να επιδιώξει να του παραδοθεί και να λάβει κατοχή του ακινήτου στις 30.4.
- Επισημαίνω επίσης ότι το γεγονός και μόνο ότι η απόδειξη που προσκόμισε στο Δικαστήριο ο Ενάγων, για να αποδείξει το κόστος μεταφοράς που κατ' ισχυρισμόν έγινε στις 30.4.2008, χρονολογείται 17.5.2008, δηλαδή σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ισχυριζόμενης μεταφοράς, δεν θεωρώ ότι είναι καθοριστικό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας του, δεδομένου του ελέγχου αξιοπιστίας του συνόλου της μαρτυρίας του. Όσον αφορά την εκδοχή του Ενάγοντος ότι κατέβαλε το ποσό των €2000 για δικηγορικά έξοδα, αρκεί να παρατηρήσω ότι, προκύπτει εκ της ανωτέρω παράθεσης της αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων ότι ο συνήγορος του Ενάγοντος απέστειλε τουλάχιστον 7 επιστολές πριν από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής και είναι λογικό να λεχθεί ότι πρόκειται για «πληθώρα επιστολών». Δεν συμφωνώ με την υποβληθείσα από το συνήγορο Υπεράσπισης θέση ότι είχαν σταλεί μόνο δύο επιστολές κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρξε οποιαδήποτε περαιτέρω αμφισβήτηση ή αντικρουστική μαρτυρία ως προς το ότι το ποσό των Ευρώ 2000 αποτελούσε «λογική αμοιβή» για το σύνολο του χρόνου που αφιέρωσε ο δικηγόρος του Ενάγοντος και των ενεργειών (περιλαμβανομένων των επιστολών, συναντήσεων και τηλεφωνημάτων) στις οποίες είχε προβεί μέχρι να παραδοθεί το επίδικο υποστατικό στον Εναγόμενο ή/και μέχρι να εγερθεί η παρούσα αγωγή. Είναι νομολογημένο ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει εν μέρει αποδεκτή ως αληθής η μαρτυρία ενός μάρτυρος που κρίνεται κατά τα άλλα αναξιόπιστος (βλ. Αθηνά Βαριάνου ν Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541). Ενόψει τούτου, δεν θα ήταν ορθό να αποδεχθώ ως εν μέρει αληθή τη μαρτυρία του ΜΥ
- Παρατηρώ απλώς ότι ο ισχυρισμός του MY1 περί του ότι δεν υπήρξε συμφωνία τροποποίησης των όρων του Πωλητήριου Εγγράφου αναφορικά με το ποιο μέρος αναλαμβάνει την κατασκευή του κάγκελου της σκάλας και έναντι ποιου κόστους κατασκευής, ευθυγραμμίζεται με τη μαρτυρία του Ενάγοντος. Συγχρόνως, παρατηρώ ότι δεν έχει υποδειχθεί ενώπιόν μου συγκεκριμένος όρος του Πωλητήριου Εγγράφου ή κατασκευαστικό σχέδιο του επίδικου ακινήτου το οποίο να αφορά στην κατασκευή του επίδικου κάγκελου της σκάλας. Δεν αμφισβητήθηκε, ωστόσο, σε κανένα στάδιο της δίκης ο ισχυρισμός του Ενάγοντος ότι αυτός χρεώθηκε για το κόστος του κάγκελου της σκάλας του επίδικου διαμερίσματος ενώ αυτό ουδέποτε κατασκευάστηκε από την Εναγομένη. Ήταν εξίσου παραδεκτό ότι η εργασία αυτή δεν είχε εκτελεσθεί από την Εναγόμενη καθ' ον χρόνο αυτή παρέδωσε το επίδικο ακίνητο στον Ενάγοντα. Τέλος, ήταν παραδεκτό από τον ΜΥ1 ως λογικό το κόστος κατασκευής του κάγκελου όπως το προσδιόρισε ο Ενάγων. Αποδέχομαι συνεπακόλουθα τη μαρτυρία του Ενάγοντος ως αληθή και ως προς αυτή τη πτυχή της εκδοχής και αξίωσης του. Περαιτέρω, όσον αφορά, τη μαρτυρία του ΜΥ1 αναφορικά με το καθεστώς ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου κατά τον παρόντα χρόνο και όσον αφορά τους λόγους που καθυστέρησε ο διαχωρισμός του ακινήτου και η έκδοση τίτλου στο όνομα του Ενάγοντος, παρατηρώ ότι δεν υπάρχει περί του αντιθέτου μαρτυρία επ' αυτού από τον Ενάγοντα. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει στη συνέχεια και στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει ενώπιόν του, τη νομική πτυχή της υπόθεσης ως προς το ποιος φέρει την ευθύνη για την έκδοση τίτλου και εγγραφή και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντος. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ2, την αποδέχομαι ως ανεξάρτητη και αντικειμενική, η οποία στηρίζεται στην πείρα που απέκτησε ο ΜΥ2 σε καθήκοντα που δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι σχετικά με το θέμα για το οποίο ρωτήθηκε και για το οποίο έδωσε απάντηση. Σύμφωνα λοιπόν με τη μαρτυρία του ΜΥ2, αποδεικνύεται ότι μέχρι στιγμής δεν υπήρξε αίτηση διαχωρισμού του τεμαχίου γης επί του οποίου ανεγέρθηκε η πολυκατοικία στην οποία εντάσσεται το επίδικο διαμέρισμα για σκοπούς έκδοσης των τίτλων ιδιοκτησίας. Ως προς το ποιος είναι υπόχρεος να κινήσει τη διαδικασία αυτή, ορθά ο ΜΕ2 παρέπεμψε στους όρους του Πωλητήριου Εγγράφου και της κείμενης νομοθεσίας. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να διαμορφώσει δικαστική κρίση επ' αυτού. Η μαρτυρία της ΜΕ3, σύντομη όσο κι αν ήταν, παρέμεινε ακλόνητη και αποτελεί μαρτυρία στη βάση της οποίας αποδεικνύεται ότι το τεμάχιο γης επί του οποίου είναι κτισμένη η πολυκατοικία της Εναγομένης, περιλαμβανομένου του επίδικου διαμερίσματος, εξακολουθεί να ανήκει εξ αδιαιρέτου στην ΜΕ3 και σε κάποιαν Περσεφόνη, σε μερίδια 4/5 και 1/5 αντίστοιχα. Δεν έχει δηλαδή διαχωρισθεί ακόμη η ακίνητη ιδιοκτησία, έτσι ώστε ο τίτλος ιδιοκτησίας για το επιμέρους τεμάχιο όπου βρίσκεται η πολυκατοικία να περιέλθει στο όνομα της Εναγομένης και κατ' επέκταση στον αγοραστή του διαμερίσματος, ήτοι τον Ενάγοντα. Δ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Δεδομένης της προεκτεθείσας αξιολόγησης της δοθείσας μαρτυρίας καταλήγω στα εξής ευρήματα γεγονότων: Κατά ή περί τις 30/4/2008 ο Ενάγων ήταν έτοιμος να αποπληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος για να του παραδοθεί το επίδικο ακίνητο ως προβλεπόταν στο Πωλητήριο Έγγραφο. Κατά ή περί την ίδια ημερομηνία, ο Ενάγων εκδήλωσε την ετοιμότητά του αυτή ενημερώνοντας την Εναγομένη εταιρεία και μεταβαίνοντας στο χώρο της οικοδομής για να λάβει κατοχή. Η Εναγόμενη εταιρεία είναι αυτή που παρέλειψε να είναι έτοιμη να παραδώσει το ακίνητο κατά ή περί την 30.4.
- Αυτή δεν όχλησε τον Ενάγοντα για να παραλάβει το ακίνητο καθ' οιονδήποτε χρόνο κατά ή περί την 30.4.2008 και τούτο λόγω του ότι αναγνώριζε ότι δεν είχε ακόμη ηλεκτροδοτήσει το υποστατικό μέσω του δικτύου της ΑΗΚ. Η καθυστέρηση στην παράδοση του ακινήτου από 30.4.2008 μέχρι 2.7.2008 δεν οφείλεται σε οικονομική αδυναμία του Ενάγοντος να ανταποκριθεί στις συμβατικές του υποχρεώσεις για αποπληρωμή του αντίτιμου της συμφωνίας. Ο Ενάγων απέδειξε ότι συνεπεία της καθυστέρησης στην παράδοση του ακινήτου υποβλήθηκε σε έξοδα υπό τη μορφή - (α) των ενοικίων €1480 που χρειάστηκε να καταβάλει για τους μήνες Μάη και Ιούνιο 2008 για τη διαμονή του σε άλλη οικία όπου διέμενε και πριν τη σύναψη του Πωλητήριου Εγγράφου, (β) μεταφορικών εξόδων €850 για μη υλοποιηθείσα μετακόμιση κατά ή περί την 30.4.2008, και (γ) δικηγορικών εξόδων €2000 μέχρι να διασφαλίσει την τήρηση του συμβολαίου από πλευράς της Εναγομένης. Περαιτέρω ο Ενάγων απέδειξε ότι αχρεωστήτως κατέβαλε το ποσό των €260- για μη εκτελεσθείσα από την Εναγόμενη εργασία, ήτοι για την κατασκευή του κάγκελου της σκάλας του επίδικου διαμερίσματος. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη δεν έχει μέχρι στιγμής τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομά της για το τεμάχιο γης επί του οποίου ανήγειρε την πολυκατοικία στην οποία εντάσσεται το επίδικο διαμέρισμα. Για να εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας στο όνομα του Ενάγοντος για το επίδικο ακίνητο, εκκρεμεί ή/και προαπαιτείται η καταχώριση αίτησης διαχωρισμού του τεμαχίου γης επί της οποίας κτίσθηκε η πολυκατοικία. Υπάρχουν δύο άλλοι επηρεαζόμενοι εξ αδιαιρέτου ιδιοκτήτες του τεμαχίου γης επί της οποίας κτίσθηκε η επίδικη οικοδομή, ήτοι η ΜΕ3 και ένα ακόμη πρόσωπο, ονόματι «Περσεφόνη». Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Πωλητήριο Έγγραφο ως το Τεκμήριο Α υπό το Τεκμήριο 1 προνοεί (βλ. την παρα. 28 αυτού) ότι꞉ «Αυτό το πωλητήριο έγγραφο θα είναι δεσμευτικό για την εταιρεία CH. IERODIAKONOU & CO ENTERPRISES LTD μόνο όταν υπογραφεί και σφραγισθεί με την επίσημη σφραγίδα της Εταιρείας». Δεν έχει αμφισβητηθεί στη βάση της δικογραφίας ή/και στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας η εγκυρότητα και δεσμευτικότητα του πιο πάνω αναφερόμενου Πωλητήριου Εγγράφου. Συνεπακόλουθα, αμφότεροι οι διάδικοι αναγνωρίζουν ότι τα δικαιώματα και/ή οι υποχρεώσεις τους είναι ορθό να διαγνωσθούν στη βάση των όρων του εν λόγω Πωλητήριου Εγγράφου που αυτοί συνυπόγραψαν και στη βάση του οποίου συμβλήθηκαν. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι μια σύμβαση πρέπει να εξετάζεται και να ερμηνεύεται συνολικά (Βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φουτάς ν. Εταιρεία Βάσος κλπ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 168 και Chitty on Contracts, General Principles, 27 εκ., παραγ. 12-053). Ειδικότερα, η σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης (Βλ. Chitty, πιο πάνω, παραγ. 12-040 και βλ. Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν G & C EXHAUST SYSTEMS LTD)
(2001)1 Α.Α.Δ. 500). Αν οι πρόνοιες μιας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτε που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να τις ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό τους, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου, οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων. Ε.1 Θεραπεία αναφορικά με την καθυστέρηση στην παράδοση Στη βάση της προεκτεθείσας μαρτυρίας και των ευρημάτων μου ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, καταλήγω σε εύρημα ότι υπήρξε καθυστέρηση στην παράδοση από 30.4.2008 μέχρι 2.7.2008, με υπαίτιο μέρος την Εναγομένη. Λέγω τούτο, επισημαίνοντας ότι δεν επιχειρήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης στην τελική (γραπτή) αγόρευση να εντάξει τη σημειωθείσα καθυστέρηση στο πεδίο εφαρμογής της παρα. 7, όπου καθορίζεται υπό ποιες συνθήκες η καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου δεν θα θεωρείται παράβαση του Πωλητήριου Εγγράφου από τον Πωλητή.[8] Προχωρώ επί του θέματος των θεραπειών που ο Ενάγων δύναται να αξιώσει, σε περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης της Εναγομένης να παραδώσει το ακίνητο, παρατηρώ, κατ' αρχάς, ως σχετική την πρόνοια της παρα. 29 του ιδίου Πωλητήριου Εγγράφου, σύμφωνα με την οποία- «[...] όλοι οι όροι του είναι ουσιώδεις και παράβαση οποιουδήποτε όρου από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο θα δίδει δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να τερματίσει την παρούσα Συμφωνία ή να αξιώσει νόμιμες αποζημιώσεις». Με βάση τη δικογραφία της παρούσας υπόθεσης αλλά και τη δοθείσα μαρτυρία, δεν υπήρξε τερματισμός της Συμφωνίας από οποιοδήποτε εκ των συμβαλλομένων μερών. Παρατηρώ, συναφώς, ότι το περιεχόμενο της επιστολής των συνηγόρων της Εναγομένης ημερ. 26.6.2008 για την εκδήλωση πρόθεσης τερματισμού της συμφωνίας από την Εναγομένη (ως το Τεκμήριο Θ υπό το Τεκμήριο 2) αναιρέθηκε από την ίδια τη συμπεριφορά της Εναγομένης στις 2.7.2008 να προχωρήσει σε παράδοση του ακινήτου στον Εναγόμενο. Ο δε Ενάγων επίσης δεν άσκησε το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας και πρόδηλα περιορίστηκε στην ανάληψη κατοχής του ακινήτου και στην αξίωση αποζημιώσεων για τη σημειωθείσα καθυστέρηση. Με δεδομένο ότι στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος Υπεράσπισης δίδει έμφαση στο γεγονός ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρίστηκε ένα και πλέον μήνα μετά που ο Ενάγων επέλεξε να μην υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να δεχθεί παράδοση του ακινήτου αντί να την τερματίσει, κρίνω κατάλληλο να επισημάνω σε αυτό το σημείο ότι η συνέχιση της σύμβασης παρά την παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης όσον αφορά το χρόνο παράδοσης από μέρους της Εναγομένης, δεν εμποδίζει την αξίωση αποζημιώσεων από τον Ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο, νοουμένου ότι είχε δώσει ειδοποίηση στην Εναγομένη για την πρόθεσή του να αξιώσει αποζημιώσεις. Παραπέμπω συναφώς στις διατάξεις του άρθρου 55
(3)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149꞉ «55.—
(1)Αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου ή πριν από το χρόνο αυτό, ή σε ορισμένες ενέργειες εντός ορισμένων χρόνων ή πριν από τους χρόνους αυτούς, και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισμένο χρόνο, η σύμβαση ή το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμη καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του δανειστή, αν πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης.
(2)Αν πρόθεση των συμβαλλόμενων δεν ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης, η σύμβαση δεν καθίσταται ακυρώσιμη λόγω παράλειψης του οφειλέτη να ενεργήσει εντός του ορισμένου χρόνου ή πριν από αυτόν· ο δανειστής όμως έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον οφειλέτη για κάθε ζημιά, την οποία ήθελε υποστεί λόγω της παράλειψης αυτής.
(3)Σε περίπτωση ακυρώσιμης σύμβασης λόγω παράλειψης του οφειλέτη να εκπληρώσει την υπόσχεσή του στο χρόνο που συμφωνήθηκε, αν ο δανειστής αποδεχτεί εκπλήρωση της υπόσχεσης σε χρόνο άλλον από αυτόν που συμφωνήθηκε, τότε δεν δύναται να αξιώσει αποζημίωση για ζημιά που υπέστη λόγω μη εκπλήρωσης κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε, εκτός αν, κατά το χρόνο της αποδοχής, γνωστοποιήσει στον οφειλέτη την πρόθεσή του να αξιώσει αποζημίωση.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Όπου «δανειστής» εδώ εννοείται το πρόσωπο προς το οποίο δόθηκε η υπόσχεση και «οφειλέτης» το πρόσωπο που έδωσε την υπόσχεση. Στην παρούσα υπόθεση, η αποδοχή από μέρους του Ενάγοντος της αναβολής της παράδοσης του ακινήτου σε ημερομηνία μεταγενέστερη της 30/4/2008 έγινε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του και με εκδήλωση της πρόθεσης του να καταχωρήσει αγωγή για να αξιώσει αποζημιώσεις (βλ. την επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντος ημερ. 20.6.2008 ως το Τεκμήριο Η υπό το Τεκμήριο 2 και την επιστολή ημερ. 15.7.2008 ως το Τεκμήριο ΙΓ υπό το Τεκμήριο 2). Η λήψη κατοχής έστω και με καθυστέρηση δεν αναιρεί το δικαίωμα λήψης αποζημιώσεων για τη σημειωθείσα καθυστέρηση, όπως αντίστροφα τυχόν πρόβλεψη στην ίδια τη σύμβαση του δικαιώματος λήψης αποζημιώσεων σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης δεν θα αναιρούσε το δικαίωμα στην κατοχή του επίδικου ακινήτου. Παραπέμπω, συναφώς, στην απόφαση του Χατζηχαμπή, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν. 1. Ανδρέα Χατζηκυπρή, κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 λέχθηκαν τα εξής꞉ «Το δικαίωμα του εφεσείοντα σε κατοχή αλλά και μεταβίβαση του διαμερίσματος παρέμενε πάντοτε ισχυρό δυνάμει των όρων της συμφωνίας και ουδέποτε επηρεάσθηκε ή μετατράπηκε σε απαίτηση για καθορισθείσες χρηματικές αποζημιώσεις. [...] Ο εφεσείων είχε ανέκαθεν δικαίωμα για αποζημιώσεις λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης παράδοσης κατοχής πέραν της συμφωνηθείσας ημερομηνίας της 1.7.1978 και ως θέμα γενικής αρχής της παράβασης των συμβάσεων και ως θέμα ρητής πρόνοιας στον όρο 3 της συμφωνίας. Το δικαίωμα αυτό δεν ήταν υποκατάστατο του δικαιώματος του σε κατοχή παρά μόνο συμπληρωματικό και ακόλουθο εκείνου ενόσω η κατοχή δεν του εδίδετο κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, προφανώς λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην αποπεράτωση της οικοδομής. Ούτε μπορούσε να ήταν αυθύπαρκτο ως ανεξάρτητο του δικαιώματος κατοχής, αφού βασίζετο ακριβώς στην παράβαση του δικαιώματος κατοχής. Η ανάληψη υποχρέωσης για καταβολή καθορισμένης αποζημίωσης ενόσω καθυστερούσε η παράδοση κατοχής δεν αναιρούσε ή διαφοροποιούσε το δικαιωματικό της κατοχής παρά μόνο, αν ήθελε κριθεί συμβατικά έγκυρη, ως προσδιορίζουσα το ύψος των αποζημιώσεων σε περίπτωση παράβασης του δεδομένου δικαιώματος κατοχής του εφεσείοντα. Καμμιά μείωση και καμμιά αντικατάσταση του δικαιώματος κατοχής με χρηματική αποζημίωση δεν επήρχετο με αυτή, όπως θεώρησε ότι επήρχετο ο ευπαίδευτος Πρόεδρος. [...]». Στην παρούσα υπόθεση, στο Πωλητήριο Έγγραφο δεν υπήρξε οποιαδήποτε ρήτρα για μέγιστο ποσό ανά ημέρα που θα μπορούσε να αξιώσει ο Αγοραστής ως αποζημίωση ανά ημέρα καθυστέρησης ή για οποιαδήποτε άλλη δαπάνη που θα μπορούσε να αξιώσει. Έπεται ότι το ζήτημα αυτό θα κριθεί στη βάση της νομοθεσίας (περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149) και των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων για την παράβαση όρου σύμβασης είναι η αποκατάσταση του αθώου συμβαλλόμενου μέρους στη θέση στην οποία θα βρισκόταν εάν εφαρμοζόταν η σύμβαση όπως είχε συμφωνηθεί (βλ. Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1Α Α.Α.Δ.). Η συνήθης μεθοδολογία υπολογισμού των αποζημιώσεων συνιστά τον υπολογισμό της διαφοράς μεταξύ της οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται το αθώο μέρος μετά την παράβαση της σύμβασης και της κατάστασης στην οποία θα βρισκόταν αν η σύμβαση είχε εφαρμοστεί ως είχε συμφωνηθεί. Ωστόσο, δεν είναι πάντα εύκολο για το αθώο μέρος να αποδείξει τη ζημιά του με βάση την εν λόγω μεθοδολογία και είναι δυνατόν να αξιώσει αντί τούτης τις απωλεσθείσες δαπάνες στις οποίες υπεβλήθη ως αποτέλεσμα της επίδικης παράβασης της σύμβασης (βλ. Anglia Television Ltd v Reed [1972] 1 QB 60). Ο Ενάγων οφείλει να αποδεικνύει την αιτιώδη συνάφεια της απωλεσθείσας δαπάνης ή ζημιάς με την επίδικη παράβαση της σύμβασης (βλ. άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου).[9] Ειδικότερα, θα πρέπει, πρώτον, να αποδείξει ότι η ζημιά προκλήθηκε από την παράβαση της σύμβασης και, δεύτερον, ότι δεν είναι απομακρυσμένη ζημιά, ότι δηλαδή προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης (βλ. Hadley v Baxendale [1854] 9 Exch 341). Τότε μόνον προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Περαιτέρω, το αθώο μέρος έχει την υποχρέωση να μετριάσει τη ζημιά του, παίρνοντας εύλογα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. άρθρο 73
(3)του περί Συμβάσεων Νόμου)[10]. Όπως λέχθηκε στην Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν G & C EXHAUST SYSTEMS LTD)
(2001)1 Α.Α.Δ. 500, ενόψει της μη παράδοσης των επίδικων των υποστατικών κατά το συμφωνηθέντα χρόνο, η ενοικιαστική αξία του κτήματος αποτελούσε νόμιμο μέτρο καθορισμού των αποζημιώσεων λόγω καθυστέρησης στην παράδοση των υποστατικών κατά παράβαση της σύμβασης. Τούτο αναφέρεται και στο Σύγγραμμα Mc Gregor on Damages, 15th ed., παραγ. 914: "The normal measure of damages is the value of the user of the land, which will generally be taken as its rental value, for the period from the contractual time for completion to the date of actual completion" - Βλ. και Royal Bristol Permanent Building Society v. Bomagh
(1887)35 Ch. D. 390). Στην παρούσα υπόθεση δεν προσφέρθηκε από τον Ενάγοντα μαρτυρία αναφορικά με την αγοραία αξία (το αγοραίο ενοίκιο) του επίδικου ακινήτου (διαμερίσματος) ούτε και αξιώνει βέβαια αποζημιώσεις σε αυτή τη βάση, παρά μόνο αξιώνει τις απωλεσθείσες δαπάνες. Δεν υπήρξε, εν πάση περιπτώσει, ισχυρισμός από πλευράς Υπεράσπισης ότι τα ενοίκια τα οποία διεκδικεί ο Ενάγων, ως ζημιά που του προκλήθηκε συνεπεία της καθυστέρησης στην παράδοση, υπερβαίνουν το ποσό της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου. Ούτε υπήρξε ισχυρισμός από τον ΜΥ1 ότι ο Ενάγων παρέλειψε να λάβει τα δέοντα μέτρα για περιορισμό των ζημιών του. Είναι συνεπακόλουθα ορθό και δίκαιο να επιδικασθεί υπέρ του Ενάγοντος το ποσό των €1480 ως απωλεσθέντων ενοικίων. Όσον αφορά την απωλεσθείσα δαπάνη για το κόστος μεταφοράς των υπάρχοντών του στο επίδικο διαμέρισμα έχω ήδη επεξηγήσει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λόγους για τους οποίους αποδέχομαι ότι ήταν λογικό και εύλογο για τον Ενάγοντα, στη συνήθη πορεία εφαρμογής του Πωλητήριου Εγγράφου, το να επιδιώξει να του παραδοθεί και να λάβει κατοχή του ακινήτου στις 30.4.2008, εκδηλώνοντας την ετοιμότητά του προς τούτο με το να επιχειρήσει να μεταφερθεί εκεί. Είναι συνεπακόλουθα ορθό και δίκαιο να επιδικασθεί υπέρ του Ενάγοντος το ποσό των €850- ως απωλεσθέντων ενοικίων. Όσον αφορά το ποσό των δικηγορικών εξόδων €2000 που αξιώνει ο Ενάγων αποδέχομαι ότι επίσης δικαιολογείται να επιδικασθούν υπερ του ως αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκε συνεπεία της παράβασης από μέρους της Εναγομένης των όρων του συμβολαίου όσον αφορά το χρόνο παράδοσης. Ε.2 Θεραπεία αναφορικά με μη εκτελεσθείσα εργασία Όσον αφορά το αξιούμενο κόστος του κάγκελου, ήτοι το ποσό των €260, έχω ήδη καταλήξει σε εύρημα ότι η Εναγόμενη δεν εκτέλεσε την εργασία που αφορούσε στο κάγκελο της σκάλας του επίδικου υποστατικού και ότι το τίμημα που πλήρωσε ο Ενάγων περιείχε χρέωση για την εργασία αυτή. Δεν δικαιολογείται η χρέωση για μη εκτελεσθείσα εργασία και είναι δίκαιο να επιδικασθεί υπέρ του αγοραστή το προαναφερόμενο ποσό ως λογικό και πραγματικό κόστος της μη εκτελεσθείσας εργασίας. Ε.
- Αναφορικά με την υποχρέωση εγγραφής και μεταβίβασης του επίδικου υποστατικού στο όνομα του Ενάγοντος ή/και την ειδική εκτέλεση της σύμβασης Όσον αφορά το ζήτημα της εγγραφής και μεταβίβασης του υποστατικού στον Αγοραστή, η κυρίως ρύθμιση εντοπίζεται στις πρώτες τρεις υποπαραγράφους της παρα. 10 του Πωλητήριου Εγγράφου, αλλά υπάρχουν και άλλοι επιμέρους όροι (βλ. παρα. 16 και 24) οι οποίοι είναι συναφείς και τους οποίους επίσης θα παραθέσω꞉ «
- Μόλις εξοφληθεί η τιμή πώλησης και ο λογαριασμός που δημιουργήθηκε με βάση την παρούσα συμφωνία, το πωληθέν υποστατικό θα εγγραφεί με έξοδα του Αγοραστή στο όνομα του Αγοραστή ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που αυτός θα υποδείξει, όταν το Κτηματολογικό και Χωρομετρικό Τμήμα είναι σε θέση να εκδώσει το σχετικό τίτλο εγγραφής, όχι αργότερα από τις ....................[11] Εννοείται ότι ο Πωλητής δεν αναλαμβάνει καμία υποχρέωση να μεταβιβάσει το σχετικό υποστατικό προς τον νέον αγοραστή απ' ευθείας, αν για οποιαδήποτε περίπτωση η υποχρέωση του Πωλητή περιορίζεται να μεταβιβάσει το υποστατικό στον πρώτο αγοραστή, ο οποίος ταυτόχρονα θα υποχρεώνεται στη μεταβίβαση του υποστατικού στο νέο αγοραστή. Ο Αγοραστής υποχρεούται όπως εξοφλήσει τυχόν υπόλοιπα και δεχθεί τη μεταβίβαση και την εγγραφή του υποστατικού στο όνομα του, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έκδοσης του τίτλου.
- Ο πωλητής δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη σχετικά με κατασκευαστικές μικροδιαφορές στις διαστάσεις ή άλλες διαφοροποιήσεις που αποδεδειγμένα έχουν επιβληθεί από την Αρμόδια Αρχή στο πιο πάνω αναφερόμενο υποστατικό αλλά αναλαμβάνει να εγγράψει και μεταβιβάσει στο όνομα του Αγοραστή το υποστατικό όπως αυτό περιγράφεται στον τίτλο εγγραφής που θα εκδοθεί ελεύθερο από οιονδήποτε εμπράγματο βάρος ή επιβάρυνση ή/και δικαιώμα τρίτου.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Το γεγονός ότι η ευθύνη έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου είναι στους ώμους του πωλητή - εν προκειμένω της Εναγομένης - υποστηρίζεται κατά την κρίση μου - ανεξαρτήτως του ποιος φέρει τα έξοδα της εγγραφής - από τα διαλαμβανόμενα στην παρα. 16 ανωτέρω καθώς και από το ότι, με βάση την παρα. 24 του Πωλητήριου εγγράφου, η Εναγόμενη ανέλαβε συμβατική υποχρέωση να χορηγήσει τραπεζική εγγύηση για την έκδοση του τίτλου εγγραφής, όπως παρατίθεται πιο κάτω꞉ «
- Ο πωλητής δεσμεύεται να εκδώσει σε όφελος του Αγοραστή, όποτε ζητηθεί, τραπεζική εγγύηση για την έκδοση του τίτλου εγγραφής αναλόγως των εισπραχθέντων ποσών. Η δέσμευση του πωλητή παύει να ισχύει όταν εκδοθούν οι τίτλοι εγγραφής και ειδοποιηθεί σχετικά γραπτώς ο Αγοραστής. Τα έξοδα έκδοσης της εγγυητικής αυτής θα επιβαρύνουν τον Αγοραστή.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Η υποχρέωση της Εναγομένης έναντι του Ενάγοντος να του εγγράψει και μεταβιβάσει καλό τίτλο του αγορασθέντος διαμερίσματος γεννήθηκε άπαξ και ο Ενάγων εξόφλησε την τιμή πώλησης και το λογαριασμό του με την Εναγομένη. Δεν υπήρξε στο Πωλητήριο Έγγραφο άλλη καθορισμένη προθεσμία για την εκπλήρωση της υποχρέωσης του Πωλητή να εγγράψει και μεταβιβάσει στο όνομα του Αγοραστή το υποστατικό. Οποιαδήποτε ενδιάμεσα διαβήματα απαιτείτται βάσει της κείμενης νομοθεσίας να γίνουν προκειμένου να καταστεί εφικτή η έκδοση τίτλου προς τον Ενάγοντα, όπως για παράδειγμα - (α) η καταχώριση αίτησης διαχωρισμού σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 29
(1)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 προκειμένου να γίνει ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας του τεμαχίου γης επί του οποίου έχει ανεγερθεί η πολυκατοικία της Εναγομένης η οποία μέχρι στιγμής κατέχεται σε εξ αδιαιρέτου ιδανικές μερίδες από τρίτα πρόσωπα, ή /και (β) η εξασφάλιση τελικής έγκρισης των ήδη ανεγερθέντων στο εν λόγω τεμάχιο γης οικοδομών όπως απαιτείται δυνάμει του άρθρου 29
(8)του ιδίου Νόμου για κάθετο διαχωρισμό, δεν αναιρούν, κατά την κρίση μου, το δικαίωμα του Ενάγοντος να λάβει τίτλο ιδιοκτησίας και τη συμβατική υποχρέωση της Εναγομένης να εξασφαλίσει την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας για το υποστατικό που του πώλησε.[12] Ενόψει των ανωτέρω σκέψεών μου, προβαίνω σε Δήλωση ως το αιτητικό στην παρα. Α και σε Διάταγμα ως η παρα. Γ της Έκθεσης Απαίτησης. Σχετικό το άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149.[13] Δεν προχωρώ όμως στην έκδοση Διαταγμάτων ως οι παρα. Β και Δ του αιτητικού, εφόσον ως έχει αποτελέσει εύρημά μου εκκρεμούν ενδιάμεσα διαβήματα (η αίτηση διαχωρισμού ή /και η έκδοση τελικής έγκρισης υφιστάμενων οικοδομών), τα οποία δεν έχουν ακόμη γίνει ή/και συμπληρωθεί, τα οποία καθιστούν ανέφικτο στο παρόν στάδιο το να διαταχθεί όπως μεταβιβασθεί αμέσως (ως το αιτητικό) και εγγραφεί στο όνομα του Ενάγοντος το επίδικο διαμέρισμα. Στ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγομένης ως οι παράγραφοι Α, Γ, Η, Θ, Ι και Κ της Έκθεσης Απαίτησης ως το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ημερ. 21/12/2011, πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα επί των ποσών που επιδικάζονται ως οι παρα. Η, Θ, Ι και Κ ανωτέρω, πλέον τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)........................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Βλ. την Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης, η οποία καταχωρήθηκε στις 28.12.
- [2] Η παρα. 8 προβλέπει για το πότε θεωρείται ότι το υποστατικό είναι έτοιμο για παράδοση. Παραθέτω το κείμενο των πρώτων δύο υποπαραγράφων της εν λόγω παραγράφου, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον꞉ «Η έκδοση πιστοποιητικού από τον Επιβλέποντα Αρχιτέκτονα / Μηχανικό ότι το υποστατικό και οι σχετικοί με τη χρήση του υποστατικού κοινόχρηστοι χώροι, εάν υπάρχουν, έχουν συμπληρωθεί και είναι έτοιμοι προς παράδοση, θα είναι δεσμευτική για τον Αγοραστή που θα είναι υπόχρεος να αποδεχθεί την παράδοση του υποστατικού. Ημερομηνία έκδοσης του ανωτέρω πιστοποιητικού, βάσει των 3(ε) και 4(β) ανωτέρω, εκτός και αν γραπτώς υποδειχθεί διαφορετικά, θα θεωρείται η ημερομηνία της επιτυχούς εξέτασης του υποστατικού από την Αρχή Ηελκτρισμού Κύπρου. [...]». [3] Το κείμενο είναι ημιτελές στο ίδιο το Πωλητήριο Έγγραφο. Στο κείμενο της απόφασης αποτυπώνεται αυτούσιο ως είναι διατυπωμένο στο Πωλητήριο Έγγραφο. [4] 3(ζ) Αν ο αγοραστής καθυστερήσει οποιαδήποτε πιο πάνω αναφερόμενη πληρωμή, πριν ή μετά, από την παράδοση θα επιβαρύνεται με τόκο όπως προνοείται πιο κάτω.
- Θα ανοιχθεί στα βιβλία του Πωλητή λογαριασμός στο όνομα του Αγοραστή και ο λογαριασμός αυτός: [.], (β) θα χρεώνεται από την ημερομηνία παράδοσης του υποστατικού με το εκάστοτε βασικό πειτόκιο συν 21/2 % προσαύξηση το χρόνο στα ημερήσια υπόλοιπα και ο τόκος αυτός θα κεφαλαιοποιείται την 3οη Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι τελικής εξόφλησης. Για τον υπολογισμό του τόκου θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης οι 180 μέρες της κάθε εμπορικής εξαμηνίας. (Σημερινό βασικό επιτόκιο 4,50% συν 2,50% προσαύξηση = 7%). [5] Η παρα. 3, η οποία, ενώ καθορίζει την τιμή πώλησης και τον τρόπο πληρωμής, καθορίζει συγχρόνως, στην υποπαράγραφο (γ) αυτής, την ημερομηνία παράδοσης του υποστατικού. Παραθέτω αυτούσιο το λεκτικό της꞉ «(γ) Τυχόν υπόλοιπο ποσό εάν υπάρχει και τυχόν ποσό από έξτρα εργασίες θα καταβληθεί από τον Αγοραστή προς τον Πωλητή ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ του υποστατικού στις 30/04/2008.». [6] Παραπέμπω, όσον αφορά το δικαίωμα των συμβαλλομένων μερών να επιφέρουν τροποποιήσεις στη συμφωνία, στην παρα. 26 του πωλητήριου Εγγράφου, το οποίο προβλέπει ότι꞉ «
- Η συμφωνία αυτή τροποποιείται μόνο με γραπτή συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.». Όσον αφορά την επικοινωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, η παρα. 22 του πωλητήριου Εγγράφου προνοεί τα εξής꞉ «
- Κάθε ειδοποίηση με βάση το παρόν έγγραφο που δίδεται από τον Πωλητή προς τον Αγοραστή μπορεί να δοθεί με το συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τωρινή διεύθυνση του Αγοραστή που φαίνεται στην αρχή της παρούσας Συμφωνίας ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση». [7] Βλ. την παρα. 5, τρίτη υποπαράγραφο του Πωλητήριου Εγγράφου όπου προβλέπεται ότι: «Η πιο πάνω ημερομηνία παράδοσης δύναται να αυξομειωθεί κατά διάστημα ίσον με 10% του χρόνου κατασκευής του όλου έργου.». [8] «
- Εννοείται ότι αν η αποπεράτωση του υποστατικού καθυστερήσει από υπέρτερη βία, θεομηνία, απεργία, λοκ-άουτ, οχλαγωγία, πυρκαγιά, απαγορεύσεις (embargoes) πολέμου, ή πολεμικών επιχειρήσεων ή τρομοκρατικών ενεργειών, αναπόφευκτα δυστυχήματα ή μηχανική βλάβη ή καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης ή έλλειψη οικοδομικών υλικών ή άλλη αιτία πέραν του ελέγχου του μέρους, τότε αυτή η παράλειψη ή καθυστέρηση δεν θα θεωρείται παράβαση του Πωλητήριου Εγγράφου νοουμένου ότι το μέρος που επηρεάζεται έχει κάνει ότι είναι εύλογα δυνατό για την εκτέλεση των υποχρεώσεων και με εναλλακτικό τρόπο, τότε ο Πωλητής έχει το δικαίωμα εύλογης παράτασης.». [9] «73.—
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.». [10] «73.-
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.». [11] Παραμένει κενό το σημείο αυτό στο κείμενο του Πωλητήριου Εγγράφου και συνεπώς απροδιόριστη η καταληκτική ημερομηνία. [12] «29.—
(1)Όταν ακίνητη ιδιοκτησία κατέχεται κατ' εξ αδιαιρέτου ιδανικές μερίδες, ο Διευθυντής δύναται νόμιμα με αίτηση οποιουδήποτε από τους συγκύριους, να φροντίσει ώστε να διενεργηθεί διαχωρισμός της ιδιοκτησίας μεταξύ των διαφόρων μερών που δικαιούνται σε αυτή και να εγγραφούν τα τεμάχια στα οποία διαχωρίζεται η ιδιοκτησία στο όνομα των προσώπων στα οποία αυτά αντίστοιχα παραχωρούνται. [...]
(8)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 27
(1), οι διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για τον κάθετο διαχωρισμό οικοπέδου που προήλθε από διαίρεση γης η οποία έλαβε χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου καθώς και οποιασδήποτε οικοδομής που βρίσκεται σε τέτοιο οικόπεδο νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο διευθυντής ικανοποιείται ότι το κάθε χωριστό τεμάχιο που προκύπτει από το διαχωρισμό μπορεί κατάλληλα και άνετα να κατέχεται και καρπώνεται ως χωριστό και αυτοτελές τμήμα· (β) αν η περίπτωση αφορά οικοδομή, ο συγκύριος ο οποίος ζητά το διαχωρισμό προσκομίζει πιστοποιητικό έγκρισης που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου αναφορικά με το τμήμα της οικοδομής το οποίο ο ίδιος κατέχει και καρπώνεται· και (γ) κανένας από τους συγκύριους του οικοπέδου δεν έχει προηγουμένως εγγραφεί ως ιδιοκτήτης άλλου οικοπέδου που διαχωρίστηκε βάσει των διατάξεων του εδαφίου αυτού (εκτός αν η κυριότητα αποκτήθηκε ένεκα κληρονομικής διαδοχής ή δωρεάς συζύγου προς σύζυγο ή δωρεάς από άλλο συγγενή εξ αίματος μέχρι τρίτου βαθμού).». [13] «76.—
(1)Η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο αν— (α) δεν είναι άκυρη δυνάμει του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου· και (β) είναι γραπτή· και (γ) υπογράφεται στο τέλος αυτής από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής· και (δ) το Δικαστήριο κρίνει, ενόψει όλων των περιστάσεων, ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν επηρεάζουν την ειδική εκτέλεση συμβάσεων πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο