ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΕΡΒΟΣ, Αρ. Αγωγής: 8893/2002, 20/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8893/2002 Μεταξύ: EUROINVESTMENT & FINANCE LIMITED Εναγόντων και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΕΡΒΟΣ Εναγόμενου Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 15/11/2006 Μεταξύ: EUROINVESTMENT & FINANCE PUBLIC LIMITED Εναγόντων και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΕΡΒΟΣ Εναγόμενου Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 13/3/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΕΡΒΟΣ Εναγόμενου ------------- Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Α. Αθανασιάδου για Γεωργιάδης & Πελίδης Για τον εναγόμενο: κ. Κ. Γεωργίου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, που καταχωρήθηκε στις 21.8.2002, οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο το ποσό των £46.228,75 πλέον τόκο προς 10,5% από 22.5.2002 μέχρι 10.6.2002 και προς 9,5% από 11.6.2002 μέχρις εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Public Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 47/2009, ημερομηνίας 24.5.2012, διετάχθη η επανεκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, η οποία άρχισε στις 3.2.2014 ενώπιον Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, οπότε διαπιστώθηκε ότι λόγω της κλίμακας της και με βάση το πρόγραμμα εργασίας, η αγωγή θα έπρεπε να εκδικαστεί από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή, με αποτέλεσμα να αρχίσει εκ νέου η επανεκδίκαση της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 17.3.
- Α. ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, που καταχωρήθηκε στις 21.3.2013, οι ενάγοντες, ως τράπεζα δεόντως εγγεγραμμένη, διεξάγουν τραπεζικές εργασίες. Σύμφωνα με τις παραγράφους 2-5 της έκθεσης απαίτησης η Euroinvestment & Finance Ltd (στο εξής η «Euroinvestment») ήταν εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο και κάτοχος άδειας άσκησης τραπεζικών εργασιών από την Κεντρική Τράπεζα, ασχολείτο δε με τη διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών και εργασιών χρηματοδότησης επενδύσεων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής το «ΧΑΚ»). Με συμφωνία ημερομηνίας 17.10.2008 η Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ανέλαβε τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της Euroinvestment, με εξαίρεση τη συμμετοχή της στη Φιλοκτηματική Δημόσια Λτδ και η ανάληψη της επιχειρηματικής δραστηριότητας και λειτουργίας της, περιλαμβανομένων των δανείων και των τραπεζικών διευκολύνσεων προς τους πελάτες της Euroinvestment, έχει υλοποιηθεί από τις 5.12.2008, σύμφωνα με τον Νόμο 64(Ι)/97, η δε σχετική γνωστοποίηση του Εφόρου Εταιρειών δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 13.2.
- Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης, περί τις 23.8.1999, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας χρηματοδότησης κατόπιν σχετικής περί τις 10.8.1999 αίτησης του εναγόμενου, συμφωνήθηκε όπως η Euroinvestment παραχωρήσει στον εναγόμενο δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις για σκοπούς επενδύσεων στο ΧΑΚ, με ανώτατο όριο που θα καθορίζετο εκάστοτε από τους δανειστές και σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας του σχετικού σχεδίου, που αναγράφοντο στο πίσω μέρος της αίτησης. Το αρχικά καθορισθέν όριο των £30.000, μετά από αίτηση του εναγόμενου περί τις 7.9.1999 αυξήθηκε σε £50.
- Με αναφορά στους όρους της συμφωνίας που σχετίζονται με το άνοιγμα λογαριασμού και την παροχή διευκολύνσεων αποκλειστικά για αγορά αξιών, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος με πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 23.8.1999 εξουσιοδότησε το χρηματιστηριακό γραφείο Suphire (Stockbrokers) Limited (στο εξής «η Suphire») να ενεργεί ως χρηματιστής, εκπροσωπώντας τον εναγόμενο σε όλες τις σχέσεις του με την Euroinvestment που απορρέουν από την προαναφερθείσα συμφωνία. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, οι αγορασθείσες αξίες θα εγγράφοντο στο όνομα της Euroinvestment, ή της θυγατρικής της εταιρείας EMF Investors Limited, και όταν υπήρχε οφειλόμενο υπόλοιπο εκ μέρους του εναγόμενου, η Euroinvestment είχε το δικαίωμα να τις πωλεί προς εξόφληση του. Η εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου θα γινόταν με μετρητά ή με μεταβίβαση αξιών εξασφάλισης, συνολικής αξίας ίσης τουλάχιστον με το 30% του ορίου, ποσοστό το οποίο περί τις 26.1.2000 αυξήθηκε σε 100%. Η εν λόγω συμφωνία προέβλεπε το δικαίωμα τερματισμού της εκ μέρους της Euroinvestment καθώς και το δικαίωμα εκποίησης των αξιών, με την υποχρέωση του εναγόμενου να πληρώσει οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο υπήρχε στο λογαριασμό του, ο οποίος θα πιστώνετο και θα χρεώνετο με τα ποσά που προσδιορίζονται στην έκθεση απαίτησης. Προς εφαρμογή της συμφωνίας η Euroinvestment έθεσε τις συμφωνηθείσες διευκολύνσεις στη διάθεση του εναγόμενου, ανοίγοντας επ' ονόματι του το λογαριασμό με αρ. Α0462, στον οποίο ο εναγόμενος κατέθεσε μετοχές ως αξίες εξασφάλισης χρησιμοποιώντας το παραχωρηθέν όριο για αγορά αξιών. Λόγω του ότι η συνολική αξία των εξασφαλίσεων δεν διατηρείτο στο απαιτούμενο επίπεδο, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 16.1.2002, η Euroinvestment προειδοποίησε τον εναγόμενο ότι, αν δεν λάμβανε διορθωτικά μέτρα, θα προχωρούσε σε πώληση των αγορασθεισών αξιών και των αξιών εξασφάλισης, πιστώνοντας το προϊόν πώλησης τους έναντι της οφειλής του εναγόμενου και τερματίζοντας τη συμφωνία θα λάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον του εναγόμενου για εξόφληση της οφειλής του. Συνεπεία της μη ανταπόκρισης του εναγόμενου, η Euroinvestment προέβη σε πώληση των αγορασθεισών αξιών και μετά την πίστωση του προϊόντος πώλησης στο λογαριασμό του εναγόμενου, το χρεωστικό υπόλοιπο ανήρχετο σε £56.760,80 πλέον τόκο προς 10,5% από 22.5.
- Με επιστολή των δικηγόρων της περί τις 21.5.2002, η Euroinvestment τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και τη λειτουργία του λογαριασμού, απαιτώντας από τον εναγόμενο την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού και λόγω μη ανταπόκρισης του, προέβη σε πώληση των αξιών εξασφάλισης, μετά δε την είσπραξη των τελικών μερισμάτων για το έτος 2001 συνολικού ύψους £166,75, το οφειλόμενο υπόλοιπο του εναγόμενου μειώθηκε στο αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό, το οποίο από τις 11.6.2002 επιβαρύνετο με τόκο προς 9,5% ετησίως εφόσον το οφειλόμενο υπόλοιπο δεν υπερέβαινε το εγκριθέν όριο, παρά δε την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 17.6.2002 παρέμεινε οφειλόμενο. Με την τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση του εναντίον των εναγόντων, που καταχωρήθηκε στις 14.5.2013, αποτελούμενη από 56 σελίδες, ο εναγόμενος απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων, υποστηρίζοντας, μεταξύ πολλών άλλων, κατ' επανάληψη προβαλλομένων, που θα παρατεθούν πολύ συνοπτικά στη συνέχεια, ότι η Euroinvestment διεξάγοντας εργασίες χρηματοδότησης επενδύσεων στο ΧΑΚ παραβίαζε την Κυπριακή νομοθεσία εφόσον μέχρι και τις 28.8.1999 δεν κατείχε άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών από την Κεντρική Τράπεζα και ως εκ τούτου η επίδικη συμφωνία επενδυτικού σχεδίου είναι παράνομη και άκυρη. Αρνείται, επίσης, και δεν αναγνωρίζει την ανάληψη της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Euroinvestment εκ μέρους της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, ως παρατίθεται στις παραγράφους 2-5 της έκθεσης απαίτησης. Περαιτέρω, ο εναγόμενος αναφορικά με την επίδικη συμφωνία με την Euroinvestment, υποστηρίζει ότι τόσο η αίτηση συμμετοχής του στο επενδυτικό σχέδιο όσο και η συμφωνία και τα άλλα σχετικά έγγραφα υπεγράφησαν από αυτόν, κατόπιν πίεσης, ενθάρρυνσης και/ή εξώθησης και/ή επηρεασμού που συνίστατο σε ρητές και/ή εξυπακουόμενες υποσχέσεις και/ή διαβεβαιώσεις της Euroinvestment που παρατίθενται στην υπεράσπισή του, με στόχο να επεκταθούν οι δραστηριότητες της Euroinvestment και να αυξηθούν τα κέρδη της και κατόπιν παροτρύνσεων και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων που του δόθηκαν και/ή κατόπιν απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και πληροφοριών εκ μέρους της, επιδιώκοντας τη συμμετοχή του εναγόμενου στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο, το οποίο η Euroinvestment τροποποίησε μονομερώς με τις προς αυτόν επιστολές της. Ως ο εναγόμενος υποστηρίζει, αποτελούσε ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο της συμφωνίας βάσει του επίδικου επενδυτικού σχεδίου ότι η Euroinvestment θα έχει την υποχρέωση να διατηρείται το συμφωνηθέν όριο εξασφάλισης αλλά και να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές, ως θεματοφύλακας και/ή εμπιστευματοδόχος για λογαριασμό του εναγόμενου, ώστε ο επενδυτικός λογαριασμός να μην καταστεί ζημιογόνος, καθώς και ότι όλες οι διευκολύνσεις προς τον εναγόμενο, ο οποίος είχε εξουσιοδοτήσει και τους χρηματιστές να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο του, θα ετύγχαναν της απολύτου εγκρίσεως της Euroinvestment, η οποία υποχρεούτο, όπως και η θυγατρική της εταιρεία EMF Investors Limited, ενεργώντας καλόπιστα, να καταβάλλουν την επιμέλεια που αναμένεται από ένα πρόσωπο συνήθους σύνεσης για τις δικές του μετοχές αλλά και ένα επαγγελματία στην παροχή των υπηρεσιών του προς τον εναγόμενο. Με αναφορά σε συγκεκριμένους όρους του επενδυτικού σχεδίου, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Euroinvestment παρέβη τους όρους αυτού, το οποίο ωστόσο ήταν άκυρο και/ή ακυρώσιμο, έχοντας συναφθεί και καθ' υπέρβαση των εξουσιών της Euroinvestment, η οποία δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή εφόσον δεν τερμάτισε ή τερμάτισε άκυρα τη συμφωνία, οι δε τροποποιήσεις του σχεδίου, που έγιναν μονομερώς από αυτήν, αποστέρησαν τον εναγόμενο του δικαιώματος να ενεργεί ελεύθερα για ρευστοποίηση των μετοχών του. Περαιτέρω, αν και η Euroinvestment χρέωνε με έξοδα διαχείρισης τον λογαριασμό και με παράνομους τόκους, που ο εναγόμενος δεν αποδέχεται υποστηρίζοντας, επίσης, ότι δεν έδωσε οποιεσδήποτε εντολές στους χρηματιστές, διαχειρίστηκε αυτόν προκαλώντας ζημιά στον εναγόμενο, λόγω αμέλειας της ως προς τη διατήρηση του λογαριασμού στην καθορισμένη αναλογία εξασφάλισης και λόγω της υπαιτιότητας της για τη ζημιά που του προκάλεσε. Ως ο εναγόμενος ισχυρίζεται, υπέστη ζημιά λόγω παράβασης των υποχρεώσεων και επαγγελματικής αμέλειας της Euroinvestment που είχε την υποχρέωση να πωλήσει εγκαίρως τις ενεχυριασμένες μετοχές και όχι κατά τον χρόνο που επέλεξε να τις εκποιήσει, ώστε να μην υποστεί ο ίδιος ζημιά. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι οι μετοχές που ενεχυρίασε αρχικά ήταν αξίας £16.786,06, καταθέτοντας και ως πρόσθετες εξασφαλίσεις μετοχές και μετρητά συνολικής αξίας £52.463,06, οι οποίες μαζί με τις μετοχές που θα αγόραζε βάσει του επενδυτικού σχεδίου θα αποτελούσαν τη μόνη εξασφάλιση για αποπληρωμή του ισχυριζόμενου χρέους του, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αναγνωρίζει. Υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας πλειστάκις τους πιο πάνω ισχυρισμούς του στις λεπτομέρειες απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και/ή αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου και των κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των εναγόντων, ο εναγόμενος ανταπαιτεί εναντίον τους απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η επίδικη συμφωνία/επενδυτικός λογαριασμός/επενδυτικό σχέδιο και να διαγράφεται το αξιούμενο εκ μέρους των εναγόντων ποσό και περαιτέρω ζητά όπως του επιστραφεί το ποσό των £16.783 για την αξία των μετοχών που ενεχυρίασε σ' αυτούς για εξασφάλιση, και διαζευκτικά να του επιστραφεί το ποσό των £52.463,06 ως αξία των ενεχυριασθεισών μετοχών, το οποίο, επίσης, απαιτεί διαζευκτικά ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των καθηκόντων των εναγόντων, πλέον τόκους και έξοδα. Με την πολυσέλιδη τροποποιημένη απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση του εναγόμενου, που καταχωρήθηκε στις 9.7.2013, οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης τους, επισημαίνοντας ότι τήρησαν όλες τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της έγκυρης και δεσμευτικής επίδικης συμφωνίας, την οποία ο εναγόμενος παρέβη και αρνούνται τους αντίθετους ισχυρισμούς του εναγόμενου, απορρίπτοντας επίσης την ανταπαίτηση του. Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία, έχοντας δηλωθεί από κοινού από τους συνηγόρους ότι τα Τεκμήρια που θα χρησιμοποιηθούν είναι αντίγραφα των πρωτοτύπων, εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία μόνο του Μάριου Σαββίδη (ΜΕ). Ο εναγόμενος προσέφερε τη μαρτυρία του ίδιου (ΜΥ1), του Ανδρέα Παπαπαρασκευά (ΜΥ2), του Ιωσήφ Κορέλλη (ΜΥ3) και του Πανίκου Χριστοφόρου (ΜΥ4). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ (βλ. Έγγραφο Α), υπαλλήλου της Euroinvestment, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο είχε καθήκοντα επίβλεψης δανειοδοτήσεων, εποπτείας της διαδικασίας ελέγχου των αιτήσεων πελατών για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων και εποπτείας και συντονισμού της παρακολούθησης λογαριασμών πελατών, ειδικότερα των προβληματικών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός του εναγόμενου, έχοντας στη φύλαξή του τα σχετικά έγγραφα. Με αναφορά στη διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών της Euroinvestment και στη μεταβίβαση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας στην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, που ολοκληρώθηκε στις 5.12.2008, κατέθεσε τα Τεκμήρια 1-
- Κατόπιν γραπτής αίτησης του εναγόμενου ημερομηνίας 10.8.1999 (Τεκμήριο 7), δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 23.8.1999 (Τεκμήριο 8), συνεφωνήθη όπως η Euroinvestment παρέχει στον εναγόμενο δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε λογαριασμό με όριο ύψους £30.
- Περί τις 23.8.1999, ο εναγόμενος υπέγραψε και πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε το χρηματιστηριακό γραφείο Suphire ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για την εκ μέρους του αγορά, πώληση και μεταβίβαση κινητών αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ και την εκπροσώπησή του σε όλες τις σχέσεις του με την Euroinvestment σχετικά με την εν λόγω συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 9). Ως αρχική εξασφάλιση ο εναγόμενος προσέφερε 1.253 μετοχές της Louis Cruise Lines Ltd και 1.190 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, που μεταβιβάστηκαν στο όνομα της EMF Investors Limited σε μερίδα του εναγόμενου. Ο εναγόμενος συνέχισε να προβαίνει σε αγορές και πωλήσεις των αξιών του μέσω του χρηματιστή του, τον οποίο ο ίδιος επέλεξε και μπορούσε όποτε επιθυμούσε να αλλάξει, νοουμένου ότι θα ειδοποιούσε την Euroinvestment. Όπως ο ΜΕ ανέφερε, στις 7.9.1999 και στις 16.11.1999 ο εναγόμενος ζήτησε την αύξηση του ορίου του λογαριασμού του σε £50.000 και σε £100.000 αντίστοιχα (βλ. Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα) και έγινε αποδεκτό εκ μέρους της Euroinvestment το αίτημα του εναγόμενου για αύξηση του ορίου του σε £50.000 (βλ. Τεκμήριο 12), ενώ με αίτημά του ημερομηνίας 21.12.1999 (βλ. Τεκμήριο 13) ο εναγόμενος ζήτησε την άσκηση 6.000 warrants της Ελληνικής Τράπεζας. Κατόπιν εξήγησης του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσε ο λογαριασμός του εναγόμενου με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας, ο ΜΕ κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 κατάσταση του λογαριασμού του εναγόμενου με αριθμό Α0462, την οποία εκτύπωσε από το σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών της Euroinvestment και των εναγόντων και την επεξήγησε, με αναφορά στις καταχωρήσεις που εγίνοντο σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας, όπου εμφαίνεται το αξιούμενο υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου που περιλαμβάνει τόκους και δικαιώματα μέχρι τις 21.5.
- Με επιστολές της ημερομηνίας 1.9.1999, 15.11.1999 και 26.1.2000 (Τεκμήριο 15), ημερομηνίας 19.10.2000 (Τεκμήριο 16) καθώς και ημερομηνίας 6.11.2001 και 8.1.2002 (Τεκμήριο 17), η Euroinvestment κάλεσε τον εναγόμενο να προβεί άμεσα σε επιπρόσθετες εξασφαλίσεις. Περί τις 11.4.2000 ο εναγόμενος προσέφερε ως επιπρόσθετη εξασφάλιση £5.000 σε μετρητά, ποσό που πιστώθηκε στο λογαριασμό του και περί τις 24.4.2000 προσέφερε ως επιπρόσθετη εξασφάλιση 40.000 μετοχές της Αίαντας Επενδυτική Λίμιτεδ αξίας £17.000 περίπου και 20.000 μετοχές της Ισχύς Επενδυτική Λίμιτεδ αξίας £16.000 περίπου. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των μερών (βλ. Τεκμήριο 18) και λόγω μη ανταπόκρισης του εναγόμενου δόθηκε στο χρηματιστή του εντολή για πώληση των αξιών που είχαν αγοραστεί μέσω του επίδικου λογαριασμού. Κατόπιν πίστωσης του προϊόντος πώλησης στον εν λόγω λογαριασμό, το χρεωστικό υπόλοιπο του εναγόμενου ανήρχετο σε £56.760,80 περιλαμβανομένων τόκων μέχρι τις 22.5.
- Με επιστολή των δικηγόρων της Euroinvestment ημερομηνίας 21.5.2002 (Τεκμήριο 19) τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία, έχοντας παράλληλα στις 28.5.2002 ενημερωθεί και ο χρηματιστής του εναγόμενου για τον εν λόγω τερματισμό (Τεκμήριο 20). Λόγω μη ανταπόκρισης του εναγόμενου δόθηκε εντολή για πώληση και των υπόλοιπων αξιών του εναγόμενου στην τρέχουσα τιμή, μετά δε τις ειδοποιήσεις προς τον εναγόμενο για εξόφληση του υπολοίπου του λογαριασμού του (Τεκμήριο 21) και λόγω μη ανταπόκρισης του, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Ως προς τη διακύμανση του επιτοκίου η Euroinvestment ενημέρωνε τους πελάτες της (βλ. Τεκμήριο 22). Κατόπιν αναφοράς σε διατήρηση φακέλων για κάθε πελάτη της Euroinvestment, όπου φυλάσσονταν ορισμένα έγγραφα σε ηλεκτρονική μορφή και έχοντας στην κατοχή του, ως μέρος του αρχείου, τους σχετικούς φακέλους, ο ΜΕ κατέθεσε ως Τεκμήριο 23 πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος της Euroinvestment ημερομηνίας 21.7.2005, ως Τεκμήρια 24 και 25 επιστολές των δικηγόρων της Euroinvestment και της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 14.2.1997 και 18.11.1997 αντίστοιχα, ως Τεκμήριο 26 επιστολή της Euroinvestment προς την Suphire ημερομηνίας 25.8.1999, ως Τεκμήριο 27 επιστολή ημερομηνίας 13.7.2000 της Euroinvestment προς τους πελάτες της, ως Τεκμήριο 28 δέσμη δύο επιστολών ημερομηνίας 14.3.2000 και 19.10.2000 της Euroinvestment προς τον εναγόμενο καλώντας τον να φέρει επιπρόσθετη εξασφάλιση, ως Τεκμήριο 29 δέσμη των πινακιδίων συναλλαγής (Contract Notes) που σχετίζονται με τις συναλλαγές που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό του εναγόμενου, ως Τεκμήριο 30 δέσμη εγγράφων αναφορικά με την είσπραξη μερισμάτων προς όφελος του εναγόμενου και την επανεπένδυση αυτών σε μετοχές, ως Τεκμήριο 31 κατάσταση υπολογισμού του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού του εναγόμενου (όπου ο τόκος και οι χρεώσεις δικαιωμάτων καθορίζονται συνολικά στο 9% ετησίως μέχρι τις 31.12.2000 και ο τόκος στο 8% ετησίως από την 1.1.2001) και ως Τεκμήριο 32 κατάσταση υπολογισμού του υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού όπου από 1.8.2001 ο τόκος καθορίζεται στο 9,5% ετησίως ενώ από 1.1.2001 χρεώνονται δικαιώματα ως προβλέπονται στη συμφωνία. Απορρίπτοντας στη συνέχεια τους ισχυρισμούς του εναγόμενου που περιλαμβάνονται στην υπεράσπιση του, ο ΜΕ ζήτησε την έκδοση απόφασης εναντίον του ως η απαίτηση των εναγόντων. Όπως ανέφερε στη μαρτυρία του ο εναγόμενος - ΜΥ1 (βλ. Έγγραφο Β), κατά τον επίδικο χρόνο ασχολείτο με αγοραπωλησίες μετοχών στο ΧΑΚ και κατόπιν σύστασης της Suphire, μέσω της οποίας εκτελούσε συναλλαγές στο ΧΑΚ, υπέβαλε στις 10.8.1999 αίτηση στην Euroinvestment για τη δημιουργία επενδυτικού λογαριασμού για όριο £100.
- Του εγκρίθηκε αρχικά όριο £30.000 που αργότερα αυξήθηκε σε £50.000 για τη συμμετοχή του στο επενδυτικό σχέδιο, με μόνη εξασφάλιση του ορίου τις δεσμευμένες μετοχές, σύμφωνα με τους όρους που αναφέροντο στην πίσω σελίδα της αίτησης (αντίγραφο των όρων λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 33). Ως υποστήριξε ο εναγόμενος, δεν του απεκαλύφθη ότι η Euroinvestment δεν κατείχε άδεια διεξαγωγής εργασιών χρηματοδότησης επενδύσεων στο ΧΑΚ, λαμβάνοντας από τις 27.8.1999 από την Κεντρική Τράπεζα άδεια άσκησης περιορισμένης φύσεως τραπεζιτικών εργασιών και του απεκρύβησαν ουσιώδεις πληροφορίες, οπότε με την ενθάρρυνση της Euroinvestment υπέγραψε την επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 8), χωρίς επίσης να του έχουν αποκαλυφθεί οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που απαγόρευαν τη σύναψη και λειτουργία τέτοιων σχεδίων. Συμφωνώντας με την αρχική εξασφάλιση μετοχών που δόθηκαν, ως ανέφερε ο ΜΕ, ο εναγόμενος υποστήριξε ότι πέραν των όρων της υπογραφείσας συμφωνίας είχε τις διαβεβαιώσεις εκ μέρους της Euroinvestment ότι οι εξασφαλίσεις θα διατηρούντο στα συμφωνηθέντα όρια και ποσοστά κάλυψης και δεν θα υφίστατο ο ίδιος οποιαδήποτε ζημιά. Την θέση του αυτή ανέπτυξε σε συνάρτηση με τον δεύτερο και πέμπτο όρο λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου (βλ. Τεκμήριο 7 και Τεκμήριο 33), υποστηρίζοντας ότι η Euroinvestment είχε υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες προς όφελος της μετοχές όταν η εξασφάλιση δεν παρέμενε στα συμφωνηθέντα όρια, όπως θα έπρεπε να είχε κάνει βάσει της κοινής λογικής και δεδομένου ότι με αυτό τον τρόπο λειτουργούν τα επενδυτικά σχέδια παγκοσμίως. Η Euroinvestment ανέλαβε την παρακολούθηση του επενδυτικού λογαριασμού και είχε τη δυνατότητα για αποτροπή οποιασδήποτε ζημιάς της, με τις παραλείψεις της δε είναι υπεύθυνη για τη ζημιά που προέκυψε στο λογαριασμό του εναγόμενου μετά την ανατροπή του συμφωνηθέντος ορίου εξασφάλισης. Ως Τεκμήριο 34 ο εναγόμενος κατέθεσε επιστολή της Euroinvestment προς αυτόν ημερομηνίας 14.3.2000 (που αποτελεί την πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 28), με την οποία τον προειδοποιούσε ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του δεν υπερκάλυπτε κατά 100% το εγκεκριμένο όριο. Μετά από αυτή την επιστολή ο εναγόμενος κατέθεσε ως επιπρόσθετες εξασφαλίσεις μετοχές και £5.000 μετρητά, δηλαδή συνολικής αξίας £35.680 (βλ. Τεκμήριο 35). Μετά την ανατροπή του περιθωρίου ασφαλείας δεν έδωσε καμία εντολή ο ίδιος στους χρηματιστές για αγοραπωλησία μετοχών στον επίδικο λογαριασμό του, ούτε και είχε τέτοιο δικαίωμα με βάση τη συμφωνία. Όσον αφορά το Τεκμήριο 29 ανέφερε ότι ουδέποτε είχε δει τα πινακίδια συναλλαγών εφόσον οι μετοχές ανήκαν στην Euroinvestment. Θεωρεί ότι η Euroinvestment με τις παραλείψεις της και επιδεικνύοντας επαγγελματική αμέλεια δημιούργησε ζημιά τόσο στον εναγόμενο όσο και στην ίδια, χωρίς μάλιστα να έχει συμμορφωθεί και στους όρους του επενδυτικού σχεδίου που η ίδια ετοίμασε, ως προβάλλει και από το περιεχόμενο της προς αυτόν επιστολής της ημερομηνίας 12.7.2000 (Τεκμήριο 36). Περαιτέρω, με αναφορά στους όρους λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου, ο εναγόμενος υποστήριξε ότι η Euroinvestment παρέλειψε να τον ενημερώσει κατάλληλα και έγκαιρα για την ανατροπή της συμφωνημένης αναλογίας εξασφάλισης και να διαχειριστεί το δικαίωμά της να πωλήσει όλες ή μέρος των δεσμευμένων μετοχών προς αποκατάσταση της ανατροπής ώστε να μην δημιουργηθεί οποιαδήποτε ζημιά στον επίδικο επενδυτικό λογαριασμό, σκόπιμα δε δεν άσκησε αυτό το δικαίωμα για να χρεώνει τον εναγόμενο συνεχώς με τόκους και έξοδα δήθεν διαχείρισης όπως φαίνεται στην επιστολή της ημερομηνίας 18.7.2001, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 37 (που αποτελεί τη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 22). Επαναλαμβάνοντας ότι αποδέχθηκε τη συμμετοχή του στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο με βάση τις υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις της Euroinvestment ότι ο επενδυτικός λογαριασμός θα είχε οικονομική επιτυχία με κέρδη για τον ίδιο ενώ στη χειρότερη περίπτωση η ζημιά που θα είχε θα ήταν από τις δεσμευμένες μετοχές του περιθωρίου εξασφάλισης, ο εναγόμενος υποστήριξε ότι η Euroinvestment σκόπιμα του απέκρυψε τη δημόσια πολιτική σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας με βάση τις εγκυκλίους ημερομηνίας 12.7.1999, 12.10.1999, 24.11.1999, 29.11.1999, 5.1.2000, 15.3.2000 και 28.7.2000 (βλ. Τεκμήριο 43). Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 38 απόσπασμα της έκθεσης της ερευνητικής επιτροπής ΧΑΚ για τον Όρο Εντολής 2, όπου επισημαίνεται ότι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένης και της Euroinvestment, είχαν παραβεί τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας κατά την περίοδο εκείνη, ο εναγόμενος υποστήριξε ότι η Euroinvestment θα έπρεπε να είχε κλείσει τον επίδικο λογαριασμό από τον Οκτώβριο του 1999 και να ρευστοποιήσει τις δεσμευμένες μετοχές για να μην προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά. Σύμφωνα με τον εναγόμενο το επίδικο χρέος, το οποίο δεν αναγνωρίζει, οφείλεται σε κακοπιστία, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων, αμέλεια, μη εφαρμογή της κοινής λογικής και παράβαση των καθηκόντων της Euroinvestment στα πλαίσια της λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 39 απόδειξη καταβολής £5.000 στις 10.4.2000 ως επιπρόσθετη εξασφάλιση, ως Τεκμήριο 40 κατάσταση που ετοίμασε ο ίδιος σε σχέση με την αξία του χαρτοφυλακίου του και του υπόλοιπου του λογαριασμού του καθώς και του ποσοστού κάλυψης, ως Τεκμήριο 41 κατάσταση του λογαριασμού του την οποία ετοίμασε όταν έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 12.7.2000 και ως Τεκμήριο 42 κατάσταση της αξίας χαρτοφυλακίου, του υπόλοιπου του λογαριασμού του και του ποσοστού κάλυψης από 31.5.2000 μέχρι 31.12.
- Προβάλλοντας κατηγορηματική άρνηση για οφειλή οποιουδήποτε ποσού στην Euroinvestment ζήτησε την έκδοση απόφασης ως η ανταπαίτηση του συνεπεία της ζημιάς που έχει υποστεί από την παράνομη συμμετοχή του στο επενδυτικό σχέδιο της Euroinvestment καθώς και λόγω του τρόπου λειτουργίας του και διαχείρισης του από αυτήν, το οποίο ήταν εξ υπαρχής άκυρο λόγω της παράνομης εξάσκησης τραπεζικών εργασιών εκ μέρους της και επιπρόσθετα κατέστη παράνομο εφόσον λειτουργούσε αντίθετα με την δημόσια πολιτική. Ο ΜΥ2, που δεν αντεξετάστηκε, ανέφερε ότι τον Αύγουστο του 1999 ήταν λειτουργός επενδυτικών σχεδίων στην Euroinvestment μέχρι τις 3.4.
- Αναφέρθηκε στο σχέδιο χορηγήσεων υπό μορφή λογαριασμού περιθωρίου που προωθείτο μέσω των χρηματιστών που συνεργάζοντο με την Euroinvestment, εξηγώντας τον τρόπο συνομολόγησης των σχετικών συμφωνιών. Ανεγνώρισε στα Τεκμήρια 7 και 33 τις αιτήσεις που υποβάλλοντο και στο Τεκμήριο 8 τη συμφωνία που υπογράφετο. Ανεγνώρισε, επίσης, τα Τεκμήρια 10-12 που αφορούσαν τον λογαριασμό του εναγόμενου, αλλά δεν θυμόταν κατά πόσο αυτός ο λογαριασμός ήταν προβληματικός. Ο ΜΥ3, εργαζόταν στη Suphire κατά την περίοδο 1999-2000 και ήταν υπεύθυνος του λογαριασμού του εναγόμενου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 44 κατάσταση λογαριασμού των πράξεων του εναγόμενου μεταξύ της 24.8.1999 και της 14.8.
- Δεν θυμόταν ποιος έδωσε εντολή για τις διενεργηθείσες πωλήσεις αναφέροντας ότι λογικά τις πρώτες εντολές θα πρέπει να τις έδωσε ο εναγόμενος αλλά μετά τις 3.2.2000 οι εντολές πώλησης θα πρέπει να δίδοντο από την Euroinvestment. Ο ΜΥ4, λειτουργός του ΧΑΚ, κατέθεσε ως Τεκμήρια 45-48 έγγραφα που αφορούν τις συναλλαγές του εναγόμενου στο ΧΑΚ βάσει του επενδυτικού σχεδίου της Euroinvestment για τη χρονική περίοδο από αρχές Αυγούστου 1999 μέχρι τέλος του 2002 και ως Τεκμήριο 49 δύο εγκυκλίους του ΧΑΚ προς τα μέλη του ημερομηνίας 7.10.1999 και 9.2.
- Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας και αξιολογώντας την εκ μέρους των εναγόντων δοθείσα μαρτυρία καθώς και τα κατατεθέντα από αυτούς έγγραφα, έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια και για την ορθότητα όσων ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας των εναγόντων με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να είναι πλήρως αποδεκτή. Ειδικότερα, ο ΜΕ ήταν σαφής και σταθερός στη μαρτυρία του, δημιουργώντας την αναγκαία βεβαιότητα ότι ο εναγόμενος υπέγραψε τα έγγραφα στα οποία υπάρχει η υπογραφή του και τα οποία ο ΜΕ κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και σχετίζονται με την επίδικη απαίτηση, χωρίς άλλωστε να έχει αμφισβητηθεί εκ μέρους του εναγόμενου ότι ο ίδιος υπέγραψε τα έγγραφα αυτά. Η μαρτυρία του ΜΕ δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του, στην οποία βασικά του έγιναν διευκρινιστικές ερωτήσεις και ουσιαστικά περιορίστηκε στο ότι η Euroinvestment είχε υποχρέωση πώλησης των μετοχών του επίδικου λογαριασμού λόγω της μη τήρησης του συμφωνηθέντος ορίου κάλυψης εκ μέρους του εναγόμενου. Από τη μαρτυρία του ΜΕ προκύπτει ότι το Τεκμήριο 8 αποτελεί την έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 23.8.1999, δυνάμει της οποίας η Euroinvestment παρεχώρησε στον εναγόμενο δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις για σκοπούς επενδύσεων στο ΧΑΚ, με ανώτατο όριο που θα καθορίζετο εκάστοτε από τους δανειστές. Παρεμβάλλεται εδώ ότι στο Τεκμήριο 33, που κατέθεσε ο εναγόμενος και ως είναι αναμφισβήτητο αποτελούσε τη δεύτερη σελίδα της αίτησης του ημερομηνίας 10.8.1999 (Τεκμήριο 7), την οποία υπέγραψε ο εναγόμενος για να συμμετάσχει στο επίδικο σχέδιο, καθορίζονται οι όροι συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο. Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, ότι ενεχυριάσθησαν αρχικά ως εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, 1.253 μετοχές της Louis Cruise Lines Ltd και 1.190 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, που μεταβιβάστηκαν δυνάμει της επίδικης συμφωνίας στο όνομα της EMF Investors Limited, θυγατρικής της Euroinvestment, σε μερίδα του εναγόμενου καθώς και ότι στις 11.4.2000 και στις 24.4.2000 προσφέρθηκαν από αυτόν £5.000 μετρητά και μετοχές αξίας περί τις £33.000 αντίστοιχα, ως επιπρόσθετη εξασφάλιση λόγω της αύξησης του ποσοστού κάλυψης στο 100% του εγκεκριμένου ορίου. Με το πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 23.8.1999, που υπέγραψε ο εναγόμενος (Τεκμήριο 9), διόρισε την Suphire ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του τόσο για τη διενέργεια αγοραπωλησιών κινητών αξιών, εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ και για την εξάσκηση των δικαιωμάτων του που σχετίζονται με αυτές, όσο και για την εκπροσώπηση του προς την Euroinvestment δυνάμει της επίδικης συμφωνίας. Είναι αποδεκτή, επίσης, η μαρτυρία του ΜΕ ότι τα κατατεθέντα έγγραφα ως Τεκμήρια 14 και 29 - 32, που περιέχουν τα πινακίδια συναλλαγών και τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού του εναγόμενου, σχετίζονται με τις αγοραπωλησίες μετοχών που διενεργήθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο, κατόπιν εντολών του εναγόμενου προς τους χρηματιστές και με τις χρεωπιστώσεις στον επίδικο λογαριασμό. Όπως επεξήγησε δε ο ΜΕ, η Euroinvestment χρέωσε τα δικαιώματα διαχείρισης του λογαριασμού σύμφωνα με τις προνοούμενες χρεώσεις στο Τεκμήριο
- Η θέση του ΜΕ, για την οποία κατά κόρον αντεξετάστηκε, ότι η Euroinvestment δεν είχε υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασθείσες και αγορασθείσες μετοχές συνεπεία της παράβασης της συμφωνίας εκ μέρους του εναγόμενου, βρίσκει έρεισμα στις παραγράφους 1 και 5 του Τεκμηρίου 8, όπου ρητώς προνοείται το απόλυτο δικαίωμα της να προβεί σε πώληση των εν λόγω μετοχών. Σύμφωνα με τον ΜΕ, η Euroinvestment πωλούσε, εξαντλώντας οποιαδήποτε προοπτική συμμόρφωσης από τον πελάτη, ως ήταν η πάγια πρακτική της, μετά τον τερματισμό, για να μην παρέμβει στις επενδυτικές αποφάσεις του πελάτη, ο οποίος διατηρούσε το δικαίωμα να πωλήσει οποτεδήποτε τις μετοχές του ακόμη και όταν είχε παραβεί τους όρους της συμφωνίας. Λόγω δε της μη ανταπόκρισης του εναγόμενου στην αναγκαιότητα παραχώρησης περαιτέρω επιπρόσθετων εξασφαλίσεων, μετά την τελευταία προειδοποίηση του στις 16.1.2002, δόθηκε από την Euroinvestment εντολή για πώληση τόσο των αγορασθεισών όσο και των υπόλοιπων αξιών του εναγόμενου στην τρέχουσα τιμή αγοράς τους κατά τον χρόνο πώλησης. Ως προς τις επιστολές-Τεκμήρια 12, 15-17 και 27-28 που ως ο ΜΕ ανέφερε απεστάλησαν στον εναγόμενο, είναι αποδεκτό από τον εναγόμενο ότι παρελήφθησαν, όπως και ότι τα Τεκμήρια 10, 11 και 13 απεστάλησαν από αυτόν προς την Euroinvestment. Όσον αφορά τους τόκους που χρεώθηκαν για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις είναι αποδεκτή η θέση του ΜΕ ότι ορθή χρέωση αποτελεί το εκάστοτε ποσό που εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 14, από το οποίο προκύπτει και το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό. Αναμφισβήτητα, επίσης, παρέμειναν τα κατατεθέντα Τεκμήρια 1-6 και 23-25 που αφορούν την νόμιμη άσκηση εργασιών δανειοδότησης εκ μέρους της Euroinvestment κατά τον επίδικο χρόνο και την μεταβίβαση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας στην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, τα Τεκμήρια 18, 19 και 21 που αποτελούν την αλληλογραφία των δικηγόρων της Euroinvestment με τον εναγόμενο συνεπεία της παράβασης της συμφωνίας εκ μέρους του, καθώς και τα Τεκμήρια 20, 22 και 26-28 ως πιο πάνω περιγράφησαν. Αναφορικά με τη μαρτυρία του εναγόμενου - ΜΥ1, παρατηρείται πρώτιστα διάσταση μεταξύ των δικογραφημένων θέσεων του και της προφορικής του μαρτυρίας, κατά την οποία προέκυψε ότι όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας με την Euroinvestment, καθώς και των λοιπών Τεκμηρίων που ως πιο πάνω αναφέρθηκε σχετίζονται με τη λειτουργία του επίδικου επενδυτικού σχεδίου, αλλά και αποδέχθηκε ότι υπέγραψε αυτόβουλα και χωρίς πίεση τόσο την αίτηση του για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο-Τεκμήριο 7 όσο και τα Τεκμήρια 8 και 9, καθώς και ότι ήταν ενήμερος της κατάστασης του επίδικου λογαριασμού προσκομίζοντας, όπως του ζητήθηκε αρχικά με την επιστολή της Euroinvestment ημερομηνίας 14.3.2000 (βλ. Τεκμήρια 28 και 34) επιπρόσθετες εξασφαλίσεις. Όπως ορθά εισηγήθηκε η κα Αθανασιάδου, η μαρτυρία του εναγόμενου περιέχει ως επί το πλείστον ερμηνεία των όρων της επίδικης συμφωνίας και του επενδυτικού σχεδίου, κατά τη δική του αντίληψη, με καταφανή προσπάθεια να αποποιηθεί της ευθύνης του σε σχέση με την τήρηση των όρων της συμφωνίας και την οφειλή του προς τους ενάγοντες ως προς την επίδικη απαίτηση. Οι θέσεις του εναγόμενου, άλλωστε, πλην του ισχυρισμού του περί της υποχρέωσης της Euroinvestment να πωλήσει τις μετοχές μετά την εκ μέρους του παράβαση της συμφωνίας, ουδέποτε τέθηκαν στον ΜΕ, για να δώσει τις δικές του εξηγήσεις. Είναι χαρακτηριστικό της ανακολουθίας των θέσεων του εναγόμενου ότι, ενώ ισχυρίστηκε ότι προσχώρησε στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο με βάση τις διαβεβαιώσεις της Euroinvestment περί οικονομικής επιτυχίας και κερδών για τον ίδιο, υποστήριξε στη συνέχεια ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία με την παρότρυνση των χρηματιστών του και αφού μελέτησε μόνο τους όρους του σχεδίου (δηλαδή το Τεκμήριο 33), χωρίς να διαβάσει την υπογραφείσα συμφωνία με την Euroinvestment (δηλαδή το Τεκμήριο 8). Όπως ο εναγόμενος ανέφερε, ήταν διευθυντικό στέλεχος σε τραπεζικό οργανισμό, με ανάλογες σπουδές στον τομέα του και είχε κατά τον επίδικο χρόνο εμπειρία στις επενδύσεις στο ΧΑΚ. Συνάγεται, συνεπώς, ότι ήταν γνώστης των κινδύνων των επενδυτικών κινήσεων στο ΧΑΚ, οπότε οι ισχυρισμοί του περί διαβεβαιώσεων ή υποσχέσεων της Euroinvestment και περί παραπλάνησης του ιδίου από τους όρους του επίδικου επενδυτικού σχεδίου δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί. Είναι πρόδηλο ότι η εμμονή του εναγόμενου στο ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία χωρίς να τη διαβάσει, πέραν του ότι τέτοια θέση δεν αποτελεί υπεράσπιση, οφείλεται σε υστερόβουλες σκέψεις για να δικαιολογήσει τις αντίθετες με το περιεχόμενο της συμφωνίας ενέργειες και θέσεις του. Οι όροι της επίδικης συμφωνίας είναι σαφείς, όπως θα αναλυθεί και στη συνέχεια, και δεν επιδέχονται την ερμηνεία που δίδει σ' αυτούς ο εναγόμενος, για να δικαιολογήσει προφανώς τις αντίθετες με τις πρόνοιες της συμφωνίας ενέργειες του και ειδικότερα την αδράνεια του, εκτός από την πρώτη φορά, στο να ανταποκριθεί στις επανειλημμένες ειδοποιήσεις της Euroinvestment για επιπρόσθετες εξασφαλίσεις με βάση το συμφωνηθέν όριο εξασφάλισης. Περαιτέρω, ενώ ο εναγόμενος αποδέχθηκε ότι κατά την έναρξη λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού οι αγοραπωλησίες μετοχών εκτελούντο με βάση τις εντολές που ο ίδιος έδιδε στους χρηματιστές του, σύμφωνα με τους όρους του επενδυτικού σχεδίου, αφενός ισχυρίστηκε αναληθώς ότι δεν γνώριζε κατά πόσο διενεργήθηκαν οι αγοραπωλησίες του Τεκμηρίου 29 και αφετέρου προφασίστηκε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο εκτελέσθηκαν, με βάση δικές του εντολές, αγορές και πωλήσεις μετοχών σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και ενόσω υπήρχε υπέρβαση ορίου στο λογαριασμό του. Είναι ωστόσο σαφές με βάση τους όρους της συμφωνίας ότι οποιεσδήποτε εντολές για αγοραπωλησίες των μετοχών του επίδικου λογαριασμού μόνο στους χρηματιστές του μπορούσαν να δοθούν, η δε αναφορά του εναγόμενου σε οδηγίες προς την Euroinvestment να πωλήσει μετοχές επειδή δεν θα έδιδε πλέον ο ίδιος οποιαδήποτε επιπρόσθετη εξασφάλιση προφανώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον κάτι τέτοιο δεν προβλέπετο από την επίδικη συμφωνία. Όπως ορθά υπέδειξε η κα Αθανασιάδου, ο εναγόμενος αναμφίβολα ήταν γνώστης των όρων της συμφωνίας και αν είχε, βάσει αυτής, τη δυνατότητα να δώσει οποιεσδήποτε εντολές πώλησης των μετοχών στην Euroinvestment θα το έκανε γραπτώς, όπως άλλωστε είχε πράξει για να αιτηθεί την αύξηση του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού του με τα Τεκμήρια 10 και
- Ως προς δε τη θέση του εναγόμενου ότι η Euroinvestment είχε υποχρέωση να πωλήσει τις μετοχές ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε ζημιά τόσο στην ίδια όσο και στον εναγόμενο, επειδή ο τελευταίος δεν δικαιούτο να πωλήσει τις μετοχές έχοντας παραβεί τους όρους της συμφωνίας, δεν βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες της υπογραφείσας συμφωνίας. Συνεπεία των πιο πάνω, η μαρτυρία του εναγόμενου δεν γίνεται αποδεκτή στα σημεία που είναι αντίθετη με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ. Άλλωστε, ούτε οι μάρτυρες υπεράσπισης υποστηρίζουν τις θέσεις του εναγόμενου. Ειδικότερα, ο ΜΥ2, που δεν αντεξετάστηκε, δεν προσέθεσε με τη μαρτυρία του οτιδήποτε σε όσα ανέδειξε η μαρτυρία του ΜΕ. Ως προς τον ΜΥ3, η μαρτυρία του όχι μόνο δεν ήταν βοηθητική για τον εναγόμενο εφόσον δεν θυμόταν και δεν μπορούσε να αναφέρει με βεβαιότητα ποιος έδιδε τις εντολές πώλησης στους χρηματιστές κατά τον χρόνο ανατροπής του ορίου, αλλά και επιβεβαίωσε κατά την αντεξέταση του το δικαίωμα της Euroinvestment, βάσει της επίδικης συμφωνίας, να εκποιήσει τις μετοχές αν δεν τηρείτο το περιθώριο ασφαλείας και αν αυτή αποφάσιζε τον τερματισμό της συμφωνίας. Η μαρτυρία δε του ΜΥ4, που ως ανεξάρτητος μάρτυρας και με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του κρίνεται πλήρως αξιόπιστος, αφενός επιβεβαιώνει ότι η Euroinvestment δεν ήταν χρηματιστηριακή εταιρεία και αφετέρου ουδόλως υποστηρίζει τις θέσεις του εναγόμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφεραν οι ενάγοντες και προς αποφυγή επαναλήψεων αυτά είναι ως έχει παρατεθεί στη σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΕ πιο πάνω. Γ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΝΟΜΙΚΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Ως προς τη νομική πτυχή η απαίτηση των εναγόντων, σύμφωνα με τα καταχωρηθέντα από αυτούς δικόγραφα, βασίζεται στην παράβαση εκ μέρους του εναγόμενου της έγγραφης συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων από την Euroinvestment προς αυτόν (Τεκμήριο 8) και η αγωγή κινήθηκε εναντίον του εναγόμενου μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού του με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 21.5.2002 (Τεκμήριο 19). Ως προς τις νομικές εισηγήσεις του κ. Γεωργίου, θα πρέπει να λεχθεί σ' αυτό το στάδιο ότι, πανομοιότυποι ισχυρισμοί και επιχειρήματα εκ μέρους των συνηγόρων υπεράσπισης προβλήθηκαν, εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημ. Εταιρ. Λτδ
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2192, Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2229, Στέλιος Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 303/2008, ημερομηνίας 8.3.2012, Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 209/2009, ημερομηνίας 20.3.2013, Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 239/2009, ημερομηνίας 20.3.2013 και Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 340/2009, ημερομηνίας 21.11.
- Παρατηρείται αρχικά ότι ο κ. Γεωργίου στη γραπτή του αγόρευση εισηγείται ότι, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ούτως ή άλλως στην έκδοση απόφασης υπέρ τους εφόσον ο εναγόμενος ουδέποτε αποδέχθηκε, ως θα έπρεπε, την εκχώρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του που πηγάζουν από την επίδικη συμφωνία λόγω της μεταβίβασης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Euroinvestment και της ανάληψης αυτής εκ μέρους της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ. Πέραν του ότι, όπως ορθά υπέδειξε η κα Αθανασιάδου, τα σχετικά με το θέμα κατατεθέντα από τον ΜΕ Τεκμήρια 1 - 3 παρέμειναν αναμφισβήτητη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και ούτε υποδείχθηκε οποιαδήποτε νομική πρόνοια που να στηρίζει την εν λόγω εισήγηση του κ. Γεωργίου, κατά την αντίληψη μου αυτή δεν μπορεί να ευσταθήσει, εφόσον η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και του τίτλου της αγωγής καθώς και η συνέχιση της διαδικασίας από την Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ επιτράπηκε, κατόπιν αίτησης της τελευταίας ημερομηνίας 9.1.2013 και χωρίς ένσταση του εναγόμενου, με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.3.
- Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι, πέραν του ότι η σύναψη της επίδικης συμφωνίας παρέμεινε αναντίλεκτη, η εγκυρότητα των κατατεθέντων εγγράφων και ειδικότερα της έγγραφης συμφωνίας, του πληρεξουσίου εγγράφου και των καταστάσεων λογαριασμού ουσιαστικά παρέμεινε αναμφισβήτητη κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Ο ΜΕ, υπάλληλος της Euroinvestment κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε στην κατοχή του τα πιο πάνω έγγραφα που επικαλούνται οι ενάγοντες, τα οποία κατέθεσε κατά την ακροαματική διαδικασία. Με δεδομένο ότι τα Τεκμήρια 8 και 9 είναι αποδεκτά ως προς την ύπαρξή τους και η σύναψη τους επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία του εναγόμενου, με την κατάθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε και το περιεχόμενό τους, που όπως ήδη λέχθηκε δεν αμφισβητήθηκε (βλ. M. A. Goodvalue Suppl. κ.α. Ltd ν. Barclays Bank Plc
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1038). Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία ο εναγόμενος αποδέχθηκε ότι υπέγραψε τα πιο πάνω έγγραφα, δηλώνοντας μάλιστα απερίφραστα ότι είχε την πρόθεση να συνάψει την επίδικη συμφωνία και προσέφερε αρχικά ως εξασφαλίσεις μετοχές προς ενεχυρίαση αλλά και μεταγενέστερα ως επιπρόσθετες εξασφαλίσεις μετρητά και μετοχές προς ενεχυρίαση, για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του δυνάμει του επενδυτικού σχεδίου, στο οποίο αυτόβουλα αυτός προσχώρησε υποβάλλοντας την αίτηση του - Τεκμήριο
- Δεν υπεδείχθη άλλωστε από τον κ. Γεωργίου βάσει ποιας νομοθετικής πρόνοιας απαιτείτο η πιστοποίηση της υπογραφής του εναγόμενου από πιστοποιούντα υπάλληλο στο πληρεξούσιο έγγραφο - Τεκμήριο
- Παρεμβάλλεται εδώ ότι, η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα, το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Όπως σαφώς προνοείται στην επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 23.8.1999 (Τεκμήριο 8), η Euroinvestment συμφώνησε με τον εναγόμενο, όπως παραχωρήσει σ' αυτόν δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις με συνολικό ύψος που θα καθορίζετο εκάστοτε από την Euroinvestment, υπό τους όρους της εν λόγω συμφωνίας και σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου, νοουμένου ότι τα εν λόγω δάνεια και/ή διευκολύνσεις θα χρησιμοποιούντο για αγορά μετοχών και/ή χρεογράφων και/ή άλλων αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ, μέσω του χρηματιστή. Οι αγοραζόμενες μετοχές θα εγγράφοντο, για σκοπούς εγγύησης, επ' ονόματι της Euroinvestment ή της θυγατρικής της εταιρείας EMF Investors Ltd και ο εναγόμενος θα πιστώνετο με τα οφέλη και τα έσοδα από την πώληση των εν λόγω αξιών, οι οποίες θα παρέμεναν ως εξασφαλίσεις εφόσον υπήρχε υπόλοιπο οφειλόμενο από τον εναγόμενο, με δικαίωμα της Euroinvestment να πωλεί τις αξίες αυτές και το εισόδημα εκ πωλήσεως όπως και το εισόδημα από μερίσματα θα εισπράττετο προς εξόφληση οποιουδήποτε οφειλόμενου από τον εναγόμενο προς την Euroinvestment υπολοίπου. Ο λογαριασμός που θα ανοίγετο επ' ονόματι του εναγόμενου θα χρεώνετο με ποσοστό επί του ορίου ως έξοδο διαχείρισης καθώς και δικαίωμα ανάλογα με τη χρήση και κίνηση του λογαριασμού αλλά και με τόκο ετησίως, καθώς και με τα ποσά ως προνοείται στην παράγραφο 2 του Τεκμηρίου
- Προβλέπετο, επίσης, η υποχρέωση κατάθεσης μετρητών και/ή μεταβίβασης μετοχών εκ μέρους του εναγόμενου προς την Euroinvestment που να καλύπτει το 30% του ύψους του εκάστοτε εγκεκριμένου ορίου καθώς και το δικαίωμα της Euroinvestment χωρίς προειδοποίηση προς τον εναγόμενο να τερματίζει την επίδικη συμφωνία και να καταστήσει απαιτητές οποιεσδήποτε διευκολύνσεις και/ή δάνεια, έχοντας δικαίωμα εκποίησης των προς εξασφάλιση αξιών καθώς και να ζητήσει από αυτόν την άμεση πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου. Ως είναι αναμφισβήτητο, με βάση και τους όρους συμμετοχής του εναγόμενου στο επενδυτικό σχέδιο (Τεκμήριο 33), ενεχυριάστηκαν προς όφελος της Euroinvestment αρχικά οι προαναφερθείσες μετοχές ως εξασφάλιση των παραχωρηθεισών πιστωτικών διευκολύνσεων, ενόσω στις 11.4.2000 και στις 24.4.2000 προστέθηκαν £5.000 μετρητά και μετοχές αξίας περί τις £33.000 αντίστοιχα ως επιπρόσθετη εξασφάλιση λόγω της αύξησης του ποσοστού κάλυψης στο 100% του εγκεκριμένου ορίου, την οποία ο εναγόμενος αποδέχθηκε. Όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ, το υπόλοιπο που αξιώνεται από τον εναγόμενο εμφαίνεται στο Τεκμήριο
- Η μαρτυρία του ΜΕ και οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν (βλ. Τεκμήρια 14 και 31-32), συνιστούν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για το υπόλοιπο του λογαριασμού (βλ. και Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd (πιο πάνω). Η κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 14 αναπαράχθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο και ήταν σύμφωνη με τις καταχωρηθείσες πληροφορίες όπως αναφέρθηκε από τον ΜΕ, του οποίου η μαρτυρία ως προς την ορθότητα των καταχωρηθέντων δεδομένων δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του (βλ. Παπαγεωργίου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 961). Η αναλυτική δε μαρτυρία που έχει δοθεί από τον ΜΕ αναφορικά με τον τρόπο έκδοσης του Τεκμηρίου 14, όπως παρατέθηκε πιο πάνω, το καθιστά αποδεκτή μαρτυρία αφενός σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ως μέρος των συνήθων βιβλίων της Euroinvestment κατά τα λεχθέντα στην υπόθεση Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (πιο πάνω) αλλά και αφετέρου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35
(2)του ίδιου Νόμου, με βάση την περιβάλλουσα αυτό μαρτυρία, κατά τα λεχθέντα στην υπόθεση Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited (πιο πάνω). Ως ορθά υπέδειξε η κα Αθανασιάδου, θέσεις της υπεράσπισης που δεν έχουν τεθεί στον ΜΕ κατά την αντεξέταση του για να δώσει τη δική του εξήγηση, δεν είναι επιτρεπτό να απασχολήσουν το Δικαστήριο (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1527). Η δε εισήγηση του κ. Γεωργίου περί του αντιθέτου δεν μπορεί να ευσταθήσει και η νομολογία που επικαλέστηκε δεν εφαρμόζεται στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Μεταξύ άλλων, επισημαίνεται ότι τα γεγονότα της υπόθεσης Εθνική Τράπ. της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλούμη κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ 1347 ήταν διαφορετικά εφόσον κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο των κατατεθέντων Τεκμηρίων αλλά και από αυτά της υπόθεσης Εθνική Τράπ. της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 956, όπου οι εναγόμενοι αμφισβητώντας τους κατατεθέντες λογαριασμούς εκ μέρους των εναγόντων προσήξαν μαρτυρία που κατέδειξε ότι οι ενάγοντες δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησης τους, ενόσω κάτι τέτοιο δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Ούτε η εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι η αγωγή είναι πρόωρη και πρέπει να απορριφθεί, μπορεί να ευσταθήσει. Η παρούσα αγωγή κινήθηκε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και αφού απαιτήθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο από τον εναγόμενο με τις προς αυτόν συστημένες επιστολές ημερομηνίας 21.5.2002, 3.6.2002 και 17.6.2002 (βλ. Τεκμήρια 19 και 21), χωρίς να έχει αμφισβητηθεί η παραλαβή τους από τον εναγόμενο (βλ. και Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Ως η μαρτυρία κατέδειξε, αντικείμενο της συμφωνίας-Τεκμηρίου 8 στην παρούσα υπόθεση ήταν η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για τη συμμετοχή του εναγόμενου στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο. Όπως ορθά εισηγήθηκε η κα Αθανασιάδου, από την αναμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ και τα Τεκμήρια 4 και 5, που αυτός κατέθεσε και δεν αμφισβητήθηκαν, προκύπτει ότι η Euroinvestment ασκούσε περιορισμένης φύσεως τραπεζικές εργασίες κατά τον επίδικο χρόνο δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Ν. 66(Ι)/97)με την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. και Τεκμήρια 6, 24 και 25). Από το Τεκμήριο 5 προβάλλει αφενός ότι «η λειτουργία επενδυτικών λογαριασμών από μόνη της δεν συνιστά τραπεζική εργασία» και αφετέρου ότι κατά την έναρξη της ισχύος του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 η εταιρεία Euroinvestment ασκούσε τραπεζικές εργασίες και «η Κεντρική Τράπεζα επέτρεψε τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της εταιρείας όπως τότε ασκούνταν και στις 27 Αυγούστου 1999 προέβη σε ρύθμιση των όρων συνέχισης των περιορισμένης φύσης τραπεζικών δραστηριοτήτων της». Εν πάση δε περιπτώσει η επίδικη συμφωνία δεν περιελάμβανε οποιοδήποτε μη νόμιμο σκοπό σύμφωνα με τα προνοούμενα στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και δεν απαγορεύετο εκ του νόμου να συναφθεί εφόσον σκοπός της συμφωνίας ήταν η δανειοδότηση του εναγόμενου για αγορά μετοχών έναντι της υποχρέωσής του για καταβολή προς την Euroinvestment τόκου και δικαιωμάτων, όπως κρίθηκε και στην απόφαση Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Limited (πιο πάνω), που αφορούσε παρόμοιας φύσεως συμφωνία και όπου λέχθηκαν τα εξής: «Στην ΄Ελληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Γιάλλουρου
(2006)1 Α.Α.Δ. 120, από την οποία και το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε, αναφέρθηκε ότι ο δανεισμός χρημάτων δεν αποτελεί, αφ' εαυτού, τραπεζική εργασία, εκτός εάν τα χρήματα που δανείζονται προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού, υπό τη μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής. Εξέταση της Συμφωνίας και του συνόλου της μαρτυρίας δικαιολογεί πλήρως τις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τη φύση της διευκόλυνσης που η εφεσίβλητη παραχώρησε στην εφεσείουσα. Αυτή δεν αποτελούσε τραπεζική εργασία εν τη εννοία του ΄Αρθρου 2 του Νόμου. Ο Μ.Ε.1, ο οποίος κρίθηκε καθ' όλα αξιόπιστος, στη μαρτυρία του, ήταν σαφής ότι τα χρήματα που η εφεσίβλητη παραχώρησε στην εφεσείουσα, υπό μορφή δανείου, ήταν από δικά της χρήματα και, επί του σημείου, δεν υπήρξε αντίθετη μαρτυρία. Ούτε η πρωτόδικη διαπίστωση ότι η εφεσίβλητη ασκούσε τραπεζικές εργασίες νόμιμα πριν από τις 27/8/1999 βρίσκουμε να είναι εσφαλμένη. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία, τόσο γραπτή όσο και προφορική, που δικαιολογούσε την κατάληξή του. Ο Μ.Ε.2, Λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος κλητεύθηκε από την εφεσίβλητη και αντεξετάστηκε από την εφεσείουσα σε σχέση με την άδεια για άσκηση τραπεζικών εργασιών από την εφεσίβλητη, κατέθεσε ότι η Κεντρική Τράπεζα γνώριζε ότι η εφεσίβλητη ασκούσε τραπεζικές εργασίες πριν από την ψήφιση του Νόμου. Ανεξάρτητα, όμως, από τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η γνώση της Κεντρικής Τράπεζας και η συγκατάθεσή της προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2Β, το οποίο, υπό το φως του λεκτικού του, δικαιολογεί την πρωτόδικη διαπίστωση. Εν πάση περιπτώσει, και αν ακόμη η θέση της εφεσείουσας ότι η εφεσίβλητη δεν ασκούσε νόμιμα, πριν από την ψήφιση του Νόμου, τραπεζικές εργασίες ήταν ορθή, και πάλι δε θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί οι εν λόγω ισχυρισμοί της, αφού η φύση της διευκόλυνσης που της παραχωρήθηκε δεν ήταν τραπεζική εν τη εννοία του ΄Αρθρου 2 του Νόμου. Σκοπός εδώ της Συμφωνίας ήταν η δανειοδότηση της εφεσείουσας για αγορά μετοχών έναντι της υποχρέωσής της για καταβολή προς την εφεσίβλητη τόκου και δικαιωμάτων. Η Συμφωνία δεν περιλάμβανε οτιδήποτε το παράνομο, αφού σκοπός της ήταν η δανειοδότηση, η οποία δεν απαγορεύεται από το Νόμο, εφόσον το ποσό του δανείου δεν προέρχεται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού.» Περαιτέρω, η εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη καθότι αντίκειται στη δημόσια πολιτική δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω), με υιοθέτηση των ίδιων απόψεων που λέχθηκαν σχετικά στην υπόθεση Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ (πιο πάνω), αλλά και στις μεταγενέστερες αποφάσεις που πιο πάνω παρατέθηκαν, οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που αφορούν οδηγίες προς τις Τράπεζες σε σχέση με την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για απόκτηση μετοχών στο ΧΑΚ δεν δημοσιοποιούν διαμορφωθείσα δημόσια πολιτική και συνεπώς η συμφωνία για άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού δεν μπορεί να θεωρηθεί παράνομη και άκυρη σε τέτοιες περιπτώσεις. Στην παρούσα υπόθεση οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας, που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 43, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί, σύμφωνα και με τα λεχθέντα στις πιο πάνω υποθέσεις, ότι δημοσιοποιούν δημόσια πολιτική εφόσον δεν απαγόρευαν τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς ώστε να θεωρηθεί ότι η Euroinvestment τις παραβίασε. Πέραν αυτού, όπως κατέδειξε η αναμφισβήτητη μαρτυρία (βλ. Τεκμήριο 5), οι εν λόγω εγκύκλιοι δεν αφορούσαν την Euroinvestment ούτε της κοινοποιήθηκαν και συνεπώς αυτή δεν είχε υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον εναγόμενο (βλ. Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd (πιο πάνω) και Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Limited (πιο πάνω)). Σύμφωνα άλλωστε με την προαναφερθείσα νομολογία επί του θέματος, τυχόν παραβίαση των εγκυκλίων δεν οδηγεί αυτόματα σε ακύρωση συμβατικών πράξεων που έγιναν κατά παράβαση των εγκυκλίων εφόσον τέτοιες παραβάσεις συνιστούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των εμπορικών τραπεζών. Εν πάση δε περιπτώσει η επίδικη συμφωνία, συναφθείσα στις 23.8.99, δεν απαγορεύετο από τις εν λόγω εγκυκλίους να συνομολογηθεί, ενόσω από τα Τεκμήρια 16-18, 28 και 36 προκύπτει ότι η Euroinvestment ζήτησε από τον εναγόμενο να προβεί σε επιπρόσθετες ενεχυριάσεις κινητών αξιών ή καταθέσεις μετρητών και σε διορθωτικά μέτρα, ώστε ο λογαριασμός του να επανέλθει εντός των όρων της επίδικης συμφωνίας. Αναμφίβολα η διαχείριση των αξιών χαρτοφυλακίου του επίδικου λογαριασμού, με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου (βλ. Τεκμήριο 33) ανήκε στους χρηματιστές, που σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 ήταν εκπρόσωποι του εναγόμενου, με τις συμβουλές των οποίων εγίνοντο οι χρηματιστηριακές συναλλαγές του εναγόμενου και κατόπιν των εντολών του ίδιου, ακόμη δε και χωρίς προηγούμενη έγκριση του δεδομένου ότι ο εναγόμενος ανέλαβε ρητά, με το Τεκμήριο 9, να αποδεχθεί και να επικυρώσει οτιδήποτε έπρατταν σχετικά οι χρηματιστές του. Η πρόνοια και οι χρεώσεις ετησίως εξόδων και δικαιώματος διαχείρισης, όπως εξηγήθηκε από τον ΜΕ, αφορούν την χρήση του ορίου και τα έξοδα της Euroinvestment που προέκυπταν από την τήρηση του επίδικου λογαριασμού. Τα γεγονότα της υπόθεσης Marketrends Finance Ltd ν. Πέρδικου κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1042, την οποία επικαλέστηκε ο κ. Γεωργίου, ήταν διαφορετικά και η υπόθεση εκείνη διακρίνεται σαφώς από την παρούσα (βλ. και Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Limited (πιο πάνω)). Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το αξιούμενο ποσό προέκυψε συνεπεία των αγοραπωλησιών μετοχών, που ως κατέδειξε η αποδεκτή μαρτυρία έγιναν μέσω του επίδικου λογαριασμού από τους χρηματιστές, ενόσω ο ρόλος της Euroinvestment στην επίδικη συμφωνία ήταν η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων και όχι η διεκπεραίωση χρηματιστηριακής φύσεως εντολών. Δεν συμφωνώ με τη θέση του κ. Γεωργίου ότι η Euroinvestment ενήργησε κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας δεδομένου ότι, όπως εξήγησε ο ΜΕ, προέβαινε στις ανάλογες χρεωπιστώσεις κατόπιν οδηγιών των χρηματιστών (βλ. και Τεκμήρια 14 και 29), επιζητώντας όπως οι εξασφαλίσεις εκ μέρους του εναγόμενου είναι εντός του εγκεκριμένου εκάστοτε ορίου και γνωστοποιώντας επανειλημμένα στον εναγόμενο αυτή την αναγκαιότητα (βλ. και Τεκμήρια 16-18, 28 και 36). Εάν ο εναγόμενος αμφισβητούσε την ορθότητα ή την ύπαρξη εντολών, αυτό θα αποτελούσε διαφορά μεταξύ του ιδίου και των χρηματιστών του και θα έπρεπε να κινηθεί δικαστικά εναντίον τους είτε καθιστώντας τους τριτοδιάδικους είτε με άλλον τρόπο (βλ. Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd (πιο πάνω)). Δεν συμφωνώ συνεπώς με τη θέση του κ. Γεωργίου ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες για την εκτέλεση των αγοραπωλησιών αξιών. Τα δεδομένα άλλωστε της παρούσας υπόθεσης είναι σαφώς διαφορετικά από αυτά της υπόθεσης Suphire (Finance) Ltd ν. Παπαμιχαήλ
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1649. Ως εκ τούτου οι νομικοί ισχυρισμοί της υπεράσπισης που αφορούν αμέλεια της Euroinvestment σε σχέση με την διαχείριση του λογαριασμού και των αξιών, υπό οποιανδήποτε ιδιότητα της αποδίδεται, κρίνονται ανεδαφικοί και απορριπτέοι (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω)). Ούτε βρίσκουν έρεισμα στη συμφωνία οι εισηγήσεις του κ. Γεωργίου ότι η Euroinvestment παρέβη τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ αυτής και του εναγόμενου και ενήργησε κακόπιστα και με αμέλεια επιδεικνύοντας ολιγωρία ως προς τον τερματισμό της συμφωνίας ή την παγοποίηση του λογαριασμού ή ότι δεν έλαβε μέτρα μείωσης της ζημιάς της, έχοντας όλα τα μέσα θεραπείας για πλήρη εξόφληση του προς αυτήν χρέους του εναγόμενου (βλ. και Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (πιο πάνω)). Το γεγονός δε ότι η συμφωνία τερματίστηκε σε ολιγότερο από τα δυο έτη μετά την παραβίαση της εκ μέρους του εναγόμενου δεν επενήργησε σε βάρος των συμφερόντων του (βλ. και Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited (πιο πάνω)). Όσον αφορά τις λοιπές νομικές εισηγήσεις, όπως ότι η επίδικη συμφωνία ήταν ετεροβαρής και περιείχε καταχρηστικές ρήτρες, σύμφωνα με λεχθέντα στην προαναφερθείσα νομολογία (βλ. ειδικότερα Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd (πιο πάνω), Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Limited (πιο πάνω) και Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (πιο πάνω)) δεν ευσταθούν υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Ως προς τους τόκους που ζητείται να επιδικασθούν εναντίον του εναγόμενου, πέραν του ότι ο ΜΕ δεν αντεξετάστηκε επ' αυτού του θέματος, ανταποκρίνονται στα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα, έχοντας ο εναγόμενος ενημερωθεί επ' αυτών μέσω τόσο των προς αυτόν επιστολών της Euroinvestment όσο και των καταστάσεων λογαριασμών του (βλ. Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1031 και
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 768, C.T.A. Techno Market. Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 720, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α. (πιο πάνω) και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολ. Έφ. Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014). Περαιτέρω, από τους όρους της επίδικης συμφωνίας προβάλλει το δικαίωμα της Euroinvestment να πωλήσει τις αξίες προς διασφάλιση του οφειλόμενου προς αυτήν ποσού εκ μέρους του εναγόμενου που δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποχρέωση, ως έγινε εισήγηση εκ μέρους του (βλ. παραγρ. 1 και 5 του Τεκμηρίου 8). Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ως εκ τούτου ότι η Euroinvestment ανέλαβε βάσει της επίδικης συμφωνίας υποχρέωση έναντι του εναγόμενου να εκποιήσει τις μετοχές ώστε να μην προκληθεί σ' αυτόν ζημιά. Κατά συνέπεια και ενόψει όσων λέχθηκαν σχετικά στις υποθέσεις Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ (πιο πάνω), Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω), Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd (πιο πάνω), Θεοδώρα Ζερβού ν. Euroinvestment & Finance Public Limited (πιο πάνω) και τις λοιπές αποφάσεις που πιο πάνω αναφέρθηκαν, το δικαίωμα εκποίησης δεν δημιουργεί υποχρέωση στους δανειστές ώστε να τους καταλογισθεί αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος, ως είναι η εισήγηση του κ. Γεωργίου. Το δικαίωμα πώλησης των αξιών δεν δημιουργεί συμβατική υποχρέωση για πώληση τους καθότι αυτό θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 134 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και τη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο ενεχυρούχος δανειστής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης όταν το αποφασίσει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τρέχουσα τιμή αγοράς και όχι χαμηλότερη (βλ. σύγγραμμα Chitty On Contracts, Specific Contracts, 27η Έκδοση, σελ. 165, παρ. 32-097 και την υπόθεση Silven Properties Ltd and another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All E.R. 484). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan
(1989)3 All E.R. 839, ο δανειστής δεν καθίσταται εμπιστευματοδόχος των ενεχυριασθεισών αξιών και δεν έχει ευθύνη προς τον οφειλέτη αν δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, με συνέπεια η αξία τους να μειωθεί ή μηδενιστεί. Περαιτέρω, αν είχε δημιουργηθεί παρακαταθήκη σύμφωνα με το άρθρο 106 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, είναι προφανές ότι ο σκοπός της παράδοσης των αξιών ήταν να αποτελούν ενέχυρο προς εξασφάλιση των εναγόντων και ο θεματοφύλακας σε τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 110 δεν υπέχει ευθύνη για την απώλεια, καταστροφή ή χειροτέρευση των παρακατατεθέντων αγαθών αν κατέβαλε την επιμέλεια, την οποία θα κατέβαλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για δικά του παρόμοια αγαθά (βλ. άρθρο 109). Στην παρούσα υπόθεση η Euroinvestment άσκησε, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, το δικαίωμα πώλησης των μετοχών, αφού ειδοποίησε τον εναγόμενο, πωλώντας τις μετοχές στην τρέχουσα τιμή της αγοράς κατά τον χρόνο της πώλησης τους, και δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε αντίθετη επ' αυτού μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου (βλ. ειδικότερα Στέλιος Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω)). Κατά συνέπεια, ενόψει των δεδομένων της υπόθεσης, δεν μπορούν να αποδοθούν στην Euroinvestment και κατ' επέκταση στους ενάγοντες ενέργειες που να έχουν προκαλέσει ζημιά στον εναγόμενο, όπως αυτός ισχυρίζεται αλλά και ανταπαιτεί (βλ. σχετικά Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (πιο πάνω) όπου κρίθηκε ότι η νομολογία την οποία επικαλείται στη γραπτή του αγόρευση ο κ. Γεωργίου δεν τυγχάνει εφαρμογής στα περιστατικά περιπτώσεων όπως η παρούσα). Συνεπώς οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης της απαίτησής τους βάσει των πιο πάνω δεδομένων. Τα πιο πάνω διαπιστωθέντα καταδεικνύουν ότι η ανταπαίτηση του εναγόμενου εναντίον των εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει. Ως προς τα ποσά που ο εναγόμενος ανταπαιτεί από τους ενάγοντες, από τη μαρτυρία συνάγεται ότι δεν έχει αποδειχθεί η αξίωση του, εφόσον τα ποσά αυτά, ακόμη και αν αποτελούν την αξία των ενεχυριασθεισών μετοχών και εξασφαλίσεων κατά τον χρόνο λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, δεν μπορούν να αποδοθούν στον εναγόμενο, καθότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου περί αμέλειας και παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων της Euroinvestment και κατ' επέκταση των εναγόντων δεν έχουν αποδειχθεί εκ μέρους του, εν όψει των δεδομένων της υπόθεσης και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται δικαίωμα του για αποζημιώσεις ως η ανταπαίτηση του. Δεν αποδείχθηκε, επίσης, συμπεριφορά εκ μέρους των εναγόντων περιέχουσα ψευδείς παραστάσεις και που συνιστά απάτη ως δικογραφείται στην υπεράσπιση του εναγόμενου (Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc. (πιο πάνω) και Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω)). Δ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €78.986,51 (αντίστοιχου των £46.228,75), πλέον τόκο προς 10,5% από 22.5.2002 μέχρι 10.6.2002 και προς 9,5% από 11.6.2002, μέχρις εξοφλήσεως. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου εναντίον των εναγόντων απορρίπτεται, χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα εφόσον εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή. (Yπ.) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο