Raziye Djemil Cufi ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Djemil Cufi Suleyman ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αγωγή Αρ.: 4078/2010, 12/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 4078/2010 Μεταξύ: Raziye Djemil Cufi ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Djemil Cufi Suleyman, τέως από Γεροσκήπου Ενάγουσα -και- Γενικού Εισαγγελέα Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Εναγομένων Ημερομηνία: 12.1.2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μιχάλης Βλαδιμήρου Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2: κα Έλλη Φλωρέντζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α.
- Η αξίωση στην αγωγή Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να αναγνωρίζει το δικαίωμα της περιουσίας στην ενάγουσα βάσει των αρχών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και των Πρωτοκόλλων της. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να άρει την κηδεμονία της περιουσίας της ενάγουσας από τον εναγόμενο. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να καθορίζει ότι η ενάγουσα ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της Cemil Cufi Suleyman δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα της περιουσίας της όσον αφορά την περιουσία του αποβιώσαντος όπως περιγράφεται στην παράγραφο 3 της αγωγής χωρίς οιανδήποτε παρέμβαση από τους εναγομένους 1 και
- Δ. Δικηγορικά Έξοδα.» Α.
- Οι δικογραφημένοι από την Ενάγουσα ισχυρισμοί γεγονότων Η Ενάγουσα στηρίζει τις ως άνω αξιώσεις της στους ακόλουθους ισχυρισμούς γεγονότων, οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης επί του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος꞉
- «Η Ενάγουσα είναι τουρκοκύπρια και διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της Cemil Cufi Suleyman από το
- Η ενάγουσα είναι η μοναδική κληρονόμος του πατέρα της.
- Όλη η περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα της αποτελείται από ακίνητη ιδιοκτησία και ευρίσκεται στα χωριά Κολώνη και Γεροσκήπου της Eπαρχίας Πάφου υπό τα εξής στοιχεία꞉
- Αρ. Εγγραφής 00/5844 Φ/Σχ. 51/12 τεμάχιο 694 εμβαδό 11.037 τ.μ. Γεροσκήπου.
- Αρ. Εγγραφής00/6912 Φ/Σχ. 6010V01 τεμάχιο 71 Γεροσκήπου
- Αρ. Εγγραφής 00/2511 Φ/Σχ. 51/20 Τεμάχιο 355 Κολώνη
- Αρ. Εγγραφής 00/2537 Φ/Σχ. 51/28 Τεμάχιο 118 Κολώνη.
- Οι εναγόμενοι είναι οι κατά νόμον υπεύθυνοι για την παράνομη παραβίαση του δικαιώματος της περιουσίας της ενάγουσας.
- Οι εναγόμενοι παράνομα και αυθαίρετα και χωρίς κανένα νομικό έρεισμα θεώρησαν και θεωρούν ότι η περιουσία του αποβιώσαντος είναι υπό την κηδεμονία του εναγομένου 2 επειδή ο πατέρας της και η ίδια είναι Τουρκοκυπριακής καταγωγής.
- Η ενάγουσα εμποδίζεται από τους εναγόμενους να ασκήσει το δικαίωμα της περιουσίας της και τα τελευταία τέσσερα χρόνια προσπαθεί να πείσει τους εναγομένους ότι έχει τέτοιο δικαίωμα αλλά χωρίς να έχει κανένα αποτέλεσμα.
- Οι εναγόμενοι δεν έχουν πεισθεί μέχρι σήμερα ότι η ενάγουσα έχει δικαίωμα στην περιουσία της και συνεχίζουν να το παραβιάζουν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσον αφορά το δικαίωμα της περιουσίας και την απαγόρευση των διακρίσεων.». Α.3 Οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρουν οι Εναγόμενοι Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 εγείρουν στην Έκθεση Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ») που καταχώρισαν από 28/12/2010 αριθμό προδικαστικών ενστάσεων τις οποίες παραθέτω αυτούσιες πιο κάτω꞉ «
- Οι εναγόμενοι (εφεξής εναγόμενος) εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις και/ή ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και/ή δεν μπορεί να συνεχιστεί και/ή πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους꞉ 1.
- Η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να προωθεί ή και να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή ή και καταχράται τη δικαστική διαδικασία, αφού το θέμα για το οποίο εγείρεται η αγωγή έχει ήδη κριθεί και πρωτόδικα και κατ' έφεση (Πολιτ. Έφεση αρ. 331/2006) και δεν μπορεί να το ξαναπροβάλει. 1.
- Περαιτέρω η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας αγωγής και καταχράται τη δικαστική διαδικασία, αφού για το ίδιο ακριβώς ζήτημα εκκρεμεί και η αγωγή 2530/2008 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και η αγωγή 4193/2008 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. 1.
- Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει με την εκδίκαση και έκδοση απόφασης επί της παρούσας αγωγής πριν ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για τερματισμό της ύπαρξης δύο άλλων παράλληλων διαδικασιών για το ίδιο θέμα.». Α.4 Οι θέσεις της Υπεράσπισης επί της ουσίας Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας όπως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, εκτός από αυτούς που ρητά παραδέχεται στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι παραδέχονται μόνο το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης. Δεν παραδέχονται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας που εκτίθενται στις παραγράφους 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης, ενώ αρνούνται όλες τις άλλες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης꞉ · Όσον αφορά την παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης οι εναγόμενοι απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί παράνομης παραβίασης του δικαιώματος της επί της περιουσίας της. · Όσον αφορά την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης, οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στην Κύπρο λόγω της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού, όλες οι τουρκοκυπριακές περιουσίες περιήλθαν στον έλεγχο και/ή διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου Ν. 139/
- Το καθεστώς υπό το οποίο περιήλθαν υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα οι τ/κ περιουσίες, δεν έχει μεταβληθεί ή διαφοροποιηθεί και ως εκ τούτου, ορθά, νομότυπα και εντός των πλαισίων των καθηκόντων του, ο Κηδεμόνας διαχειρίζεται τις εν λόγω περιουσίες με σκοπό, αφενός, την προστασία τους και, αφετέρου, την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. · Όσον αφορά το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης, οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι ο Κηδεμόνας δεν στερεί το δικαίωμα ιδιοκτησίας και περιουσίας της ενάγουσας, αφού η κυριότητα της περιουσίας συνεχίζει και βάσει του Νόμου να ανήκει στον τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη και μπορεί να μεταβιβαστεί στους νόμιμους κληρονόμους του. Ο έλεγχος και/ή διαχείριση ανήκει στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί στην Κύπρο. · Όσον αφορά το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης, οι Εναγόμενοι το απορρίπτουν και ισχυρίζονται ότι ο Κηδεμόνας δεν παραβιάζει το δικαίωμα της ενάγουσας, αλλά αντίθετα έχει βάσει της νομοθεσίας δικαίωμα να διαχειρίζεται την περιουσία της, η οποία εγκατελείφθηκε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, προσωρινά, και μέχρι τη λήξη της έκκρυθμης κατάστασης. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εφαρμόζει τις αρχές που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη και τις οποίες δεσμεύεται ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εφαρμόσει, τις οποίες εφάρμοσε και στην παρούσα υπόθεση. Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεώσεις του που απορρέουν ως εκ της συμμετοχής του ως Κράτος στο Συμβούλιο της Ευρώπης και της εφαρμογής της Σύμβασης στο εσωτερικό της έννομης τάξης του. Ως εκ των ανωτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα και/ή η αξίωση της αποτελεί δεδικασμένο, και/ή δεν αποκαλύπτει βάσιμη ή και νέα αιτία αγωγής, γι' αυτό και οι εναγόμενοι αιτούνται την απόρριψη της αγωγής ως νομω και ουσία αβάσιμη με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι τα δικόγραφα έκλεισαν χωρίς να καταχωρηθεί Απάντηση από πλευράς ενάγουσας. Α.4 Η λήψη απόφασης για εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων κατά προτεραιότητα Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα, έχουν ερμηνευθεί στη βάση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και ειδικότερα των Διαταγών 27 και 30, με πλούσια νομολογία (Βλ., μεταξύ άλλων, Χ''Οικονόμου Ιωάννης Νικόλα ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, Castas Mavromoustaki v. Iacovos Ν. Yeroudss as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, 5 Maroula Athanassi Michaelides (Wife of Aiistotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichaeJ Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport (mi) 1 CLR 322). Οι αρχές αυτές καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Συνοψίζονται ως ακολούθως: (α) Σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. (β) Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). (γ) Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. (δ) Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Πάντως, σύμφωνα με τη Διαταγή 27, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να αποφασίσει προδικαστικό νομικό σημείο που εγείρεται στα δικόγραφα σε οποιοδήποτε στάδιο του φαίνεται κατάλληλο.[1] Συνεπώς, δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο από το να αποφασίσει αυτεπάγγελτα την κατά προτεραιότητα εκδίκαση νομικού σημείου, ακόμη και αν δεν το αιτηθούν οι διάδικοι, εφόσον φαίνεται σε αυτό ότι θα είναι καθοριστικό για την έκβαση της δίκης ή ενός ουσιώδους θέματος στη δίκη.[2] Στην παρούσα υπόθεση, αίτηση για ορισμό της υπόθεσης για οδηγίες του Δικαστηρίου δυνάμει της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καταχωρήθηκε από πλευράς της ενάγουσας στις 22/6/2011 και έτσι η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες στις 27.9.
- Ακολούθησε αριθμός δικασίμων σε στάδιο οδηγιών, αλλά ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή από το Δικαστήριο δυνάμει της Διαταγής 30.[3] Δεν καταχωρήθηκε ούτε οποιαδήποτε αίτηση δυνάμει της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για εκδίκαση κατά προτεραιότητα των εγερθέντων στην Ε/Υ προδικαστικών νομικών σημείων. Κατέληξε έτσι να ορίζεται η αγωγή για ακρόαση. Ενώπιόν μου η υπόθεση τέθηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 30/9/2013 και κατόπιν αναβολών που ζητήθηκαν από αμφότερους τους διαδίκους, κατέληξε να επαναορίζεται για ακρόαση στις 3/6/
- Μία ημέρα προηγουμένως, ήτοι στις 2/6/2014, ο συνήγορος της ενάγουσας επανακαταχώρισε[4] αίτηση για παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ, η οποία και ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για ακρόαση στις 10/9/
- Υπό το φως αυτής της εξέλιξης, και έχοντας κατά νου ότι, σύμφωνα με τη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, εναπόκειται στα εθνικά Δικαστήρια να αποφασίσουν την οργάνωση της δίκης βάσει των δικονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται σε αυτά και κατ' επέκταση να αποφασίσουν σε ποιο στάδιο είναι καταλληλότερο να εξετάσουν μια αίτηση για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ, ενημέρωσα, κατά τη δικάσιμο ημερ. 3/6/2014, τους συνηγόρους των μερών ότι θα ήταν καταλληλότερο όπως ακουσθούν κατά προτεραιότητα οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται στην Ε/Υ των Εναγομένων αρ. 1 και
- Έλαβα υπόψη το γεγονός ότι αυτές έχουν δικαιοδοτικό χαρακτήρα και πως μόνον εφόσον ξεκαθαρίσει το ζήτημα κατά πόσον το παρόν Δικαστήριο δύναται να υπεισέλθει σε εκδίκαση της υπόθεσης, θα έχει νόημα η εξέταση αίτησης για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ των ερωτημάτων που εγείρει η ενάγουσα και τα οποία άπτονται της ουσίας της υπόθεσης όπως η ενάγουσα την αντιλαμβάνεται και επιθυμεί να προωθήσει. Αξίζει εδώ να σημειώσω ότι δεν υπήρξε διαφωνία από οποιονδήποτε εκ των συνηγόρων των διαδίκων σε ό,τι αφορά την προδιαγραφείσα από το Δικαστήριο οργάνωση της δίκης. Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση των προδικαστικών ενστάσεων της Ε/Υ στις 10/9/2014 και αναβλήθηκε εκ συμφώνου για τις 10/11/2014, ημερομηνία κατά την οποία η ακρόαση διεξήχθη κανονικά και η απόφαση επιφυλάχθηκε. Β. Η ακρόαση των προδικαστικών ενστάσεων Κοινή ήταν η θέση των μερών ότι, προκειμένου να κριθούν οι προδικαστικές ενστάσεις, θα ήταν κατάλληλο να δοθεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από την Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αναφορικά το περιεχόμενο του φακέλου της εκκρεμούσας αγωγής υπ' αριθ. 4193/2008, η οποία υπεισέρχεται στην εξέταση της προδικαστικής ένστασης όπως αυτή δικογραφείται στην παρα. 1.
- στην Ε/Υ. Όσον, δε, αφορά την άλλη αγωγή για την οποία γινόταν λόγος στο πλαίσιο της ίδιας προδικαστικής ένστασης, ήτοι την αγωγή υπ' αριθ. 2530/2008 που είχε καταχωρηθεί από την ενάγουσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, ενημερώθηκα από το συνήγορο της ενάγουσας ότι αυτή είχε ήδη αποσυρθεί και συνεπώς δεν ετίθετο θέμα προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας σε σχέση με τη δικογραφία εκείνης. Τέλος, όσον αφορά την απόφαση στην Πολιτ. Έφεση αρ. 331/2006, για την οποία έγινε λόγος στην προδικαστική ένσταση που δικογραφήθηκε στην παρα. 1.1 της Ε/Υ, σημειώνω ότι αυτή έχει ήδη δημοσιευθεί, ως επίσης και η εκδοθείσα στην πρωτόδικη διαδικασία απόφαση, γι' αυτό και δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος προσκόμισης μαρτυρίας του Πρωτοκολλητή. Κατά τη δικάσιμο, ημερ. 10.11.2014, η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και υπεύθυνη του Τμήματος Αγωγών, κα. Γιόλη Μακρίδου, έδωσε μαρτυρία αναφορικά με το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής αρ. 4193/2008, τον οποίο φάκελο έχει στη φύλαξη και κατοχή της υπό την προαναφερθείσα επαγγελματική της ιδιότητα. Δεν υπήρξε αντεξέταση της Πρωτοκολλητού. Β.1 Αναφορικά με την αγωγή 4193/2008 Από τα στοιχεία του φακέλου της αγωγής 4193/2008 προκύπτουν τα εξής꞉- (α) Η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή είναι το ίδιο πρόσωπο με την ενάγουσα (και δη υπό την ίδια ιδιότητα) και στην αγωγή 4193/
- Εναγόμενος στην 4193/2008 είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών. Στην παρούσα αγωγή η Κυπριακή Δημοκρατία ενάγεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα ως εναγόμενος αρ. 1 και ξεχωριστά ο Κηδεμόνας Τ/Κ περιουσιών ως Εναγόμενος αρ.
- (β) Οι αξιώσεις της Ενάγουσας στην αγωγή 4193/2008 εμπερικλείουν την κύρια αξίωση που έχει η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή, όπως δηλαδή αρθεί η κηδεμονία της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της ενάγουσας από τον εναγόμενο και αναγνωρισθεί στην ενάγουσα το δικαίωμα διαχείρισης της εν λόγω περιουσίας χώρίς έγκριση ή άδεια του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Επιπρόσθετα, αξιώνει αποζημιώσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παρα. 17 της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή 4193/2008, «Η Ενάγουσα αξιοί και αιτείται꞉ Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δικαιούται να χρησιμοποιήσει, εκμεταλλευθεί και/ή μεταβιβάσει την περιουσία της στον Κώστα Φιλίππου χωρίς να χρειάζεται έγκριση από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες του Νόμου 139/91 δεν είναι συμβατές με τις αρχές του κοινοτικού δικαίου όσον αφορά το θεμελιώδες δικαίωμα της περιουσίας, της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην εναγόμενη να χρησιμοποιεί τις διατάξεις του Νόμου 139/91 με αποτέλεσμα να στερεί από την ενάγουσα το δικαίωμα της περιουσίας της και να την μεταχειρίζεται άνισα σε σχέση με άλλους πολίτες της Δημοκρατίας. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην εναγόμενη να ενεργεί παράνομα παραβιάζοντας τις διατάξεις της οδηγίας 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου ημερ. 29 Ιουνίου 2000 που αφορούν την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Ε. Αποζημιώσεις. Ζ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία. Η. Έξοδα.». (γ) Οι ισχυρισμοί γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή 4193/2008 δικογραφούνται ως εξής꞉
- «Η Ενάγουσα είναι τουρκοκυπριακής καταγωγής είναι διαχειρίστρια και μοναδική κληρονόμος της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της Djemil Cufi.
- Η περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα της αποτελείται μόνον από ακίνητη ιδιοκτησία και βρίσκεται στο χωριό Γεροσκήπου της Πάφου.
- Η Εναγόμενη είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το Μάιο του
- Η Ενάγουσα επιθυμούσε και επιθυμεί όπως μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του πατέρα της πωληθεί ούτως ώστε να εξοφλήσει τα χρέη που της άφησε ο πατέρας της να χρησιμοποιήσει το υπόλοιπο για πανεπιστημιακή εκπαίδευση ενός εκ των θυγατέρων της στο Λονδίνο και ιατρική περίθαλψη της άλλης θυγατέρας της.
- Η Εναγόμενη με βάση τον Νόμο 139/91 (περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών) δεν της επιτρέπει να εξασκήσει το δικαίωμα πώλησης ισχυριζόμενη ότι όλες οι τουρκοκυπριακές περιουσίες έχουν περιέλθει υπό την κηδεμονία του Υπουργού Εσωτερικών.
- Η ενάγουσα θεωρεί ότι η εναγόμενη παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο με το να της στερεί το δικαίωμα της περιουσίας της.
- Κατά την ακροαματική διαδικασία στο επαρχικαό Δικαστήριο Λευκωσίας η ενάγουσα αναφέρθηκε στις πρόνοιες του Ν.139/91 και εάν οι διατάξεις αυτές τυγχάνουν συμβατότητας με τις αρχές της κοινοτικής έννομης τάξης.
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας απεφάσισε ότι οι εξουσίες που ο Νόμος 139/91 δίδει στον Κηδεμόνα Τ/Περιουσιών δεν μπορούν να τύχουν καμιάς αμφισβήτησης και απέρριψε το αίτημα της ενάγουσας χωρίς να κάμει καμιά αναφορά στο κοινοτικό δίκαιο.
- Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στο Ανώτατο Δικαστήριο βασιζόμενη στην παράλειψη του Επαρχιακού Δικαστηρίου να αποφασίσει βάσει των αρχών του κοινοτικού δικαίου αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο στις 19 Σεπτεμβρίου 2008 απέρριψε την έφεση στηριζόμενο στις πρόνοιες του Ν.139/
- [...]
- Η εναγόμενη δια αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου όφειλε να εφαρμόσει τις επιταγές που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη και είναι δεσμευμένη ως κράτος μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης να εφαρμόσει τις ρυθμίσεις αυτές κατά τρ΄ποπον που να μην αντιβαίνουν στις προαναφερθείσες επιταγές.
- Η εναγόμενη είχε και έχει υποχρέωση να μην παρεμποδίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ενάγουσα να ασκήσει το δικαίωμα της περιουσίας καθ' ότι το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης.
- Η εναγόμενη ως κράτος μέλος αγνόησε παντελώς τις αρχές κοινοτικού δικαίου όσον αφορά το δικαίωμα της περιουσίας της ενάγουσας και συνεχίζει την εφαρμογή του Νόμου 139/91 ο οποίος περιέχει πρόνοιες οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την αρχή της ίσης μεταχείρισης όπως επιβάλλεται στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν από το κοινοτικό δίκαιο και από τη νομολογία του ΔΕΚ.
- Η εναγόμενη υπέχει ευθύνη για τη μη εφαρμογή από το Ανώτατο Δικαστήριο του Άρθρου 234ΕΚ τρίτη παράγραφος για παραπομπή του ζητήματος για προδικαστική απόφαση από το ΔΕΚ όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2000/43/ΕΚ για ίση μεταχείριση, ορθή εφαρμογή και συμβατότητα με τις πρόνοιες του Νόμου 139/
- Η εναγόμενη φέρει ευθύνη για τη ζημιά που προκάλεσε στην ενάγουσα με τη μη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από όλα τα όργανα του κράτους με αποτέλεσμα τη στέρηση του δικαιώματος της περιουσίας της και τη μη αναγνώριση της αρχής της ίσης μεταχείρισης που δικαιούται βάσει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
- Λόγω των πιο πάνω, η ενάγουσα μέχρι τον Οκτώβριο του 2008 έχει υποστεί ζημιές ανερχόμενες σε €2.000.000 ένεκα της μη εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από τα όργανα του κράτους με αποτέλεσμα τη στέρηση της περιουσίας της ενάγουσας.». (δ) Εκκρεμεί στο φάκελο της αγωγής 4193/2008, όπως και στην παρούσα αγωγή, αίτηση που καταχώρισε η ενάγουσα για παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ βάσει του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ. Η εν λόγω αίτηση στην αγωγή 4193/2008 προσέκρουσε στην ένσταση της εναγομένης, με αποτέλεσμα η εν λόγω αίτηση να εκκρεμεί για ακρόαση ενώπιον του δικάζοντος την αγωγή 4193/
- Β.2 Αναφορικά με την Αίτηση αρ. 128/2004 ενώπιον του Ν. Σάντη, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) Από το κείμενο της απόφασης που εκδόθηκε πρωτόδικα στην ως άνω αίτηση, προκύπτουν τα εξής στοιχεία꞉ (α) Η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή είναι το ίδιο πρόσωπο και υπό την ίδια ιδιότητα με την αιτήτρια στην ως άνω Αίτηση αρ. 128/2004, ήτοι η Raziye Djemil Cufi ως η διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της, Cemil Cufi. Επίσης, οι Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή εμφανίσθηκαν ως Καθ' ων η αίτηση στην αίτηση αρ. 128/
- (β) Η αξίωση της Αιτήτριας στην Αίτηση αρ. 128/2004 ήταν η έκδοση διατάγματος έγκρισης πώλησης του κτήματος με αριθμό εγγραφής 5844 στη Γεροσκήπου, το οποίο αποτελεί μέρος της περιουσίας του πατέρα της. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια, η οποία μετά το θάνατο του πατέρα της και την αποποίηση από τη μητέρα της του κληρονομικού μεριδίου της κατέστη η μόνη κληρονόμος και διαχειρίστρια της περιουσίας του, με αίτησή της, σύμφωνα με τον περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Νόμο, Κεφ. 189, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως εγκρίνει την πώληση του συγκεκριμένου κτήματος στη Γεροσκήπου σε κάποιον Κώστα Φιλίππου, με τον οποίο αυτή συμφώνησε την πώληση του πιο πάνω κτήματος υπογράφοντας προς τούτο πωλητήριο έγγραφο. Στην αίτησή της, ανέφερε ότι ο πατέρας της δημιούργησε μεγάλα χρέη, τα οποία ανέλαβε η ίδια να αποπληρώσει και ότι, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του. (γ) Η αίτηση αρ. 128/2004 στηριζόταν στα άρθρα 31, 32, 33, 51 και 53
(1)(στ) του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, στη Δ.48, Θ1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος, κατ' επίκληση των προνοιών του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991, (Ν. 139/91), (όπως τροποποιήθηκε), και δεδομένου ότι ο αποβιώσας κατά το χρόνο του θανάτου του είχε τη μόνιμη διαμονή του στις τουρκοκρατούμενες περιοχές της Δημοκρατίας, συνάντησε την ένσταση, υποστήριξε ότι το αίτημα δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό. (ε) Ανάμεσα στα επίδικα θέματα που είχε εγείρει ο συνήγορος της Αιτήτριας όπως αυτά καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση του Ν. Σάντη, Α.Ε.Δ (όπως ήταν τότε), επί της αίτησης ήταν και το εξής: «Ο κ. Βλαδιμήρου εισηγήθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Τόνισε ότι η στέρηση από την αιτήτρια, των υπηρεσιών του κράτους για τη διαχείριση της επίδικης περιουσίας λόγω του γεγονότος ότι ο αποβιώσας είναι τουρκοκύπριος και μόνον, αντίκειται στην Οδηγία 2000/43ΕΚ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στον Περί Ίσης Μεταχείρισης Προσώπων Άσχετα από Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή Νόμο 59(I)/04 και στον Περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμο 42(I)/
- Υπογράμμισε επίσης ότι, μετά την κύρωση της συνθήκης προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τον Περί της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Κυρωτικό) Νόμο 35(III)/03, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καθορίζονται από τη Συνθήκη έχουν άμεσο αποτέλεσμα εντός της Δημοκρατίας και υπερέχουν έναντι κάθε άλλης νομοθετικής ή κανονιστικής πρόνοιας. Στη βάση αυτού του σκεπτικού, κατέληξε, αν ορθώς αντιλήφθηκα, στο ότι ο Ν.139/91, δεν είναι συμβατός με το ευρωπαϊκό δίκαιο και συνεπώς, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών («ο Κηδεμόνας»), δε νομιμοποιείται να ενίσταται στην αίτηση.». (στ) Ως προς το πιο πάνω επίδικο ζήτημα, το Δικαστήριο περιέλαβε στην αιτιολογία της απόφασής του την εξής παράγραφο: «Δεν έχει εγερθεί ευθέως και με την απαιτούμενη σαφήνεια, θέμα αντισυνταγματικότητας του Ν.139/
- Τουλάχιστον αυτή είναι η αντίληψη που αποκόμισα από την αγόρευση του κ. Βλαδιμήρου. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα και με βάση την αρχή ότι θέματα αντισυνταγματικότητας εξετάζονται μόνον εφόσον τούτο κρίνεται απαραίτητο για να αποφασιστεί η έκβαση της υπόθεσης και με δοσμένο ότι η αίτηση, ούτως ή άλλως, δε μπορεί να επιτύχει για τους λόγους που αναφέρθηκαν, η εξέταση ενός τέτοιου ζητήματος δε θα ήταν, εδώ, ορθή (βλ. Δήμος Αγίου Αθανασίου v Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Υπόθ. 374/01, ημ.30.1.04 (Ολομέλεια).». Β.
- Αναφορικά με τα κριθέντα κατ' έφεση στην Π.Ε. 331/2006 Με απόφαση ημερ. 19.9.2008, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε την έφεση που καταχωρήθηκε κατά της απόφασης στην Αίτηση αρ. 128/2004 και την απέρριψε. Εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, από το Εφετείο και «η θέση της εφεσείουσας ότι η στέρηση του δικαιώματος διαχείρισης της επίδικης περιουσίας, εκ του γεγονότος ότι ο αποβιώσας είναι Τουρκοκύπριος, αντίκειται στην Οδηγία 2000/43ΕΚ, στον περί Ίσης Μεταχείρισης Προσώπων (Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή) Νόμο του 2004, (Ν. 59(Ι)/2004), και στον περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμο του 2004, (Ν. 42(Ι)/2004).» Όπως παρατήρησε το Εφετείο, «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθοδηγούμενο από νομολογία, κατέληξε, στη βάση και του παραδεκτού γεγονότος ότι ο αποβιώσας κατά το χρόνο του θανάτου του διέμενε μονίμως στις κατεχόμενες περιοχές, στις οποίες μονίμως διαμένει και η διαχειρίστρια, ότι η περιουσία, στην οποία αφορά η αίτηση, εμπίπτει στα πλαίσια του ορισμού «τουρκοκυπριακή περιουσία» - (Άρθρο 2 του Ν. 139/91) και ότι αυτή, με το διορισμό του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, (ο «Κηδεμόνας»), περιήλθε στην κατοχή του. Ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Ν. 139/91 δεν εξέτασε, αφού, καθώς έκρινε, αυτό δεν είχε εγερθεί ευθέως. Η συνταγματικότητα, άλλωστε, του Ν. 139/91 έχει ήδη αποφασιστεί στην Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275.». Προχώρησε το Εφετείο σε εξέταση του λόγου έφεσης περί του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο - «αγνόησε παντελώς την υπεροχή του Κοινοτικού Δικαίου, η οποία αναγνωρίζεται με τον περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2006 (Ν. 127(Ι)/2006).» Λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείου, οι εισηγήσεις του συνηγόρου της Εφεσείουσας, οι οποίες περιγράφονται στην εξής περικοπή: «Ο συνήγορος μας παρέπεμψε σε νομοθετικές πρόνοιες του Ν. 59(Ι)/2004, με τις οποίες απαγορεύονται διακρίσεις στη βάση φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, και εισηγήθηκε ότι η διαφορετική μεταχείριση της αιτήτριας, εκ του γεγονότος ότι αυτή είναι Τουρκοκύπρια, έρχεται σε αντίθεση με προστατευόμενα δικαιώματα και ελευθερίες, όπως αυτές καθορίζονται από τα Άρθρα 5 και 6 του Ν. 42(Ι)/2004. Σχετική η τοποθέτηση του Εφετείου ως προς τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης ως περιγράφεται στην εξής περικοπή: «Το επόμενο που θα εξετάσουμε είναι κατά πόσο ο Ν. 139/91περιορίζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη να πωλεί και μεταβιβάζει την ακίνητη ιδιοκτησία του - (Άρθρο 23 του Συντάγματος) - γιατί αυτό αντιλαμβανόμαστε να εννοεί ο συνήγορος, όταν εισηγείται ότι ο Ν. 139/91έρχεται σε αντίθεση με το Ν. 42(Ι)/2004, οι διατάξεις του οποίου διασφαλίζουν την απόλαυση των «δικαιωμάτων και ελευθεριών που προβλέπονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και θεμελιωδών Ελευθεριών και στα Πρωτόκολλα της, σε άλλες Ευρωπαϊκές Συμβάσεις και Συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών που κύρωσε η Κυπριακή Δημοκρατία, και στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας» χωρίς φυλετικές διακρίσεις. Το Προοίμιο του Ν. 139/91 προβλέπει ότι:- «Επειδή, συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία. Και επειδή για την προστασία των περιουσιών αυτών κατέστη απαραίτητη η άμεση λήψη μέτρων. Και επειδή μεταξύ των μέτρων που λήφθηκαν περιλαμβανόταν και η διαχείριση των περιουσιών αυτών από ειδική επιτροπή που συστάθηκε με διοικητικές διευθετήσεις. Και επειδή κατέστη αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση του θέματος των Τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία. Για όλα αυτά η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:» Σκοπός του Ν. 139/91, όπως προκύπτει από το προοίμιό του, είναι η διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν από τους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες τους. Με τον πιο πάνω Νόμο, δε σκοπείται η, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στέρηση της περιουσίας τους, στη βάση εθνοτικής καταγωγής, αλλά η προστασία της και η προσωρινή διαχείρισή της από τον Κηδεμόνα μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε από την τουρκική εισβολή. Κριτήριο δεν είναι η καταγωγή του ιδιοκτήτη, αλλά εάν η περιουσία του εγκαταλείφθηκε. Το Κράτος, το 1974, βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κατάσταση καταστροφής, που δημιούργησε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συνεπώς, είχε καθήκον να λάβει μέτρα, έστω και αν αυτά περιέχουν περιορισμούς. Η μαζική μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων και η εγκατάλειψη από αυτούς των περιουσιών τους στις περιοχές οι οποίες ελέγχονται από το Κράτος επέβαλλε την ανάγκη αυτές να προστατευθούν, προς όφελος των ιδιοκτητών τους, όπως, άλλωστε, αναφέρεται στο προοίμιο του Ν. 139/91, το οποίο, συνήθως, δηλώνει τα γεγονότα ή την κατάσταση για την οποία ο νομοθέτης προτίθεται να θεσπίσει το νόμο που ακολουθεί - (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1153). Το ίδιο ζήτημα εξετάστηκε στην Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. [*993]Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., (πιο πάνω), στην οποία το Εφετείο κατέληξε ότι το Άρθρο 2 του Ν. 139/91 δεν καταστρατηγεί το Άρθρο 23 του Συντάγματος και ότι συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες δικαιολογούνται στη βάση του δικαίου της ανάγκης. Τα περί διακρίσεως, επειδή η αιτήτρια είναι Τουρκοκύπρια, δεν έχουν έρεισμα, αφού ο Κηδεμόνας δε διαχειρίζεται όλες τις περιουσίες που ανήκουν στα μέλη της τουρκικής κοινότητας αλλά μόνο εκείνες των οποίων οι ιδιοκτήτες, τον Ιούλιο του 1991, δεν βρίσκονταν στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας. Οι αρμοδιότητες του Κηδεμόνα καθορίζονται από τα Άρθρα 5 και 6 του Ν. 139/91. Με το Άρθρο 5 αυτού, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 59(Ι)/2003, ο Κηδεμόνας, κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται από το Νόμο, θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της. Η γενικότητα των αρμοδιοτήτων του Κηδεμόνα, όπως αυτές καθορίζονται στο Άρθρο 5 του Ν. 139/91, δεν επηρεάζεται από τις αρμοδιότητες που εξειδικεύονται στο Άρθρο 6 αυτού. Από τις πιο πάνω διατάξεις, είναι φανερό ότι ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του, η οποία εξακολουθεί να του ανήκει, υπό τους προσωρινούς περιορισμούς του Ν. 139/91, οι οποίοι θα αρθούν με τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης, που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής. Ο Κηδεμόνας, στον οποίο έχει περιέλθει η κατοχή και διαχείριση κάθε τουρκοκυπριακής περιουσίας που έχει εγκαταλειφθεί, είναι το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται στη διαχείρισή της και δεν μπορεί να παρακάμπτεται - (βλ. Korkut Perihan ν. Γεωργίου, διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου
(2008)1 Α.Α.Δ. 905). Η έφεση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον της εφεσείουσας.». Γ. Οι εκατέρωθεν αναπτυχθείσες εισηγήσεις των συνηγόρων ως προς τις προδικαστικές ενστάσεις στην παρούσα αγωγή Η συνήγορος των Εναγομένων αγόρευσε θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου τα ακόλουθα꞉ «Η παρούσα υπόθεση είναι συνέχεια μιας σειράς αντιδικίας που είχε η ενάγουσα με τη Δημοκρατία από το 2004. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα με αίτηση αρ. 128/04 ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της στο Ε/Δ Λευκωσίας Δικαιοδοσία Διαθηκών ζήτησε έκδοση Διατάγματος Έγκρισης Πώλησης Κτήματος Αρ. 5844 στη Γεροσκήπου που αποτελούσε μέρος της περιουσίας του πατέρα της. Εφεσιβλήθηκε η διαδικασία και εκδόθηκε απόφαση κατ' έφεση (απόφαση αρ. 331/2006, ημερ. 19/9/2008). Σε εκείνην την υπόθεση είχαν τεθεί μεταξύ άλλων και θέματα που άπτονται της εφαρμογής κοινοτικού κεκτημένου αναφορικά με την απαγόρευση φυλετικών διακρίσεων. Το Εφετείο έκρινε ότι καμία παραβίαση δεν υπήρχε. Θεωρεί ότι δεν έπρεπε να επιτραπεί η έφεση. Ο Νόμος του Κηδεμόνα δεν αντίκειται σε ευρωπαϊκό νόμο. Ομολογουμένως όμως, σ' εκείνην την υπόθεση το αντικείμενο ήταν η πράξη αγοραπωλησίας. Παρόλα αυτά και ένεκα της πράξης αγοραπωλησίας τα ζητήματα που απασχολούν την παρούσα υπόθεση, δηλ. το δικαίωμα απόλαυσης της περιουσίας υπό το πρίσμα της εφαρμογής ευρωπαϊκών νομοθεσιών, είτε στο πλαίσιο της ΕΕ είτε στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης είχαν εξεταστεί και από τα δύο δικαστήρια. Το δικαίωμα απόλαυσης της περιουσίας είναι ευρύτερο από το δικαίωμα πώλησης. Αφ' ης στιγμής κρίθηκε το δικαίωμα πώλησης, τούτο κρίθηκε κατόπιν εξέτασης του ευρύτερου δικαιώματος απόλαυσης της περιουσίας, υπό το πρίσμα των συνθηκών που οδήγησαν την Κυπριακή Δημοκρατία στη θέσπιση του Ν.139/1991, όπως αυτός τροποποιήθηκε. Θα ξεκινήσω με την αγωγή 4193/2008 που είναι παλαιότερη από την υπό εκδίκαση στην παρούσα. Σε εκείνην η ίδια ενάγουσα, ως διαχειρίστρια, ζητεί στην παρα. 17 της Ε/Α η οποία συνοψίζει το αιτητικό της, δήλωση του Δικαστηρίου αναγνωρίζουσα το δικαίωμα της ενάγουσας σε απόλαυση και εκμετάλλευση της περιουσίας της, δήλωση ότι οι πρόνοιες της νομοθεσίας 139/1991 είναι ασυμβίβαστες με τις αρχές του κοινοτικού δικαίου όσον αφορά το δικαίωμα απόλαυσης της περιουσίας της και έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης φυλετικών διακρίσεων. Επίσης, ζητεί διάταγμα, με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη να χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη περιουσία ή να τη διαχειρίζεται όπως οι πρόνοιες της νομοθεσίας επιβάλλουν. Τέλος, ζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην Εναγομένη να ενεργεί παράνομα παραβιάζοντας την Οδηγία 2000/43/ΕΚ. Αυτά τα ζητηματα όπως περιγράφονται στην αγωγή 4193/08 συνοψίζονται σε ένα και μόνο θέμα. Το θέμα απαγόρευσης απόλαυσης της περιουσίας της Ενάγουσας από το Κράτος και σύγκρουσης της νομοθεσίας του Νόμου 139(Ι)/91 με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η δε ανάλυση που προηγείται έχει ως στόχο να καταδείξει παραβίαση του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Στην αγωγή 4078/10 που είναι μεταγενέστερη και εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου σας, με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο η Ενάγουσα αξιώνει δήλωση ως τα Α, Β και Γ (διαβάζει). Στο στάδιο τούτο θέλω να τονίσω ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού κεκτημένου αφού το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει υιοθετήσει αυτή τη Σύμβαση ως μέρους του Δικαιικού της συστήματος. Δεν αμφισβητείται από τον κ. Βλαδιμήρου. Με αυτό το δεδομενο θεωρώ ότι το νομικό πλαίσιο των δύο υποθέσεων ομοιάζει. Στην απόφαση του στην 128/04 ο κ. Σάντης Α.Ε.Δ όπως ήταν τότε αναφέρθηκε στις εισηγήσεις του κ. Βλαδιμήρου για την εφαρμογή της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ της Ε.Ε και εξέτασε τους ισχυρισμούς του στα πλαίσια της ενώπιον του υπόθεσης. Το Δικ κατέληξε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση με ανάλυση της μέχρι τότε νομολογίας . Άρα η θέση μου είναι ότι τα ζητήματα του ευρωπαϊκού δικαίου είτε αφορά την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε αφορά τη Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχαν κριθεί πρωτόδικα και κατ' έφεση. Θέση μου είναι ότι εφαρμόζεται και το δεδικασμένο στην παρούσα υπόθεση διότι υπάρχει ισχυρότατο κώλυμα σε σχέση με αιτία αγωγής και επίδικο θέμα μεταξύ ιδίων διαδίκων. Παπαπέμπω στην απόφαση Υπουργού Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ν. Θεοδόση Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ 120.». Ο συνήγορος της Ενάγουσας, κ. Βλαδιμήρου, ανέπτυξε τη δική του επιχειρηματολογία ως εξής꞉ «Οι ενστάσεις είναι δύο. Μια που αφορά την αγωγή 4193/2008 και λέγω ότι επειδή στην Π.Ε 331/06 αποφασίστηκε από το Ανωτατο Δικαστήριο ότι η πρωτόδικη απόφαση του κ. Σάντη ήταν ορθή, η Ενάγουσα καταχώρισε την αγωγή 4193/08 εναντίον του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο βάσει του Ευρωπαϊκού Δικαίου θεωρείται όργανο του κράτους ότι δεν εφάρμοσε το δίκαιο της Ε.Ε. Άρα στα όσα έχει αναφερθεί η συνάδελφος αποκρούονται. Για το Ευρωπαϊκό Δίκαιο δεν έχω πάρει μέχρι τώρα καμία απάντηση των ερωτημάτων που έχω εγείρει από το 2004 μέχρι το
- Το ζήτημα της συμβατότητας του Νόμου με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο δεν έχει κριθεί. Η αγωγή ενώπιον Ε.Δ. Πάφου αποσύρθηκε, για να γίνει αίτηση - προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Διαφωνώ για το δεδικασμένο διότι οι αποφάσεις των δύο δικαστηρίων δεν ασχοληθήκαν καθόλου με το Ευρωπαϊκό δίκαιο. Δύο Νόμοι, 42/2004 και 59/2004, μιλούν για την ισοτιμία όλων των πολιτών της Ε.Ε. ανεξαρτήτως φυλής θρησκείας.». Ανέφερε, επίσης, ο κ. Βλαδιμήρου πως η αγωγή αρ. 4193/2008 καταχωρήθηκε υπό το φως της Απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως ήταν τότε, της 30ής Σεπτεμβρίου 2003 στην υπόθεση C-224/01, Gerhard Köbler και Republik Österreich, Συλλογή 2003 Ι-
- Δ. Νομική πτυχή Δ.
- Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση περί δεδικασμένου (βλ. παρα. 1.
- της Ε/Υ) Αντλώντας καθοδήγηση από το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 914 , 921- 936, συνοψίζω τις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου: (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να το πράξει (R v West
(1962)2 All ER 624, R v Kent Justices, Ex parte Machin
(1952)1 All ER 1123) και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα (Alikhani ν Προδρόμου και Άλλης ΠΕ 22/09, ημερ. 10.4.12, Thoday v Thoday
(1964)1 All ER 341). (β) Η εφαρμογή του δεδικασμένου μπορεί να πάρει και τη μορφή κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής [cause of action estoppel] και κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα [cause of issue estoppel] (Liberty Life Insurance Public Co Ltd v Terzian και τώρα Παναγιώτου, ΠΕ 151/10, ημερ.7.3.14, Θεοδώρου ν Μάντη
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1036, Υπουργός Εσωτερικών ν Μυλωνά
(2002)1(Α) ΑΑΔ 120). (γ) Kώλυμα λόγω αιτίας αγωγής. (i) Η τελεσιδικία των διαφορών μεταξύ των διαδίκων αποτελεί βασική πτυχή στην πολιτική του δικαίου (Impregilo SPA v Damiatta Shipping Co Ltd και Άλλων
(2003)1(Α) ΑΑΔ 1). Ως εκ τούτου, όταν ο διάδικος παραλείψει (λόγω αμέλειας, απροσεξίας, ατυχήματος ή άλλως πως), να προβάλει είτε με δικόγραφα είτε με την παρουσίαση μαρτυρίας, οτιδήποτε θα μπορούσε να υποστηρίξει τις εισηγήσεις του, κωλύεται κατά κανόνα από το να προβάλει μετέπειτα το ίδιο θέμα σε μια νέα δικαστική διαδικασία (Henderson v Henderson (1843-60) All ER Rep 378). Αυτό συμβαίνει διότι διαφορετικά η δικαστική διαδικασία θα διαιωνιζόταν κατ' επιλογήν των διαδίκων με τμηματική εκδίκαση των αντιδικιών τους (KSR Comercio E Industria De Papel SA και Άλλοι ν Bluecoral Navigation Limited
(1995)1 ΑΑΔ 309), στη βάση απεριόριστων δικονομικών και ουσιαστικών προσχημάτων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ισοδυναμούν με συγκεκαλυμμένη έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης (Joint Stock Company 'Aeroflot- Russian Airlines v Berezovsky & Another
(2014)EWCA Civ 20, Varniene v Lithuania
(2013)ECHR 1119). (ii) Ο κανόνας του κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπιν λογικής έρευνας στα δικόγραφα εκτός από εκείνες στις οποίες θεμελίωσε ήδη την απαίτησή του (Kλεόπα ν Αντωνίου 20021(Α) ΑΑΔ 58, Theori and Another v Djoni and Another
(1984)1 CLR 296, κ.α). (iii) Ο κανόνας του κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής εφαρμόζεται και σε υποθέσεις διαχείρισης περιουσιών (βλ. Public Trustee v Kenward
(1967)1 All ER 870). (δ) Κώλυμα λόγω βάσης αγωγής Σε μετέπειτα διαδικασία, η βάση αγωγής μεταξύ των διαδίκων μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνην που είχε εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία. Παρ' όλα αυτά, οι διάδικοι δεσμεύονται από τα γεγονότα και τα νομικά σημεία που είχαν αποτελέσει το αντικείμενο της πρώτης διαδικασίας (βλ. Marriot v Hampton (1775 - 1802) All ER Rep 631). (ε) Κώλυμα που αφορά σε επίδικο θέμα Μια βάση αγωγής μπορεί να εμπεριέχει πολλά επίδικα θέματα που πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο για να αποφασίσει αν θα την αποδεχθεί ή απορρίψει. Η έκδοση απόφασης στο επίδικο ζήτημα εμποδίζει τους διαδίκους από του να το επαναφέρουν προς εξέταση. Στην Arnold v Others v National Westminster Bank Plc
(1991)3 All ER 41 το Εφετείο επεσήμανε ότι ο κανόνας του κωλύματος που αφορά σε επίδικο θέμα δεν εφαρμόζεται όταν: (
- i)εντοπίζεται νέα μαρτυρία που δεν μπορούσε να εξευρεθεί όταν εξεταζόταν το επίδικο θέμα στην προηγούμενη διαδικασία, (
- ii)αποδεικνύεται ότι η απόφαση ήταν νομικώς εσφαλμένη. (στ) Ανεξαρτήτως αν η αρχή του δεδικασμένου βασίζεται σε κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής ή σε κώλυμα που αφορά σε επίδικο θέμα, η εφαρμογή της προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών όρων, ήτοι: (
- i)Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη. H απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη σε αντίθεση με ενδιάμεση απόφαση που δεν επιτρέπει εφαρμογή του δεδικασμένου διότι δεν θεωρείται συνήθως ως τελεσίδικη (Recnex Trading Ltd και άλλου ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ΠΕ 71/11, ημερ. 16.4.2014, Panpa Estates & Investments Ltd και άλλου ν Rodou Charalambous & Son Ltd, ΠΕ18/10, ημερ. 11.9.2013). Στη Χάσικος και άλλοι ν Χαραλαμπίδη
(1990)1 ΑΑΔ 389 το Εφετείο έκρινε ότι δεδικασμένο προκύπτει μόνο από δεσμευτική δικαστική απόφαση καθοριστική για την επίλυση της διαφοράς όπως προσδιορίζεται στη δικογραφία (βλ. επίσης Βαττής ν Αυξεντίου και άλλου, ΠΕ127/09). (ii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων. Η αρχή του δεδικασμένου εφαρμόζεται μόνον όταν οι διάδικοι και στις δύο διαδικασίες είναι οι ίδιοι (βλ. μεταξύ άλλων Επί της αφορώσι τους Ανήλικους Κωνσταντίνο και Ελένη Λοϊζου και άλλης
(1998)(1Α) ΑΑΔ 55). (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων. Η δέσμευση που μπορεί να προκύψει από την προηγούμενη διαδικασία καλύπτει τους διαδίκους και τοςυ διαδόχους τους (privies) (βλ. Γαβριήλ κ.α. ν Αγαπίου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1868, εφόσον υπάρχε ταύτιση των διαδίκων και στις δύο διαδικασίες (βλ. Καζαμία ν Χαραλάμπους κα.α
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2159). (iv) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Η αρχή του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής εάν το επίδικο θέμα στη δεύτερη διαδικασία είναι το ίδιο με εκείνο που εξετάστηκε στην πρώτη διαδικασία (Χ''Ζαχαρίου κ.α. ν LK Globalsoft Com Ltd
(2010)1(B) ΑΑΔ 1225). Το θέμα προσεγγίζεται με αναφορά στα δικόγραφα, στις αγορεύσεις, στο αιτιολογικό της απόφασης των δύο (ή περισσοτέρων) διαδικασιών και στις περιστάσεις της περίπτωσης (βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την Αίτηση του Fotiou Bros Shipping Ltd κ.α. Πολ. Αιτ. 4/13, ημερ. 15.1.13 Οι λόγοι αυτοί πρέπει να συντρέχουν, ειδεμή δεν μπορεί να υπάρξει δεδικασμένο (Κανάρης ν Λοϊζου και Άλλων
(2006)1(Α) ΑΑΔ 599, Σοφοκλέους ν Ταβελούδη και Άλλων
(2002)1(Α) ΑΑΔ 92). Δ.
- Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση περί κατάχρησης διαδικασίας (βλ. παρα. 1.
- της Ε/Υ) Το Δικαστήριο έχει εξουσία και καθήκον να εξετάσει αν υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας και, εφόσον εντοπίσει τέτοια, τότε να την παρεμποδίσει (βλ. Constantinides v Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348). Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ιδίου στόχου (Βλ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.4).
(1993)1 Α.Α.Δ. 961). Στην απόφαση Beogradska DD
(1996)1 C.L.R. 911 το Δικαστήριο παρέπεμψε στην Thames Launches v Trinity Hours [1961] 1 All ER 26, όπου ο Δικαστής Buckley είπε (σε μετάφραση στα Ελληνικά), «Εάν υπάρχουν δύο δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα είναι επιθυμητό να είμαστε βέβαιοι ότι εκείνο το ζήτημα συζητείται σε μόνο ένα από εκείνα τα δικαστήρια, εάν με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μου φαίνεται ότι θα έκαμνε οποιαδήποτε διαφορά αν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ένα δικαστήριο ήταν πιο πλατιά και πιο γενικής φύσης από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το άλλο δικαστήριο.». Κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Beogradska ανωτέρω, να εισηγείται τα εξής: «Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα, θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.». Αποφάσισε, επίσης, ότι κρίσιμος χρόνος για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας. Ε. Εκτίμηση Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση. Αιτία αγωγής στην παρούσα υπόθεση, ως φαίνεται να δικογραφείται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι η παραβίαση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας στην περιουσία της και στη μη διάκριση λόγω καταγωγής. Δεν δικογραφείται μία συγκεκριμένη διαφορά προς επίλυση, αλλά συνεχής παραβίαση των ως άνω αναφερόμενων δικαιωμάτων της Ενάγουσας, γι' αυτό και οι θεραπείες που η Ενάγουσα αξιώνει έχουν το χαρακτήρα δηλωτικών αποφάσεων ή διαταγμάτων δεσμευτικού χαρακτήρα αναγνώρισης δικαιώματος. Σπεύδω, λοιπόν, να αναφέρω ότι, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα τη Δ.27, θ.4, ουδεμία προδικαστική ένσταση σε αγωγή δύναται να εγερθεί, ούτε η αγωγή να απορριφθεί, για το μόνο λόγο ότι αυτό που ζητείται στην αγωγή είναι δηλωτική απόφαση.[5] Απεναντίας, το άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, καθορίζει ότι꞉ «41. Έκαστον δικαστήριον εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας θα έχη εξουσίαν όπως εκδίδη δεσμευτικάς αναγνωρίσεις δικαιώματος είτε ζητείται ή ηδύνατο να ζητηθή οιαδήποτε παρεπομένη θεραπεία ή όχι.». Η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή ζητεί εν προκειμένω να της αναγνωρισθεί το δικαίωμα στην περιουσία βάσει των αρχών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής «η ΕΣΔΑ»)[6] και των Πρωτοκόλλων[7] της Σύμβασης αυτής του Συμβουλίου της Ευρώπης[8], χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση από τους εναγομένους αρ. 1 και 2 και, κατ' επέκταση, ζητεί την άρση του καθεστώτος κηδεμονίας της περιουσίας της (βλ. τις αξιούμενες θεραπείες ως η παρα. Α και Γ της Έκθεσης Απαίτησης). Ζητεί τη νομική προστασία των δικαιωμάτων της υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. την παρα. 7 της Έκθεσης Απαίτησης). Προκύπτει, επίσης, από τα στοιχεία του φακέλου της παρούσας αγωγής (βλ. την Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση για παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ ημερ. 2.6.2014) η πληροφόρηση ότι «η Ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα αγωγή στηριζόμενη στο άρθρο 6Α
(1)και
(2)του Νόμου 139/91, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.39(Ι)/2010». Το άρθρο 6Α
(1)του πιο πάνω αναφερόμενου Νόμου καθορίζει ότι꞉ «6Α.
(1)Η παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου, είναι αγώγιμη.
(2)Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημά του στον Υπουργό[9], να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ' ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο: Νοείται ότι σε περίπτωση που οι αιτούμενες θεραπείες περιλαμβάνουν αξίωση του ιδιοκτήτη για διάταγμα του δικαστηρίου να του αποδοθεί περιουσία του η οποία τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει του παρόντος Νόμου, η αγωγή στρέφεται επίσης κατά του προσώπου που νόμιμα κατέχει την περιουσία.
(3)Το δικαστήριο προκειμένου να κρίνει σε αγωγή δυνάμει του εδαφίου
(2)κατά πόσο παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα εξετάζει τις περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες που εκάστοτε λαμβάνει υπόψη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως σχετικούς με το υπό κρίση ζήτημα όπως προκύπτουν από τη σχετική με το θέμα νομολογία του.
(4)Σε περίπτωση που σε αγωγή δυνάμει τoυ παρόντος άρθρου το δικαστήριο κρίνει ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του ενάγοντα αυτός δικαιούται σε: (α) Αποζημιώσεις για τυχόν χρηματική ζημιά, απώλεια, έξοδα και δαπάνες που έχει αποδεδειγμένα υποστεί λόγω της παραβίασης, (β) αποζημιώσεις για ζημιά ή βλάβη μη χρηματικής φύσης που έχει υποστεί λόγω της παραβίασης, (γ) δικηγορικά έξοδα που αποδεδειγμένα έχει υποστεί λόγω της παραβίασης, (δ) έκδοση δεσμευτικού διατάγματος αναγνώρισης δικαιώματος δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου, (ε) οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το δικαστήριο έχει εξουσία να αποδώσει κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ νόμου ή του ισχύοντος δικαίου.
(5)Για τη διαπίστωση της ζημιάς που οφείλεται στην παραβίαση κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο
(4)και τον υπολογισμό και απόδοση των δυνάμει του εν λόγω εδαφίου αποζημιώσεων, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια και τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για το σκοπό αυτό από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όπως προκύπτουν από την εκάστοτε νομολογία του σε υποθέσεις παραβίασης του σχετικού δικαιώματος που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της.
(6)[...]
(7)[...].». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Ως προς το ζήτημα της κατά τόπο αρμοδιότητας Ως προς την πιο πάνω περιγραφείσα αιτία και/ή βάση αγωγής, κρίνω ότι η παρούσα αγωγή δεν δύναται να ακουσθεί από το παρόν Δικαστήριο, κατά κύριον λόγο και ανεξαρτήτως των αιτιάσεων των Εναγομένων περί δεδικασμένου και/ή κατάχρησης διαδικασίας σε σχέση με τα οποία διατυπώνω τις διαπιστώσεις μου πιο κάτω για χάριν πληρότητας και μόνον, λόγω έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Επισημαίνω, συναφώς, ότι στο Ν.139/91δεν καθορίζεται ειδική ερμηνεία του όρου «επαρχιακό δικαστήριο» για τους σκοπούς του προεκτεθέντος άρθρου 6Α. Έπεται ότι ο όρος αυτός θα πρέπει να αφορά σε αρμόδιο δικαστήριο κατά την έννοια του περί Δικαστηρίων Νόμου, Κεφ. 14/60. Το άρθρο 21
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), όπως έκτοτε τροποποιήθηκε καθορίζει την κατά τόπο δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων ως εξής꞉ «
(2)Οσάκις η αγωγή αφορά εις διανομήν ή πώλησιν οιασδήποτε ακινήτου ιδιοκτησίας ή οιονδήποτε άλλο θέμα αφορών εις ακίνητον ιδιοκτησίαν αύτη θα εισάγεται εν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω της επαρχίας εντός της οποίας κείται η τοιαύτη ιδιοκτησία. Διά τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου εάν πάντες οι ενδιαφερόμενοι είναι Κύπριοι «επαρχία» περιλαμβάνει και τας Κυριάρχους περιοχάς των Βάσεων. Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου ειδικού Νόμου, απαίτηση για απόδοση καθυστερημένων μισθωμάτων που προκύπτει από σύμβαση μισθώσεως ακινήτου ή απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεως ένεκα αθέτησης πωλητηρίου ή ενοικιαστηρίου εγγράφου ή άλλης σύμβασης που αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία δύναται να εισαχθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Με βάση τα διαλαμβανόμενα στην παρα. 3 της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα αγωγή, όλη η ακίνητη ιδιοκτησία της Ενάγουσας σε σχέση με την οποία αυτή ισχυρίζεται ότι υφίσταται παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία της, ευρίσκεται στην επαρχία Πάφου. Συνεπακόλουθα, κρίνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου είναι αρμόδιο για να αποφανθεί αναφορικά με τη συγκεκριμένη αιτία αγωγής και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Αξίζει να σημειώσω ότι το ζήτημα της κατά τόπο αρμοδιότητας είχε εγερθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων και υπό την ίδια ιδιότητα, στην αίτηση αρ. 128/2004 ενώπιον του Σάντη Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) η οποία αφορούσε σε ένα εκ των αναφερόμενων στην παρα. 3 της Έκθεσης Απαίτησης της παρούσας αγωγής τεμαχίων γης, ήτοι το υπ' «αρ. Εγγραφής 00/5844 Φ/Σχ. 51/12 τεμάχιο 694 εμβαδό 11.037 τ.μ. Γεροσκήπου.». Με την απόφασή του, ημερ. 24.10.2006, ο πρωτόδικος δικαστής ανέδειξε, με παραπομπή στο πιο πάνω άρθρο 21
(2)του Ν.14/60, το γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν θα είχε κατά τόπο αρμοδιότητα αν επρόκειτο για αγωγή παρά για αίτηση εντός του πλαισίου της αίτησης διαχείρισης. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφασή του꞉ «Η αίτηση υποβάλλεται μέσα στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης και συνεπώς δε μπορεί να θεωρηθεί ως εναρκτήρια ή πρωτογενής. Ως εκ τούτου, το άρθρο 53 του Κεφ.189, το οποίο προνοεί για τη δυνατότητα, ο προσωπικός αντιπρόσωπος ή άλλα πρόσωπα που εξειδικεύονται στο άρθρο, να αποταθούν σε Δικαστήριο με εναρκτήρια κλήση για την επίλυση, χωρίς διαχείριση, συγκεκριμένων θεμάτων, δεν έχει εφαρμογή. Το άρθρο 33 του Κεφ.189, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να διατάξει την πώληση, εκμίσθωση, υποθήκευση, εγκατάλειψη, απαλλαγή, διαίρεση ή άλλη διάθεση τής περιουσίας που αποτελεί μέρος της κληρονομιάς. Δεν προβλέπεται εναρκτήρια διαδικασία, όπως στη περίπτωση του άρθρου 53, του Κεφ. 189, αλλά η υποβολή αίτησης μέσα στα πλαίσια της υφιστάμενης αίτησης διαχείρισης. Όμως, η αίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 33 του Κεφ.189, δεν αποτελεί «πολιτική διαδικασία αρχομένη δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού» και συνεπώς δεν εμπίπτει στον ορισμό του όρου «αγωγή», με βάση το άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Συνεπάγεται ότι, το άρθρο 21
(2)του Ν.14/60, το οποίο προβλέπει ότι, όταν η αγωγή αφορά σε διανομή ή πώληση οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας ή οποιοδήποτε άλλο θέμα που αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία, αυτή θα εισάγεται στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας μέσα στην οποία βρίσκεται η ιδιοκτησία, δεν ισχύει στη παρούσα περίπτωση. Επιπροσθέτως, στο Κεφ.189, υπάρχει ρητή πρόνοια η οποία καθορίζει το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, υιοθετώντας, όμως, άλλα κριτήρια από αυτά του άρθρου 21 του Ν.14/60, που θα πρέπει να θεωρούνται ότι υπερέχουν αυτών του Ν.14/60, με δεδομένο ότι άπτονται γενικών διατάξεων, εν αντιθέσει με τις εξειδικευμένες πρόνοιες του Κεφ.189, οι οποίες δεν καταργήθηκαν από το Ν.14/60, είτε με ρητή αναφορά είτε εξ αναγκαίου συμπεράσματος (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση των Ατελιέ Επίπλων "La Qualite" Κώστας Άσπρος Λτδ (Αρ. 2)
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 363). Περαιτέρω και με δεδομένο ότι ο Ν.14/60, είναι μεταγενέστερος τού Κεφ.189, μπορεί να συναχθεί ότι αν, πράγματι, η νομοθετική πρόθεση ήταν η διαφοροποίηση του νομικού καθεστώτος που ίσχυε κατά τη θέσπιση του Ν.14/60, για θέματα που εμπίπτουν εντός της εμβέλειας του άρθρου 33 του Κεφ.189, θα γινόταν περί τούτου ρητή αναφορά (βλ. Bennion, Statutory Interpretation, 3η έκδ., 1997, παρ. 88, σελ.226-227). Προκύπτει λοιπόν ότι, με βάση το άρθρο 33 του Κεφ.189, δικαιοδοσία και τοπική αρμοδιότητα για να επιληφθεί του αιτήματος έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, έστω και αν η αίτηση αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται σε άλλη επαρχία και δη, στην Πάφο. Η ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση περί έλλειψης τοπικής αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, να επιληφθεί της αίτησης απορρίπτεται.». Συνεπώς, το γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας απεφάνθη ότι ήταν αρμόδιο να επιληφθεί της αίτησης αρ. 128/04 δεν δημιουργεί δεδικασμένο ότι είναι εξίσου αρμόδιο για να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Τουναντίον. Έχοντας κατά νου ότι αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως το ζήτημα της ύπαρξης ή έλλειψης αρμοδιότητας ενός δικαστηρίου, γι' αυτό και δύναται να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το επηρεαζόμενο δικαστήριο, κρίνω αυτεπαγγέλτως ότι η ενώπιόν μου διαδικασία αγωγής θα πρέπει να ανασταλεί δυνάμει της Δ.33, θ.10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, λόγω έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να της επιληφθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 21
(2)του Ν.14/60.[10] Αναφορικά με το δεδικασμένο Άνευ βλάβης της πιο πάνω κατάληξής μου για το ζήτημα της έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας, προχωρώ, ως προανέφερα, στη διατύπωση της δικαστικής μου κρίσης επί των προδικαστικών ενστάσεων της Ε/Υ για χάριν πληρότητας της παρούσας απόφασης ενόψει ενδεχόμενου ελέγχου σε δεύτερο βαθμό. Ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου άπτεται όπως το αντιλαμβάνομαι της αντιδικίας όσον αφορά το συμβατό ή μη του Ν.139/91 με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Παρά το γεγονός ότι στην όψη του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής, δεν φαίνεται να δικογραφείται οποιαδήποτε παραβίαση δικαιώματος της ενάγουσας που να απορρέει από την έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ είτε του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., (πέραν δηλαδή του πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρώπης και της ΕΣΔΑ), εντούτοις μια πρώτη ανάγνωση της αίτησης για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, ημερ. 2.6.2014, αναδεικνύει ότι αυτό που απασχολεί την Ενάγουσα και το οποίο επιθυμεί να κριθεί στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής είναι το κατά πόσον ο Νόμος 139/91 όπως εκάστοτε τροποποιήθηκε, συνάδει με τις διατάξεις των άρθρων 17[11], 20[12] και 21 του Ευρωπαϊκού Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων[13], καθώς και με τις διατάξεις της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ. Με δεδομένο ότι στο παρόν στάδιο της δίκης, δεν εξετάζω την ίδια την αίτηση για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ, δεν θα υπεισέλθω σε οποιαδήποτε σχόλια όσον αφορά το βάσιμο αυτής, ή/και τον τυχόν καταχρηστικό χαρακτήρα της εν λόγω αίτησης (υπό το δεδομένο ότι εκκρεμεί πανομοιότυπη στο πλαίσιο της αγωγής 4193/2008). Δράττομαι όμως της πιο πάνω επισήμανσης ως προς το περιεχόμενο της αίτησης για προδικαστική παραπομπή για να σημειώσω ότι η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή δεν φαίνεται να σκοπεί να περιορίσει την εμβέλεια της νομικής προστασίας του δικαιώματος της στην περιουσία ή/και στη μη διάκριση, σε αυτά που κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία. Δεν αποκλείεται εκ προοιμίου να επιτραπεί στην ενάγουσα να διευρύνει τη νομική βάση της προστασίας των θιγόμενων δικαιωμάτων της, αφού, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν από τον Καλλή, Δ. στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026, στη σελ. 2038, κατά κανόνα τα δικόγραφα περιλαμβάνουν μόνο γεγονότα και δεν αναμένεται ούτε είναι ορθό να περιγράφονται εκεί οι νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες προστατεύουν τα θιγόμενα δικαιώματα του ενάγοντος.[14] Είναι με αυτό το πνεύμα που και οι Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή εισηγούνται, όπως το αντιλαμβάνομαι, ότι θα πρέπει να εξεταστεί αν οι αιτιάσεις της ενάγουσας έχουν ήδη εγερθεί και κριθεί με τελεσίδικη απόφαση σε προγενέστερη δικαστική διαδικασία μεταξύ των ιδίων διαδίκων υπό την ίδια ιδιότητα ή αν θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια της ενάγουσας να είχαν ήδη εγερθεί στο πλαίσιο τέτοιας προγενέστερης δικαστική διαδικασίας, ώστε να κωλύεται η ενάγουσα για λόγους δεδικασμένου από το να προωθεί τέτοιες αιτιάσεις με την παρούσα αγωγή που είναι μεταγενέστερη. Παρατηρώ συναφώς ότι τόσο στην αίτηση αρ. 128/04 όσο και κατ' έφεση στην Π.Ε. 331/2006 είχε εγερθεί από την αιτήτρια / εφεσείουσα ο ισχυρισμός περί ασυμβατότητας του Ν.139/91 με την Οδηγία 2000/43/ΕΚ[15], η οποία, ως αναφέρει στο Προοίμιό της (βλ. την αιτιολογική σκέψη
(2)αυτού), εμπνέεται και εμποτίζεται με τις αρχές τις οποίες σέβεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, ήτοι - «τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές για όλα τα κράτη μέλη, και σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.». Σημειωτέον ότι η Οδηγία 2000/43/ΕΚ ενσωματώθηκε στην Κυπριακή Έννομη Τάξη με τους Νόμους 59(Ι)/2004 και 42(Ι)/2004 και ήταν η θέση της αιτήτριας/εφεσείουσας στην αίτηση 128/2004 / έφεση 331/2006 ότι ο Ν.139/91συγκρούεται με τους εν λόγω εναρμονιστικούς νόμους. Εφόσον απορρίφθηκε τόσο η αίτηση 128/2004 όσο και η έφεση 331/2006, οι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή εμφανίζονται να προωθούν τη θέση ότι δημιουργήθηκε δεδικασμένο πως δεν ευσταθεί η εικαζόμενη παραβίαση του ευρωπαϊκού δικαίου. Δεν το θεωρώ κατάλληλο να τοποθετηθώ αναφορικά με το αν το πρωτόδικο δικαστήριο στην αγωγή 128/2004 ή/και το Εφετείο στην Π.Ε. 331/2006 εξέτασαν πλήρως και δεόντως τις αιτιάσεις της ενάγουσας /εφεσείουσας αναφορικά με την ασυμβατότητα του Ν.139/91 με την Οδηγία 2000/43/ΕΚ και τους εναρμονιστικούς με αυτήν Κυπριακούς νόμους. Αφενός, διότι δεν δύναμαι να ενεργήσω ως εφετείο οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου και αφετέρου διότι με βάση το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό γνωρίζω ότι άλλο δικαστήριο καλείται από την ενάγουσα να αποφασίσει περί τούτου στο πλαίσιο της αγωγής 4193/2008 (και υπ' αυτή την έννοια θα ήταν καταχρηστικό να ζητείται από το παρόν δικαστήριο να αποφανθεί για το ίδιο πράγμα). Κρίνω, ωστόσο, από την απόφαση του Εφετείου στην Π.Ε.331/2006 προκύπτει ότι η Εφεσείουσα (εδώ Ενάγουσα) είχε αναπτύξει σε εκείνην την υπόθεση - υπό το πρίσμα του ισχυρισμού περί αντισυνταγματικότητας του Ν.139/91 - την επιχειρηματολογία της για ασυμβατότητα του Ν.139/91 με τα δικαιώματά της στην περιουσία και στη μη διάκριση όπως αυτά κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ και ερμηνεύονται με νομολογία του ΕΔΑΔ. Συνεπώς, υπάρχει ήδη η τοποθέτηση του Εφετείου αναφορικά με το αυτό επίδικο ζήτημα που εγείρεται στην παρούσα αγωγή. Το κτήμα που ήταν επίδικο στην αίτηση αρ. 128/2004 ενώπιον του Σάντη, Α.Ε.Δ, και κατ' έφεση στην Π.Ε.331/2006 ήταν το υπ' «αρ. Εγγραφής 00/5844 Φ/Σχ. 51/12 τεμάχιο 694 εμβαδό 11.037 τ.μ. Γεροσκήπου.». Στην παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα ενσωματώνει στην Έκθεση Απαίτησής της (βλ. την παρα. 3 αυτής) και άλλα κτήματα ως επίδικα, όλα ευρισκόμενα στην Επαρχία Πάφου. Δεν θεωρώ, όμως, ότι αυτή η διεύρυνση της επίδικης περιουσίας στην παρούσα αγωγή επιδρά στο κατά πόσον εφαρμάζεται το δεδικασμένο ή όχι, εφόσον το επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή συναρτάται με την αναγνώριση του δικαιώματος της ενάγουσας στην περιουσία της γενικά και όχι με συγκεκριμένη διαφορά αναφορικά με οποιοδήποτε εκ των αναφερόμενων τεμαχίων γης. Δράττομαι της ευκαιρίας να σημειώσω ότι, στην υπόθεση C-224/01, Gerhard Köbler και Republik Österreich, Συλλογή 2003 Ι-10290 το ΔΕΕ διέκρινε ως ζήτημα εθνικού δικαίου το ζήτημα της εφαρμογής του ουσιαστικού δεδικασμένου, το οποίο είναι ορθό να αποφασίζεται από τα εθνικά δικαστήρια ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εκκρεμοδικία αναφορικά με ισχυριζόμενη εσφαλμένη εσφαλμένη διάγνωση ή παράλειψη διάγνωσης δικαιωμάτων από απόψεως Ευρωπαϊκού Δικαίου με την απόφαση που έχει τελεσιδικήσει.[16] Συνεπώς, εάν δεν ανέστελλα την παρούσα αγωγή λόγω έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας, θα ήμουν και πάλιν διατεθειμένη να αποδεχθώ την προδικαστική ένσταση υπ' αριθ. 1.
- της Ε/Υ. Αναφορικά με την κατάχρηση διαδικασίας Δεν θα ήμουν διατεθειμένη, ωστόσο, να αποδεχθώ την προδικαστική ένσταση υπ' αριθ. 1.2 της Ε/Υ. Εξηγώ γιατί. Διαφοροποιείται η αιτία αγωγής στην υπ' αριθμό 4193/2008 από αυτήν που προωθείται στην παρούσα αγωγή. Στην αγωγή 4193/2008 η ενάγουσα προορίζεται να αναζητήσει την απόδοση ευθύνης στην Κυπριακή Δημοκρατίας λόγω ζημιάς που υπέστη συνεπεία τελεσίδικης απόφασης. Θα κινηθεί, ως αποκάλυψε ο συνήγορός της, στις γραμμές της προμνησθείσας υπόθεσης C-224/01, Gerhard Köbler. Για να μπορεί να αναδείξει βάσιμη αιτία αγωγής στην αγωγή αρ. 4193/2008, η ενάγουσα θα πρέπει να αποδείξει ότι ικανοποιούνται οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις (βλ. τις παρα. 51 και 52 της απόφασης Köbler)꞉ - Ότι ο παραβιαζόμενος κανόνας κοινοτικού δικαίου αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, - Ότι η παραβίαση του κανόνα αυτού είναι κατάφωρη και - Ότι υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβιάσεως της υποχρεώσεως που υπέχει το κράτος και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (προαναφερθείσα απόφαση Harm, σκέψη 36). Σε τέτοιου είδους αγωγή ως η αγωγή 4193/2008, κανονικά η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να ενάγεται για τις κατ' ισχυρισμόν ζημιογόνες πράξεις ή αποφάσεις των εθνικών της δικαστηρίων και όχι του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Περαιτέρω, μπορεί φαινομενικά να επιζητούνται πανομοιότυπα διατάγματα ως θεραπείες στην αγωγή 4193/2008 με εκείνα που αναζητούνται στην παρούσα αγωγή, αλλά η σύμπτωση στη θεραπεία ερείδειται από διαφορετική αιτία αγωγής και εξυπηρετεί την αποκατάσταση διαφορετικού θιγόμενου δικαιώματος. Κατάληξη Η αγωγή αναστέλλεται με βάση τη Δ.33, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, λόγω έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να της επιληφθεί, με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου, εφόσον η αιτία αγωγής άπτεται του δικαιώματος της Ενάγουσας στην περιουσία της και η επίδικη περιουσία αποτελεί ακίνητη ιδιοκτησία που ευρίσκεται στο σύνολό της ως δικογραφείται στην παρα. 3 της Έκθεσης Απαίτησης, εντός της επαρχίας Πάφου. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............................................... Α.Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] O.27.,r.
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient. [2]
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just. [3] Κατά την 1η δικάσιμο, ήτοι στις 27.9.2011, δεν παρέστη στο Δικαστήριο κανείς για την ενάγουσα και η αδελφή Δικαστής που επιλαμβανόταν της υπόθεσης, κατέληξε ότι δεν μπορούσε να ορίσει την υπόθεση για ακρόση, προτού καταχωρηθεί νέα αίτηση ορισμού από μέρους της ενάγουσας. Υπήρξε όντως νέα καταχώριση αίτησης ορισμού στις 25/10/2011 και κατά την 28η Νοεμβρίου 2011 που ορίστηκε, οι μεν συνήγορος της ενάγουσας δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να ζητήσει την έκδοση οποιασδήποτε διαταγής δυνάμει της Δ.30, παραμόνο να οριστεί για ακρόαση η αγωγή, ο δε συνήγορος των εναγομένων δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. [4] Όπως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, στις 17/12/2012 καταχωρήθηκε για πρώτη φορά από μέρους της ενάγουσας αίτηση για την παραπομπή αριθμού ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «το ΔΕΕ») για την έκδοση προδικαστικής απόφασης βάσει του Άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «η ΣΛΕΕ»). Εν τέλει, ως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, η αίτηση αυτή απεσύρθη από το συνήγορο της ενάγουσας στις 6/2/2013, άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρισης νέας και η αγωγή επαναορίστηκε από το Δικαστήριο για ακρόαση στις 30/9/
- [5] «Δ.27, θ.
- No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.» [6] Η ΕΣΔΑ αποτελεί πολυμερή διεθνή συμφωνία που συνάφθηκε στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης και τέθηκε σε ισχύ στις 3 Σεπτεμβρίου
- Όλα τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη στη Σύμβαση αυτή (στο εξής: Συμβαλλόμενα μέρη). Στην Κυπριακή έννομη τάξη η ΕΣΔΑ κυρώθηκε με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό) Νόμο του 1962 (Ν.39/62). [7] Η ΕΣΔΑ συμπληρώνεται από δεκατέσσερα πρωτόκολλα. [8] Με διεθνή συμφωνία που υπογράφηκε στο Λονδίνο στις 5 Μαΐου 1949 και τέθηκε σε ισχύ στις 3 Αυγούστου 1949, μια ομάδα δέκα ευρωπαϊκών κρατών ίδρυσαν το Συμβούλιο της Ευρώπης προκειμένου να δημιουργήσουν μια στενότερη ένωση μεταξύ των μελών του με σκοπό τη διαφύλαξη και την προαγωγή των ιδανικών και των αρχών της κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς τους και την προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής προόδου στην Ευρώπη. Σήμερα, 47 ευρωπαϊκά κράτη είναι μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων τα 28 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένης της Κυπριακής Δημοκρατίας. [9] Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου 139/91, «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών και περιλαμβάνει εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του. [10] Η Διαταγή 33, θ.10 προβλέπει ότι꞉"Where on the trial of any action it appears to the Court before which such action is being tried that it should have been instituted in another Court, the Court trying the action shall not dismiss it but shall stay the proceedings therein and order the plaintiff to pay the defendant´s costs." Ως προς την πρακτική εφαρμογή της Δ.33, θ.10, βλ. Μιχαλάκης Χριστοφόρου ν Ελληνικής Τράπεζας
(2006)1 Α.Α.Δ.
- [11] Το Άρθρο 17 του Χάρτη προβλέπει για το δικαίωμα ιδιοκτησίας ως εξής꞉ «
- Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον.
- Η διανοητική ιδιοκτησία προστατεύεται.». [12] Το Άρθρο 20 του Χάρτη προβλέπει για το δικαίωμα στην ισότητα έναντι του νόμου ως εξής꞉ «Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου.».
- Το Άρθρο 21 του Χάρτη προβλέπει για την απαγόρευση διακρίσεων ως εξής꞉ «
- Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.
- Εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών τους, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας. [13] Η Συνθήκη της Λισσαβώνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009, τροποποίησε το άρθρο 6 ΕΕ. Η διάταξη αυτή, όπως τροποποιήθηκε, αποτελεί πλέον το άρθρο 6 Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) και έχει ως εξής: «
- Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον [Χάρτη], ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες. Οι διατάξεις του Χάρτη δεν συνεπάγονται καμία επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες. Τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και οι αρχές του Χάρτη ερμηνεύονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Τίτλου VII του Χάρτη που διέπουν την ερμηνεία και την εφαρμογή του και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των επεξηγήσεων οι οποίες αναφέρονται στον Χάρτη και στις οποίες μνημονεύονται οι πηγές των εν λόγω διατάξεων. [14] Σχετική η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Καλλή, Δ.꞉ «Αν η αγωγή προχωρήσει σε ακρόαση θα δικαιούνται οι εφεσίβλητοι να αναφερθούν στις νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες προστατεύουν τα δικαιώματα τους, τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, παραβιάζονται; Η απάντηση είναι σαφώς καταφατική γιατί τα δικόγραφα περιλαμβάνουν μόνον γεγονότα (βλ. Δ.19 θ.4). Έχουμε την άποψη πως ο ίδιος κανόνας τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση των προσωρινών διαταγμάτων.». [15] Η Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εϕαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως ϕυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (Επίσημη Εϕημερίδα αριθ. L 180 της 19/07/2000 σ. 22). [16] Σχετική η εξής περικοπή από την μνημονευθείσα απόφαση꞉ «38 Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί ότι η σημασία της αρχής του ουσιαστικού δεδικασμένου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Eco Swiss, σκέψη 46). Πράγματι, προς διασφάλιση τόσο της σταθερότητας του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλεται δικαστικές αποφάσεις οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, μετά την εξάντληση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που έχουν ταχθεί για την άσκηση αυτών των ενδίκων μέσων, να μην μπορούν πλέον να αμφισβητηθούν. 39 Εντούτοις, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αναγνώριση της ευθύνης του Δημοσίου λόγω αποφάσεων δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό δεν συνεπάγεται, καθεαυτή, την αμφισβήτηση της ισχύος του ουσιαστικού δεδικασμένου μιας τέτοιας αποφάσεως. Διαδικασία σκοπούσα στην αναγνώριση της ευθύνης του Δημοσίου δεν έχει το ίδιο αντικείμενο, ούτε αναγκαστικώς τους ίδιους διαδίκους με τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που έχει περιβληθεί την ισχύ του ουσιαστικού δεδικασμένου. Πράγματι, ο ασκών αγωγή αναγνωρίσεως ευθύνης του Δημοσίου επιτυγχάνει, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αγωγής, να υποχρεωθεί το Δημόσιο σε αποκατάσταση της ζημίας την οποία αυτός υπέστη, όχι όμως αναγκαστικώς και την αμφισβήτηση της ισχύος του ουσιαστικού δεδικασμένου της δικαστικής εκείνης αποφάσεως η οποία προκάλεσε τη ζημία. Εν πάση περιπτώσει, η αναπόσπαστη προς την κοινοτική έννομη τάξη αρχή της ευθύνης του Δημοσίου επιβάλλει μια τέτοια αποζημίωση, όχι όμως και αναθεώρηση της δικαστικής αποφάσεως, η οποία προκάλεσε τη ζημία.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο