← Κύπρος

ΑΙΤΗΣΗ της εταιρείας BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤAΙΡΕΙΑ CRAZIENO HOLDINGS LTD, Αίτηση Αρ.: 909/2011, 26/1/2015

ΑΙΤΗΣΗ της εταιρείας BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤAΙΡΕΙΑ CRAZIENO HOLDINGS LTD, Αίτηση Αρ.: 909/2011, 26/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ Αίτηση Αρ.: 909/2011 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤAΙΡΕΙΑ CRAZIENO HOLDINGS LTD, από τη Λευκωσία ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 ΑΙΤΗΣΗ της εταιρείας BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY), από τη Ρωσία. ------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 26.1.2015 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Χρυσόστομος Νικολάου με κα Ελεάνα Χριστοφή Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Χρίστος Κληρίδης με κα Μαριάννα Στυλιανού και κ. Αλέξανδρο Κληρίδη Ruling Αναφορικά με τα όρια εντός των οποίων θα επιτραπεί από το Δικαστήριο η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας εκ μέρους της Αιτήτριας - Ένσταση της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας στην κατάθεση της γραπτής δήλωσης του Pavel Gurin (στο εξής «Μ1») Εισαγωγή Α. Η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης εκκαθάρισης Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, η οποία στηρίζεται στις πρόνοιες των άρθρων 209, 211 και 212 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, η εταιρεία Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) από τη Ρωσία (στο εξής «η Αιτήτρια Εταιρεία»), εξαιτείται- (Α) Διάταγμα διάλυσης της Εταιρείας Crazieno Holdings Limited (στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία», (Β) οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα θεωρήσει το Δικαστήριο δίκαιο σύμφωνα με τις περιστάσεις, και (Γ) τα έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης. H αίτηση, που τυγχάνει να είναι τετρασέλιδη και να εκτείνεται σε 12 συνολικά παραγράφους, δίδει συνοπτική περιγραφή των γεγονότων επί των οποίων εδράζεται και της νομικής της βάσης. Όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αίτηση, το αίτημα για διάλυση της Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι (βλ. την παρα. 11 της αίτησης) αυτή είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, αφού οφείλει στην Αιτήτρια Εταιρεία δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 18/12/2009 (βλ. την παρα. 7 της αίτησης) το ποσό των Δολλαρίων Αμερικής 30,000,000 πλέον τόκο προς 8% το οποίο κατέστη πληρωτέο από τις 17/6/2011 (βλ. την παρα. 8 της αίτησης) και σε σχέση με το οποίο χρέος η Αιτήτρια επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ'ης η αίτηση Εταιρείας στις 3/10/2011 γραπτή απαίτηση με βάση το Άρθρο 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με την οποία καλούσε την Καθ' ης να εξοφλήσει το χρέος της εντός 21 ημερών, αλλά αυτή εξακολουθούσε μετά την παρέλευση του εν λόγω χρονικού διαστήματος και μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης να αμελεί ή και να παραλείπει να εξοφλήσει το χρέος της (βλ. την παρα. 9 της αίτησης).[1] Παρενθετικά αναφέρω ότι κακώς η αίτηση συνεχίζει μέχρι σήμερα να αναφέρεται σε «διάλυση» της εταιρείας, αφού όπως είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στην ενδιάμεση απόφασή μου, ημερ. 26/5/2014, ο δόκιμος όρος στο πλαίσιο του Άρθρου 211 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, είναι ο όρος «εκκαθάριση». Συγκεκριμένα, το Άρθρο 211 καθορίζει ότι «211. Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (ε) Η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της.». Η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ενεργοποιεί τη διαδικασία συγκέντρωσης και προστασίας των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, ενώ η αίτηση για διάλυση (dissolution) εταιρείας εδράζεται στο άρθρο 260[1] του Κεφ. 113 και συνεπάγεται την οριστική διάλυση της εταιρείας (βλ. Genemp Trading Ltd v Marfin Popular Bank Public Co. Ltd., Πολιτική Έφεση 354/2008, απόφαση ημερ. 29.12.2009). Η διάλυση της Καθ' ης εταιρείας, υπό την ορθή έννοια του όρου, δεν είναι το ζητούμενο της υπό κρίση αίτησης ως η αξιούμενη θεραπεία «Α». Σημειωτέον ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στο Επαρχ. Δικ. Λ/σιας καθ' ότι, όπως αναφέρεται στην ίδια την αίτηση, η Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Άρθρο 209 του Κεφ.113, στην Επαρχία Λευκωσίας και, ειδικότερα, στην οδό Κέννετυ 8, 1ος όροφος, Διαμ. 103, 1087 Λευκωσία. Τίθεται η αίτηση στην κλίμακα Επαρχιακού Δικαστή καθ' ότι το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της ανέρχεται σε €1000 διαιρεμένο σε 1000 μετοχές αξίας €1 η κάθε μια. Προκύπτει, λοιπόν, από όσα αναφέρονται στο σώμα της αίτησης εκκαθάρισης, ότι η Αιτήτρια Εταιρεία υποβάλλει την αίτηση ως πιστωτής, ως ενεργώντας στο πλαίσιο του Άρθρου 213 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113.[2] Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στις 18.4.2012, συνοδευόμενης από ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Σιάτη ίδιας ημερομηνίας, στην οποία εκτίθεται η δική της εκδοχή γεγονότων. Ακολούθησαν δύο ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ημερομηνίας 22.11.2012 (εκδοθείσας από τον Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ.) και 26.5.2014 (εκδοθείσας από το παρόν Δικαστήριο), οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα την απόρριψη αιτήματος από μέρους της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασής της στην αίτηση εκκαθάρισης δυνάμει της Δ.48, θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. την αίτηση που επιλήφθηκε ο Θεοδώρου, Δ.) ή πρόσθετης ένορκης δήλωσης (βλ. την αίτηση που επιλήφθηκε το παρόν Δικαστήριο) δυνάμει της Δ.25 και Δ.48, θ.4
(2)των ιδίων Θεσμών. Η λογική των αποφάσεων αυτών ήταν ότι η αίτηση εκκαθάρισης, ως εναρκτήρια κλήση, δεν εκδικάζεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και μόνο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ενδιάμεσων αιτήσεων. Ότι είναι επιτρεπτή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας εφόσον κρίνεται επιθυμητή από τους διαδίκους, αναλόγως της περιπλοκότητας των θεμάτων ή γεγονότων που αναδεικνύονται στη δικογραφία. Θα αναφερθώ λεπτομερέστερα στο υπόβαθρο των ενδιάμεσων αυτών αποφάσεων μετέπειτα. Οδηγήθηκε η αίτηση σε ακρόαση στη βάση της ως άνω δικογραφίας και η Αιτήτρια προσήλθε έτοιμη να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία. Β. Το θέμα επί του οποίου επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση Πράγματι, κατά την έναρξη της ακρόασης της υπό κρίση αίτησης εκκαθάρισης στις 12.12.2014, ότι ηγέρθηκε ως ένσταση, δεν στρέφεται κατά αυτής καθ' εαυτής της προσκόμισης και παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας από πλευράς της Αιτήτριας, αλλά επικεντρώνεται στην έκταση που μπορεί να λάβει το μαρτυρικό υλικό και δη εν συγκρίσει προς ό,τι ήδη κατατέθηκε στο πλαίσιο της δικογραφίας. Συγκεκριμένα, η θέση που ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση, κ. Χρ. Κληρίδης, συνίσταται στον εξής λογισμό꞉ ότι στη γραπτή δήλωση που επιχειρεί να καταθέσει στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του ο κ. Pavel Gurin, ως πρώτος μάρτυρας της Αιτήτριας, ο οποίος είναι το ίδιο πρόσωπο που ορκίστηκε την ένορκη δήλωση που συνόδευε την υπό κρίση αίτηση εκκαθάρισης κατά την καταχώρισή της στο Δικαστήριο, γνωστής και ως «statutory affidavit», περιέχονται ισχυρισμοί πέραν εκείνων που περιέχονταν αρχικώς στο statutory affidavit. Είναι η θέση του συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση ότι, εάν η Αιτήτρια ήθελε να εισάξει τους ισχυρισμούς αυτούς σε απάντηση της ένστασης, όφειλε να το είχε πράξει καταχωρώντας Απαντητική ένορκη δήλωση πριν την ακρόαση, για να γνωρίζει η Καθ' ης η αίτηση σε ποια υπόθεση έχει να απαντήσει και να μην καταλαμβάνεται τώρα εξ απίνης. Είναι ο ισχυρισμός του κ. Κληρίδη ότι, εφόσον οι περί Εταιρειών Κανονισμοί και οι περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμοί δεν ρυθμίζουν ειδικά την ακρόαση των αιτήσεων εκκαθάρισης, η Αιτήτρια είχε δικαίωμα καταχώρισης Απαντητικής ένορκης δήλωσης βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κατ' αναλογίαν προς το δικόγραφο της Απάντησης που δυνητικά καταχωρείται μετά από Έκθεση Υπεράσπισης σε αγωγή. Διαζευκτικά, είχε τέτοιο δικαίωμα καταχώρισης Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης κατά το πρότυπο της ισχύουσας διαδικασίας στην Αγγλία βάσει των εκεί εφαρμοστέων κανονισμών που ως η εισήγηση του κ. Κληρίδη εφαρμόζονται στην Κύπρο δυνάμει του Κανονισμού 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών επειδή ακριβώς στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση για τη δικογραφία και την ακρόαση όσον αφορά τις αιτήσεις (petitions) εκκαθάρισης. Παρατήρησε ο κ. Κληρίδης ότι - «Το Δικαστήριο σε πολιτικής φύσεως υποθέσεις ενεργεί στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων. Σε μια σύνηθη πολιτική διαδικασία, μπαίνει απαίτηση και υπεράσπιση και απάντηση δυνητικά. Απάντηση μπαίνει όπου χρειάζεται να μπουν συγκεκριμένες νέες απαντήσεις ή νέα γεγονότα. Αν είναι απλή άρνηση δεν χρειάζεται απάντηση. Όπου όμως είναι ειδική άρνηση βάσει ισχυρισμών γεγονότων, τότε δεν μπορεί ο διάδικος, ο ενάγων, αν δεν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με δικόγραφο απάντησης, να αρχίσει μαρτυρία για απαντητικούς ισχυρισμούς. Το statutory affidavit πρέπει να είναι σύντομο και να επαληθεύει την αίτηση. Αν υπάρχουν ευρύτερα θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν τότε πρέπει να μπει μια πιο εκτεταμένη ένορκη δήλωση. Προφανώς ο αιτητής σε αυτήν την υπόθεση δεν θεωρούσε αναγκαία την κατάθεση εκτεταμένης ένορκης δήλωσης. Όμως, τώρα αποφάσισε ότι συντρέχουν αυτές οι περιστάσεις. Περιορίζεται με βάση την απόφαση της κας Σταματίου.[3] Δεν μπορεί να εισάξει υλικό, δεν μπορεί να δώσει οτιδήποτε νέο. Εδώ εισάγονται νέοι ισχυρισμοί γεγονότων και νέα τεκμήρια που δεν είναι στην αίτηση.». Σημειωτέον ότι οι συγκεκριμένες παράγραφοι της γραπτής δήλωσης στην εισαγωγή των οποίων ενίσταται η Καθ' ης η αίτηση είναι πολλές, διάχυτες σχεδόν σε ολόκληρη τη γραπτή δήλωση του μάρτυρα, η οποία σημειωτέον εκτείνεται σε 27 σελίδες. Συγκεκριμένα, η ένσταση εστιάζεται στις ακόλουθες σελίδες꞉ Σελ. 4, παρα. 3 θ, ι, κ, λ Σελ. 5, παρα. 3 μ, ν, ξ, ο Σελ. 6, παρα. π, σ, τ Σελ. 7 ολόκληρη (παρα. 3υ έως αα) Σελ. 8 (παρα. 3 αβ μέχρι εκεί που ξεκινά η παρα. 4) Σελ. 11 παρα. 7 Σελ. 12 ολόκληρη Σελ. 13 ολόκληρη Σελ. 14 ολόκληρη Σελ. 15 μέχρι εκεί που ξεκινά η παρα. 12 Σελ. 16 έως 27 ολόκληρες. Η αντίδραση του συνηγόρου της Αιτήτριας στην ως άνω εγερθείσα ένσταση στην κατάθεση της γραπτής δήλωσης του κ. Pavel Gurin, περιέχει τα εξής στοιχεία꞉ Η προσέγγιση που εισηγείται ο κ. Κληρίδης είναι εντελώς λάθος. Η Karaoglanian λεει ότι δεν έχουν εφαρμογή οι Αγγλικοί Κανονισμοί στην Κύπρο. Δεν μπορούσε η πλευρά μας να καταχωρήσει Απαντητική ένορκη δήλωση χωρίς άδεια κατ' επίκληση θεσμών που δεν έχουν εφαρμογή στην Κύπρο με ρητή απόφαση κ. Πική. Έγινε αναφορά στην απόφαση της κας Σταματίου. Και η ίδια αναφέρεται μόνο σε αίτηση και ένσταση. Πουθενά δεν λέει ότι γίνεται ή πρέπει ή επιβάλλεται να καταχωρείται συμπληρωματική Ε/Δ. Δεν ενισχυει τη θέση του συναδέλφου ότι έχουν ισχύ και εφαρμογή στην Κύπρο οι Αγγλικοί κανονισμοί. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση της κας Σταματίου ότι η ακρόαση περιορίζεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων είναι πρωτόδικη και ως τέτοια μη δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο. Και αν είχαν όμως εφαρμογή οι Αγγλικοί Κανονισμοί, η πρόνοια είναι ότι επιπρόσθετη Ε/Δ επιτρέπεται να καταχωρηθεί μόνο αν υπάρχει ισχυρισμός από τον αιτητή για απάτη και/ή δόλο. Οι ίδιοι οι Αιτητές δεν είχαν λόγο να θεωρούν την παρούσα περίπλοκη ή ασυνήθιστη ή ότι υπήρχε θέμα που να ήγειραν οι ίδιοι θέμα απάτης ή δόλου. Στην παρούσα υπόθεση έχουν ήδη εκδοθεί δύο ενδιάμεσες αποφάσεις. Η απόφαση του Δικαστή Θεοδώρου λέει ότι είναι επιτρεπτό και επιβεβλημένο να δίνεται και προφορική μαρτυρία πέραν των ενόρκων δηλώσεων. Αυτή είναι η βάση του σκεπτικού που οδήγησε στην απόρριψη των αιτημάτων της άλλης πλευράς για Σ.Ε/Δ. Άρα έχουμε μόνο την δυνατότητα καταχώρισης αίτησης κα ένστασης. Μπορεί ο αιτητής να απαντήσει κατά την ακρόαση με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, διότι έχει το βάρος να αποδείξει τους αμφισβητούμενους ισχυρισμούς. Από τη στιγμή που η πλευρά του καθ' ου η αίτηση επιλέγει να εγείρει θέματα τα οποία ο αιτητής ούτε υποχρέωση ούτε βάρος είχε να τα προβλέψει, παρόλο που ο καθ' ου η αίτηση έχει εγείρει απίστευτους ισχυρισμούς (θέματα που άπτονται ακόμη και πολιτικών ζητημάτων που αφορούν τα εσωτερικά μιας άλλης χώρας), από τη στιγμή όμως που τέθηκαν πολλοί απ' αυτούς άσχετοι προς το αιτητικό, κάποιες απαντήσεις έπρεπε να δώσει η πλευρά των Αιτητών. Γ. Νομική πτυχή Γ.1 Το δικονομικό πλαίσιο εκδίκασης της αίτησης εκκαθάρισης O περί Εταιρειών Νόμος ρυθμίζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις έγερσης αιτήματος για εκκαθάριση μιας εταιρείας (βλ. τα άρθρα 209 - 213 του περί Εταιρειών Νόμου), καθώς επίσης και τις εξουσίες του Δικαστηρίου ως προς την απόφαση ή τα διατάγματα που μπορεί να εκδώσει (βλ. το άρθρο 214 του Κεφ. 113)[4], αλλά είναι σιωπηρός όσον αφορά τη δικονομία, δηλαδή την ακολουθητέα διαδικασία για την υποβολή και εκδίκαση της αίτησης εκκαθάρισης, και ειδικότερα για τον τρόπο απόδειξης αυτής. Η μόνη καθοδήγηση που παρέχεται από το Άρθρο 213 του περί Εταιρειών Νόμου και ειδικότερα από το πρωτότυπο, αγγλικό, κείμενο του εν λόγω Νόμου, όσον αφορά την εφαρμοστέα δικονομία, συνίσταται στη χρήση του όρου «petition» για περιγραφή της αίτησης που καταχωρείται δυνάμει του άρθρου αυτού. Όσον και αν ο όρος αυτός δημιουργεί εντυπώσεις για τη χρήση ενός δικονομικού μηχανισμού αντί άλλου, το γεγονός παραμένει ότι μέχρι σήμερα στην Κύπρο δεν έχουν θεσπισθεί κανονισμοί οι οποίοι να ρυθμίζουν κατά τρόπο ειδικό το δικονομικό μηχανισμό εκκαθάρισης μιας εταιρείας. Είναι ίσως καιρός, δεδομένης της διεξαγόμενης ευρύτερης αναθεώρησης της νομοθεσίας για ζητήματα αφερεγγυότητας, να θεσμοθετηθούν ειδικοί κανονισμοί για συνολική ρύθμιση του θέματος. Στο παρόν στάδιο, η έλλειψη ειδικής ρύθμισης δεν θα μπορούσε, ωστόσο, να καταστήσει ανενεργά τα δικαιώματα τα οποία ο περί Εταιρειών Νόμος παρέχει. Σε τέτοια περίπτωση έλλειψης ειδικής δικονομικής ρύθμισης, το δικαίωμα των πολιτών για αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη επιβάλλει ή/και επιτρέπει, κατ' αναλογίαν προς ό,τι λέχθηκε στην Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124, να «χρησιμοποιούνται οι γνωστές στο δίκαιο διαδικασίες, φτάνει να κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν διέπουν άμεσα την περίπτωση, παρέχουν όμως τους μηχανισμούς που μπορεί να χρησιμοποιηθούν.». Πράγματι, ο Κανονισμός 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών[5] παραπέμπει στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και πρόσθετα στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς για επίλυση οποιουδήποτε δικονομικού ζητήματος περί εκκαθάρισης εταιρειών, το οποίο δεν επιλύεται στους ίδιους τους περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμούς. Όπως, ειδικότερα, αναφέρθηκε στην υπόθεση Companies Petition 7/1972, Bedros Karaoglanian & Sons Ltd v Hagop Karaoglanian, απόφαση ημερ. 25.10.1974 (πρωτόδικη, Πλήρους Δικαστηρίου υπό Πική, Π.Ε.Δ και Αρτέμη, Ε.Δ) - «Rule 92 of the Companies (Winding Up) Rules 1933, lays down that, in the absence of a special provision being made in the Rules regulating procedural matters, then the Civil Procedure and Bankruptcy Rules on the matter will have application.». Προτού όμως κάποιος προσφύγει στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας ή στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς όπως αναφέρει ο Κανονισμός 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμώς, το ορθό είναι να προσφεύγει στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, οι οποίοι, όπως διευκρινίστηκε στην υπόθεση Karaoglanian ανωτέρω, είναι συμπληρωματικοί («supplementary») των περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμών. Ελλείψει ειδικής ρύθμισης και στους περί Εταιρειών Κανονισμούς[6] για το επίδικο ζήτημα, τότε τυγχάνει εφαρμογής ο Κανονισμός 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών, όπου καθορίζεται ότι꞉ «The Rules of Court for the time being in force relating to civil actions, and the general practice and procedure of the Courts in the Colony (or, in default of local provision, the practice and procedure observed by the Courts in England), shall apply as regards all proceedings in relation to applications to which these rules relate so far as may be practicable, except if and so far as the Law or these rules otherwise provide.». Δηλαδή, ο Κανονισμός 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών προβλέπει ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας όσον αφορά τη γενική πρακτική και διαδικασία των Δικαστηρίων στην Κύπρο (ή, ελλείψει τέτοιας ρύθμισης στην Κύπρο, η πρακτική και διαδικασία των δικαστηρίων της Αγγλίας), εφαρμόζονται όσον αφορά τη διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, εκτός εάν ο ίδιος ο Νόμος καθορίζει διαφορετικά. Στην πιο πάνω υπόθεση Karaoglanian, ό,τι απασχόλησε το Πλήρες Δικαστήριο αμέσως προ της έναρξης της ακρόασης της αίτησης εκκαθάρισης, αφορούσε στην εισήγηση του συνηγόρου των Καθ'ων η αίτηση ότι η αίτηση εκκαθάρισης θα έπρεπε να απορριφθεί καθότι δεν έτυχε δημοσίευσης εντός του χρονοδιαγράμματος και κατά τον τρόπο που προβλέπεται στους Αγγλικούς Κανονισμούς περί Εταιρειών, ήτοι the English Companies (Winding Up) Rules of 1949, και ειδικότερα στον Κανονισμό 28 αυτών βάσει του οποίου απαιτείτο να γίνει δημοσίευση της αίτησης 7 μέρες πριν την ακρόαση (seven days before the hearing). Το Πλήρες Δικαστήριο, διαπιστώνοντας την απουσία ειδική διάταξης στους περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμούς και στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, ανέτρεξε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και στους περί Πτωχεύσεως Θεσμούς. Με αφετηρία το σκεπτικό ότι η δημοσιοποίηση της αίτησης σκοπεί να γνωστοποιήσει την παρουσίαση της αίτησης εκκαθάρισης σε όσο το δυνατό περισσότερουα επηρεαζόμενα μέρη,[7] το Πλήρες Δικαστήριο παρατήρησε, συναφώς, ότι τόσο οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας όσο και οι περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί περιείχαν ειδική πρόνοια για την επίδοση των εγγράφων στα ενδιαφερόμενα μέρη και πως σε κανέναν από τους προαναφερόμενους δύο δικονομικούς μηχανισμούς δεν απαιτείτο η δημοσίευση σε εφημερίδα ή οπουδήποτε αλλού ως αναγκαίου στοιχείου επίδοσης. Έτσι, το Πλήρες Δικαστήριο έκρινε ότι, ανεξάρτητα από το κατά πόσον ο Κανονισμός 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών καθιστά εφαρμοστέους στην Κύπρο τους Αγγλικούς Κανονισμούς (English Companies (Winding Up) Rules of 1949), ο Κανονισμός 28 των Αγγλικών Κανονισμών δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή στην Κύπρο καθότι το ζήτημα επιλύεται στα πλαίσια των προνοιών περί επίδοσης που ενυπάρχουν στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς.[8] Προχώρησε την ίδια στιγμή το Πλήρες Δικαστήριο στην υπόθεση Karaoglanian και διατύπωσε την ερμηνεία ότι αυτό στο οποίο ο Κανονισμός 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών αποσκοπούσε ήταν να καταστήσει εφαρμοστέους τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και πως δεν υπάρχει περιθώριο για εφαρμογή των εν ισχύ στην Αγγλία Κανονισμών περί Εκκαθαρίσεων.[9] Ο λόγος (the ratio) της προμνησθείσας απόφασης Karaoglanian, όσο και αν πρόκειται για πρωτόδικη απόφαση, δεν έχει διασαλευθεί με οποιαδήποτε μεταγενέστερη δευτεροβάθμια απόφαση, εξ όσων τουλάχιστον έχει περιέλθει σε γνώση μου από μελέτη του θέματος. Αυτό που κατά την κρίση μου παραμένει πάντα επιτρεπτό στα Κυπριακά Δικαστήρια, με βάση και τον Κανονισμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών ανωτέρω, είναι να αντλούν καθοδήγηση «από την πρακτική και διαδικασία των δικαστηρίων της Αγγλίας» κατά την εφαρμογή νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων όταν όμοιές τους ισχύουν και εφαρμόζονται στην Αγγλία. Παραπέμπω, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Χρυσοστομή, Δ., στην Stephanos & Andreas Cold Stores Trading Limited ν Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.1)
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1806 όπου εξετάστηκαν οι διατάξεις των Α. 220 και 215 του Κεφ. 113 και λέχθηκαν σχετικά τα εξής꞉[10] «Τα πιο πάνω άρθρα του δικού μας Νόμου, είναι παρόμοια με τα άρθρα 231 και 226 του αγγλικού Companies Act 1948. Παρόμοιες πρόνοιες που αφήνουν ανεπηρέαστες τις αρχές που διέπουν τα ερωτήματα ενώπιον μας έγιναν και με τα άρθρα 126, 128 και 130
(3)του Insolvency Act 1986. Κατά συνέπεια, αγγλικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις μπορούν να είναι καθοδηγητικές πάνω στα θέματα που μας απασχολούν.». Όπως, επίσης, σημειώθηκε από τον Καλλή, Δ., στην απόφαση Ιωάννης Παπαδόπουλος ν Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1Γ ΑΑΔ. 1716, με παραπομπή και σε προγενέστερη απόφαση του Αρτεμίδη, Δ στην Κολαρίδου ν. Κολαρίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1408, 1411, η Αγγλική Νομολογία δεν είναι μεν δεσμευτική, είναι όμως βοηθητική ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή νομοθετήματός μας πανομοιότυπου με το αγγλικό. Γ.2 Ως προς τον τύπο της δικογραφίας σε αίτηση εκκαθάρισης και τη διαδικασία ακρόασης τέτοιας αίτησης Η αίτηση (petition) για τους σκοπούς του άρθρου 211 πρόδηλα αποτελεί εναρκτήρια κλήση (originating summons) κατά την έννοια της Δ.2, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας της Κύπρου, αφού με αυτήν την αίτηση άρχεται η δικαστική διαδικασία και υπό αυτήν την έννοια διακρίνεται από οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση ή αίτηση δια κλήσεως (application by summons) σε ήδη αρχινημένη διαδικασία, όπου διέπεται από τη Διαταγή 48.[11] Τούτο, έχει ήδη υποδειχθεί με δύο ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ημερομηνίας 22.11.2012 (εκδοθείσας από τον Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ.) και 26.5.2014 (εκδοθείσας από το παρόν Δικαστήριο), οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα την απόρριψη αιτήματος από μέρους της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασής της στην αίτηση εκκαθάρισης δυνάμει της Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. την αίτηση που επιλήφθηκε ο Θεοδώρου, Δ.) ή πρόσθετης ένορκης δήλωσης (βλ. την αίτηση που επιλήφθηκε το παρόν Δικαστήριο) δυνάμει της Δ.25 και Δ.48, θ.4
(2)των ιδίων Θεσμών. Σημειωτέον ότι η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 22.11.2012 δεν εφεσιβλήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση εταιρεία και τούτο λήφθηκε υπόψη από το παρόν Δικαστήριο κατά την έκδοση της δικής του απόφασης, ημερ. 26.5.2014, αφού, όπως εκεί σημείωσα- «Ερχόμενη στα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης στην παρούσα υπόθεση, σημειώνω ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υφίσταται νέο ζήτημα προς εκδίκαση ή νέα στοιχεία - εν συγκρίση με ό,τι τέθηκε ενώπιον του αδελφού μου Δικαστή στο πλαίσιο της πρώτης αίτησης της Αιτήτριας - που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Επισημαίνω, κατ' αρχάς, ότι ο αδελφός Δικαστής που εξέδωσε την απορριπτική απόφαση επί της πρώτης αίτησης της Αιτήτριας αποφάσισε και προδιάγραψε ρητά και με σαφήνεια τη διαδικασία εκδίκασης της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι είναι έργο και καθήκον του Δικαστηρίου να καθορίσει τη διαδικασία εκδίκασης της αίτησης και όχι ζήτημα επιλογής των διαδίκων. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση ημερ. 22/11/2012ː [...]». Επί της ουσίας της, η προμνησθείσα απόφαση του αδελφού μου Δικαστή, Θεοδώρου, Δ., είχε δύο σκέλη, τα οποία και υιοθέτησα με τη δική μου ενδιάμεση απόφαση, ημερ. 26.5.2014꞉ Πρώτον, αναφορικά με τον τύπο της αίτησης εκκαθάρισης. Ως προς τον τύπο της κυρίως αίτησης, ο Θεοδώρου, Δ., υπέδειξε ότι «μπορεί κάποιος να αντλήσει καθοδήγηση από τον Κανονισμό 4
(1)των Περί Εταιρειών Κανονισμών (Companies Rules). Αναφορικά με τον τύπο των λοιπών δικογράφων, κατά αναλογία εφαρμόζονται τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1Δ ΑΑΔ 1978. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι πρόνοιες της Δ.48 τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με τον τύπο της αίτησης αλλά και τον τύπο της ειδοποίησης ένστασης σε εναρκτήρια διαδικασία. [...]». Δεύτερον, όσον αφορά την ακρόαση της αίτησης. Υπέδειξε ο αδελφός μου Δικαστής, Θεοδώρου, Δ., ότι πουθενά όμως, στην απόφαση στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1Δ ΑΑΔ 1978 δεν αναφέρεται και/ή έστω αφήνεται να νοηθεί ότι ο τρόπος διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας μιας εναρκτήριας αίτησης διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4
(2)και δη ότι αυτή διεξάγεται μόνο στην βάση ενόρκων δηλώσεων. Συνέχισε λέγοντας ότι «στον βαθμό που διάδικος σε αίτηση εκκαθάρισης επιθυμεί να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία, θα μπορούσε, τηρουμένων των κανόνων περί αποδεκτότητας μαρτυρίας, να πράξει τούτο. Το γεγονός ότι τόσο η κυρίως αίτηση όσο και η ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτή, συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις, ουδόλως διαφοροποιεί το πιο πάνω δεδομένο και δη το δικαίωμα παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας». Αιτιολόγησε τη θέση του αυτή με αναφορά στην πρακτική και διαδικασία των δικαστηρίων της Αγγλίας ως εξής꞉ «Ως προς την δυνατότητα προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας μιας αίτησης εκκαθάρισης, φαίνεται ότι και στην Αγγλία, πριν την τελευταία τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας της εν λόγω χώρας (βλέπε Insolvency Act 1985 και Insolvency Rules 1986), ίσχυε περίπου η ίδια προσέγγιση. Αρχικά η γενική αρχή ήταν ότι οι αιτήσεις εκκαθάρισης εκδικάζονται επί την βάση μόνο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ότι μόνο με άδεια του δικαστηρίου και υπό συγκεκριμένες περιστάσεις επιτρεπόταν η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας (βλέπε Re Gold Hill Mines
(1883)23 Ch. D. 210, 214, Re S.A. Hawken Ltd [1950] 2 ALL E.R. 408, Re A.B.C. Coupler and Engineering Co, Ltd (No.2) [1962] 3 ALL E.R. 68, 73, Palmer's Company Law 21st edition 747, και Pennigton's Company Law 4th edition 698). Εντούτοις στην Re A.B.C. Coupler (ανωτέρω), ο Backley J. έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθησαν μεταξύ άλλων και στην Re S.A. Hawken Ltd (ανωτέρω), αρχικά στην απόφαση του υιοθέτησε τα όσα ο Wynn-Parry, J. είπε στις υποθέσεις Re St. David's Gold Mining Co. Ltd
(1866)14 L.T. 539 και Re South Staffordshire Tramways Co
(1894)1 Mans 292, και δη «...I think that anyone who is accustomed to practice in this court knows that it has for very many years been the practice of the court, wherever charges of fraud or grave charges of misconduct are made in a winding-up petition, to require evidence over and above the statutory affidavit». Σε κατοπινό στάδιο της απόφασης του, ο Backley J. ανάφερε τα ακόλουθα «But where grave charges are involved the court should, if practicable, have the advantage of hearing evidence on which there can be effective cross-examination; the evidence of witnesses who have first-hand knowledge of the matters on which they are giving evidence. And the evidence called before the court should, in my judgement, so far as the circumstances permit, within reason conform to the ordinary rules of admissibility. After all, the winding-up of a company is a drastic remedy which may have far-reaching consequences financial and commercial and also consequences affecting not only the company but persons who have been concerned with the conduct of its affairs, and the court should act with caution in exercising its discretionary jurisdiction.». Όπως προκύπτει από τα όσα κατά καιρούς αναφέρθηκαν είτε στις αγγλικές αποφάσεις είτε στα πιο πάνω αναφερόμενα συγγράμματα, αν με την κυρίως αίτηση επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης μιας εταιρείας και η εν λόγω αίτηση βασίζεται στο ότι η εν λόγω εταιρεία οφείλει συγκεκριμένο ποσό προς τους αιτητές, το οποίο ποσό αδυνατεί και/ή δεν είναι ικανή να το πληρώσει, και στα πλαίσια της όλης διαδικασίας της κυρίως αίτησης δεν εγείρονται θέματα τα οποία να καθιστούν αναγκαία την προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας για να δυνηθεί το δικαστήριο να αποφανθεί ως προς την αίτηση, τότε είναι δυνατή η εκδίκαση και κατ΄ ακολουθία και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μόνο επί του περιεχομένου της/των ένορκης/ων δήλωσης/ων που συνοδεύει/ουν την αίτηση. Σε διαφορετική περίπτωση επιτρέπεται η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας και τούτο, μετά την συμπλήρωση των δικογράφων, γίνεται δια προφορικής μαρτυρίας (με βάση τα όσα ίσχυαν στην Αγγλία, μετά την καταχώριση της αίτησης (petition) εκκαθάρισης, τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν δικαίωμα εντός 7 ημερών από την επίδοσης τους, να καταχωρήσουν ένσταση, και οι αιτητές, είχαν δικαίωμα εντός 3 ημερών από την παραλαβή της ένστασης, να καταχωρήσουν απάντηση).». Προχώρησε ο αδελφός Δικαστής Θεοδώρου, Δ., στη διατύπωση της εκτίμησης όσον αφορά την υπό κρίση αίτηση στην παρούσα υπόθεση, λέγοντας ότι - «Στην προκειμένη περίπτωση, τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση αλλά και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, καθιστούν την διαδικασία της κυρίως αίτησης τέτοια, που είναι και δυνατή και επιθυμητή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας.». Αξίζει εδώ να αναφέρω ότι ακολούθησε χρονικά της έκδοσης της απόφασης του αδελφού Δικαστή Θεοδώρου, Δ., η έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Κ. Σταματίου, Δ.) κατά την ενάσκηση πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας για τη χορήγηση Προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorary (βλ. Πολιτική Αίτηση 206/13, Αναφορικά με την Αίτηση του κ. Σάββα Ιωάννη Κασπαρή, απόφαση ημερ. 3.12.13) στην οποία λέχθηκε ότι η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται. Παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Εταιρική Αίτηση 259/89 επί τοις αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.5.1990: «Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση KMC Motors Ltd v. Josephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 Α.Α.Δ. 390). Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν.» Έγινε συγχρόνως, όμως, παραπομπή στο σύγγραμμα του Pennington Company Law, 4η Έκδοση, σελ. 698, όπου αναφέρεται ότι: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner's case unless there are affidavits filed in opposition*8." (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Στη δική μου ενδιάμεση απόφαση ημερ. 26.5.2014, αν και ήταν μεταγενέστερη εκείνης της κας Σταματίου (η οποία σημειωτέον δεν είχε τεθεί τότε υπόψη μου), υιοθέτησα την απόφαση του κ. Θεοδώρου υπό το δεδομένο ότι (όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω τόσο στην ίδια την απόφασή μου όσο και εκ νέου κατά τη δικάσιμο ημερ. 8.10.2014), οι συνήγοροι της Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας είχαν δηλώσει ρητά στην παρα. 20 της γραπτής τους αγόρευσης, ότι με την υπό κρίση τότε αίτηση δεν επιζητούσαν να αποφασιστεί ο τρόπος εκδίκασης της κυρίως αίτησης, δήλωση η οποία σήμαινε ότι η Αιτήτρια αποδέχεται τη διαδικασία όπως την καθόρισε ο αδελφός Δικαστής Θεοδώρου με την ως άνω απόφασή του και η οποία αποδοχή συνάδει με το γεγονός ότι δεν ασκήθηκε έφεση κατά της εν λόγω πρωτόδικης απόφασης. Δεν θεωρώ, εν πάση περιπτώσει, ότι υπάρχει αγεφύρωτη διαφορά μεταξύ της απόφασης της κας Σταματίου και των δύο ενδιάμεσων αποφάσεων που δόθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Αποτελεί κοινή συνισταμένη όλων αυτών ότι το Δικαστήριο δύναται, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να επιτρέψει την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας από τα διάδικα μέρη, τηρουμένων των κανόνων περί αποδεκτότητας, εφόσον στην όψη των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αφενός την αίτηση και αφετέρου την ένσταση υπάρχει αμφισβήτηση ως προς ουσιώδεις ισχυρισμούς γεγονότων. Το κατά πόσον η προφορική μαρτυρία θα πρέπει να περιορίζεται σε μαρτυρία που δίδεται στο πλαίσιο αντεξέτασης επί της ήδη καταχωρηθείσας ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση (ή/και την ένσταση στην αίτηση, αντίστοιχα) ή αν δύναται να επεκταθεί και σε πρόσθετη μαρτυρία που θα δίδεται στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης ενός μάρτυρα προτού αυτός προσφερθεί προς αντεξέταση, αποτελεί ζήτημα που χωρεί οριστικής απάντησης νομολογιακά σε επίπεδο δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας. Η απόφαση της κας Σταματίου δεν επιλαμβάνεται ειδικά αυτού του σημείου. Όσον αφορά την διαδικασία που ακολουθείται από τα Δικαστήρια στην Αγγλία αναφορικά με την οργάνωση της ακρόασης των αιτήσεων εκκαθάρισης, αυτή φαίνεται να ρυθμίζεται νομοθετικά κατά τρόπο που να διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων τηρουμένου του δικαιώματος αντεξέτασης των ομνυόντων, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Διαφωτιστικά είναι όσα αναφέρονται στο Σύγγραμμα Applications to Wind Up Companies, Second Edition, Derek French, Oxford University Press, p. 275 - 279꞉ «4.3 Evidence 4.3.1 Written and Oral Evidence 4.3.1.1 Written evidence preferred By IR 1986, r.7.7
(1), the hearing of an application to wind up a company, like any insolvency proceeding, is on the basis of written evidence, subject to a power to call a deponent for cross- examination. Rule 7.7
(1)provides that evidence may be given by affidavit (or witness statement verified by statement of truth꞉ r.7.57
(5)), unless the court directs otherwise. The court may order the maker of any affidavit or witness statement to attend for cross-examination.[12] This provision is the reverse of CPR, r.32.2, which requires evidence to be given orally in public unless the court orders otherwise and so r.32.2 does not apply to insolvency proceedings.[13] 4.3.1.5 Cross- examination Before the CPR came into force the court had a discretion to order the maker of an affidavit to attend for cross-examination.[14] If the maker of an affidavit failed to attend for cross-examination when ordered to do so, the affidavit could not be put in evidence unless the court gave leave.[15] Cases on this old rule may be relevant to the court's exercise of discretion under CPR, r 32.1, to direct how evidence is to be presented, and under r 32.5 to order that a witness who has made a witness statement need not give oral evidence. Σχετική και η παραπομπή στην υπόθεση Tay Bok Choon ν Tahansan Sdn Bhd [1987] 1 WLR413, όπου ο Lord Templeman εκδίδοντας την απόφαση του Privy Council, είπε τα εξής (σελ. 418-419): «The court [hearing a winding-up petition] cannot give a direction about evidence unless one of the litigants desires such direction to be made. [In England and Wales the position is now different under CPR, r 32.1.][16] Of course a judge may indicate to a petitioner that unless he calls oral evidence or applies to cross-examine the depo­nents of the opposition so as to prove a disputed fact, his petition is likely to fail. The judge may equally indicate to a respondent that unless he calls oral evidence or applies to cross-examine the petitioner's deponents for the purposes of disproving an allegation made by the petitioner, then the petitioner is likely to succeed. At the end of the day the judge must decide the petition on the evidence before him. If allega­tions are made in affidavits by the petitioner and those allegations are credibly denied by the respondent's affidavits, then in the absence of oral evidence or cross-examina­tion, the judge must ignore the disputed allegations. The judge must then decide the fate of the petition by consideration of the undisputed facts.». Στην Κύπρο ελλείψει ειδικής ρύθμισης στους περί Εταιρειών Κανονισμούς ή στους περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμούς για την οργάνωση της ακρόασης των αιτήσεων εκκαθάρισης, τυγχάνουν εφαρμογής δυνάμει του Κανονισμού 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών και στον Κανονισμό 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμών, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Δεν προβλέπεται σε αυτούς άλλος τρόπος εκδίκασης των εναρκτήριων κλήσεων από ό,τι των αγωγών. Και εδώ είναι δεδομένη η επιθυμία της Αιτήτριας να προσφέρει προφορική μαρτυρία εφόσον έχει έτοιμο το μάρτυρα της με γραπτή δήλωση. Ό,τι απομένει λοιπόν να αποφασιστεί επί του εγερθέντος ενώπιον μου ζητήματος αφορά στα όρια και μόνο εντός των οποίων μπορεί να επιτραπεί να δοθεί προφορική μαρτυρία. Tούτο καθιστά αναγκαίο να εξετάσει κανείς τη φύση της δικογραφίας των αιτήσεων εκκαθάρισης και της έναρξης της δίκης εξ υπαρχής. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από όσα λέχθηκαν στη Re S.A. Hawken Ltd
(1950)2 All ER. 408, η οποία μνημονευεται υπό τον αστερίσκο και την υποσημείωση αρ. 8 στη σελ. 698 του Συγγράμματος Pennington Company Law, 4η Έκδοση, στο οποίο παραπέμπει η απόφαση της κας Σταματίου. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την Re S.A. Hawken Ltd
(1950)2 All ER. 408, 412 - 413꞉ «The conjoint effect of s.210
(5)and s. 365 of the Act is that r. 3 and r.30 of the Companies (Winding - up) Rules, 1949, apply, and therefore, having regard to the authorities, prima facie the statutory affidavit is sufficient to support a petition under s.210.It is difficult to see why on the language of r.3 and r.30, the statutory affidavit is applicable. In re Gold Hill Mines
(3), Lindley L.J., said (23 Ch.D. 214)꞉ «The statutory affidavit strictly is no proof of anything. It is hearsay as to almost everything in it, but it is sufficient to require an answer.».[...] The result of the decided cases appears to be that, while the statutory affidavit is always necessary, it is not always sufficient: see Re St. David's Gold Mining Co., Ltd
(5), and Re South Staffordshire Tramways Co.
(6); and it is never sufficient where the petition is based on allegations of fraud. In such cases the facts of the alleged fraud must be stated on affidavit: see Re St. David's Gold Mining Co., Ltd.
(5), Re South Staffordshire Tramways Co.
(6), and Re Ilfracombe Permanent Mutual Benefit Building Society
(7), per WRIGHT, J. ([1901] 1 Ch. 110). The court has never attempted to state exhaustively the circumstances in which, apart from cases based on allegations of fraud, the statutory affidavit is to be regarded as insufficient. Each case must depend on its peculiar facts. In BUCKLEY ON THE COMPANIES ACTS, 12th ed., p. 1028, it is stated, in the note to r. 30 of the Companies (Winding-
  1. up)Rules, 1949: 'In general the petitioner ought not to file any evidence beyond the statutory affidavit, unless evidence is filed in opposition .' [.] I accept this statement as far as it goes, but, of course, much depends on the scope of the words "in general". In the ordinary case of a creditor's petition for a winding - up order on the ground of insolvency, no more than the statutory affidavit can be justified in the first instance. On the other hand, where the petition is grounded on an allegation that the affairs of the company require investigation, then [.] it will probably be desirable in many, if not most cases, to supplement the statutory affidavit and the court, in my view ought not to be quick to disallow the costs of supplementary evidence in such case. Again, where a petitioner must rely on documents if the petition is opposed, I should have thought that he would do right to exhibit those documents. They form part of his case, and the respondents to the petition are entitled to know the case which is made against them. It appears to me to be no answer to say that, in the event, the documents proved unnecessary, because the petition was not resisted. The completeness of a petitioner's case may well induce a respondent not to resist. [.] In the present case, according to the allegations in the petition, there was at the date of its presentation acute conflict between the parties. Not only was Mr Hawken disputing that there was any agreement as to the taking over of the businesses from him by the company, but also it was disputed that there was any case for relief under s. 210. In these circumstances, I think that the petitioners were justified in supplementing the statutory affidavit by exhibiting the documents which they did exhibit and by filing the affidavit of the former secretary.». Συνοψίζω τα ανωτέρω, σε πρόχειρη μετάφραση στα Ελληνικά꞉ Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και βεβαιώνει το περιεχόμενο της αίτησης ως αληθές, δεν αποτελεί αυστηρά ομιλούντες την απόδειξη οποιουδήποτε ισχυρισμού γεγονότος. Παρά το ότι αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, εντούτοις θεωρείται ικανή να λάβει μια απάντηση (δηλ. να προκαλέσει την καταχώριση ένστασης στην αίτηση). Αν και είναι πάντοτε αναγκαίο να συνοδεύεται η αίτηση εκκαθάρισης από ένορκη δήλωση που να βεβαιώνει το περιεχόμενό της αίτησης ως αληθές, εντούτοις δεν είναι πάντοτε αρκετή η εν λόγω ένορκη δήλωση για σκοπούς απόδειξης. Ειδικότερα, δεν είναι ποτέ αρκετή όταν υφίσταται ισχυρισμός για δόλο. Σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να καταχωρείται - ταυτόχρονα με την καταχώριση της αίτησης - ξεχωριστή ένορκη δήλωση που να μαρτυρεί τα στοιχεία του δόλου. Δεν έχουν κωδικοποιηθεί ή καταγραφεί εξαντλητικά οι περιπτώσεις, πλήν εκείνης του δόλου, στις οποίες θα θεωρείται ότι η ένορκη δήλωση που βεβαιώνει την αλήθεια της αίτησης δεν αποτελεί επαρκές μέσο απόδειξης, ήτοι οι περιπτώσεις στις οποίες θα χρειάζεται να δίδεται περαιτέρω μαρτυρία προς απόδειξη της αίτησης. Η κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Πάντως, εκεί όπου η Αιτήτρια προβλέπει ότι θα χρειαστεί να παρουσιάσει έγγραφη μαρτυρία (τεκμήρια) για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, αυτή την έγγραφη μαρτυρία (τεκμήρια) θα πρέπει να την εισάξει εξ' υπαρχής η Αιτήτρια μέσω του statutory affidavit ή της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναλόγως της περιπλοκότητας ή σοβαρότητας της υπόθεσης, για να γνωρίζει κάθε ενδιαφερόμενος σε ποια υπόθεση έχει ακριβώς να ενστεί. Υπάρχουν και άλλα Συγγράμματα, στα οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση και στα οποία θα μπορούσε να γίνει αναφορά όσον αφορά την επάρκεια, ή μη, του statutory affidavit ως μέσου απόδειξης της αίτησης. Στον Palmer's Company Law, 21st edn., London, Stevens & Sons Limited 1968, σελ. 747, υπό τον τίτλο «Evidence in support of petition» αναφέρεται ότι πρόσθετη ένορκη δήλωση χρειάζεται όποτε επιζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας που λειτουργούσε ως οιωνεί- συνεταιρισμός ή όποτε υφίσταται ισχυρισμός για δόλο ή όταν η υπόθεση δεν φαίνεται να είναι ασυνήθιστη παρά μια τυπική υπόθεση꞉ «Evidence in support of petition The Rules provide for the filing of an affidavit by the petitioner in general terms, stating, in effect, that the statements in the petition relating to his own acts and deeds are true, and that he believes the other statements to be true. This is known as the statutory affidavit, and the Rules make this affidavit prima facie evidence of the statements in the petition. [...] The object of the statutory affidavits is to prevent the abuse of putting upon the file long affidavits in support of the petition which may turn out to be unnecessary.12 Additional affidavits are, however, required where the petitioner alleges fraud or misconduct, or seeks to have the company wound up by analogy to the dissolution of a partnership, or otherwise where " the case is unusual rather than purely formal. [...].» (Η έμφαση είναι δική μου.) Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Volume 7, Butterworths, London 1974, p.p. 610 - 611, para 1022 αναφέρονται τα εξής꞉ «1022. Affidavit verifying petition. Every petition must be verified by an affidavit referring to it, which must be made by the petitioner, or by one of the petitioners, if more than one1, or may in a proper case be made by the petitioner's solicitor or agent if he knows the facts2. [...] The affidavit is sufficient prima facie evidence of the statements in the petition7, unless fraud is charged, in which case the facts alleged to constitute fraud must be set out in an affidavit8, or the petition is based on deadlock, in which case the statutory affidavit is insufficient and the articles of association must be put in evidence9.». Πέραν του δικαιώματος του Αιτητή για καταχώριση πρόσθετης ένορκης δήλωσης, πέραν του statutory affidavit, καθ' ον χρόνο καταχωρεί την αίτηση εκκαθάρισης, τα διάφορα Συγγράμματα στα οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση μιλούν και για το δικαίωμα του Αιτητή να καταχωρεί Απαντητική ένορκη δήλωση αφότου καταχωρηθεί ένσταση στην αίτηση εκκαθάρισης. Τούτο όμως, στη βάση των εν ισχύ στην Αγγλία Κανονισμών και ειδικότερα του Κανονισμού 36 αυτών («Companies (Winding-
  2. up)Rules 1949, r. 36»). Παραπέμπω συναφώς στο Σύγγραμμα Atkin's Encyclopaedia of Court Forms in Civil Proceedings, Second Edition, Volume II, Companies (Winding -up Proceedings) pages 501 - 1005, London Butterworths 1971, στη σελ. 581, όπου αναφέρονται τα εξής υπό τον Πίνακα που τιτλοφορείται «Table 13»꞉ Steps to be taken Form No. Companies Act 1948 Companies (Winding - Up) Rules 1949 If Respondent desires to tender evidence in opposition to petition꞉ 59. Respondent files affidavit in opposition to petition. Time꞉ Within 7 days of the date on which the affidavit verifying the petition was filed. [.] The affidavit states the grounds of opposition and the Respondent's contentions on the facts on which the petition is based. Because the affidavits vary so widely, depending on the circumstances of the particular case, no form is included in this title. r.36(I) 60. Respondent gives notice of filing of affidavit in opposition to petition to Petitioner or his Solicitor or London Agent. Time꞉ On the same day as that on which the affidavit was filed. 306 r.36(I) 61. Petitioner may file affidavit in reply. Time꞉ Within 3 days of the date on which he receives notice of filing of the Respondent's affidavit. r.36
(2)Παραπέμπω, περαιτέρω, στο Σύγγραμμα του Palmer's, στη σελ. 1451, όσον αφορά την επεξήγηση των κανονισμών Companies (Winding Up) Rules, 1949, αναφέρονται τα εξής꞉ «Affidavits opposition and reply 36.-
(1)Affidavits in opposition to a petition shall be filed within seven days of the date on which the affidavit verifying the petition is filed, and notice of the filing of every affidavit in opposition to such a petition shall be given to the petitioner or his solicitor or London agent, on the day on which the affidavit is filed.
(2)An affidavit in reply to an affidavit filed in opposition to a petition shall be filed within three days of the date on which notice of such affidavit is received by the petitioner or his solicitor or London agent.». Τα ίδια διαπιστώνει κανείς αν αντρέξει στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Volume 7, Butterworths, London 1974, p.p. 610 - 611, para 1022. Θα συμφωνήσω, όμως, με τον συνήγορο της Αιτήτριας ότι με βάση την μέχρι σήμερα κρατούσα νομολογία στην Κύπρο και ειδικότερα υπό το φως του λόγου της Karaoglanian, οι Αγγλικοί Κανονισμοί δεν έχουν ισχύ και εφαρμογή στην Κύπρο και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσαν να επιδράσουν στη σκέψη του Δικαστηρίου για το υπό κρίση ζήτημα στην παρούσα υπόθεση. Δεν θα απέκλεια, από την άλλη, ως εντελώς άτοπη ή αβάσιμη την εισήγηση του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας θα μπορούσαν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να γίνεται δεκτό ότι προβλέπουν για τη δυνατότητα καταχώρισης Απάντησης μετά από την ένσταση σε εναρκτήρια κλήση (originating summons, περιλαμβανομένου του petition) όπως είναι η αίτηση εκκαθάρισης, κατ' αναλογία προς ό,τι εφαρμόζεται σε αγωγή μετά και από την καταχώριση Έκθεση Υπεράσπισης και υπό το ίδιο χρονοδιάγραμμα. Λέγω τούτο έχοντας κατά νου ότι η Δ.19 που ρυθμίζει την καταχώριση δικογράφων αναφέρεται στο τί αναμένεται να πράξει ο «ενάγων» και ο «εναγόμενος», όπου οι δύο αυτοί όροι έχουν την έννοια που τους αποδίδει η Δ.1, θ.2 και η οποία περιλαμβάνει αιτητή ή καθ' ου, αντίστοιχα, σε petition.[17] Συνεπώς, δεν θα απέκλεια το να θεωρηθεί στη βάσει της Δ.21, θ.14
(1)ότι η Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση, ως εμπίπτουσα στην έννοια του όρου «ενάγων», είχε στη βάση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το δικαίωμα να καταχωρούσε Απάντηση εντός 7 ημερών από την επίδοση σε αυτήν της ένστασης στην αίτηση εκκαθάρισης, ελλείψει ειδικής ρύθμισης της δικονομίας στους περί Εταιρειών κανονισμούς και στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς.[18] Πάντως, με βάση ακριβώς τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί η παροχή προφορικής μαρτυρίας εκ μέρους της Αιτήτριας κατά την ακρόαση της αίτησης για το μόνο λόγο ότι αυτή δεν καταχώρισε Απαντητική ένορκη δήλωση. Ό,τι θα χρειαζόταν το Δικαστήριο να εξετάσει, θα αφορούσε στο κατά πόσον η προσαχθείσα μαρτυρία συνάδει με τα καταχωρηθέντα δικόγραφα ή αν παρεκτρέπεται από αυτά. Αποτελεί κλασσική ευθεντία επί του θέματος, η απόφαση Παπαγεωργίου ν Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ 24 και ειδικότερα το εξής απόσπασμα από αυτήν꞉ «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Τh. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. CD. Hay and Sons Ltd [*29]
(1971)1C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής.». Πέραν της πιο πάνω θεμελιώδους αρχής δικαίου κατ' εφαρμογήν των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προχωρώ και λέγω ότι η ανάδειξη με την προμνησθείσα απόφαση Re Hawken αλλά και με τα διάφορα Συγγράμματα ανωτέρω της αναγκαιότητας να εκτίθεται με επάρκεια εξ υπαρχής η υπόθεση της Αιτήτριας μέσω του statutory affidavit ή/και της πρόσθετης ένορκης δήλωσης εφόσον η υπόθεση κρίνεται από την ίδια την Αιτήτρια περίπλοκη ή μη τυπική ή αφορώσα σε υπόθεση δόλου, υποδηλώνει κατά την κρίση μου ότι δεν θα πρέπει να γίνεται ανεκτή από το Δικαστήριο η παρουσίαση για πρώτη φορά κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης μαρτυρικού υλικού που μπορούσε εξ υπαρχής να προβλεφθεί ως αναγκαίο για την απόδειξη της αίτησης. Η ορθότητα αυτού του λογισμού ενισχύεται από τα διαλαμβανόμενα στο Σύγγραμμα Applications to Wind Up Companies, Second Edition, Derek French, Oxford University Press, p. 275 - 279, όπου αναφέρονται τα εξής꞉ «4.3.1.6 Only allegations in petitions may be heard At the hearing of a winding-up petition, the petitioner is limited to the allegations made in the petition.[19] A winding-up petition should be secundum allegata et probanda (in accordance with what is alleged and proved).[20] In Re Fildes Bros Ltd[21] Megarry J said at p. 598꞉ In cases in which there are no normal pleadings, it seems to me important that those who oppose a winding up should know, in time to prepare their case, what are the allegations that they have to meet. If after a petition has been presented the petitioner wishes to broaden his attack, let him first amend his petition. Evidence of matters not alleged in the petition will not be allowed if objected to in time.[22] If such evidence is given without objection, though, the petitioner may be allowed to amend the petition to allege the facts introduced by the evidence.[23][.]». Στην παρούσα υπόθεση, είναι οι λεπτομέρειες γεγονότων που εκτίθενται στην αίτηση εκκαθάρισης βεβαιώνονται, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, με πολύ σύντομη, δισέλιδη, Ένορκη Δήλωση, ημερ. 2/12/2011, του κ. Pavel Gurin (στο εξής «Μ1»). Η εν λόγω Ε/Δ καταχωρήθηκε μαζί με την υπό κρίση αίτηση κατά την ίδια ημερομηνία (ήτοι στις 2/12/2011) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Αποτελεί, εν προκειμένω, το προμνησθέν «statutory affidavit.» Το κείμενο της Ε/Δ αυτής, ως συντάχθηκε από τον Μ1 στην Αγγλική γλώσσα και η μετάφραση αυτού στην Ελληνική γλώσσα, βρίσκονται κατατεθειμένα στο φάκελο του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια Α και Β, αντίστοιχα, της Ε/Δ ημερ. 2/12/2011, της κας Λουκίας Στυλιανού, η οποία επίσης συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Η κα Στυλιανού δηλώνει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια και η οποία ανέλαβε τη μετάφραση της Ε/Δ του Μ1 στην Ελληνική γλώσσα. Κρίνω ότι αξίζει εδώ να παραθέσω το περιεχόμενο της Ε/Δ του Μ1 ως το Τεκμήριο Β ανωτέρω για ευχερέστερη παρακολούθηση του σκεπτικού βάσει του οποίου καταλήγω στην παρούσα απόφασή μου꞉ «Εγώ, ο Gurin Pavel, από Ρωσία ορκίζομαι και λέγω τα πιο κάτω꞉ Είμαι ο Υπεύθυνος Προγραμμάτων (Project manager) της VTB Debt Centre η οποία είναι αντιπρόσωπος της Αιτήτριας και της οποίας οι εργασίες της περιλαμβάνουν την διαχείριση και την είσπραξη χρεών που οφείλονται στην Αιτήτρια από τρίτους και είμαι υπεύθυνος για τη διαχείριση και είσπραξη χρεών από την καθ' ης η αίτηση στην αίτηση διάλυσης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προς την Αιτήτρια και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Έχω πληροφορηθεί από τους Δικηγόρους της Αιτήτριας για το περιεχόμενο της παρούσας αίτησης διάλυσης και υιοθετώ και επιβεβαιώνω ως αληθινά όλα τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο που καταχώρησε η Αιτήτρια εναντίον της Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία. Επισυνάπτω στην παρούσα το αποτέλεσμα της έρευνας στο φάκελο της εταιρείας ο οποίος τηρείται στο Μητρώο του Γραφείου του Εφόρου Εταιρειών ως Τεκμήριο «1», αντίγραφο της Συμφωνίας δανείου με αριθμό [...], ημερομηνίας 18/12/2009 ως Τεκμήριο «2», αντίγραφο της Αίτησης Δανείου με αριθμό 1 («Application Form») ημερομηνίας 18/12/2009 στα Ρωσσικά ως Τεκμήριο «3» και τη μετάφρασή της στα Αγγλικά ως Τεκμήριο «4», αντίγραφο της Αίτησης Δανείου με αριθμό 2 ημερομηνίας 21/12/2009 στα Ρωσσικά ως Τεκμήριο «5» και τη μετάφρασή της στα Αγγλικά ως Τεκμήριο «6», αντίγραφο της αίτησης Δανείου με αριθμό 3 ημερομηνίας 22/12/2009 στα Ρωσσικά ως Τεκμήριο «7» και τη μετάφρασή της στα Αγγλικά ως Τεκμήριο «8», αντίγραφο της Αίτησης Δανείου με αριθμό 4 ημερομηνίας 28/12/2009 στα Ρωσσικά ως Τεκμήριο 9 και τη μετάφρασή της στα Αγγλικά ως Τεκμήριο 10, αντίγραφο της Αίτησης Δανείου με αριθμό 5 ημερομηνίας 11/1/2010 στα Ρωσσικά ως Τεκμήριο «11» και τη μετάφρασή της στα Αγγλικά ως Τεκμήριο «12» και αντίγραφο της Αίτησης Δανείου με αριθμό 6 ημερομηνίας 28/6/2010 στα Ρωσσικά ως Τεκμήριο «13» και τη μετάφρασή της στα Αγγλικά ως Τεκμήριο «14». Επίσης επισυνάπτω στην παρούσα αντίγραφο της Συμφωνίας Ενεχυρίασης με αριθμό [...] ημερομηνίας 23/11/2010 στα Ρωσσικά ως Τεκμήριο «15» και τη μετάφραση της στα Αγγλικά ως Τεκμήριο «16» και αντίγραφο της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας ημερομηνίας 20/7/11 στα Ρωσσικά, ως αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 10 της αίτησης ως Τεκμήριο «17» και τη μετάφραση της στα Αγγλικά ως Τεκμήριο «18». Έχω διαβάσει όλες τις μεταφράσεις των επισυναπτόμενων εγγράφων και επιβεβαιώνω ότι είναι πιστές και ακριβές μεταφράσεις των αντίστοιχων εγγράφων στα Ρωσσικά. Βεβαιώ ότι η οφειλή που αναφέρεται στην αίτηση οφείλεται μέχρι σήμερα όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9 της αίτησης. Αντίγραφο της επίσημης απαίτησης που επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας μαζί με την ένορκη δήλωση επίδοσης ημερομηνίας 3/10/2011 επισυνάπτεται στην παρούσα ως «Τεκμήριο 19». Αληθινά πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον τη δικαιοσύνης όπως η καθ' ης η αίτηση εταιρεία διαλυθεί.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του δικαστηρίου.) Έχω διεξέλθει τη γραπτή δήλωση του Μ1 συγκριτικά προς το statutory affidavit ανωτέρω. Περιγράφω πιο κάτω σε συντομία ό,τι εισάγεται με τις παραγράφους που μου ζητείται να αποκλείσω από τη γραπτή δήλωση του μάρτυρα꞉ Σελ. 4, παρα. 3 θ, ι, κ, λ - Κατάσταση χρέους από 18/12/1009 μέχρι 26.9.2014 Σελ. 5, παρα. 3 μ, ν, ξ, ο - Πληρεξούσιο Έγγραφο από την Αιτήτρια προς τον Μάρτυρα Σελ. 6, παρα. π, σ, τ - Αντίγραφα δημοσιεύσεων της αίτησης εκκαθάρισης και αντίγραφο απόφασης Διαιτητικού Δικαστηρίου Σελ. 7 ολόκληρη (παρα. 3υ έως αα) Ηλεκτρονικές Διαταγές Πληρωμής Σελ. 8 (παρα. 3 αβ μέχρι εκεί που ξεκινά η παρα. 4) Αιτιολογία για τη μη παρουσίαση πρωτότυπων εγγράφων Σελ. 11 παρα. 7 - Αναφορά στο Ρωσικό Δίκαιο αναφορικά με την ισχύ και εκτέλεση συμφωνίας δανείου Σελ. 12 ολόκληρη - Αναφορικά με ποσά που πλήρωσε η Καθ' ης η αίτηση έναντι του δανείου μέχρι τις 26/9/2014 Σελ. 13 ολόκληρη - προσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού χρέους Σελ. 14 ολόκληρη - ίδιο με σελ. 13 Σελ. 15 μέχρι εκεί που ξεκινά η παρα. 12 - ίδιο με σελ. 13 και 14 Σελ. 16 έως 27 ολόκληρες. - Αιτιολόγηση της επιλογής του Μ1 ως ομνύοντα και της γλώσσας στην οποία συντάχθηκε η Ε/Δ του, επεξήγηση του Ρωσσικού Δικαίου, απάντηση όσον αφορά τις αιτιάσεις για μη συμμόρφωση με ό,τι απαιτείται για την επίσημη απαίτηση, ενεχυρίαση Δεν έχω διαπιστώσει, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, να παρεκτρέπεται από ό,τι δικογραφήθηκε στο statutory affidavit ως προς την αιτία και βάση της αίτησης εκκαθάρισης. Όσα αναφέρονται υπό μορφή απάντησης στη γραπτή δήλωση του μάρτυρα δεν εισάγουν διαφορετική βάση απ' ότι ενυπάρχει στην υφιστάμενη δικογραφία ή ό,τι απαιτείται να εκδικασθεί στη βάση της ένστασης που καταχωρήθηκε. Κρίνω την εισαγωγή μαρτυρίας περί επικαιροποίησης της κατάστασης του χρέους κατά το χρόνο εκδίκασης της αίτησης εκκαθάρισης υπό το φως της βασικής αρχής της νομολογίας ότι σε αίτηση εκκαθάρισης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα γεγονότα που υφίστανται κατά το χρόνο εκδίκασης της αίτησης (Re Fildes Bros Ltd
(1970)1 W.L.R. 592). Δεν θα απέκλεια συνεπώς τη μαρτυρία που αναφέρεται σε στοιχεία επ' αυτού του θέματος. Θα επιτρέψω την κατάθεση της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα. (υπ.)..................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το άρθρο 212(α) του Κεφ.113 καθορίζει τα εξής꞉ «212. Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της — (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή·». [2] Το άρθρο 213
(1)καθορίζει τα πρόσωπα που έχουν locus standi για την καταχώριση αίτησης εκκαθάρισης ως εξής꞉ «213.—
(1)Αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, είτε από την εταιρεία είτε από οποιοδήποτε πιστωτή ή πιστωτές (περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε ενδεχόμενων ή μελλοντικών πιστωτού ή πιστωτών), συνεισφορέα ή συνεισφορέων, ή από όλους ή οποιουσδήποτε από τα μέρη εκείνα, μαζί ή ξεχωριστά: [...]». [3] Αναφέρθηκε εδώ στην απόφαση της Δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Κ. Σταματίου, Δ., κατά την ενάσκηση από αυτήν πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας για τη χορήγηση Προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorary στην Πολιτική Αίτηση 206/13, Αναφορικά με την Αίτηση του κ. Σάββα Ιωάννη Κασπαρή, απόφαση ημερ. 3.12.13. [4] 214.—
(1)Κατά την ακρόαση αίτησης για εκκαθάριση, το Δικαστήριο δύναται να την απορρίψει, ή να αναβάλει την ακρόαση με όρους ή χωρίς όρους, ή να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα, ή οποιοδήποτε άλλο διάταγμα θεωρήσει πρέπον, αλλά το Δικαστήριο δεν δύναται να αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης μόνο επειδή τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας έχουν επιβαρυνθεί ή υποθηκευθεί για ποσό ίσο με ή που υπερβαίνει τα περιουσιακά εκείνα στοιχεία ή ότι η εταιρεία δεν έχει περιουσιακά στοιχεία. [5] Τhe Cyprus Companies (Winding Up) Rules 1933, όπως έκτοτε τροποποιήθηκαν. [6] Εδώ αναφέρομαι στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, ο επίσημος τίτλος των οποίων είναι «The Companies Rules made under the Courts of Justice (Supplementary Provisions) Law, Cap. 12, R.S.C. Ord. 53, 31.12.1953», όπως έκτοτε τροποποιήθηκαν. [7] Βλ. Σελ. 1880 - 1881꞉ «Publication in this context is meant to advertise the fact of the presentation of the petition in as wide a circle as possible so as to give notice to any likely interested party while at the same time the public, by receiving such notice, may adjust its dealings with the company accordingly.» [8] Βλ. σελ. 1879꞉ Both the Civil Procedure Rules as well as the Bankruptcy Rules make specific provision for the service of documents on interested parties and in neither is publication in a newspaper or elsewhere made a necessary concomitant of service. Thus independently of whether r.3 of the Companies Rules, enacted under the Courts of Justice Law, makes applicable in Cyprus the English Companies (Winding Up) Rules of 1949, r.28 of the 1949 Rules can have no application in Cyprus as the matter is specifically dealt with by the 1933 Rules as already indicated. [9] Σελ. 1879꞉ Further we incline to the view that [.] r.3 of the Cyprus Companies Rules [.] does not have the effect of making applicable in Cyprus the English Companies (Winding Up) Rules
  1. What r. 3 seeks to achieve is to make applicable the Civil Procedure Rules as they apply to civil actions in the absence of a specific provision being made in the Companies Rules regulating any procedural matter. Thus both under the 1933 Rules as well as under the Companies Rules we are driven to the same conclusion, that is, that no room is left for the application of the English Companies (Winding Up) Rules, 1949.». [10] "
  2. Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει." "
  3. Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται- (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή διαδικασία για αναστολή διαδικασίας σε αυτή και (β) όταν οποιαδήποτε άλλη αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης της εταιρείας για παρεμπόδιση της λήψης περαιτέρω επιπρόσθετης διαδικασίας στην αγωγή ή διαδικασία, και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει σωστό." [11] Για τη διάκριση των όρων αυτών, βλ., μεταξύ άλλων, Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124. [12] R.7.7
(1). [13] IR 1986, r.7.51
(1); Highberry Ltd v COLT Telecom Group plc [2002] EWHC 2503 (Ch), [2003] 1 BCLC 290. [14] Rules of the Supreme Court 1965, ord 38, r 2
(3), now revoked. [15] ibid. [16] 32.1
(1)The court may control the evidence by giving directions as to - (
  1. a)the issues on which it requires evidence; (
  2. b)the nature of the evidence which it requires to decide those issues; and (
  3. c)the way in which the evidence is to be placed before the court.
(2)The court may use its power under this rule to exclude evidence that would otherwise be admissible.
(3)The court may limit cross-examination. [17] Παραθέτω σε αλφαβητική σειρά τους ορισμούς꞉"defendant" includes any person served with any writ of summons or process, or served with notice of, or entitled to attend any proceedings; "originating summons" means any summons other than a, summons in a pending cause or matter; "plaintiff" includes every person asking any relief (other than a defendant asking relief by way of counter-claim) against any other person by any form of proceeding, whether the proceeding is by action, petition, motion, summons or otherwise; [18] Η Διαταγή 21, θ.14
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι꞉ «14.
(1)Where the plaintiff desires to deliver a reply, he shall file and deliver it within seven days from the delivery of the defence.». [19] Re Spence's Patent Non-conducting Composition and Cement Co
(1869)LR 9 Eq 9; Re Fildes Allied Leasing and Finance Corporation 1998 CILR 92. [20] Re Wear Engine Works Co
(1875)LR 10 Ch App
  1. [21] [1970] 1 WLR
  2. [22] Re Londonnderry Ltd
(1921)21 SR (NSW) 263 at p. 265. [23] Re White Star Consolidated Gold Mining Co
(1883)48 LT 815; Re Eastern Fur Finance Corp Ltd [1934] 1 DLR 611; Hassgill Investments Pty Ltd v Newman Air Charter Pty Ltd
(1991)5 WAR 165. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.