← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 6949/2013, 29/1/2015

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 6949/2013, 29/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 6949/2013 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόντων -και- ΑΝΔΡΕΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Εναγομένων Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης 29 Ιανουαρίου 2015. Εμφανίσεις Για τον αιτητή: κα Ζαχαριάδου. Για τον καθ' ου η αίτηση: κος Στ. Χριστοδούλου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣH Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε από τον εναγόμενο και ζητά τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, επί τω ότι το κλητήριο ένταλμα ουδέποτε επιδόθηκε στον εναγόμενο και ο τελευταίος έχει καλή υπεράσπιση. Νομική βάση της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.5 κ.2, Δ.17 κ.10, Δ.26 κ.14 και βεβαίως Δ.48 κκ1, 2 και 9(h), καθώς επίσης η διακριτική ευχέρεια και οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από δήλωση που ορκίζεται ο εναγόμενος. Η πορεία της αίτησης προσέκρουσε στην ένσταση του ενάγοντα που επίσης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση οι δηλώσεις είναι δυο και ομνύοντες είναι ο ιδιώτης επιδότης Γιάννος Ιωάννου και ο Γαβριήλ Μίθηλλος, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τοποθετημένος στην υπηρεσία χορηγιών και επιδομάτων του υπουργείου οικονομικών. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω ότι επιβάλλεται να ειπωθούν λίγα λόγια για τις αρχές που διέπουν το ζήτημα. Έχει νομολογηθεί ότι αίτημα ως το επίδικο ανάγεται στη σφαίρα της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου (βλ. Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ

(1996)1 ΑΑΔ 1094, 1097). Ό,τι εξετάζεται είναι∙ αφενός ο λόγος διά τον οποίο ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο από την πρώτη στιγμή, αφετέρου συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση (βλ. Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, 2123). Βαρυσήμαντος είναι ο λόγος της υπόθεσης Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, όπου αναφέρθηκε ότι. «In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice. The need to uphold effectively on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other.» Σύνοψη των ισχυρισμών που προβλήθηκαν αποκαλύπτει τα ακόλουθα. Ο εναγόμενος διατείνεται ότι μόλις την 12.6.2014 πληροφορήθηκε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και αυτό έγινε όταν τον επισκέφθηκε δικαστικός επιδότης σε μια προσπάθεια εκτέλεσης εντάλματος κινητής περιουσίας. Αμέσως έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να προχωρήσουν σε έρευνα του φακέλου και έτσι έγινε κοινωνός της διαδικασίας που προηγήθηκε και δη ότι την 25.2.2014 του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Είναι η θέση του εναγομένου ότι η ένορκος δήλωση του ιδιώτη δικαστικού επιδότη σε σχέση με την επίδοση του κλητήριου εντάλματος είναι ελλιπής, ψευδής και ανακριβής. Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι η διεύθυνση Πολυκλείτου 7, διαμ. 12, 2311, Λακατάμια, η οποία αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα, δεν είναι δική του. Δέχεται εν προκειμένω ότι είναι ο ιδιοκτήτης του εν λόγω διαμερίσματος, διατείνεται όμως ότι δεν διαμένει εκεί καθ' ότι το ενοικιάζει σε γυναίκα που διαμένει περιστασιακά. Υποστηρίζει ότι ουδέποτε συναντήθηκε με τον επιδότη και ουδέποτε αρνήθηκε παραλαβή δικαστικού εγγράφου. Σχολιάζει δε ότι η ένορκος δήλωση του επιδότη για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν αναφέρει που εντοπίστηκε ο εναγόμενος, ενώ όσα εκεί αναφέρονται, δηλαδή πως το κλητήριο ένταλμα αφέθηκε στην παρουσία του, είναι ψευδή. Τέλος, σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης δηλώνει ότι έχει καλή υπεράσπιση και πως ουδέν ποσό οφείλει αφού το συγκεκριμένο ακίνητο ανταλλάγηκε με νέα κατοικία και η υποχρέωσή του, σύμφωνα με την αγωγή, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η ένσταση του ενάγοντα υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη είναι του ιδιώτη δικαστικού επιδότη Γιάννου Ιωάννου (στη συνέχεια ο επιδότης). Ο επιδότης λοιπόν απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγομένου και αναφέρει ότι αρχικά προσπάθησε να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη 34Α στη Λευκωσία. Η προσπάθεια δεν ευόδωσε και έτσι περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2013 επέστρεψε το κλητήριο ένταλμα στο δικηγόρο του ενάγοντα με τη δικαιολογία ότι «δεν υπάρχει αυτό το πρόσωπο στη δοθείσα διεύθυνση». Ακολούθως, το Δεκέμβριο του 2013 το κλητήριο ένταλμα του δόθηκε εκ νέου με οδηγίες να το επιδώσει στη διεύθυνση Πολυκλείτου 7, διαμέρισμα 12, ενορία Αγίας Παρασκευής στη Λακατάμια. Όπως του αναφέρθηκε από το συνήγορο του ενάγοντα τούτη η διεύθυνση αναγράφεται σε έγγραφα που ο εναγόμενος συμπλήρωσε στην υπηρεσία χορηγιών και επιδομάτων. Είναι η θέση του επιδότη ότι την 25.2.2014 επισκέφθηκε την τελευταία διεύθυνση όπου και εντόπισε τον εναγόμενο και του παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα. Εντούτοις ο εναγόμενος αρνήθηκε να υπογράψει το δεύτερο αντίγραφο. Όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, ανέφερε ο επιδότης, είναι ορθά. Σημειώνει όμως ότι το γεγονός πως δεν ανέγραψε τον τόπο που επέδωσε το κλητήριο ένταλμα οφείλεται σε παράλειψη και/ή καλόπιστο λάθος και εν πάση περιπτώσει δεν επιβάλλεται να αναφέρεται. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι κατόπιν άδειας του δικαστηρίου ο επιδότης αντεξετάστηκε από τον ενάγοντα. Κατά την αντεξέταση του ζητήθηκε να αναφέρει τι ώρα προέβη στην επίδοση και απάντησε απόγευμα. Του υπεβλήθη ότι κατά τον επίδικο χρόνο το διαμέρισμα ήταν ενοικιασμένο σε κάποια Γαβριέλλα Νικολάου. Σε αυτό ο επιδότης ανέφερε ότι την 25.2.2014 επισκέφθηκε την εν λόγω διεύθυνση και συνάντησε κάποιο πρόσωπο που όπως του ανέφερε ήταν ο Ανδρέας Σωτηρίου, δηλαδή ο εναγόμενος. Ως εκ τούτου άφησε το κλητήριο ένταλμα στην παρουσία του αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε να το παραλάβει και να θέσει την υπογραφή του. Ερωτήθηκε εν τέλει κατά πόσο βλέπει τον εναγόμενο στην αίθουσα του δικαστηρίου και απάντησε «δεν ξέρω». Όταν του υπεδείχθη ότι ο εναγόμενος βρίσκεται εντός της αίθουσας, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να τον αναγνωρίσει μετά παρέλευση ενός έτους, ιδιαίτερα δε εφόσον τον συνάντησε για ένα μόνο λεπτό. Η άλλη ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ανήκει στο Γαβριήλ Μίθηλλο. Σύμφωνα με αυτό το μάρτυρα η διεύθυνση Πολυκλείτου 7, Λακατάμια, δηλαδή η διεύθυνση που ο επιδότης ανέφερε ότι επέδωσε το κλητήριο ένταλμα, δηλώθηκε από τον εναγόμενο σε αίτηση που υπέβαλε στο υπουργείο οικονομικών για χορηγία διά ανέγερση ή αγορά κατοικίας. Προς υποστήριξη τούτου ο μάρτυρας παραπέμπει στο τεκμήριο Α της ενόρκου δηλώσεως που βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου και χρησιμοποιήθηκε για απόδειξη της αξίωσης (δήλωση ημερομηνίας 31.3.2014). Επιπλέον, ο ομνύων αναφέρει ότι η αγωγή εδράζεται σε αξίωση για επιστροφή μέρους χορηγίας που παραχωρήθηκε στον εναγόμενο. Παραπέμποντας εκ νέου στην ένορκο δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για απόδειξη της αγωγής επικαλείται το τεκμήριο Γ και σημειώνει ότι πρόκειται για επιστολή του εναγομένου με την οποία ζητά να πληροφορηθεί από το υπουργείο οικονομικών το ποσό που όφειλε να επιστρέψει. Αν και πληροφορήθηκε τούτο (τεκμήριο Δ στην ένορκο δήλωση απόδειξης), ουδέν ποσό κατέβαλε. Είναι συναφώς η θέση του ομνύοντα ότι ο εναγόμενος ουδεμία υπεράσπιση έχει. Πέραν των πιο πάνω ενώπιον του δικαστηρίου βρίσκονται και οι γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι εκεί αναφέρεται εφόσον η διεργασία που ακολουθεί αποκαλύπτει ό,τι σχετικό. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω πως είναι ορθό να παρατεθούν οι διαπιστώσεις που προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου. Ακολουθώντας τη χρονική πορεία των πραγμάτων παρατηρώ ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 31.10.2013 σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του επιδότη, δήλωση ημερομηνίας 28.2.2014, επιδόθηκε την 25.2.
  1. Στην εν λόγω δήλωση αναφέρεται ότι επιδόθηκε προσωπικά και άνευ της υπογραφής του. Ακολούθως την 21.3.2014 υποβλήθηκε μονομερής αίτηση για έκδοση απόφασης, η οποία ορίστηκε την 31.3.
  2. Την τελευταία ημερομηνία η αγωγή προχώρησε σε απόδειξη στην απουσία του εναγομένου. Η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε την 17.6.
  3. Την ίδια ημερομηνία υποβλήθηκε και αίτηση για αναστολή εκτέλεσης εντάλματος κινητής περιουσίας. Ας σημειωθεί δε ότι το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης εκδόθηκε μονομερώς και ακολούθως οριστικοποιήθηκε κοινή συναινέσει μέχρις ότου εκδικαστεί η επίδικη αίτηση. Το πρώτο που απασχολεί εδώ είναι η μαρτυρία του επιδότη. Είναι η θέση της πλευράς του εναγομένου ότι ο επιδότης ψεύδεται και πως το δικαστήριο οφείλει να απορρίψει τη μαρτυρία του. Η πλευρά του εναγομένου επικεντρώνει την προσοχή της στο γεγονός ότι ο επιδότης δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον εναγόμενο. Δεν συμφωνώ με τις σχετικές αιτιάσεις του εναγομένου. Παρακολούθησα τον επιδότη ενόσω κατέθετε ενόρκως. Η μαρτυρία του ήταν σταθερή και χωρίς αμφιταλαντεύσεις. Πέραν όμως της γενικής εικόνας που άφησε στο δικαστήριο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του αποκαλύπτει ότι ο επιδότης είπε την αλήθεια. Παρατηρώ εν προκειμένω ότι αρχικά η αγωγή δεν επιδόθηκε εφόσον η διεύθυνση που δόθηκε στον επιδότη παρέπεμπε στον οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Αν ο επιδότης αδιαφορούσε για την ορθότητα της επίδοσης, όπως η πλευρά του εναγομένου εμμέσως αφήνει να νοηθεί, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί δεν λειτούργησε τοιουτοτρόπως από την πρώτη επίδοση και επέστρεψε την αγωγή ως μη επιδοθείσα. Από την άλλη, η μαρτυρία του εναγομένου αποκαλύπτει ότι η διεύθυνση Πολυκλείτου 7 στη Λακατάμια, δεν του είναι άγνωστη. Στην πραγματικότητα το εν λόγω διαμέρισμα του ανήκει, απλώς το ενοικιάζει σε τρίτο πρόσωπο. Γιατί όμως ο επιδότης να δηλώσει ότι επέδωσε την αγωγή στη δεύτερη διεύθυνση αν όχι επειδή βρήκε τον εναγόμενο εκεί; Γεγονός είναι ότι με ή χωρίς επίδοση ο επιδότης θα αμοίβετο το καθορισμένο ποσό και εν πάση περιπτώσει το κλητήριο ένταλμα που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αποκαλύπτει ότι η επίδοση στην οδό Πολυκλείτου ήταν η δεύτερη προσπάθεια. Αυτό αναφέρθηκε και από τον επιδότη και δεν έτυχε αμφισβήτησης. Εν ολίγοις, γιατί να ψευσθεί τη δεύτερη φορά και όχι την πρώτη και επιπλέον, τι είχε να κερδίσει ο επιδότης, νοείται πέραν της αμοιβής που ούτως ή άλλως θα ελάμβανε. Το γεγονός ότι ο επιδότης δεν αναγνώρισε τον εναγόμενο εντός της αίθουσας του δικαστηρίου δεν αποκαλύπτει οτιδήποτε. Εύστοχη εν προκειμένω είναι η απάντηση του επιδότη ότι μετά από παρέλευση ενός έτους δεν είναι σε θέση να θυμάται το πρόσωπο με το οποίο συναντήθηκε για λίγα λεπτά. Είμαι της γνώμης ότι το σύνολο των πιο πάνω φανερώνει ότι ο επιδότης είναι εκείνος ο οποίος είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Άλλωστε ο εναγόμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με το που βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν έχω αμφιβολία ότι η επίδοση της αγωγής διενεργήθηκε ακριβώς όπως ο επιδότης ανέφερε. Αυτή και μόνο η διαπίστωση αποκαλύπτει ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει στην κατηγορία ex debito justitiae επί τω ότι ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση η αγωγή επιδόθηκε δεόντως και ακριβώς όπως ο επιδότης ανέφερε. Η πιο πάνω διαπίστωση δεν τελματώνει όμως τη διερεύνηση της αίτησης. Απομένει να εξεταστεί η άλλη θέση του εναγομένου, δηλαδή ότι έχει καλή υπεράσπιση. Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής αποκαλύπτει ότι η αξίωση του ενάγοντα θεμελιώνεται στις διατάξεις του περί Ειδικής Χορηγίας (Αγορά ή Ανέγερση Κατοικίας Νόμου) Ν.91(Ι)/2006(στη συνέχεια ο νόμος). Αναφέρεται εκεί ότι την 22.1.2008 εγκρίθηκε αίτηση του εναγομένου για χορηγία προς το σκοπό αγοράς ακινήτου στην οδό Πολυκλείτου 7, διαμέρισμα 12, Αγία Παρασκευή, Λακατάμια. Προς τούτο του διαβιβάστηκε επιταγή για ποσό €11.623,
  4. Ακολούθως την 5.12.2012 ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή στο γενικό διευθυντή του υπουργείου οικονομικών με την οποία τον πληροφορούσε ότι είχε πρόθεση να ανταλλάξει το πιο πάνω ακίνητο και ζητούσε να πληροφορηθεί το ποσό της ειδικής χορηγίας που όφειλε να επιστρέψει σύμφωνα με το νόμο. Επικαλείται ο ενάγων τις πρόνοιες του άρθρου 9 του νόμου, ώστε να υποδείξει ότι αν ο δικαιούχος χορηγίας παύσει να έχει ως κύριο και μόνιμο χώρο διαμονής το ακίνητο που αφορά η χορηγία προτού παρέλθουν δέκα έτη, οφείλει εντός 30 ημερών να επιστρέψει ολόκληρο ή αναλογία του ποσού της χορηγίας. Υποστηρίζει εν τέλει ότι αν και ενημερώθηκε ο εναγόμενος ότι όφειλε να επιστρέψει το ποσό των €5.230,62, δεν το έπραξε. Τι είναι όμως εκείνο που ο εναγόμενος αναφέρει σε σχέση με την αξίωση του ενάγοντα; Ο εναγόμενος διαπραγματεύεται την αξίωση του ενάγοντα με τα αναφερόμενα στην 5η παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση. Αναφέρεται εκεί πως: «
  5. .. Η θέση μου είναι, ότι, ουδέν ποσόν οφείλεται στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, αφού το συγκεκριμένο ακίνητο έχει ανταλλαγεί με νέα κατοικία και η υποχρέωση μου, όπως παρουσιάζεται στην Αγωγή, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού ουδέν ποσόν οφείλεται προς τη Δημοκρατία και θα πρέπει το Δικαστήριο να μου επιτρέψει την υπεράσπιση μου αυτή να την εκθέσω με περισσότερες λεπτομέρειες ενώπιον του». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβητά ότι εγκατέλειψε την οικία διά την οποία έλαβε χορηγία, εξ ου και επικαλείται ανταλλαγή. Τι σημαίνει όμως αυτό; Η απάντηση είναι απλή και προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 9 του νόμου. Σημαίνει ότι ο εναγόμενος οφείλει να επιστρέψει τη χορηγία ή αναλογία αυτής. Ο εναγόμενος επικαλείται όμως ανταλλαγή που αίρει την υποχρέωση που θέτει ο νόμος. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα. Ποια είναι η κατοικία που αφορά η ανταλλαγή, πότε έγινε τούτη η ανταλλαγή, υπό ποιες περιστάσεις διενεργήθηκε και δη ποια ήταν η σχετική θέση του αρμόδιου υπουργείου; Εν ολίγοις, ποιος από το υπουργείο έλαβε γνώση ή ενέκρινε τούτη την ανταλλαγή; Υποδεικνύεται ότι το άρθρο 10 του νόμου, το όποιο αφορά τα του διακανονισμού, παραπέμπει στο άρθρο 4 οι διατάξεις του οποίου ομιλούν για έγκριση που λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή. Είναι αντιληπτό ότι η ένορκος δήλωση του ενάγοντα τηρεί σιγήν ιχθύος σε ό,τι αφορά τα πιο πάνω ερωτήματα. Προβάλλει όμως εδώ ο λόγος της θέσης Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, 294, όπου λέχθηκε ότι. «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή». Δυνάμει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η ένορκος δήλωση του εναγομένου δεν αποκαλύπτει λεπτομέρειες ικανές να θεμελιώσουν υπεράσπιση. Αόριστα και αβασάνιστα επικαλείται ο εναγόμενος ανταλλαγή. Δεν είναι όμως λογικό η ελλιπής πληροφόρηση να λειτουργήσει προς όφελός του και να υποτεθεί, εν είδει εικασίας, ότι μπορεί δυνητικά να θεμελιώσει υπεράσπιση. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η αίτηση δεν επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου. Επιπλέον, είναι αντιληπτό ότι το διάταγμα αναστολής μέτρων εκτέλεσης, διάταγμα ημερομηνίας 24.6.2014, η οριστικοποίηση του οποίου συναρτήθηκε με την τύχη της παρούσης, επίσης ακυρώνεται. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.