← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία GRANGOWOOD TRADING LTD, Αρ. Αίτησης: 21/14, 15/1/2015

Αναφορικά με την εταιρεία GRANGOWOOD TRADING LTD, Αρ. Αίτησης: 21/14, 15/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 21/14 Αναφορικά με την εταιρεία GRANGOWOOD TRADING LTD -και- Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 15 Ιανουαρίου, 2015. Για τους Αιτητές: κος Ανδρέου. Για τον Καθ' ου η Αίτηση 7: κος Κυπραίος. Για τον Καθ' ου η Αίτηση 8: κος Αραούζος. Για ενδιαφερόμενο μέρος: κος Χατζηνέστορος. Για ενδιαφερόμενο μέρος: κα Χρίστου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Περίεργο όσο και αν είναι γεγονός παραμένει ότι η παρούσα απόφαση δεν αφορά την ουσία της αίτησης, αλλά παρεμφερές ζήτημα. Και εξηγώ. Την 10.1.2014 καταχωρίστηκε αίτηση από τους παραλήπτες/διαχειριστές της εταιρείας Grangowood Trading Ltd (στη συνέχεια οι παραλήπτες) η οποία εδράζεται στο άρθρο 337 του Κεφ. 113 και ζητά την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει και/ή επικυρώνει την πώληση και μεταβίβαση αριθμού τεμαχίων γης της εταιρείας Grangowood Trading Ltd σε τρίτη εταιρεία. Μετά που η αίτηση επιδόθηκε σε παν ενδιαφερόμενο ακολούθησε η νενομισμένη διαδικασία, δηλαδή δημοσίευση της αίτησης και καταχώριση ένστασης από όσους επιθυμούσαν να πράξουν τούτο. Στο χρόνο που μεσολάβησε μέχρις ότου καταχωριστούν οι ενστάσεις και αποφασιστεί αίτημα που αφορούσε καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, το όλο ζήτημα επιλύθηκε εξωδίκως. Η επίλυση τούτου οφείλεται σε γνωμάτευση που έδωσε στο κτηματολόγιο ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με την οποία επιτράπηκε η μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων. Υποδεικνύεται εδώ ότι η επίδικη αίτηση προωθήθηκε από τους παραλήπτες λόγω άρνησης του κτηματολογίου να δεχτεί τη μεταβίβαση άνευ διατάγματος δικαστηρίου. Εντούτοις αν και το κτηματολόγιο κάλεσε τους παραλήπτες να πετύχουν έκδοση σχετικού διατάγματος δικαστηρίου, αποτάθηκε και το ίδιο στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από τον οποίο ζήτησε οδηγίες για τον παραπέρα χειρισμό του αιτήματος. Εξ ου και ο Γενικός Εισαγγελέας ενεπλάκη στην όλη διαδικασία και γνωμάτευσε ότι η μεταβίβαση δεν προϋποθέτει έκδοση διατάγματος δικαστηρίου. Εν τέλει την 29.10.2014 οι διάδικοι εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου. Τότε ήταν που ο κος Ανδρέου, εκ μέρους των παραληπτών, δήλωσε ότι η αίτηση είναι πλέον άνευ αντικειμένου εφόσον ο σκοπός επιτεύχθηκε και επιπλέον, η μεταβίβαση εκτελέστηκε. Συναφώς, ζήτησε άδεια να αποσύρει την αίτηση. Αν και θα έλεγε κανείς ότι λόγω της τροπής που έλαβε η αίτηση η θέση που εξέφρασε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, δηλαδή να αποσύρει την αίτηση, ήταν η μόνη φυσιολογική υπό τις περιστάσεις επιλογή, εντούτοις έδωσε έναυσμα σε νέο κύκλο νομικών αψιμαχιών. Μεγάλη μερίδα των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση ήγειρε το εξής ζήτημα. Λογική όσο και αν είναι η απόσυρση της αίτησης, εντούτοις η επάλληλη επιδίκαση τυχόν δικηγορικών εξόδων δεν πρέπει να χρεωθεί στην εταιρεία αλλά στους διαχειριστές προσωπικά. Όπως το έθεσε ο κος Αραούζος, πρωτοστάτης του επίδικου ζητήματος, οι καθ' ων η αίτηση είναι πιστωτές της εταιρείας. Αν η απόσυρση της αίτησης ήθελε επιβαρύνει οικονομικά την εταιρεία, τούτο σημαίνει ότι επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα των λοιπών πιστωτών λόγω μείωσης της περιουσίας της και αυτό συνεπεία ενέργειας των παραληπτών που διόρισε τρίτος πιστωτής, δηλαδή η Τράπεζα Κύπρου. Θέση εν προκειμένω του κου Αραούζου είναι πως η ενέργεια της Τράπεζας Κύπρου να διορίσει δύο παραλήπτες, αντί ενός, είναι void ab initio. Ο λόγος, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, έγκειται στο ότι η Τράπεζα Κύπρου, ως πιστωτής, δεν είχε δικαίωμα να διορίσει δύο πρόσωπα. Προς υποστήριξη τούτου προσκόμισε δείγμα του εντύπου ΗΕ35 με το οποίο ο Έφορος Εταιρειών λαμβάνει γνώση για το διορισμό παραλήπτη ή διαχειριστή. Επιπλέον έκανε αναφορά σε διάφορες αποφάσεις. Επικαλέστηκε την Ιρλανδική απόφαση The Merrow Ltd v. Bank of Scotland Plc & Anor

(2013)I EHC 130 και την Gwembe Valley Development Company Limited (In Receivership) v. Thomas Koshy & Ors
(2000)του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο διορισμός δύο παραληπτών, τόνισε ο κος Αραούζος, δίδει το δικαίωμα στο δικαστήριο, έστω στο πλαίσιο αυτής της αίτησης και σε αυτό το στάδιο, να κρίνει το διορισμό παράνομο και συνακόλουθα να καταδικάσει τους δυο παραλήπτες που παρανόμως διορίσθηκαν και λειτούργησαν στα έξοδα της επίδικης διαδικασίας. Με όλο το σεβασμό στους ευπαίδευτους συνηγόρους των καθ' ων η αίτηση που υποστήριξαν τις προειρημένες θέσεις, έχω την αίσθηση ότι τα νομικά επιχειρήματα που επικαλούνται για θεμελίωση των θέσεών τους είναι ανίκανα να υποστυλώσουν το σχετικό αίτημα. Εφόσον εμμέσως πλην σαφώς ζητείται από το δικαστήριο να κρίνει το διορισμό των παραληπτών παράνομο, επιβάλλεται πιστεύω να διερευνηθεί ο ρόλος του παραλήπτη. Τι πραγματικά είναι ο παραλήπτης εταιρείας; Στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου (υπό την ιδιότητά του ως παραλήπτης της εταιρείας Y. Liasides Developers Ltd
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1703, 1217, συνοψίζονται οι ιδιότητες που συγκεντρώνει η σχετική θέση. Αναφέρεται εν προκειμένω ότι. «Παρόλο που δεν προσφέρεται η επίδικη αίτηση για μια σε βάθος ανάλυση επί των εξουσιών του παραλήπτη-διαχειριστή, μπορεί να λεχθεί ότι σύμφωνα με τα συγγράμματα Pennington: Company Law, 3η έκδ., σελ. 427 και 435 και Ranking & Spicer' s Company Law, 11η έκδ., σελ. 219, ένας παραλήπτης ο οποίος διορίζεται δυνάμει εγγράφου εκτός Δικαστηρίου θεωρείται αντιπρόσωπος («agent») των κατόχων των ομολόγων και κατά συνέπεια αυτοί ως αντιπροσωπευόμενοι («principals») είναι και οι υπεύθυνοι για τις ενέργειες αυτού. Ο ρόλος του παραλήπτη-διαχειριστή, όπως υποδεικνύει ο Pennington στη σελ. 427, δεν έχει το συνήθη ρόλο που είναι γνωστός στη σχέση «principal-agent», όπως δε αναφέρεται επί λέξει: «But such a receiver does not owe the duties of a real agent to the company, and so the company cannot give him instructions as to the way he shall exercise his powers and he is not liable in damages to the company for exercising them negligently.» Όπως υπέδειξε επίσης η απόφαση στη Gomba Holdings Uk Ltd v. Homan [1986] 3 All E.R. 94: «Although nominally the agent of the company, his primary duty is to realise the assets in the interests of the debenture holder and his powers of management are really ancillary to that duty.» Τα πιο πάνω είναι σύμφωνα και με τη γενικότερη αρχή ότι με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της». Πέραν των πιο πάνω υποδεικνύω ότι ο διορισμός ενός παραλήπτη μπορεί να προκύψει είτε δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου, είτε δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των μερών. Ενδιαφέροντα είναι όλα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελίδες 237 μέχρι και
  1. Εντούτοις στην προκείμενη περίπτωση δεν απασχολεί οτιδήποτε άλλο πλην διορισμός παραλήπτη στη βάση συμφωνίας των μερών και ως εκ τούτο σε αυτό είναι που επικεντρώνω την προσοχή μου. Τέτοια συμφωνία ονομάζεται ομόλογο (debenture) και ο κάτοχος της ομολογιούχος (debenture holder). Συνήθως οι συμφωνίες αυτές διαγράφουν τη δυνατότητα τοποθέτησης παραλήπτη, τον τρόπο διορισμού τέτοιου, καθώς και τις εξουσίες που θα έχει άμα το διορισμό του. Στον Kerr, On The Law and Practice as to Receivers, 5η έκδοση, στη σελίδα 312 αναφέρεται ότι. «.for though under debentures or a trust deed in the usual form the receiver is agent for the company, the company's powers are delegated to the receiver so far as regards carrying on the business or collecting the assets; and frequently so as to enable the receives as attorney to convey a legal estate. The actual powers, however, depend on the terms of the instrument; if they are defective, as, for example, if they give no sufficient power to carry on the business, it is often necessary to apply, to the court to make the appointment, or for a vesting order to rest the legal estate in a purchaser ». Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι ο ρόλος του παραλήπτη, εν προκειμένω τίνος είναι αντιπρόσωπος, δεν είναι εύκολο ζήτημα και δεν υπάρχει προκαθορισμένη απάντηση. Αν και η λογική τον θέλει να είναι αντιπρόσωπος του ομολογιούχου που τον διορίζει, ενίοτε τέτοιο ομόλογο εμπεριέχει αντίθετη ρήτρα, δηλαδή θέλει τον παραλήπτη αντιπρόσωπο της εταιρείας. Από την άλλη, επιβάλλεται, σε κάποιο βαθμό, ο παραλήπτης να λειτουργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας ώστε να είναι σε θέση να μεταβιβάσει την περιουσία που ανέλαβε να διαχειριστεί. Τι είναι όμως εκείνο που καθορίζει το ρόλο που ο παραλήπτης καλείται να διαδραματίσει; Η απάντηση εντοπίζεται στο σύγγραμμα του Kerr, πιο πάνω, όπου στη σελίδα 322 αναφέρεται ότι. «But the omission to state in the debenture in express terms that the receiver is to be the agent of the company does not necessarily prevent him from being so. The question is one of construction in each case». Διαπιστώνεται λοιπόν ότι εκείνο που γεννά, διέπει και εν τέλει τερματίζει την τοποθέτηση παραλήπτη, είναι το έγγραφο που συνομολόγησαν τα μέρη - εταιρεία και ομολογιούχος, δηλαδή το ομόλογο. Αυτό, μάλιστα, υποστηρίζεται και στην Gwembe Valley, πιο πάνω, που ο κος Αραούζος έθεσε υπόψη μου. Εκεί μάλιστα το ζήτημα ήταν ακόμη πιο σύνθετο. Το ερώτημα που το δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει και η συναφής διεργασία που ακολουθήθηκε, φανερώνονται στις παραγράφους 41 και 42 της απόφασης όπου αναφέρεται ότι. «
  2. With that over-lengthy rehearsal of the not uncomplex procedural position in this appeal, I begin, therefore, by addressing the question whether the power to appoint a receiver under the joint debenture of 7th January 1988 is a power which can only be exercised by any one of the appointors severally. That, as it seems to me, is a pure question of construction. It has not been suggested that there is any provision in the law of Zambia which bears upon it - or that there is any provision in the law of Zambia which would require a Zambian court to approach questions of construction in a manner different from the approach in this country - other than that there is, it seems, no provision in Zambia equivalent to (VETRI) s. 61 of the Law of Property Act 1915 in our own legislation . (VETRI) Section 61 provides that deeds, contracts and other things, the singular includes the plural and vice versa. Zambia has no comparable provisions in its law.
  3. Like any other question of construction, the first question raised on this appeal is to be answered by interpreting the words which the parties have used in the context of the written instrument which they have executed and in the light of all their common knowledge of those material facts relevant to an understanding of their intentions. It is necessary, therefore, to set the debenture in context». Η παράθεση όλων των πιο πάνω δεν είναι άνευ αποχρώντος λόγου. Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο διορισμός παραλήπτη καθορίζεται από το ομόλογο που υπέγραψαν τα μέρη. Μάλιστα τέτοιος διορισμός μπορεί και να αμφισβητηθεί, άλλοτε από την ίδια την εταιρεία (βλ. The Merrow Ltd, πιο πάνω) και άλλοτε από οιονδήποτε τρίτο. Μείζον λοιπόν είναι οι όροι του ομολόγου που διέπει το διορισμό και τη συμφωνία που ο παραλήπτης καλείται να εφαρμόσει. Δοθέντος λοιπόν ότι η προσοχή επικεντρώνεται στο ομόλογο και όσα εκεί αναφέρονται, αποκαλύπτεται η αδυναμία επίλυσης του ζητήματος που ήγειραν οι καθ' ων η αίτηση. Τούτο το ομόλογο δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Οι δε διατάξεις του ουδέποτε κατέστησαν επίδικες ή τέθηκαν προς συζήτηση. Επιπλέον, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, δηλαδή η εταιρεία και η τράπεζα, δεν έλαβαν γνώση τούτης της αμφισβήτησης και δεν μπορεί βεβαίως να εκληφθεί ότι ο συνήγορος του παραλήπτη εκπροσωπεί οιονδήποτε από αυτούς. Αυτό γιατί εταιρεία και ομολογιούχος μπορούν, όπως υποδεικνύεται στα συγγράμματα, να στραφούν εναντίον του παραλήπτη. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο συνήγορος του παραλήπτη εκπροσωπεί την εταιρεία ή τον ομολογιούχο. Τα πιο πάνω καθορίζουν την τύχη του αιτήματος. Αναδεικνύουν εν προκειμένω ότι το εν λόγω ζήτημα ουδέποτε κατέστη επίδικο και υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να αποφασιστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Δεν διαλανθάνει μάλιστα την προσοχή μου το γεγονός για το οποίο όλοι οι συνήγοροι συμφωνούν, δηλαδή ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν καταχωρίσει ήδη αγωγή, την 6510/14 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, και αξιώνουν έκδοση διαφόρων διαταγμάτων που άπτονται των ενεργειών των δύο παραληπτών. Δεν υπεισέρχομαι σε περαιτέρω εξέταση αυτού του ζητήματος εφόσον περιορισμένη ήταν η ανακίνηση τούτου από τους συνηγόρους. Υποδεικνύω όμως ότι ενδέχεται, υπό προϋποθέσεις, η απλή και μόνο έγερση του εδώ επίδικου θέματος να συνιστά κατάχρηση λόγω πολλαπλότητας διαδικασιών. Εν πάση όμως περιπτώσει, η διεργασία που προηγήθηκε αναδεικνύει ότι το όλο ζήτημα, δηλαδή η νομιμότητα ή μη του διορισμού παραλήπτη, δεν μπορεί να αποφασιστεί σε αυτή τη διαδικασία εφόσον μαρτυρικό υλικό και ενδιαφερόμενα μέρη απουσιάζουν. Με αυτό δεν σημαίνει ότι οι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να εγείρουν τούτο το ζήτημα με τον κατάλληλο τρόπο στο αρμόδιο δικαστήριο. Το θέμα παραμένει ανοιχτό ώστε να αποφασιστεί εάν τα μέρη ή οιοδήποτε εξ αυτών αποφασίσει να το ανακινήσει. Για δε τα έξοδα της διαδικασίας κρίνω ότι οι καθ' ων η αίτηση τα δικαιούνται. Επί του προκειμένου καθοδήγηση αντλώ από τα λεχθέντα στην υπόθεση Κυριάκου ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ
(2000)1Α Α.Α.Δ. 415 και τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις. Κρίνω όμως ορθό τούτα τα έξοδα, νοείται ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, να καταστούν έξοδα της διαχείρισης, ακολουθώντας την ίδια προσέγγιση που αναφέρεται στην υπόθεση Baldwin v. Torvale Group Ltd & Ors, Νο. 6536 of 97, 21 May 1998, Chancery Division Companies Court, που ο κος Χατζηνέστορος είχε την ευγενή καλοσύνη να θέσει υπόψιν μου. Ως εκ των πιο πάνω οι παραλήπτες καλούνται να καταβάλουν τούτα τα έξοδα από την περιουσία της εταιρείας που παρέλαβαν. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.