← Κύπρος

Παναγιώτη Σπύρου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Aγωγής: 6392/2010, 12/1/2015

Παναγιώτη Σπύρου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Aγωγής: 6392/2010, 12/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Aγωγής: 6392/2010 Μεταξύ: Παναγιώτη Σπύρου Ενάγοντας -και-

  1. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  2. A. Aristocleous Construction Ltd Εναγόμενοι Αίτηση για εκδίκαση προδικαστικού σημείου. 12 Ιανουαρίου,
  3. Εμφανίσεις Για τον ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση: κα Κοζάκου. Για τον εναγόμενο 1/αιτητή: κα Γρηγορίου. Για τον εναγόμενο 2/αιτητή: κα Κουσταή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας δεν είναι μια αλλά δύο αιτήσεις. Ο λόγος για αυτό οφείλεται στην ιδιαίτερη δικονομική πλοκή της αγωγής. Και εξηγώ. Η αγωγή του ενάγοντα στρέφεται εναντίον δύο προσώπων και πιο συγκεκριμένα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και ενός νομικού προσώπου. Οι δυο εναγόμενοι καταχώρισαν ξεχωριστή υπεράσπιση και επιπλέον προέβησαν σε μεταξύ τους ανταλλαγή δικογράφων. Οι δυο όμως υπερασπίσεις έχουν ένα κοινό σημείο. Κάθε μια εξ αυτών προτάσσει προδικαστική ένσταση. Το κατά πόσο τούτη η ένσταση είναι κοινή ή ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενό της δεν απασχολεί σε αυτό το στάδιο εφόσον εξετάζεται πιο κάτω. Γεγονός είναι όμως ότι την 11.12.2013 ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε την πρώτη από τις δύο επίδικες αιτήσεις και ζήτησε προδικαστική εξέταση της ένστασης που περιέχεται στην πρώτη παράγραφο της υπεράσπισης. Επισημαίνω το γεγονός ότι η αίτηση επικεντρώνεται στην πρώτη παράγραφο της υπεράσπισης, εφόσον το δικόγραφο του Γενικού Εισαγγελέα εμπεριέχει και άλλες προδικαστικές ενστάσεις (βλ. παραγράφους 2 και 3), τις οποίες όμως δεν επικαλείται στην επίδικη αίτηση. Όταν η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση η πλευρά του 2ου εναγομένου εξέφρασε πρόθεση να καταχωρίσει και αυτή αίτηση για προδικαστική εξέταση. Ως εκ τούτου δόθηκε χρόνος γι' αυτό το σκοπό και επιπλέον, οδηγίες όπως αν η πλευρά του ενάγοντα ήθελε ενστεί και στις δύο αιτήσεις να καταχωρίσει μια κοινή ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η σχετική αίτηση του 2ου εναγομένου καταχωρίστηκε την 9.1.
  4. Ακολούθως την 5.2.2014 ο ενάγων καταχώρισε την ένστασή του. Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος που η παρούσα αφορά δύο αιτήσεις, οι οποίες όμως αντιμετωπίζονται από μια και μόνο ένσταση. Έχοντας διαγράψει το ιστορικό της διαδικασίας είναι πλέον αντιληπτό ότι αντικείμενο της παρούσας είναι το κατά πόσο οι προδικαστικές ενστάσεις που προτάσσουν οι δύο εναγόμενοι αρμόζουν να ακουστούν σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή πριν και έξω από το πλαίσιο της ακρόασης που κανονικώς εχόντων των πραγμάτων είναι εκείνο που καθορίζει την τύχη της αγωγής. Προτού η προσοχή στραφεί στην ουσία του αιτήματος η πληροφόρηση του αναγνώστη επιβάλλει σκιαγράφηση των αιτήσεων και της ένστασης που εξετάζονται. Υποδεικνύεται εν προκειμένω ότι και οι δύο αιτήσεις εδράζονται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς με προεξάρχουσα τη Δ.27 κκ1 και
  5. Επιπλέον και οι δυο υποστηρίζονται από ένορκο δήλωση. Την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα ορκίζεται η Έλενα Νεόφυτου, γραμματειακός λειτουργός στο γραφείο του πρώτου, ενώ την αίτηση του 2ου εναγομένου ορκίζεται ο Μαρίνος Αριστοτέλους ο οποίος τελεί στην υπηρεσία του εναγομένου. Είναι άξιο αναφοράς ότι το περιεχόμενο καθεμίας από τις δυο ένορκες δηλώσεις είναι λιτό και περιορίζεται σε ένα και μόνο ισχυρισμό, κοινό στις δυο αιτήσεις. Υποστηρίζεται εκεί ότι αν το νομικό σημείο εκδικαστεί προδικαστικά υπάρχει πιθανότητα η απόφαση του δικαστηρίου να φέρει σε πέρας και/ή να θέσει εκτός συζήτησης ολόκληρη τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου και έτσι θα επιτευχθεί εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Στον αντίποδα και η ένσταση εδράζεται στη Δ.27 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επιπλέον, επικαλείται τα άρθρα 30, 33, 34, 35 και 172 του Συντάγματος, καθώς επίσης τους νόμους 158(Ι)/99 και 33/
  6. Τέλος η ένσταση υποστηρίζεται από δήλωση που ομνύει ο ίδιος ο ενάγων. Σε αυτό το σημείο οφείλεται μια παράπλευρη, αλλά ουδόλως επουσιώδης, παρατήρηση. Η ένσταση αριθμεί 22 λόγους. Πλείστοι εξ αυτών δεν είναι τίποτε άλλο από επανάληψη και διαφορετική απόδοση όσων αναφέρονται σε άλλους λόγους. Αναφέροντας τούτο δεν μειώνω το μόχθο και το χρόνο του συνηγόρου που κατάρτισε τούτην. Τουναντίον, εκ των πραγμάτων διαπιστώνεται ότι αφειδώλευτα θυσίασε χρόνο και σκέψη. Εντούτοις πρέπει να καταστεί σαφές ότι η πληρότητα του δικανικού λόγου, δεν είναι συνώνυμη της φλυαρίας. Ενίοτε η λακωνικότητα αποδίδει με ευκρίνεια το επιθυμητό αποτέλεσμα, και παράλληλα αποφεύγεται η σύγχυση που προκαλεί η επιμήκυνση του λόγου. Επιχειρώντας τώρα σύνοψη, ή έστω ομαδοποίηση, των λόγων ένστασης, διαπιστώνω ότι επικεντρώνονται στα ακόλουθα. Το καθυστερημένο της υποβολής του αιτήματος, ότι λόγω ακριβώς αυτής της καθυστέρησης αποκαλύπτεται κατάχρηση, ότι η νομική βάση των αιτήσεων πάσχει και ότι η προδικαστική ένσταση των εναγομένων δεν μπορεί να ακουστεί έξω από το πλαίσιο της δίκης εφόσον δεν συνιστά αμιγώς νομικό ζήτημα και τα γεγονότα που περιβάλλουν τούτο τελούν υπό αμφισβήτηση. Η εξουσία του δικαστηρίου για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου έλκεται από τους κανονισμούς 1 και 2 της Δ.
  7. Σύνοψη των αρχών που διέπουν αυτή την έκφανση της εξουσίας του δικαστηρίου επιχειρήθηκε στην υπόθεση Χ" Οικονόμου v. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ

(1992)1Β Α.Α.Δ.949, 956, όπου αναφέρθηκε∙ "Οι αρχές που διέπουν την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322). Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής∙ μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα". Επιπλέον, στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ.225, υπεδείχθη ότι προδικαστική επίλυση θέματος δικαιολογείται όπου το θέμα είναι νομικό και καθοριστικό για την επίλυση της υπόθεσης ή μέρος τούτης. Απ' όλα τα πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι η εξέταση του αιτήματος επιτάσσει διερεύνηση της έκθεσης απαιτήσεως. Ενδελεχής εξέταση τούτης αποκαλύπτει ότι οι ισχυρισμοί που εκεί προβάλλονται έχουν ως ακολούθως: Είναι η θέση του ενάγοντα ότι κατά ή περί την 7 ή 8 Αυγούστου 2008 ο 2ος εναγόμενος και/ή οι αντιπροσώποι και/ή οι υπαλλήλοι του εισήλθαν παράνομα σε υποστατικό που κατέχει. Τούτη δε η ενέργεια του 2ου εναγομένου εκτελέσθηκε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού που στην υπό κρίση περίπτωση εκπροσωπείται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Είναι περαιτέρω η θέση του ενάγοντα ότι η εισβολή στα υποστατικά του από τον 2ο εναγόμενο έγινε με εσκπατικά μηχανήματα τα οποία παρανόμως κατεδάφισαν το υποστατικό του και κατάστρεψαν το περιεχόμενο τούτου. Συνακόλουθα επέφεραν και ολοσχερή καταστροφή της επιχείρησής του ενάγοντα. Ο ενάγων διατείνεται ότι η ενέργεια του 2ου εναγομένου, καθώς και του 1ου εναγομένου που τον εξουσιοδότησε, συνιστά επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία (trespass to land), ως επίσης σε κινητή περιουσία (trespass to goods). Επιπλέον, επικαλείται παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος και δη των διατάξεων του άρθρου 23 του Συντάγματος. Τα πιο πάνω δεν ολοκληρώνουν όμως τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Αποτελούν μόνο την κορύφωση της πλοκής των γεγονότων που προηγήθηκαν, σύμφωνα πάντα με τις αιτιάσεις του ενάγοντα. Οι ισχυρισμοί στην έκθεση απαιτήσεως αποκαλύπτουν περαιτέρω ότι ο 2ος εναγόμενος δεν είναι όλως τυχαίως που εισήλθε στο υποστατικό του ενάγοντα. Επεξηγείται εκεί ότι ο ενάγων είναι ιδιοκτήτης, κατά ποσοστό ½ , ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται στην οδό Σάββα Ροτσίδη 4 στην Περιστερώνα. Στο ίδιο ακίνητο εκείτο το υποστατικό εργασίας με την επωνυμία «Γενικές Ξυλουργικές Εργασίες». Ιδιοκτήτης τούτης της επιχείρησης είναι ο ενάγων. Επιπλέον, αυτό είναι το υποστατικό και η επιχείρηση που σύμφωνα με τα προηγηθέντα καταστράφηκαν ολοσχερώς από τις αποφάσεις του πρώτου και τις ενέργειες του δεύτερου εναγομένου. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην έκθεση απαιτήσεως το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού αποφάσισε την απαλλοτρίωση της γης που βρισκόταν το υποστατικό του ενάγοντα και γι' αυτό προέβη σε γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης την οποία δημοσίευσε την 14.11.2003 στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας. Παράλληλα κοινοποίησε τούτην στους επηρεαζόμενους, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων. Εν αγνοία του ενάγοντα ένας από τους επηρεαζόμενους ιδιοκτήτες καταχώρισε προσφυγή, προσβάλλοντας έτσι τη σχετική απόφαση του υπουργείου Παιδείας και Πολοτισμού. Τούτη η προσφυγή είναι η 1135/
  1. Μάλιστα την 13.12.2005 το Ανώτατο Δικαστήριο δικαίωσε τον αιτητή και ακύρωσε τη σχετική διοικητική πράξη. Ούτε αυτό, διατείνεται ο ενάγων, ήταν σε γνώση του. Εντούτοις, την 30.11.2006 ο διευθυντής κτηματολογίου και χωρομετρίας κάλεσε γραπτώς τον ενάγοντα σε διαπραγμάτευση για καθορισμό αποζημίωσης για την απόκτηση της ακίνητης ιδιοκτησίας που αφορούσε η πράξη απαλλοτρίωσης, η οποία όμως είχε ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Δέχεται ο ενάγων ότι κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας υπέγραψε έντυπο αποδοχής της προσφοράς του διευθυντή. Αυτή μάλιστα η παραδοχή του ενάγοντα είναι εκείνη που αποτελεί το βάθρο που υποστυλώνει την προδικαστική ένσταση του 1ου εναγομένου. Αφότου ο ενάγων υπέγραψε το έντυπο αποδοχής το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού τον κάλεσε να παραδώσει το ακίνητο. Ο ενάγων, ο οποίος τελούσε ακόμη σε άγνοια για την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ευθύς μόλις πληροφορήθηκε ότι η διοικητική πράξη ακυρώθηκε, απέστειλε στον 1ο εναγόμενο επιστολή διαμαρτυρίας. Τούτη η επιστολή είναι ημερομηνίας 28.7.
  2. Ο 1ος εναγόμενος απάντησε την εν λόγω επιστολή και απέρριψε τις θέσεις του ενάγοντα. Επιπλέον, τον κάλεσε να εγκαταλείψει το ακίνητο μέχρι την 30.09.
  3. Προτού όμως λήξει τούτη η προθεσμία και συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 2008 ο 2ος εναγόμενος εισέβαλε, κατόπιν οδηγιών του 1ου εναγομένου, στο ακίνητο του ενάγοντα και προκάλεσε τις ζημίες, ειδικές και γενικές, που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως. Σε αυτό το πλαίσιο ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η ακυρωτική απόφαση στην προσφυγή 1135/2004 ισχύει έναντι πάντων (erga omnes). Κατ΄ επέκταση αποδίδει στον 1ο εναγόμενο απάτη και ψευδείς παραστάσεις δια το λόγο ότι ενώ ήταν σε γνώση του πως η διοικητική πράξη ακυρώθηκε, δεν του το αποκάλυψε και τον κάλεσε σε διαπραγμάτευση της αξίας του ακινήτου που κατείχε. Τέλος, αποδίδει και στους δύο εναγομένους αμέλεια και παραβίαση νομίμων και δη συνταγματικών καθηκόντων. Ο μεν 1ος εναγόμενος όφειλε να ενημερώσει τον 2ο εναγόμενο για την ακύρωση της διοικητικής πράξης και τις επιπτώσεις τούτης και εν πάση περιπτώσει όφειλε να εκπονήσει ασφαλές σχέδιο εκκένωσης του υποστατικού εντός του ακινήτου και να επιβλέψει την εκτέλεση τούτου με δέουσα προσοχή. Από την άλλη ο 2ος εναγόμενος όφειλε να λάβει αναγκαία μέτρα για ασφαλή φύλαξη των μηχανημάτων και αντικειμένων που βρίσκονταν στο υποστατικό του ενάγοντος και όχι να προβεί σε ενέργειες που ισούνται με σαρωτική και ολέθρια καταστροφή. Σε αυτό το στάδιο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την πρώτη παράγραφο από την υπεράσπιση καθ' ενός των δύο εναγομένων, εφόσον με αυτό τον τρόπο θα αποκαλυφθεί το ζήτημα που το δικαστήριο καλείται να απαντήσει. Η προδικαστική ένσταση του 1ου εναγομένου αναφέρει ότι: «Ο Εναγόμενος αρ. 1 εγείρει προδικαστική ένσταση ως προ το ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή, αφού ο ίδιος με έγγραφη συγκατάθεσή του αποδέκτηκε την πλήρη διευθέτηση της παρούσας υπόθεσης και του καταβλήθηκε για το σκοπό αυτό εφάπαξ ποσό». Από την άλλη ο 2ος εναγόμενος στη δική του προδικαστική ένσταση διατείνεται ότι: «Η Εναγόμενη 2 εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται εις την έγερση της παρούσας αγωγής εναντίον της και/ή ότι ουδεμία σχέση συμβατική ή άλλη έχει μετά του Ενάγοντα και/ή ότι ο Ενάγων ουδεμία αιτίαν αγωγής έχει και ή αποκαλύπτει εναντίον της εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή». Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τα πράγματα οι δυο προδικαστικές ενστάσεις δεν αφορούν κοινό ζήτημα. Είμαι της γνώμης ότι άλλο είναι το θέμα που εγείρεται από τον 1ο εναγόμενο και άλλο από τον 2ο εναγόμενο. Ως εκ τούτου κρίνω ορθό να εξετάσω κάθε μια ξεχωριστά. Είναι βολικότερο η συζήτηση να αρχίσει από την προδικαστική ένσταση του 2ου εναγομένου. Είμαι της γνώμης ότι το περιεχόμενο της ενστάσεως τούτου δεν αποκαλύπτει νομικό ζήτημα που εξετάζεται προδικαστικά. Η θέση του 2ου εναγομένου ότι η έκθεση απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής δια το λόγο ότι ουδεμία συμβατική και/ή άλλη σχέση έχουν οι διάδικοι, δεν είναι ζήτημα που εμπίπτει στις διατάξεις των κανονισμών 1 και 2 της Δ.
  4. Με τους κκ 1 και 2 της Δ.27 δεν επιτυγχάνεται η διαγραφή του δικογράφου αλλά η εξέταση του νομικού σημείου. Αν πρόθεση του 2ου εναγομένου ήταν η διαγραφή του δικογράφου στην ολότητά του καθ' ότι δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής, όφειλε να επικαλεστεί τον κ.3 της Δ.27, πράγμα που δεν έπραξε (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1338, 1343 και Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1119, 1121). Συνεπώς, καταλήγω ότι η αίτηση του 2ου εναγομένου δεν αποκαλύπτει αμιγώς νομικό ζήτημα, διά το λόγο ότι στην υπό κρίση παράγραφο της υπεράσπισης προτάσσεται ισχυρισμός που αναμένεται να αποφασιστεί αφότου ακουστεί η μαρτυρία και όχι οτιδήποτε άλλο. Ως εκ τούτου η αίτηση του 2ου εναγομένου απορρίπτεται. Αναφορικά τώρα με την αίτηση του 1ου εναγομένου παρατηρώ ότι το πραγματικό υπόβαθρο τούτης είναι πως ο ενάγων έδωσε έγγραφη συγκατάθεση για διευθέτηση του όλου ζητήματος. Εν ολίγοις, ο 1ος εναγόμενος διατείνεται ότι ο ενάγων κωλύεται στην έγερση της αγωγής λόγω απεμπόλησης δικαιώματος. Προσθέτω εδώ ότι η έκθεση απαιτήσεως του ενάγοντα αποκαλύπτει ότι η υπογραφή του σχετικού εντύπου, εν προκειμένω του εντύπου αποδοχής της προσφοράς του διευθυντή του κτηματολογίου, συνιστά κοινό τόπο. Επιπλέον, οι αρχές που επικαλείται ο 1ος εναγόμενος αναφορικά με κώλυμα και συγκεκριμένα ότι ο υπογράφων έγγραφο δεν νομιμοποιείται σε αναίρεση των συμφωνηθέντων, είναι ορθές και βρίσκουν έρεισμα στη νομολογία (βλ. Χ'Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/09, ημερ. 22.5.2012). Παρόλα αυτά είμαι της γνώμης ότι το σημείο που επικαλείται ο 1ος εναγόμενος δεν είναι αμιγώς νομικό και επιπλέον, το πραγματικό πλαίσιο που το περιβάλλει δεν είναι πλήρως αποκρυσταλλωμένο. Ο λόγος γι' αυτό έγκειται στο ότι πέραν της παραδοχής του ενάγοντα, δηλαδή ότι υπέγραψε έντυπο αποδοχής προσφοράς, ο τελευταίος πρόταξε και ισχυρισμούς που άπτονται των ενεργειών του 1ου εναγομένου σε σχέση με αυτό καθ' εαυτό το έντυπο και την υπογραφή τούτου. Διατείνεται εν προκειμένω ότι η στάση του 1ου εναγομένου, δηλαδή να τον καλέσει σε συνάντηση μετά την ακύρωση της απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο και η απόκρυψη τούτου του γεγονότος, συνιστά απάτη και/ή ψευδή παράσταση. Δεν είναι έργο του δικαστηρίου να εξετάσει σε αυτό το πλαίσιο κατά πόσο ευσταθούν οι αιτιάσεις του ενάγοντα. Είναι εντούτοις καθοριστικό για την τύχη αυτού του ζητήματος ότι προτάσσονται τέτοιες θέσεις εφόσον, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελίδα 1262, όπου γίνεται ισχυρισμός για ψευδή παράσταση επιτρέπεται προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας ώστε να αποφασιστεί η τύχη του εγγράφου που αφορά ο ισχυρισμός. Συνάγεται λοιπόν ότι στην προκείμενη περίπτωση πρέπει πρώτα να αποφασιστεί ο ισχυρισμός του ενάγοντα για ψευδή παράσταση και ακολούθως το κατά πόσο το έγγραφο συνιστά κώλυμα διεκδίκησης αποζημιώσεων. Αν ήθελε κριθεί ορθή η θέση του ενάγοντα, η αξία του έγγραφου ως μαρτυρία θα εκμηδενιστεί και συνεπώς το όποιο κώλυμα δυνατό να εξανεμιστεί. Είναι γι' αυτό το λόγο που καταλήγω ότι ούτε η προδικαστική ένσταση του 1ου εναγομένου αφορά αμιγές νομικό θέμα, εφόσον τα γεγονότα που συνιστούν την ισχυριζόμενη ψευδή παράσταση δεν είναι αποκρυσταλλωμένα. Πέραν των πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να προσθέσω και το εξής. όπως έχει ήδη υποδειχθεί η αξίωση του ενάγοντα εδράζεται σε πλείονες της μιας νομικής βάσης. Έστω επί τη υποθέσει ότι ουδεμία ψευδή παράσταση έκανε ο 1ος εναγόμενος και συνεπώς το έγγραφο αποδοχής της προσφοράς του διευθυντή κτηματολογίου δεν επιτρέπει στον ενάγοντα να αξιώνει περαιτέρω αποζημιώσεις, αυτό δεν επηρεάζει την αξίωση του ενάγοντα σε σχέση με την καταστροφή της κινητής περιουσίας του καθώς και τις επιπτώσεις που επέφεραν, σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα, οι ενέργειες των εναγομένων στην επιχείρηση του ενάγοντα. Ενδεχομένως να επηρεάσει μόνο τη νομική βάση trespass to land. Η αξίωση όμως του ενάγοντα δεν περιορίζεται στο αστικό αδίκημα της επέμβασης. Επεκτείνεται και σε παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων και δη του άρθρου 23 του Συντάγματος καθώς επίσης αμέλεια κατά την εκτέλεση καθήκοντος. Για να διαπιστωθεί αυτή η πτυχή της υπόθεσης χρειάζεται να ακουστούν τα γεγονότα ώστε το δικαστήριο να σχηματίσει άποψη για όσα έλαβαν χώρα και ακολούθως να υπαγάγει τις διαπιστώσεις του στις αρμόζουσες δικανικές αρχές. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι το αίτημα καθ' ενός των δύο εναγομένων δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2. Τούτα τα έξοδα να καταβληθούν άμα την αποπεράτωση της αγωγής. Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.