Αγνή Θ. Θρασυβούλου ν. Ντίνος Φλωρίδης, Αρ. Αίτησης: 7882/2009, 29/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 7882/2009 ΜΕΤΑΞΥ: Αγνή Θ. Θρασυβούλου Ενάγουσα -και- Ντίνος Φλωρίδης Εναγομένου Αίτηση για προδικαστική εξέταση νομικού ζητήματος (res judicata) 29 Ιανουαρίου 2015 Για τον εναγόμενο/αιτητή: κα Λεμονάρη Για την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση: κα Χριστοδουλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σε προηγούμενη ημερομηνία το δικαστήριο ενέκρινε αίτημα του εναγομένου για προδικαστική εξέταση του νομικού ζητήματος που εγείρεται στην 1η παράγραφο της υπεράσπισης. Αντικείμενο της παρούσας είναι η επί της ουσίας πλέον εξέταση του θέματος, δηλαδή η επίδραση που δυνατό να έχει το νομικό ζήτημα στην υπό κρίση αγωγή. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης επισημαίνω ότι εκείνο που το δικαστήριο εξέλαβε ως νομικό ζήτημα που δύναται να εξεταστεί προδικαστικά, εντοπίζεται στην 1η παράγραφο της υπεράσπισης και έχει ως ακολούθως. «
- ........ Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα διάφορα θέματα τα οποία εγείρονται προς ακόραση στην πιο πάνω αγωγή ηγέρθησαν και προηγουμένως στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 844/2005 και αποτελούν δεδικασμένο (Res judicata)». Είναι λοιπόν η θέση του εναγομένου ότι η ενάγουσα κωλύεται να προωθεί την υπό κρίση αγωγή διά το λόγο ότι τα επίδικα ζητήματα τούτης συνιστούν δεδικασμένο - res judicata - λόγω της αγωγής που προηγήθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων, αγωγή υπ' αριθμό 844/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην οποία εκδόθηκε απόφαση την 29.5.
- Εφόσον ζητούμενο είναι το κατά πόσο τα επίδικα θέματα της αγωγής συνιστούν δεδικασμένο, επιβάλλεται να συνοψισθούν οι δικανικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Η υπόθεση Αντριανή Χαραλάμπους ν. Μαρίας Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298, αποδίδει με επάρκεια τις παραμέτρους που εξετάζονται καθώς και τους λόγους που εξυπηρετεί ο κανόνας. Όπως εκεί αναφέρεται η τελεσιδικία εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, θέση η οποία βρίσκει έρεισμα στην αρχή interest reipublicae ut sit finis litium, αφενός και την αρχή ότι ουδείς ενάγεται εκ δευτέρου για τον ίδιο λόγο - nemo debet bis vexari pro una et eadem causa - αφετέρου. Γι' αυτούς λοιπόν τους λόγους με την πάροδο του χρόνου το δίκαιο γέννησε την αρχή του res judicata, δηλαδή του δεδικασμένου. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι οι προϋποθέσεις που θέλουν το ζήτημα να κρίνεται δεδικασμένο και την αγωγή που αφορά να οδηγείται σε τέλμα και απόρριψη, είναι οι ακόλουθες: Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη. Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Με διαγεγραμμένο το νομικό πλαίσιο στρέφομαι να εξετάσω τα ιδιαίτερα γεγονότα της παρούσας. Μια εκ των παραμέτρων που εξετάζεται είναι η έκθεση απαιτήσεως που βάλλεται με το αίτημα. Το περιεχόμενο τούτης αντιπαραβάλλεται με την άλλη παράμετρο που διερευνάται, δηλαδή την απόφαση που σύμφωνα με τον ισχυρισμό γέννησε το δεδικασμένο, καθώς και τα δικόγραφα που κατατέθηκαν στην προηγούμενη αγωγή (βλ. Spenser Bower and Handley Res Judicata, 4η έκδοση, παρ. 7.16 «It was formerly thought that the subject matter of a judicial decision must be ascertained form the pleadings and the formal judgment and the court's seasons could not be considered. This view has been rejected in issue estoppels cases and the wider view should apply in all cases»). Οφείλεται εδώ επισήμανση εκείνου που αναφέρθηκε στην απόφαση που προηγήθηκε, δηλαδή την απόφαση που ενέκρινε προδικαστική εξέταση του αιτήματος, εν προκειμένω ότι οι συνήγοροι των μερών δήλωσαν ως παραδεχτό γεγονός ότι η απόφαση και τα δικόγραφα που επισυνάπτονται στην επίδικη αίτηση, τεκμήρια Α μέχρι και Ζ, είναι εκείνα που αφορούν την αγωγή 844/
- Πρώτο μέλημα λοιπόν είναι η σύνοψη των αναφερομένων στην έκθεση απαιτήσεως της παρούσας αγωγής ώστε να προσδιοριστούν τα επίδικα θέματα. Εφόσον διενεργήθηκε τέτοια στην απόφαση που ενέκρινε την προδικαστική εξέταση του θέματος, παραθέτω όσα εκεί αναφέρθηκαν. Επαναλαμβάνω όμως και εκείνο που υπεδείχθη και στην προηγούμενη απόφαση, δηλαδή ότι η δομή της έκθεσης απαιτήσεως δεν εξυπηρετεί δεόντως την αποκάλυψη των επίδικων θεμάτων. Ελλείπει εν προκειμένω ορθολογιστική προσέγγιση και υποχρεώνεται ο αναγνώστης να ανατρέχει πότε στην αξίωση και πότε στους ισχυρισμούς, ώστε να διαπιστώσει τι πραγματικά αξιώνεται. Εν πάση περιπτώσει, κρίνω ότι αν ακολουθηθούν και διερευνηθούν τα ποσά που εκεί αναφέρονται, μπορεί να εξακριβωθεί εκείνο που πραγματικά αξιώνεται. Η έκθεση απαιτήσεως αποκαλύπτει πως η ενάγουσα ανάθεσε στον εναγόμενο την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων αναφορικά με μετατροπή ισόγειου καταστήματος σε δύο διαμερίσματα στην οικοδομή Maryland Lodge στην Κακοπετριά. Για χάριν ευκολίας στη συνέχεια ο εναγόμενος θα αναφέρεται ως ο αρχιτέκτονας. Μετά την ετοιμασία των αρχιτεκτονικών σχεδίων, διατείνεται η ενάγουσα, εξασφαλίστηκε προσφορά από την εταιρεία Ζαχαρίας Χρυσάνθου & Υιός Λτδ, ύψους Λ.Κ.15.500, για διεξαγωγή όλων των αναγκαίων οικοδομικών εργασιών που προβλέπονταν βάσει των αρχιτεκτονικών σχεδίων που ετοίμασε ο αρχιτέκτονας. Όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, όταν γνωστοποίησε την πιο πάνω προσφορά στον αρχιτέκτονα ο τελευταίος παρουσίασε προσφορά τρίτου εργολήπτη, ύψους Λ.Κ.12.500 και δήλωσε ότι ήταν σε θέση να αποπερατώσει τις οικοδομικές εργασίες ο ίδιος, δηλαδή ο αρχιτέκτονας, για ποσό Λ.Κ.35.
- Τούτο το ποσό αφορούσε. οικοδομικές εργασίες - Λ.Κ.12.500, ξυλουργικές εργασίες - Λ.Κ.5.500, υδραυλικές εργασίες - Λ.Κ.4.000, ηλεκτρολογικές εργασίες - Λ.Κ.3.000 και αναγκαία υλικά, περιλαμβανομένων ειδών οικοδομής - Λ.Κ.10.
- Είναι η θέση της ενάγουσας ότι δυνάμει των πιο πάνω είναι που ανέθεσε στον αρχιτέκτονα την αποπεράτωση του έργου και επιπλέον, συμφώνησαν ότι η παράδοση θα γινόταν το αργότερο μέχρι το Πάσχα του
- Η δε αμοιβή του αρχιτέκτονα θα ήταν ποσοστιαία επί του κόστους όλων των εργασιών που θα διεξάγονταν, ενώ θα του καταβαλλόταν και τυχόν ποσό που ο ίδιος θα κατέβαλλε εκ μέρους και για λογαριασμό της ενάγουσας. Δέχεται η ενάγουσα ότι όλα τα πιο πάνω δεν είναι επίδικα καθώς ότι αποτέλεσαν αντικείμενο στην αγωγή 844/05, όπου το δικαστήριο απεφάσισε ότι το ποσοστό που συμφωνήθηκε με τον αρχιτέκτονα ήταν 10% επί του συνολικού κόστους των εργασιών. Η ουσία της αξίωσης της ενάγουσας άρχεται από την 11η παράγραφο της έκθεσης απαιτήσεως. Διατείνεται εν προκειμένω ότι οι διάδικοι συμφώνησαν πως ο εναγόμενος, ως ο επιβλέπων αρχιτέκτονας του έργου, θα είχε ευθύνη σε περίπτωση κακοτεχνιών από τους διάφορους εργολάβους και/ή σε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου και/ή για τυχόν υπερχρεώσεις και γενικά για οποιαδήποτε ζημία προκαλείτο στην ενάγουσα από επιλογές ή ενέργειές του. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι ο αρχιτέκτονας είναι εκείνος που επέλεξε τους εργολάβους και συγκεκριμένα τον Μενέλαο Μενελάου, ξυλουργό και τον Κώστα Ανδρέου, εργολάβο οικοδομών. Όταν το Νοέμβριο του 2003 η ενάγουσα ζήτησε από τον αρχιτέκτονα λεπτομέρειες εργασιών και εξόδων, ο τελευταίος αρνήθηκε να παράσχει τέτοιες, πλην μιας γενικής κατάστασης συνολικού κόστους Λ.Κ.73.
- Ως εκ τούτου η ενάγουσα υποχρεώθηκε να αναθέσει σε ειδικό εμπειρογνώμονα την ετοιμασία έκθεσης σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες. Τούτο το έργο ανέλαβε ο Π. Ευλογημένος, πολιτικός μηχανικός και αρχιτέκτονας. Κατάληξη τούτου ήταν πως οι εργασίες των Μενελάου - ξυλουργού και Ανδρέου - εργολάβου οικοδομών, ανέρχονταν σε Λ.Κ.18.512,22 και Λ.Κ.18.243,85 αντίστοιχα. Εν τω μεταξύ τα δύο αυτά πρόσωπα κινήθηκαν νομικά κατά της ενάγουσας και ο μεν πρώτος καταχώρισε την αγωγή 845/05, ο δε δεύτερος άλλη ξεχωριστή αγωγή. Η αξίωση του πρώτου ήταν για Λ.Κ.20.130,35 και του δεύτερου για Λ.Κ.19.959,
- Μάλιστα ο εναγόμενος ενέκρινε πληρωμή και/ή πιστοποίησε εργασίες των δύο για τα πιο πάνω ποσά. Εκ των υστέρων όμως και παρά την καταχώριση αγωγής εναντίον της ενάγουσας, οι δύο πιο πάνω αποδέχθηκαν το ποσό που καθόρισε ο εκτιμητής που διόρισε η ενάγουσα, Π. Ευλογημένος. Δυνάμει των πιο πάνω η ενάγουσα καταλογίζει στον αρχιτέκτονα δόλο και/ή παράβαση εμπιστευτικού καθήκοντος. Διατείνεται ότι την παραπλάνησε για το συνολικό κόστος που θα είχαν οι εργασίες (Λ.Κ.35.000), γεγονός που επιμαρτυρείται από το ότι επέλεξε τους συνεργάτες του ώστε δόλια και σε συνωμοσία με αυτούς να αυξήσει το κόστος των εργασιών και να ανεβάσει τη δική του προμήθεια. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι Μενελάου και Ανδρέου αποδέχθηκαν τα ποσά που καθόρισε ο Π. Ευλογημένος, τα οποία ήταν μειωμένα κατά Λ.Κ.3.671,98, (€6.274,09), σύνολο, αποκαλύπτει ότι ο εναγόμενος παράνομα εισέπραξε το 10% επί του πιο πάνω ποσού, δηλαδή €627,
- Συναφώς αξιώνει τούτο το ποσό. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών του αρχιτέκτονα, διατείνεται η ενάγουσα, είναι ότι αναγκάστηκε να πληρώσει τα έξοδα των δικηγόρων των Μενελάου και Ανδρέου που την ενήγαγαν, ανερχόμενα σε €3.
- επωμίσθηκε τα έξοδα του δικού της δικηγόρου, περαιτέρω €2.000 και τέλος, την αμοιβή του εμπειρογνώμονα που υπολόγισε τις εκτελεσθείσες εργασίες, επιπλέον €3.
- Το συνολικό ποσό των €8.000 αποτελεί μέρος της αξίωσης της ενάγουσας. Περαιτέρω, διατείνεται ότι ο αρχιτέκτονας ήτο αμελής στην εκτέλεση των καθηκόντων του και προς υποστήριξη τούτου η ενάγουσα προβάλλει αριθμό κακοτεχνιών και ζημίων σε σχέση με τις οικοδομικές εργασίες που εκτελέστηκαν. Η επιδιόρθωση τούτων, σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα, ανέρχεται σε €8.883,45, ποσό το οποίο επίσης αξιώνει από τον αρχιτέκτονα. Η ενάγουσα υποστηρίζει ακόμα ότι λόγω των προειρημένων ενεργειών του αρχιτέκτονα υπέστη καθυστέρηση στον παράδοση του έργου και απώλεια ενοικίων έξι μηνών. Το σύνολο τούτων ανέρχεται σε €4.123 και διεκδικείται από τον αρχιτέκτονα. Τέλος, η ενάγουσα διεκδικεί και ποσό €555,36 ως μέρος χρημάτων που κατέβαλε στον αρχιτέκτονα για αγορά κεραμικών που έκανε εκ μέρους της. Σύμφωνα με την ενάγουσα, καταμέτρηση των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν κατέδειξε ότι τα κεραμικά που τοποθετήθηκαν είναι κατά €555,36 λιγότερα, εξ' ου και η διεκδίκηση του εν λόγω ποσού. Εν κατακλείδι, η ενάγουσα αξιώνει και γενικές αποζημιώσεις, μεταξύ άλλων, για παράβαση συμφωνίας, απώλεια εσόδων συνεπεία κακοτεχνιών και απώλεια ενοικίων. Αποζημιώσεις διεκδικούνται και στη βάση δόλου, απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Διαπιστώνεται ότι με την επίδικη αγωγή αξιώνεται το συνολικό ποσό των €21.561,81 ως ειδικές αποζημιώσεις. Φαίνεται το ποσό τούτο να αποτελεί το σύνολο πέντε μικρότερων ποσών ως εξής. (α) €8.000,00, (β) €8.883,45, (γ) €4.123,00, (δ) €555.36 και (ε) €627,
- Επισημαίνω εντούτοις ότι τα πέντε ποσά που πιο πάνω αναφέρονται συμποσούνται σε €22.189,21 και όχι σε €21.561,81 που τελικώς αξιώνει η ενάγουσα. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, κατά την πρόσθεση των ποσών που έκαστη αξίωση αφορά, παραλήφθηκε η συμπερίληψη ποσού ίσου με €627,
- Δεν είναι τυχαίο, πιστεύω, ότι αυτό το ποσό ανταποκρίνεται ακριβώς στο ποσό που αναφέρεται στις παραγράφους 21 και 22 της εκθέσεως απαιτήσεως. Προφανώς κατά την πρόσθεση των πιο πάνω ποσών εκ λάθους η πλευρά της ενάγουσας δεν υπολόγισε το ποσό των €627,40, με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται διάσταση μεταξύ του παρακλητικού (prayer) και του σώματος της αγωγής. Γεγονός παραμένει ότι η ενάγουσα αξιώνει επιδίκαση και αυτού του ποσού, εξ ου και στην παράγραφο 22 της αγωγής αναφέρεται. το οποίο η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ορθό να αντιμετωπίσω το εν λόγω ποσό ως μέρος της αξίωσης της ενάγουσας. Το τεκμήριο Α στην επίδικη αίτηση είναι το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε στην αγωγή 844/
- Ας λεχθεί από τώρα ότι η αγωγή 844/05 προωθήθηκε από τον εδώ εναγόμενο (Ντ. Φλωρίδη) δηλαδή τον αρχιτέκτονα και στρεφόταν εναντίον δυο προσώπων, της εδώ ενάγουσας (στη συνέχεια θα διατηρηθεί ο ίδιος χαρακτηρισμός, παρ' ότι στην αγωγή 844/05 ήταν εναγομένη) και του συζύγου της. Αντικείμενο της αγωγής 844/05 ήταν η καταβολή του υπολοίπου συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής. Θέση του αρχιτέκτονα στην αγωγή 844/05, ήταν πως η ενάγουσα και ο σύζυγός της τον προσέλαβαν ως αρχιτέκτονα ώστε να ετοιμάσει μελέτη και αρχιτεκτονικά σχέδια και ακολούθως να επιβλέψει σχετικές εργασίες για ανοικοδόμηση διαμερισμάτων. Προς τούτο συμφωνήθηκε να του καταβληθεί το ποσό των Λ.Κ.7.357,00 πλέον Φ.Π.Α. Επιπλέον, ήταν η θέση του ότι δυνάμει οδηγιών που έλαβε από την ενάγουσα και το σύζυγό της, προμηθεύτηκε υλικά αξίας Λ.Κ.4.798,
- Συναφώς η αξίωση του ενάγοντα στην αγωγή 844/05 αφορούσε μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής και την αξία των αντικειμένων που αγόρασε για λογαριασμό της ενάγουσας και του συζύγου της. Στον αντίποδα η ενάγουσα, εναγομένη 1 στην αγωγή 8445/05, στην υπεράσπισή της (τεκμήριο Β στην επίδικη αίτηση) υποστήριξε ότι ο αρχιτέκτονας προέβη σε παραστάσεις ότι το έργο θα ολοκληρωνόταν με ποσό Λ.Κ.35.
- Είναι γι' αυτό το λόγο, υποστήριξε, που του ανέθεσε την όλη εργασία. Η δε αμοιβή του αρχιτέκτονα θα ανέρχετο στο 7% επί του κόστους όλων των εργασιών. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω είναι τώρα αναγκαίο να παρατεθεί εκείνο που το δικαστήριο αποφάσισε στην αγωγή 844/
- Η ευπαίδευτη δικαστής που εκδίκασε την αγωγή 844/05 συνόψισε τους ισχυρισμούς που δεν αμφισβητούντο ως εξής. «Από τη μαρτυρία και των δύο μαρτύρων και τα διάφορα τεκμήρια που είχαν κατατεθεί προκύπτουν ως αναντίλεκτα και/ή παραδεκτά τα πιο κάτω γεγονότα τα οποία και αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Η εναγόμενη 1 η οποία είναι μόνιμος κάτοικος Λονδίνου είναι ιδιοκτήτρια οικοδομής με αριθμό διαμερισμάτων στην Κακοπετριά, το ισόγειο της οποίας έχρηζε ανακαίνισης και/ή μετατροπής και/ή επιδιόρθωσης. Ο εναγόμενος 1 είναι ο σύζυγος της εναγομένης 1 οποίος συμφώνησε και ανέθεσε στον ενάγοντα ο οποίος είναι εγγεγραμμένος αρχιτέκτονας και με τον οποίο είχαν ξανασυνεργαστεί για παρόμοιας φύσης εργασίες σε άλλο συγκρότημα διαμερισμάτων που διατηρεί η εναγομένη 1, επίσης στην Κακοπετριά από την οποία συνεργασία τους ήταν απόλυτα ευχαριστημένοι αφού την βρήκαν της αρεσκείας τους, και εξόφλησαν στον ενάγοντα στο ακέραιο τις υπηρεσίες του, εργασίες ανακαίνισης και/ή μετατροπής και/ή επιδιόρθωση του ισογείου του εν λόγω υποστατικού. Οι εργασίες περιελάμβαναν την ετοιμασία σχεδίων, την επιτόπου επίσκεψη στο χώρο, αξιολόγηση και ανάθεση προσφορών, επίβλεψη των εργασιών επιδιόρθωσης και μετατροπής και αγοράς διαφόρων υλικών στο όνομα και για λογαριασμό των εναγομένων τα οποία και χρησιμοποιήθηκαν στο υποστατικό. Ο εναγόμενος 2 κατά τακτά χρονικά διαστήματα επισκεπτόταν την Κύπρο και το εργοτάξιο και γνώριζε και ήταν ενήμερος για την πρόοδο των εργασιών. Η εναγόμενη 1 ελάχιστες φορές επισκέφθηκε το εργοτάξιο αλλά μαζί με τον εναγόμενο 2 και τον ενάγοντα επισκέφθηκαν διάφορες εταιρείες που πωλούν οικοδομικά υλικά και διάλεξε διάφορα υλικά της αρεσκείας της για να τοποθετηθούν στο υποστατικό μερικά από τα οποία αγόρασε για λογαριασμό τους ο ενάγοντας. Επίδικα θέματα είναι τα μέρη που αποτελούν τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας, το ύψος της αμοιβής του ενάγοντα, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είχαν συμφωνήσει 10% επί του κόστους των εργασιών ενώ η δικογραφημένη θέση των εναγομένων ήταν ότι συμφωνήθηκε στο 7% επί του κόστους των εργασιών, το κατά πόσο οι αξιολογήσεις των προσφορών των διάφορων υποεργολάβων που έγιναν από τον ενάγοντα γνωστοποιούντο στους εναγομένους 1 και 2, και κατά πόσο η συμφωνία μεταξύ των μερών ήταν ότι ολόκληρο το κόστος εκτέλεσης των αναγκαίων εργασιών θα ήταν το ποσό των Λ.Κ.35.000, πλέον ποσοστό 7% επί του ποσού αυτού ως η αμοιβή του ενάγοντα». Ακολούθως έκρινε ότι καλείτο να αποφανθεί επί τριών ερωτημάτων. Προσδιόρισε τούτα ως εξής. « ..
(1)Ποια ήταν τα συμβαλλόμενα μέρη.
(2)Το ύψος της αμοιβής του ενάγοντα και
(3)Κατά πόσο ο ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας ανέλαβε τη συγκεκριμένη εργασία έναντι του συνολικού ποσού των Λ.Κ.35.000 είναι στην πραγματικότητα η συμφωνία μεταξύ των μερών.». Η κατάληξη του δικαστηρίου για τα ερωτήματα που έθεσε ήταν ότι. «Ξεκινώντας από το τελευταίο ερώτημα η θέση μου είναι ότι η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι το είδος των εργασιών που απαιτείτο με βάση τις πληρωμές που έγιναν δεν συνηγορούν σε κάτι τέτοιο και, επίσης, θεωρώ ότι ένας αρχιτέκτονας με την εμπειρία του Ενάγοντα δεν θα μπορούσε να κάνει τέτοιου είδους συμφωνία. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα αναφέρω πρώτα απ' όλα ότι έχει αποδειχθεί και το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο Ενάγοντας είναι εγγεγραμμένος αρχιτέκτονας και συνεπώς δικαιούται αμοιβής. .... Όσον αφορά το ερώτημα αναφορικά με το ποια ήταν τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Εναγομένη 1 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του υποστατικού στο οποίο έγιναν οι εργασίες και ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν το πρόσωπο με το οποίο συμφώνησε ο Ενάγοντας την υπό εξέταση συμφωνία. Η Εναγομένη 1 συμμετείχε, επίσης, ενεργά σε κάποια στάδιο σε θέματα που αφορούσαν την εκτέλεση της συμφωνίας όπως για παράδειγμα οι επισκέψεις της μαζί τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο 2 σε διάφορα καταστήματα που πωλούσαν οικοδομικά υλικά και η επιλογή της σε σχέση με τα υλικά αυτά. Είναι δηλαδή σαφές ότι πέραν από ιδιοκτήτρια του υποστατικού η Εναγόμενη 1 γνώριζε πολύ καλά ότι στον Ενάγοντα είχαν ανατεθεί οι εργασίες υπό εξέταση». Όλα τα πιο πάνω είναι όσα συνιστούν το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει το επίδικο αίτημα. Εν πρώτοις παρατηρώ ότι η ενάγουσα αναφέρει πως έχει εφεσιβάλει την απόφαση στην αγωγή 844/05 (βλ. 10η παράγραφο έκθεσης απαιτήσεως επίδικης αγωγής). Εντούτοις αυτό δεν ακυρώνει τον τελεσίδικο χαρακτήρα της απόφασης. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Spencer Bower and Handley Res Judicata, 4η έκδοση, σελίδα 75: «A judgment can be final, although it may be reversed or varied by an appellate court, and is under appeal when set up as res judicata». Δοθέντος των πιο πάνω καταλήγω ότι η απόφαση στην πρώτη αγωγή (844/05) είναι τελεσίδικη, ασχέτως του ότι εκκρεμεί έφεση. Διατείνεται η ενάγουσα ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του res judicata, διά το λόγο ότι οι διάδικοι στις δύο αγωγές δεν είναι οι ίδιοι. Ο λόγος, υποστηρίζει η ενάγουσα, έγκειται στο ότι η απόφαση στην αγωγή 844/05 αφορούσε και το σύζυγό της και δεν περιοριζόταν μεταξύ της ίδιας και του αρχιτέκτονα, ως η υπό κρίση αγωγή. Ούτε με αυτή τη θέση της ενάγουσας μπορώ να συμφωνήσω. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η αρχή του δεδικασμένου είναι ύψιστης σημασίας. Συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας και εξυπηρετεί την απονομή της δικαιοσύνης με εφάπαξ διευθέτηση των αξιώσεων, αφενός και αποτροπή έκδοσης συγκρουόμενων αποφάσεων, αφετέρου. Ως τέτοια δεν περιορίζεται σε τυπικό ζήτημα. Καθάπτεται της ουσίας του πράγματος. Ενδεικτικό είναι ότι ενίοτε ακόμη και πρόσωπο που δεν έλαβε μέρος σε αγωγή μπορεί να επωφεληθεί το αποτέλεσμα της και να επικαλεστεί τούτο ως δεδικασμένο εάν στο μέλλον ήθελε εναχθεί. Ο Spenser, πιο πάνω, στη σελίδα 94, αναφέρει ότι . «Where A and B are jointly liable in contract to X, who unsuccessfully sued A alone, the judgment creates a cause of action estoppel for the benefit of B only if it was based on a ground common to A and B, and not one personal to A such as bankruptcy or infancy». Επιπλέον, στη σελίδα 143 υποδεικνύει ότι. «A person who is neither a party nor a privy may find his rights affected by litigation between others, not because of an estoppel, but because he must accept facts created by the judgment». Όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν ακριβώς το ουσιώδες του πράγματος καθώς και τη διερεύνηση που το αποκαλύπτει. Το αίτημα δεν περιορίζεται στα ρηχά αλλά διεισδύει στα άδυτα των γεγονότων με απώτερο στόχο την απάντηση του ερωτήματος. Ποιος ωφελείται ή περιορίζεται από την πρώτη απόφαση και ποία γεγονότα συνιστούν δεδικασμένο; Υπό αυτή την έννοια, τυπικά ζητήματα όπως αυτό που εγείρει η ενάγουσα, δεν καθορίζουν το αποτέλεσμα. Άλλωστε αν η αρχή ήταν αλλιώς σημαίνει πως οι διάδικοι θα μπορούσαν, τεχνηέντως, να την παρακάμψουν, φερ' ειπείν όπως εδώ που η δεύτερη αγωγή προωθήθηκε από ένα μόνο εκ των εναγομένων της πρώτης. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Εν πάση όμως περιπτώσει, γεγονός είναι ότι στην πρώτη αγωγή η ενάγουσα ήταν διάδικος και αντίδικος τούτης ήταν ο αρχιτέκτονας, δηλαδή το πρόσωπο που είναι αντίδικός της και εδώ. Μοναδικό λογικό συμπέρασμα είναι πως η απόφαση στην πρώτη αγωγή δεσμεύει τους δυο και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι τρίτο πρόσωπο που ήταν διάδικος στην προηγούμενη αγωγή, δεν είναι διάδικος στην υπό κρίση. Κατ' αναλογία σχετική είναι η υπόθεση Παπέττας ν. Σ & Μ Φλόκκας Λτδ
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1703, όπου κρίθηκε πως η απόφαση σε προηγούμενη αγωγή μεταξύ του τριτοδιαδίκου και των εναγομένων με ακόμα ένα πρόσωπο, κατέστησε δεδικασμένη την εκ των υστέρων αξίωση των εναγομένων για συνεισφορά από τον τριτοδιάδικο. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι υπάρχει ταύτιση διαδίκων της απόφασης στην αγωγή 844/05 με την υπό κρίση αγωγή. Απομένει πλέον να διερευνηθεί η ουσία του πράγματος, δηλαδή κατά πόσο διαπιστώνεται ταύτιση επίδικων θεμάτων. Επί του προκειμένου δεν χωρεί αμφιβολία ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν αφορά αιτία αγωγής (cause of action). Αυτό γιατί η πρώτη αγωγή (844/05) ηγέρθηκε από τον αρχιτέκτονα και όχι την ενάγουσα, δηλαδή τα μέρη είχαν ακριβώς αντίθετες ιδιότητες, και επιπλέον, η πρώτη αγωγή αφορούσε αμοιβή για προσφερθείσες υπηρεσίες και αποζημίωση για αντικείμενα που αγοράστηκαν κατόπιν εντολής. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί η επίδικη αγωγή εδράζεται σε εντελώς διαφορετικές βάσεις, δηλαδή παράβαση καθήκοντος επίδειξη δέουσας επιμέλειας, παράβαση σύμβασης και δόλο. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι αν τίθεται ζήτημα δεδικασμένου τούτο δεν οφείλεται στην αιτία αγωγής, αλλά σε επίδικο θέμα (issue estoppel). Και οι δυο πλευρές επικαλούνται εν προκειμένω τα αναφερόμενα στην υπόθεση Henderson v. Henderson (1843 - 1860) All E.R. (Rep.) 378 όπου ο Wigram V.C. ανέφερε ότι. «In trying this question I believe I state the rule of the court correctly when I say that, where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisidiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time». Επιπλέον στην υπόθεση K.S.R. Comercio E. Industria De Papel S.A. v. Bluecoral Navigation Limited
(1995)1 A.A.Δ. 309, 312 ο αείμνηστος Νικήτας Δ., ανέφερε. «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπισή του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνισή τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Τι εστί επίδικο θέμα που γεννά κώλυμα (issue estoppel) επεξηγήθηκε στην υπόθεση Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνας των Τ/Κ Περιουσιών ν. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120, 129. Αναφέρθηκε εκεί ότι. «Ένα άλλο είδος κωλύματος που εντάσσεται, όπως και το προαναφερθέν cause of action estoppel, στην ευρύτερη έννοια του estoppel by record ή estoppel per rem judicatam είναι το κώλυμα που αφορά το επίδικο θέμα γνωστό ως issue estoppel την έννοια του οποίου απέδωσε ο Diplock L.J. στην Mills v. Cooper [1967] 2 Q.B. 459 στη σελίδα 468 ως εξής: "A party to civil proceedings is not entitled to make, as against the other party, an assertion, whether of fact or of the legal consequences of facts, the correctness of which is an essential element in his cause of action or defence, if the same assertion was an essential element in his previous cause of action or defence in previous civil proceedings between the same parties or their predecessors in title, and was found by a court of competent jurisdiction in such previous civil proceedings to be incorrect, unless further material which is relevant to the correctness or incorrectness of the assertion by that party in the previous proceedings has since become available to him"». Απ' όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα μέρη σε μια δικαστική διαμάχη, είτε είναι ο ενάγων είτε ο εναγόμενος, επιβάλλεται να αναζητήσουν, μάλιστα ασκώντας εύλογη επιμέλεια, και εν τέλει να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, όλα τα επίδικα θέματα. Βεβαίως αυτή η υποχρέωση των μερών δεν είναι υπέρμετρη. Δεν επεκτείνεται επί παντός επιστητού. Το ζήτημα είναι πάντα πραγματικό και βαθμού. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται αυτό που αναφέρθηκε από τον Dixon J στην υπόθεση Blair n. Curran
(1939)62 C.L.R. 464,
- Λέχθηκε ότι. «In matters of fact the issue estoppel is confined to those ultimate facts which form the ingredients in the cause of action». και «not merely as to the point decided, but as to a matter which it was necessary to decide and which was actually decided as the groundwork of the decision itself, though not then directly the point at issue». Σχετική όμως είναι και η θέση του Spencer, πιο πάνω, στη σελίδα 112, κάτω από τον τίτλο No issue estoppel where defendant not bound to raise issue. Αναφέρεται εκεί ότι. «Where there was no duty to raise an issue, or raising it attracted some disadvantage, an adverse decision does not cover it. Judgment in an action for the price of goods or work, to which the defendant was not bound to plead a breach of warranty in reduction of the price, does not negative such a breach». Τέλος, στην υπόθεση Borna Alikhani v. Προδρόμου, Πολ. Έφ. 22/09, 10.4.2012, αναφέρθηκε ότι. «Οι διάδικοι δεν δεσμεύονται, ούτε κωλύονται εάν αποτύχουν να συνενώσουν ξέχωρες αιτίες αγωγής, έστω και αν απορρέουν από την ίδια συναλλαγή, (Phipson On Evidence 12η έκδοση, σελ. 543, παρ. 343)». Με δεδομένο όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η αξίωση της ενάγουσας σε σχέση με τα ποσά των €8.000,00, €8.883,45 και €4.123,00, δεν κρίνεται, τουλάχιστον για την ώρα και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δεδικασμένη. Το πρώτο από τα πιο πάνω ποσά συνιστά αποζημιώσεις που προέκυψαν από τη συμπεριφορά του αρχιτέκτονα. Η άρνηση του τελευταίου, σύμφωνα με την ενάγουσα, να την τροφοδοτήσει με λογαριασμούς και σχετικές καταστάσεις, την υποχρέωσε να εργοδοτήσει τρίτο πολιτικό μηχανικό ώστε να προβεί σε επιμέτρηση ποσοτήτων και εργασίας που εκτελέστηκε. Επιπλέον, δέχθηκε αγωγές από τους υπεργολάβους, πρόσωπα που εξηύρε και εργοδότησε ο αρχιτέκτονας, με αποτέλεσμα να επωμισθεί δικηγορικά έξοδα. Το ποσό των €8.883,45 αποτελεί το κόστος επιδιορθώσεων και κακοτεχνιών που η ενάγουσα διατείνεται ότι οφείλονται σε ενέργειες του αρχιτέκτονα. Τέλος, το ποσό των €4.123,00 συνιστά απώλεια ενοικίων συνεπεία καθυστέρησης στην παράδοση του έργου, κατά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Είμαι της γνώμης ότι όλα τα πιο πάνω δεν κατέστησαν επίδικα στην αγωγή 844/
- Όπως υποδείθχηκε, η πρώτη αγωγή περιορίστηκε στο ποία ήταν τα μέρη της σύμβασης, το ύψος της αμοιβής του αρχιτέκτονα και τέλος, κατά πόσο τα μέρη συμφώνησαν ότι το συνολικό κόστος της εργασίας δεν θα υπερέβαινε τις Λ.Κ.35.000,
- Η παρούσα περίπτωση είναι πανομοιότυπη με τα γεγονότα της υπόθεσης Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1125. Εκεί ο πωλητής τεμαχίου γης καταχώρισε αγωγή εναντίον του αγοραστή για αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης όρου της συμφωνίας αναφορικά με την καταβολή του τιμήματος. Αυτή ήταν η δεύτερη αγωγή. Είχε προηγηθεί αγωγή από τον αγοραστή για αποζημιώσεις στη βάση ψευδών παραστάσεων από μέρους του πωλητή, οφειλόμενες στο ότι το εμβαδόν του τεμαχίου που του πώλησε ήταν μικρότερο από εκείνο που αναγραφόταν στο πιστοποιητικό εγγραφής. Επιπλέον, στην πρώτη αγωγή ο αγοραστής ζητούσε και μείωση του τιμήματος αναλόγως του πραγματικού εμβαδού. Στην αγωγή που ακολούθησε απασχόλησε το κατά πόσο το ύψος του ποσού που κατέβαλε ο αγοραστής και ο τερματισμός της συμφωνίας, είχαν αποφασιστεί τελεσίδικα στην πρώτη αγωγή. Το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάνθηκε θετικά και ως εκ τούτου απέρριψε τη δεύτερη αγωγή. Η απόφαση ανατράπηκε κατ' έφεση. Τα σχετικά αποσπάσματα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρουν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο στη μεταγενέστερη αγωγή παρατήρησε ότι ναι μεν ο ενάγων στην προγενέστερη αγωγή δεν είχε εγείρει ανταπαίτηση, όμως στην υπεράσπισή του, σε εκείνη την αγωγή, έθεσε όλα τα θέματα πάνω στα οποία βάσισε τις αξιώσεις του αργότερα στη μεταγενέστερη αγωγή και το δικαστήριο, στην προγενέστερη αγωγή, είχε αποφασίσει για εκείνα τα θέματα, αφού αξιολόγησε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία πωλήσεως, μεταξύ των διαδίκων, δεν είχε τερματιστεί από οποιονδήποτε από τους αυτούς. Η παράλειψη του ενάγοντα-εφεσείοντα να εγείρει, στην προγενέστερη δικαστική διαδικασία ανταπαίτηση, ενώ δεν υπήρχε οτιδήποτε που να τον εμποδίζει να πράξει κάτι τέτοιο (εφόσον η υπεράσπιση του στην προγενέστερη αγωγή είχε καταχωρηθεί στις 26.11.03, η απόφαση στην προγενέστερη αγωγή δόθηκε την 31.1.06, ενώ ο τερματισμός της συμφωνίας, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του εφεσείοντα, είχε προηγηθεί με την επιστολή του ημερ. 8.11.01), δεν δικαιολογεί ούτε και επιτρέπει, σύμφωνα με την ευπαίδευτη πρωτόδικο Δικαστή, νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο την ίδια γραπτή συμφωνία, για να προβάλει ο εφεσείων τις αξιώσεις του οι οποίες βασίζονται σε θέματα που έχουν ήδη αποφασιστεί. Αυτό, κατά το πρωτόδικο δικαστήριο, θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή των διαδίκων και τη διαιώνισή τους». Επί τούτου όμως το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι. «Συμφωνούμε με τον εφεσείοντα ότι τα όσα λέχθηκαν από το Δικαστή στην προγενέστερη αγωγή, σε σχέση με τα δύο προαναφερόμενα θέματα, δηλαδή του κατ' ισχυρισμό τερματισμού της επίδικης συμφωνίας από μέρους του πωλητή (εφεσείοντα) και του ύψους του ποσού που κατ' ισχυρισμό καταβλήθηκε στον πωλητή έναντι του τιμήματος πωλήσεως, λέχθηκαν παρεμφερώς ή «εν παρόδω» ή και εκ του περισσού. Δεν ήταν απαραίτητα για την επίλυση της επίδικης διαφοράς στην προγενέστερη αγωγή και επομένως δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για τη δημιουργία δεδικασμένου ή τη βάση για το κώλυμα του δεδικασμένου. Στην υπόθεση Paphos Stone C. Estates Ltd κ.ά. ν. Χριστοδουλίδη κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 2110 επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι τα όσα λέγονται σε μια απόφαση, εν παρόδω ή εκ του περισσού δεν έχουν δεσμευτική ισχύ και δεν μπορούν έγκυρα να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση επομένως τα όσα προαναφερόμενα λέχθηκαν από το Δικαστή στην προγενέστερη αγωγή, εκ του περισσού, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης. Άρα ο εφεσείων δεν είχε δικαίωμα έφεσης σε σχέση με τα δύο προαναφερόμενα θέματα που αναφέρθηκαν παρεμφερώς και εν παρόδω από το Δικαστή στην προγενέστερη αγωγή, η οποία απορρίφθηκε και στην οποία ο εφεσείων ήταν εναγόμενος. Δεδομένου ότι ο εφεσείων δήλωσε στο δικαστήριο, στην προγενέστερη αγωγή, ότι δεν καταχώρησε ανταπαίτηση αλλά ότι εκκρεμούσε δική του αγωγή εναντίον του εφεσίβλητου (η μεταγενέστερη αγωγή) και δεδομένου ότι αυτός δεν είχε δικαίωμα έφεσης εναντίον της απόφασης στην προγενέστερη αγωγή, θεωρούμε πως θα ήταν άδικο να θεωρηθεί ότι αυτός (ο εφεσείων) κωλύετο να εγείρει, στη μεταγενέστερη αγωγή τα δύο προαναφερόμενα, ουσιώδη γι' αυτόν, θέματα». Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι και στην δοσμένη περίπτωση η ενάγουσα ενδεχομένως να μπορούσε να αξιώσει τα πιο πάνω ποσά, υπό μορφή ανταπαίτησης, στο πλαίσιο της αγωγής 844/
- Αναφέρω ενδεχομένως εφόσον αυτό το ζήτημα δεν απασχόλησε τους διαδίκους. Δεν εξέτασαν εν προκειμένω το κατά πόσον ήταν εις πλήρη ή ικανοποιητική γνώση της ενάγουσας η ζημία που σήμερα επικαλείται. Επιπλέον, ουδείς σχολίασε το κατά πόσο τον επίδικο χρόνο που εκδικαζόταν η αγωγή 844/05 η ενάγουσα είχε στοιχεία που της επέτρεπαν να αξιώσει ό,τι σήμερα ζητά. Μοναδικό γεγονός είναι πως στην αγωγή 844/05 η ενάγουσα, τότε εναγομένη 1, ρητά επιφύλαξε το δικαίωμά της να προωθήσει άλλη διαδικασία για αυτές τις ζημίες που σήμερα επικαλείται. Σχετική εν προκειμένω είναι η παράγραφος 6(ι) της υπεράσπισης που η ενάγουσα καταχώρισε στην αγωγή 844/
- Αναφέρεται εκεί ότι: «6(ι) Ο Ενάγοντας κατά παράβαση της συμφωνίας του με την Εναγόμενη και/ή της εντολής και/ή της εξουσιοδότησης του προκάλεσε στην Εναγόμενη απώλειες και ζημιές με αποτέλεσμα μεταξύ άλλων να εγείρονται αξιώσεις εναντίον της από πρόσωπα που ο Ενάγοντας ανέθεσε την διεξαγωγή εργασιών στα διαμερίσματα της ενώ οι εργασίες που διεξήχθησαν παρουσιάζουν κακοτεχνίες και προβλήματα για τα οποία η Εναγομένη επιφυλάσσει τα δικαιώματα της να στραφεί εναντίον του Ενάγοντα με αγωγή». Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι τα τρία ποσά που αναφέρθηκαν δεν συζητήθηκαν στην προηγούμενη αγωγή και συνεπώς δεν εμπίπτουν στον ορισμό επίδικου θέματος (issue estoppel) και επιπλέον, η ενάγουσα επιφύλαξε τα δικαιώματά της να εγείρει τούτα στο μέλλον. Υπό αυτά τα δεδομένα κρίνω πως δεν επιτρέπεται, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και με το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει το επίδικο αίτημα, να κριθούν res judicata. Εκείνο όμως που θεωρώ ότι συνιστά δεδικασμένο είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι συμφώνησε με τον αρχιτέκτονα πως οι εργασίες δεν θα υπερέβαιναν το ποσό των Λ.Κ.35.000,00 (βλ. συνδυασμένη ανάγνωση των παραγράφων 7, 8, 19 και 20 της υπό κρίση έκθεσης απαιτήσεως). Όπως έχω ήδη υποδείξει, η απόφαση της αγωγής 844/05 διερεύνησε τούτο το θέμα και το απέρριψε. Κατ' επέκταση, δεν επιτρέπεται σήμερα στην ενάγουσα να αμφισβητά το δεδικασμένο αυτόν ισχυρισμό, ασχέτως του πως τον ενδύει νομικά. Αυτός λοιπόν ο ισχυρισμός δεν επιτρέπεται να προωθηθεί. Ανάλογη είναι η κατάληξή μου και για τα άλλα δυο ποσά που διεκδικεί η ενάγουσα, δηλαδή τα ποσά των €555,36 και €627,
- Το τελευταίο αυτό ποσό αντιστοιχεί, σύμφωνα με την ενάγουσα σε προμήθεια που έλαβε ο αρχιτέκτονας επί ποσού που αποτελούσε μέρος του συνολικού κόστους. Αυτό όμως το ποσό αφαιρέθηκε από τους υπεργολάβους, λέει η ενάγουσα, και συνεπώς δεν το δικαιούται ο αρχιτέκτονας. Με όλο το σεβασμό, οι λόγοι που οδήγησαν τους υπεργολάβους να μειώσουν τη δική τους αξίωση, δεν αφορούν και δεν δεσμεύουν τον αρχιτέκτονα. Εν πάση όμως περιπτώσει, το ποσό που δικαιούταν ο αρχιτέκτονας για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην ενάγουσα, ήταν το ζητούμενο αυτής ακριβώς της προηγούμενης διαδικασίας. Συνεπώς αν η ενάγουσα επιθυμούσε μείωση τούτου όφειλε να εγείρει τούτο το ζήτημα, εφόσον δεν είναι ανεξάρτητο αλλά άμεσα συνυφασμένο με τη νομική βάση της αγωγής που προηγήθηκε και συνιστούσε συστατικό στοιχείο της υπεράσπισης. Ως εκ τούτου ήταν υποχρέωση της ενάγουσας να το εγείρει. Το γεγονός ότι δεν το επικαλέστηκε στην προηγούμενη αγωγή δεν της επιτρέπει να το ανακινήσει σήμερα εφόσον με αυτό τον τρόπο ενδέχεται να πληγεί η απόφαση του δικαστηρίου στην αγωγή 844/
- Ίδια είναι η βάση απόρριψης και για το τελευταίο ποσό των €555,36 που αφορά αξία αντικειμένων. Και αυτό το ζήτημα απασχόλησε το δικαστήριο στην αγωγή 844/
- Εξ ου και μέρος του ποσού που επιδικάστηκε υπέρ του αρχιτέκτονα αφορούσε την αξία των αντικειμένων που αγόρασε κατ' εντολή της ενάγουσας. Αν η τελευταία ήθελε να αμφισβητήσει ότι δικαιούταν το σύνολο της αξίας τούτων των αντικειμένων όφειλε να διερευνήσει εγκαίρως τις ανησυχίες της και να τις θέσει ενώπιον του δικαστηρίου. Συνεπώς η απόφασή της να μην πράξει τούτο για ζήτημα που αποτελούσε μέρος της διαφοράς (part of the contest) ενώπιον του δικαστηρίου, δεν επιτρέπει επανάνοιγμα εκείνου που τελεσιδίκησε. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση πετυγχαίνει μερικώς. Η αξίωση της ενάγουσας αναφορικά με τα ποσά €555,36 και €627,40 συνιστά res judicata. Ο δε ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι διάδικοι συμφώνησαν πως το κόστος του έργου δεν θα υπερέβαινε το ποσό των Λ.Κ.35.000,00, επίσης είναι ισχυρισμός που τελεσιδίκησε (issue estoppel) με την απόφαση στην αγωγή 844/
- Η προώθηση των πιο πάνω δεν επιτρέπεται περαιτέρω. Έξοδα της επίδικης αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου. Τούτα τα έξοδα να καταβληθούν άμα την ολοκλήρωση της αγωγής. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο