← Κύπρος

BROKER SYSTEMS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ν. TRADEWIND LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 10/13, 9/1/2015

BROKER SYSTEMS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ν. TRADEWIND LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 10/13, 9/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 10/13 Αναφορικά με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις -και- Αναφορικά με τον περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμο Κεφ. 10 -και- Αναφορικά με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπ΄αριθμό 84159/2007 ημερομηνίας 18.11.2009 Μεταξύ: BROKER SYSTEMS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΗΣΗΣ Εναγόντων -και-

  1. TRADEWIND LTD
  2. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΚΟΥΒΕΡΗΣ
  3. ΜΑΡΙΑ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ Εναγομένων Αίτηση για ακύρωση διατάγματος εγγραφής αλλοδαπής απόφασης 9 Ιανουαρίου, 2015 Για τους αιτητές: κα Παπαμιχαήλ. Για τους καθ' ων η αίτηση: κα Καραβιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 25.1.2013 και μετά από μονομερή αίτηση, το δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ως ακολούθως: «(Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να εγγράφεται, να αναγνωρίζεται και να κηρύσσεται ως εκτελεστή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η απόφαση με γενικό αριθμό κατάθεσης 84159/2007 η οποία συνεκδικάστηκε ως Β Αγωγή από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στην υπ' αριθμό αγωγή 4842/2009 ημερομηνίας 18.11.2009, και η οποία εκδόθηκε προς όφελος των Εναγόντων/Αιτητών και εναντίο των Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, για το ποσό των €52.813,22 πλέον νόμιμο τόκο ύψους €33.539,31 πλέον €1.800,00 δικηγορικά έξοδα». Από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου προκύπτει ότι το διάταγμα επεδόθη στους Tradewind Ltd και Αλέξανδρο Γκουβέρη την 17.10.
  4. Αποτέλεσμα τούτης της επίδοσης ήταν η καταχώριση της επίδικης αίτησης με την οποία οι προαναφερόμενοι δυο (στη συνέχεια οι αιτητές) αιτούνται: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) την Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 25.01.2013 με την οποία διατάσσεται όπως η Απόφαση με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 84159/07 η οποία συνεκδικάστηκε «Β Αγωγή» από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στην υπ΄ αριθμό Αγωγή 4842/09 ημερ. 18.11.2009 και η οποία εκδόθηκε προς όφελος των Αιτητών - Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2 και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 - Αιτητών γφια το ποσό των €52.813,22 πλέον νόμιμο τόκο ύψους €33.539,31 πλέον €1.800,00 δικηγορικά έξοδα, εγγραφεί, αναγνωριστεί και εκτελεστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να αναστέλλει την εκτέλεση της Απόφασης ημερ. 25.01.2013, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης για Παραμερισμό της εν λόγω Απόφασης και την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η επίδικη αίτηση εδράζεται στον περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ. 10 άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 10, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.40 κκ7 και 11, Δ.48 κκ1, 2, 3, 8 και 9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 31, 32, 43 και 47, τους περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Διαδικαστικούς Κανονισμούς κ.1, 2, 3, 4, 5 και 16, στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000, Ν.121(Ι)/2000άρθρα 2, 3, 4, 5 και 6 και στους Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Council Regulation EC αρ. 44-2001 on Jurisdiction and Recognition and Enforcement of Judgments in Civil and Commercial Matters) άρθρα 1, 3, 32, 33, 34, 35, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 45, 46, 53, 54 και 55, ως επίσης και στο άρθρο 30 του Συντάγματος και τη Σύμβαση Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Δικαστικών Αποφάσεων, η οποία επικυρώθηκε από το Νόμο 11/1976, στις αρχές της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και τις Συμφυείς Εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Επιπλέον, υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση την οποία ομνύει ο αιτητής 2, δηλαδή ο Αλέξανδρος Γκούβερης. Οι καθ' ων η αίτηση δεν αποδέχονται τις αιτιάσεις των αιτητών, εξ ου και καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης με την οποία προτάσσουν αριθμό λόγων, καθ' ένας εκ των οποίων, διατείνονται, είναι ικανός και αρκετός να οδηγήσει την αίτηση σε απόρριψη. Και σε αυτή την περίπτωση τα γεγονότα εντοπίζονται σε ένορκο δήλωση. Τούτη τη δήλωση ορκίζεται η Ελένη Τζιωνή, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Τέλος, υποδεικνύεται ότι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Δεν κρίνω αναγκαίο να επαναλάβω καθετί που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εισηγήθηκαν, εφόσον η διεργασία που ακολουθεί αποκαλύπτει ό,τι σχετικό. Αξίζει εντούτοις να υποδειχθεί ότι από τα συμφραζόμενα στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα, αποκαλύπτεται ότι συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι την 20.03.2008 η αιτήτρια 1 καταχώρισε αγωγή εναντίον της καθ' ης η αίτηση. Η αγωγή αυτή, η οποία προωθήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έφερε τον αριθμό 57813/
  5. Επιπλέον, την 12.4.2007 η καθ' ης η αίτηση ενήγαγε τους εδώ αιτητές και άλλο ένα πρόσωπο. Και αυτή η αγωγή προωθήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο αριθμός που έλαβε η δεύτερη αγωγή είναι 84159/
  6. Οι δύο αυτές αγωγές συνεκδικάστηκαν και στο πλαίσιο αυτής της κοινής διαδικασίας έλαβαν νέο αριθμό, δηλαδή τον αριθμό 4842/
  7. Την 18.11.2009 εκδόθηκε απόφαση σε αυτή την τελευταία αγωγή (4842/09). Η απόφαση που εκδόθηκε δικαίωσε και τις δύο πλευρές στην έκταση που αφορούσε η αγωγή που έκαστη καταχώρισε. Οι μεν αιτητές έλαβαν απόφαση για το ποσό των €33.253,31 πλέον τόκους και έξοδα, η δε καθ' ης αίτηση για το ποσό των €52.813,22 πλέον νόμιμο τόκο ύψους €33.539,31 πλέον €1.800,
  8. Η απόφαση που έλαβε η καθ' ης η αίτηση είναι αυτή που αναγνωρίστηκε από το παρών δικαστήριο με το διάταγμα ημερομηνίας 25.1.2013 και που οι αιτητές ζητούν σήμερα την ακύρωσή της. Οι δύο πλευρές συμφωνούν περαιτέρω ότι μετά την έκδοση απόφασης στο πλαίσιο της αγωγής 4842/09, δηλαδή της αγωγής στην οποία συνεκδικάστηκαν οι άλλες δυο αγωγές, ακολούθησε η καταχώριση έφεσης. Η έφεση που καταχωρίστηκε είναι η υπ' αριθμό 1580/11 και εφεσείοντες ήταν οι εδώ αιτητές. Τέλος, κοινό τόπο αποτελεί και το γεγονός ότι την 11.4.2011 εκδόθηκε απόφαση στην έφεση. Επί του προκειμένου επισημαίνεται ότι το Εφετείο Αθηνών αποφάνθηκε αρνητικά για την έφεση και ως εκ τούτου την απέρριψε. Εδραζόμενοι στα πιο πάνω αναμφισβήτητα γεγονότα οι αιτητές διατείνονται ότι δεν χωρεί εγγραφή και αναγνώριση της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή της απόφασης 4842/2009 που παραπέμπει και στην απόφαση 84159/
  9. Τελεσίδικη απόφαση, διατείνονται οι αιτητές, είναι η απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθμό 1580/11 και ημερομηνίας 11.4.
  10. Συνεπώς, η εγγραφή της πρωτόδικης απόφασης πάσχει και υπόκειται σε ακύρωση. Είμαι της γνώμης ότι οι σχετικές αιτιάσεις των αιτητών δεν βρίσκουν έρεισμα στις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/
  11. Το άρθρο 46 του κανονισμού είναι καθ' όλα σχετικό. Αναφέρει τούτο ότι. «46

(1)Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο σύμφωνα με τα άρθρα 43 ή 44, μπορεί, με αίτηση του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, να αναστείλει τη διαδικασία αν κατά της αλλοδαπής αποφάσεως έχει ασκηθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως τακτικό ένδικο μέσο, ή αν η προθεσμία για την άσκησή του δεν έχει ακόμα εκπνεύσει. στη τελευταία περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να τάξει προθεσμία για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου». Από τα πιο πάνω είναι ηλίου φαεινότερον ότι εφόσον παρέχεται ευχέρεια αναστολής της διαδικασίας εκτέλεσης λόγω του ότι έχει ασκηθεί τακτικό ένδικο μέσο, δηλαδή έφεση, στο κράτος μέλος προελεύσεως της απόφασης, η απόφαση που εγγράφεται και αναγνωρίζεται είναι η πρωτόδικη. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή αν η μόνη απόφαση που εγγραφόταν ήταν η απόφαση του εφετείου, αφενός οι πρόνοιες του άρθρου 46
(1)θα συνιστούσαν αχρείαστο και περιττό πλεονασμό, αφετέρου η εγγραφή θα υπόκειτο σε προϋπόθεση απόδειξης ότι παρήλθε άπρακτος ο χρόνος υποβολής έφεσης, κάτι που δεν προβλέπεται στον κανονισμό. Καταλήγω λοιπόν ότι η διαδικασία που προβλέπεται στον κανονισμό 44/2001 δεν απαγορεύει εγγραφή πρωτόδικης απόφασης. Ως εκ των πιο πάνω ούτε η άλλη θέση των αιτητών με βρίσκει σύμφωνο. Εν ολίγοις ουδέν πρόβλημα αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι η βεβαίωση, τεκμήριο 3 στην αίτηση εγγραφής, αφορά την πρωτόδικη απόφαση και όχι την έφεση. Όπως προανέφερα, η εγγραφή πρωτόδικης απόφασης είναι καθ' όλα επιτρεπτή και συνεπώς ορθά οι καθ' ων η αίτηση για αυτήν την πρωτόδικη απόφαση είναι που εξασφάλισαν την προβλεπόμενη βεβαίωση στα άρθρα 54 και 58 του κανονισμού. Οι αιτητές διατείνονται περαιτέρω ότι η εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στην υπόθεση με αριθμό 84159/07, δηλαδή η απόφαση που αφορά το διάταγμα ημερομηνίας 25.1.2013, αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο λόγος, σύμφωνα με τους αιτητές, είναι διττός. Αφενός, ότι η συμφωνία που αφορά η αγωγή που καταχώρισαν οι καθ' ων η αίτηση και εξασφάλισαν απόφαση, εξασφαλίστηκε με δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις. Αφετέρου, ότι αν και οι ίδιοι εκπλήρωσαν στο ακέραιο τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, οι καθ' ων οι αίτηση όχι μόνο δεν τους κατέβαλαν τις συμφωνηθείσες προμήθειες, εκμεταλλεύτηκαν τους πελάτες και τον κύκλο εργασιών τους. Λόγω όλων των πιο πάνω, αναφέρουν οι αιτητές, την 18.11.2013 καταχώρισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτηση για σφράγιση κλητηρίου εντάλματος που στρέφεται εναντίον των καθ' ων η αίτηση και άλλων δυο προσώπων. Στο στάδιο αγορεύσεων ανέφεραν συναφώς ότι αφότου εξασφάλισαν το αιτούμενο διάταγμα καταχώρισαν την αγωγή 388/14. Αντικείμενο τούτης είναι η καταβολή αποζημιώσεων λόγω παράνομων και/ή δόλιων ενεργειών των εναγομένων, δηλαδή των καθ' ων η αίτηση και άλλων δύο προσώπων, ως επίσης συνέπεια δυσφήμισης και/ή επιζήμιας ψευδολογίας. Συνεπώς, αναφέρουν οι αιτητές, η αγωγή που καταχώρισαν είναι ασυμβίβαστη με αναγνώριση της αλλοδαπής απόφασης. Γεγονός είναι ότι ο ευρωπαϊκός κανονισμός στόχο έχει την ανάπτυξη ενός χώρου δικαιοσύνης και ως εκ τούτου συνεισφέρει τα μάλα σε ελεύθερη κυκλοφορία δικαστικών αποφάσεων (βλ. 1η αιτιολογική σκέψη), πράγμα που απηχεί την αμοιβαία εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν τα κράτη μέλη (βλ. 16η αιτιολογική σκέψη). Ενδεικτικό δε είναι το άρθρο 36
(1)του κανονισμού το οποίο αναφέρει ότι. «Απόφαση που εκδίδεται σε κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία». Παρ' όλα αυτά η δικαστική αρχή του κράτους αναγνωρίσεως δεν διαδραματίζει απλώς τυπικό ρόλο. Το άρθρο 34 του κανονισμού φανερώνει ότι η αναγνώριση διέπεται από προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται. Σε αντίθετη περίπτωση η αλλοδαπή απόφαση δεν αναγνωρίζεται. Στην έκταση που εδώ ενδιαφέρει σχετικά είναι τα εδάφια 1, 3 και 4 του άρθρου 34 και ως εκ τούτου παρατίθενται. Αναφέρεται εκεί ότι. «Άρθρο
  1. Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:
  2. Αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως.
  3. ..
  4. Αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως.
  5. Αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος αναγνωρίσεως». Από τα συμφραζόμενα των αιτητών αφήνεται η εντύπωση ότι δεν αποδέχονται το αποτέλεσμα της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι εκπλήρωσαν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους, ενώ οι καθ' ων η αίτηση ουδέν έπραξαν. Δεν είναι όμως έργο τούτου του δικαστηρίου η αναθεώρηση της απόφασης του ελληνικού δικαστηρίου. Με γλώσσα απέριττη και λόγο μεστό το άρθρο 36 του ευρωπαϊκού κανονισμού αναφέρει ότι: «Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως». Και πως άλλωστε, μπορεί κανείς να εισηγηθεί, θα ήτο δυνατή τέτοια αναθεώρηση, τη στιγμή που το οικοδόμημα του κανονισμού εδράζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών, την άνευ ιδιαίτερων διαδικασιών αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων και την παροχή κοινών μέσων εγγραφής και εκτέλεσης αποφάσεων. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος δεν νοείται επί της ουσίας αμφισβήτηση της αλλοδαπής απόφασης. Διατείνονται όμως οι αιτητές ότι η αλλοδαπή απόφαση πλήττει τη δημόσια τάξη της χώρας, λόγος που αν ήθελε αποδειχθεί οδηγεί σε ακύρωση της αναγνώρισης που εγκαλείται. Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω εδώ το εξής. Οι σχετικές αιτιάσεις των αιτητών διαπνέονται από ασάφεια, υπό την έννοια ότι δεν επεξηγείται ευκρινώς κατά πόσο η δημόσια τάξη της χώρας μας πλήττεται από την αλλοδαπή απόφαση αφ' εαυτή, ή αν ο λόγος έγκειται στο ότι καταχώρισαν αγωγή το περιεχόμενο της οποία αντιστρατεύεται και ουδόλως συμπλέει με την αλλοδαπή απόφαση. Στην έκταση που η θέση των αιτητών πλήττει την αλλοδαπή απόφαση αφ' εαυτή, ομολογώ ότι δεν αντιλαμβάνομαι γιατί. Οι αιτητές ουδεμία παραπομπή εκαναν στο περιεχόμενο της απόφασης ώστε να υποδείξουν οιονδήποτε μέρος που έστω να δύναται να εξεταστεί υπό το πρίσμα του εδαφίου
(1)του άρθρου 34 του κανονισμού. Τώρα, αν η σχετική θέση των αιτητών είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι καταχώρισαν αγωγή, δηλαδή των αγωγή 388/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, είμαι της γνώμης ότι το επιχείρημα αποκαλύπτει διαλληλία και είναι ανίκανο να γεννήσει θετικό συμπέρασμα και εξηγώ. Οι αρχές στις οποίες εδράζονται οι πρόνοιες του κανονισμού, και δη η αμοιβαία εμπιστοσύνη, έχουν ήδη αναφερθεί και δεν επαναλαμβάνονται. Από αυτό όμως το δεδομένο αναφύεται και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το ελληνικό δικαστήριο απέρριψε τις αιτιάσεις των εδώ αιτητών και δικαίωσε τους καθ' ων η αίτηση. Τούτη η απόφαση δεν αναθεωρείται. Το γεγονός ότι μετά την έκδοση της αλλοδαπής απόφασης και έτι περισσότερο μετά την αναγνώρισή της από κυπριακό δικαστήριο, καταχωρίστηκε αγωγή που προωθεί αντίθετους ισχυρισμούς, δεν είναι ικανό να ακυρώσει την εκδοθείσα απόφαση. Τονίζω εν προκειμένω ότι τα εδάφια
(2)και
(3)του άρθρου 34 σκοπούν σε διαφύλαξη της ομοιομορφίας των αποφάσεων που εκδίδονται από τα κράτη μέλη. Στο ίδιο πλαίσιο είναι και οι πρόνοιες του άρθρου 27 του ευρωπαϊκού κανονισμού, το οποίο αναφέρει ότι: «Άρθρο 27
  1. Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνο που επελήφθη πρώτο, αναστέλλει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
  2. Όταν διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του υπ΄περ του πρώτου δικαστηρίου». Διαπιστώνεται λοιπόν ότι ο κανονισμός προέβλεψε την περίπτωση καταχώρισης πλείονων της μίας αγωγής και θέσπισε μηχανισμό που διέπει το ζήτημα ώστε στο τέλος της ημέρας μια μόνο απόφαση να εκδίδεται και αυτό προς αποφυγή ποικίλλων και διαφορετικών αποφάσεων. Η σημασία εντούτοις των πιο πάνω εντοπίζεται στο ρηματικό τύπο που χρησιμοποίησε ο συντάκτης του κανονισμού στα εδάφια
(2)και
(3)του άρθρου 34. Είναι αντιληπτό ότι το είδος του χρόνου που επιλέχθηκε, ήτοι παρελθοντικό (απόφαση που έχει εκδοθεί ή απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα), έχει ιδιαίτερη και όχι τυχαία σημασία. Η επιλογή του ρηματικού τύπου δεν είναι τυπική και επουσιώδης όσο και αν στο μείζον περιέχεται και το έλασσον. Η σημασία του παρελθοντικού χρόνου έγκειται στο ότι αφ' ης στιγμής δικαστήριο του κράτους που καλείται να αναγνωρίσει και εγγράψει αλλοδαπή απόφαση διαπιστώσει ότι τούτη η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει ήδη εκδοθεί από δικαστήριο της χώρας του ή δικαστήριο τρίτης χώρας μέλους και η οποία απόφαση αφορά τους ίδιους διαδίκους, δεν νομιμοποιείται σε εγγραφή της αλλοδαπής απόφασης, εφόσον με αυτό τον τρόπο ακυρώνει τη δική του εσωτερική διαδικασία και απόφαση και δη προγενέστερη της αλλοδαπής. Από την άλλη δεν νοείται γέννηση δικαιώματος μετά την έκδοση της αλλοδαπής απόφασης, για μόνο λόγο ότι ο επηρεαζόμενος έσπευσε και καταχώρισε νέα αγωγή. Αν τούτο ήταν επιτρεπτό θα καταστρατηγούντο, δίχως άλλο, οι πρόνοιες του κανονισμού και μάλιστα στη βάση ισχυρισμών και εικασιών και όχι διαπιστωμένων γεγονότων. Είναι γι' αυτό λοιπόν το λόγο που ο κανονισμός περιόρισε τη μη εγγραφή αλλοδαπής απόφασης στις περιπτώσεις που αντιστρατεύεται ημεδαπή απόφαση που έχει ήδη εκδοθεί, αποκλείοντας έτσι την ευχέρεια κατάχρησης της διαδικασίας δια καταχωρίσεως νέας αγωγής στο μέλλον. Τα πιο πάνω φανερώνουν τη λογική πλάνη του ισχυρισμού των αιτητών που αναφέρθηκε ενωρίτερα, εφόσον μετά την έκδοση της αλλοδαπής απόφασης, γεγονός που ήταν σε γνώση τους, έσπευσαν να καταχωρίσουν αγωγή με αντίθετους ισχυρισμούς και σήμερα επικαλούνται τους ανεπιβεβαίωτους μέχρι στιγμής ισχυρισμούς για να κερδίσουν πλεονέκτημα, διατεινόμενοι ότι η αλλοδαπή απόφαση είναι αντίθετη της αγωγής τους και συνεπώς προκαλείται πλήγμα στη δημόσια τάξη της Κύπρου. Κρίνω πως το εν λόγω επιχείρημα εδράζεται σε σαθρό και μη στέρεο υπόβαθρο και συνεπώς απορρίπτεται. Θα έλεγα μάλιστα ότι υπό προϋποθέσεις η αγωγή που καταχώρισαν οι αιτητές είναι υποκείμενη σε αναστολή. Τέλος, οι αιτητές αναφέρουν ότι η επισημείωση που συνοδεύει την απόφαση του Εφετείου (τεκμήριο 4 στην αίτηση για αναγνώριση) δεν είναι υπογραμμένη. Περιπλέον, η επισημείωση που συνοδεύει την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έχει την ημερομηνία που τους επιδόθηκε και παραπέμπει σε δικαστή άλλο από τον εκδικάσαντα την υπόθεση. Με όλο το σεβασμό στους ευπαίδευτους συνηγόρους των αιτητών, κρίνω όμως ότι το επιχείρημα είναι ανίκανο να οδηγήσει σε παραμερισμό του διατάγματος αναγνώρισης της απόφασης. Κατ' αρχάς η επισημείωση που εδώ συνοδεύει οιανδήποτε από τις δύο αποφάσεις, πρωτόδικη και έφεση, δεν αποτελεί υποχρέωση του ευρωπαϊκού κανονισμού. Τι συνιστά απόφαση, επεξηγείται στο άρθρο 32 του κανονισμού, ενώ στο άρθρο 53 διαγράφεται ο τύπος που πρέπει τούτη να ικανοποιεί. Η επισημείωση δεν περιλαμβάνεται σε αυτή. Μάλιστα αν λάβει κανείς υπόψη την ημερομηνία που αναγράφεται σε κάθε μια από τις δύο επισημειώσεις, 11.10.2012 και 12.10.2012 αντίστοιχα, αντιλαμβάνεται ότι συντάχθηκαν σε χρόνο άλλο από εκείνο που εκδόθηκε είτε η πρωτόδικη είτε η εφετειακή απόφαση και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο λόγος κατάρτισης του εγγράφου, δηλαδή της επισημείωσης, είναι απλώς προς επιβεβαίωση του τύπου, δηλαδή ότι το κείμενο της απόφασης είναι επίσημο και αυθεντικό έγγραφο. Εν πάση όμως περιπτώσει και οι δύο επισημειώσεις είναι υπογραμμένες, απλώς το πρόσωπο που υπογράφει τούτη δεν τοποθέτησε τη σφραγίδα και υπογραφή του στο έντυπο της επισημείωσης αλλά στην τελευταία σελίδα της απόφασης που προηγείται. Εις επίμετρον, μείζον δεν είναι ο τύπος που το κάθε κράτος μέλος επιλέγει για επισημοποίηση των διαδικασιών αλλά η βεβαίωση που επιβάλλεται από το άρθρο 54 του ευρωπαϊκού κανονισμού. Στην προκείμενη περίπτωση τούτη η βεβαίωση (τεκμήριο 3 στην αίτηση εγγραφής) βρίσκεται σε αρμονία με τις διατάξεις του ευρωπαϊκού κανονισμού. Τέλος, η μη αποκάλυψη στο πρόσωπο οιασδήποτε από τις δύο επισημειώσεις του χρόνου που οι αιτητές έλαβαν γνώση της απόφασης που εκδόθηκε, δεν υπέχει βαρύνουσα σημασία. Ο λόγος γι' αυτό έγκειται στο ότι αποτελεί κοινό τόπο ότι οι δυο πλευρές συμμετείχαν σε όλα τα στάδια των δικαστικών διαδικασιών που ακολουθήθηκαν. Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα ερημοδικείας ή άγνοιας της απόφασης που εκδόθηκε. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω καταλήγω ότι ουδεμία από τις αιτιάσεις των αιτητών ευσταθεί ή είναι ικανή για παραμερισμό ή ακύρωση του διατάγματος αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης της αλλοδαπής απόφασης. Ως εκ τούτου, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εις βάρος των αιτητών. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.