← Κύπρος

QUALIFOOD TRADING LTD ν. C.Q.R. PROPERTIES LTD, Αρ. Αγωγής: 5293/2012, 17/2/2015

QUALIFOOD TRADING LTD ν. C.Q.R. PROPERTIES LTD, Αρ. Αγωγής: 5293/2012, 17/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5293/2012 Μεταξύ: QUALIFOOD TRADING LTD Ενάγουσας και C.Q.R. PROPERTIES LTD Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 18.6.2013 για παρακοή προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου, 2015 Για αιτήτρια - ενάγουσα: κα Ε. Μιχαήλ Για καθ' ης η αίτηση - εναγομένη: κα Β. Φιλίππου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, η ενάγουσα εξαιτείται διάταγμα που να διατάσσει την εναγομένη και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους της όπως παρουσιαστούν και δείξουν λόγο γιατί να μη φυλακιστούν ή καταβάλουν πρόστιμο, ως ήθελε το Δικαστήριο διατάξει, καθότι παρέλειψαν να συμμορφωθούν προς το προσωρινό διάταγμα ημερ. 12.2.

  1. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας, θεωρώ ορθό να παραθέσω το ιστορικό, όπως προκύπτει από τα ενώπιόν μου στοιχεία. Η ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 27.7.2012 με την οποία αξιώνει απόφαση εναντίον της εναγομένης για €21.570,61 πλέον τόκους και έξοδα ως υπόλοιπο λογαριασμού σε σχέση με εμπορεύματα που αγόραζε η εναγομένη από την ενάγουσα για το εστιατόριό της με την ονομασία «Mamasita». Στις 28.9.2012 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης ως η απαίτηση, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης για απόφαση λόγω του ότι η εναγομένη δεν είχε καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης, παρά το ότι της είχε επιδοθεί η αγωγή. Στις 17.10.2012 η εναγομένη καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης, στις 26.10.2012 καταχώρισε αίτηση αναστολής εκτέλεσης του εντάλματος κινητών που είχε στο μεταξύ εκδοθεί από την ενάγουσα, και στις 30.10.2012 καταχώρισε αίτηση παραμερισμού της απόφασης. Στις 2.11.2012 η ενάγουσα δήλωσε ότι αποδεχόταν την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, μέχρι την εκδίκαση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης και συνεπώς εκδόθηκε ανάλογο διάταγμα. Στις 24.1.2012, μετά από ακρόαση, εκδόθηκε απόφαση στην αίτηση παραμερισμού, με την οποία το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) ενέκρινε την αίτηση, υπό τον όρο η εναγομένη να καταβάλει όλα τα έξοδα που είχαν προκύψει. Μετά τον παραμερισμό της απόφασης, και ειδικότερα στις 5.2.2013, η ενάγουσα καταχώρισε μονομερώς αίτηση με την οποία εξαιτείτο διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγομένη και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους της να πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν τα αντικείμενα που καταγράφονταν σε συνημμένο κατάλογο περιουσιακών στοιχείων, μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. Το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) έκρινε ότι δεν ετηρούντο οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς, και η αίτηση ορίστηκε για επίδοση. Στις 12.2.2013, παρουσιάστηκε δικηγόρος για την εναγομένη και δήλωσε ότι δεν έχει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος και συνεπώς εκδόθηκε ανάλογο διάταγμα. Στις 31.5.2013 καταχωρίστηκε έκθεση υπεράσπισης. Στις 18.6.2013 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση παρακοής του προσωρινού διατάγματος ημερ. 12.2.
  2. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις Δ.42Α και 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Λοΐζου Λοΐζου, ενός εκ των διευθυντών της ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι στις 2.4.2012 (προφανώς τυπογραφικό λάθος, εφόσον η ένορκη δήλωση του επιδότη καταγράφει 2.4.2013) επιδόθηκε πιστοποιημένο αντίγραφο του προσωρινού διατάγματος ημερ. 12.2.2013 (Τεκμήριο 2 η ειδοποίηση ιδιώτη επιδότη προς τους δικηγόρους της ενάγουσας ότι είχε επιδώσει διάταγμα στην εναγομένη στις 2.4.2013). Προσθέτει ότι έκτοτε παρακολουθεί το υποστατικό της εναγομένης όπου υποτίθεται ότι φυλάσσονται τα επίδικα αντικείμενα, και τα οποία βάσει του διατάγματος έχουν δεσμευτεί, και διαπίστωσε ότι τα εν λόγω αντικείμενα δεν είναι πλέον εκεί. Αναφέρει επιπλέον ότι σε περαιτέρω έρευνα που έχει προβεί ανακάλυψε ότι η εναγομένη εγκατέλειψε το εν λόγω υποστατικό το οποίο ενοικίαζε και το παρέδωσε στους ιδιοκτήτες και ότι τα επίδικα αντικείμενα πωλήθηκαν. Στις 28.2.2014 που ήταν ορισμένη η αίτηση για επίδοση (και αφού είχε προηγηθεί και εγκριθεί αίτηση υποκατάστατης επίδοσης της αίτησης), η τότε δικηγόρος της εναγομένης κα Γαβριηλίδου ζήτησε και έλαβε άδεια να αποσυρθεί. Παρούσα ήταν η νέα δικηγόρος της εναγομένης, κα Φιλίππου, και ο διευθυντής της εναγομένης κ. Αχιλλέας Σταύρου. Δηλώθηκε ότι η εναγομένη δεν παραδέχεται την παρακοή του διατάγματος και ζητήθηκε χρόνος για καταχώριση ένστασης. Η εναγομένη - καθ' ης η αίτηση εν τέλει καταχώρισε ένσταση στην αίτηση στις 26.6.2014, στην οποία επικαλείται τους εξής λόγους:

(1)Το αιτούμενο διάταγμα δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των νόμων και κανονισμών που επικαλείται η αιτήτρια
(2)Η εναγομένη ουδέποτε είχε στην κατοχή της τα αντικείμενα που αναφέρονται στον «κατάλογο αντικειμένων» που συνοδεύει το προσωρινό διάταγμα ημερ. 12.2.2013. Ο αριθμός των αντικειμένων που είχε στην κατοχή της ήταν σαφώς μικρότερος
(3)Η εναγομένη δεν ήταν ιδιοκτήτρια των εν λόγω αντικειμένων, αφού την 10.7.2012 ολόκληρος ο εξοπλισμός του κέντρου αναψυχής το οποίο λειτουργούσε η εναγομένη υπό την ονομασία Mamasita πωλήθηκε σε άλλη εταιρεία και ως εκ τούτου το προσωρινό διάταγμα ημερ. 12.2.2013 δεν δύναται να την δεσμεύει
(4)Η αίτηση ημερ. 18.6.2012 είναι παράτυπη αφού στην ένορκη δήλωση του κ. Λοΐζου Λοΐζου αναφέρονται τεκμήρια τα οποία όμως δεν επισυνάπτονται στην ίδια την αίτηση και ως εκ τούτου η παράλειψη και/ή παρατυπία αυτή συνιστά ακυρότητα της αίτησης
(5)Το διάταγμα ημερ. 12.2.2013 είναι ασαφές και αόριστο, γεγονός το οποίο συνιστά ακυρότητά του, αφού ως τέτοιο είναι αδύνατον να εφαρμοστεί. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Αχιλλέα Σταύρου, διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος αναφέρει ότι η εταιρεία ουδέποτε είχε στην κατοχή της τόσο μεγάλο αριθμό stools, καρέκλες και τραπέζια όπως αναφέρεται στον κατάλογο αντικειμένων που επισυνάπτεται στο προσωρινό διάταγμα ημερ. 13.2.
  1. Ουδέποτε επίσης είχε στην κατοχή της 8 καταψύκτες - ψυγεία μάρκας Zanussi. Προβάλλει επιπλέον ότι επαρκεί για να επιφέρει ακυρότητα στο προσωρινό διάταγμα, το γεγονός ότι κατά την ημερομηνία έκδοσής του η εναγομένη δεν ήταν ιδιοκτήτρια του εξοπλισμού του κέντρου αναψυχής με την ονομασία Mamasita. Ειδικότερα, στις 10.7.2012, ήτοι έξι μήνες πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος, η εναγομένη προέβη σε πώληση ολόκληρου του εξοπλισμού του κέντρου (Τεκμήριο 1 αντίγραφο τιμολογίου ημερ. 10.7.2012 που εκδόθηκε από την εναγομένη προς τρίτη εταιρεία). Συνεπώς, ο κ. Σταύρου ισχυρίζεται ότι εκ των πραγμάτων η εναγομένη δεν θα μπορούσε να δεσμευτεί ως διέταξε το προσωρινό διάταγμα ημερ. 13.2.2013 αφού δεν ήταν ιδιοκτήτρια του εξοπλισμού. Επισημαίνει ότι το τιμολόγιο Τεκμήριο 1 φέρει πλήρη περιγραφή ολόκληρου του εξοπλισμού που αρχικά κατείχε η εναγομένη, στο οποίο εμφαίνεται επίσης ότι ο αριθμός του εξοπλισμού ουδέποτε ανήρχετο στους αναγραφόμενους επί του καταλόγου αντικειμένων αριθμούς. Επισημαίνει επιπλέον ότι ο κ. Λοΐζου στη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι το διάταγμα ημερ. 12.2.2013 επιδόθηκε στις 2.4.
  2. Θεωρεί ότι έστω και αν πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους και η ορθή ημερομηνία είναι 2.4.2013, το τεκμήριο αυτό δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση παρακοής η οποία επιδόθηκε διά θυροκολλήσεως στις 25.2.2014, γεγονός που θεωρεί ότι επιφέρει ακυρότητα στην επίδικη αίτηση. Προσθέτει ότι ο κατάλογος αντικειμένων, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του διατάγματος ημερ. 13.2.2012, είναι ασαφής καθότι γίνεται αναφορά σε «μία κουζίνα, χωρίς να επεξηγείται η έννοια της κουζίνας ή να συγκεκριμενοποιείται τι είδους κουζίνα ήθελε η ενάγουσα να δεσμεύσει. Το κέντρο αναψυχής είχε αρχικά στην κατοχή του τεράστιο εξοπλισμό κουζίνας, ο οποίος περιλάμβανε διάφορες συσκευές απαραίτητες για τη λειτουργία κουζίνας. Επαναλαμβάνει δε ότι ολόκληρος ο εξοπλισμός του κέντρου έπαυσε να αποτελεί ιδιοκτησία της εναγομένης από τις 10.7.2012 Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ζήτησαν όπως προχωρήσουν απευθείας με γραπτές αγορεύσεις, χωρίς την προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας ή αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί, στο οποίο βασίζεται η παρούσα αίτηση, προνοεί τα εξής: «
  3. Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, διά προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφήν αποζημιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμά του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος. » Η πιο πάνω αναφερόμενη επιφύλαξη στο άρθρο 42 προστέθηκε στο αρχικό κείμενο το 2002, με τον τροποποιητικό Νόμο 80(Ι)/
  4. Όπως έχει νομολογηθεί, το άρθρο 42 του Ν. 14/60 είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή προστίμου ή φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση πραγμάτων. Είναι άρθρο με ποινικό χαρακτήρα, το δε αδίκημα που διαγράφει δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability) αλλά αδίκημα που έχει όχι μόνο αντικειμενική αλλά και υποκειμενική υπόσταση. Η αντικειμενική του υπόσταση (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθελημένη ανυπακοή ή, άλλως, σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου. [1] Οι πρόνοιες της Διαταγής 42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία επίσης βασίζεται η υπό εξέταση αίτηση, αποτελούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Νόμου 14/
  5. Στον θεσμό 1 της Δ.42Α προνοείται η οπισθογράφηση που πρέπει οπωσδήποτε να περιέχει ένα διάταγμα το οποίο διατάσσει ένα πρόσωπο να πράξει κάτι ή το οποίο απαγορεύει κάποια πράξη. Ο θεσμός 2 της Δ.42Α προνοεί ότι η επίδοση του διατάγματος θα πρέπει να είναι προσωπική, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Ο δε θεσμός 3 προνοεί για το δικαίωμα υποβολής αίτησης παρακοής, η οποία πρέπει να γίνεται δια κλήσεως, να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και να επιδίδεται προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση, εκτός και πάλιν εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Η φύση της διαδικασίας παρακοής, και οι κυρώσεις που μπορεί να προκύψουν, όπως η στέρηση της ελευθερίας του ατόμου, επιβάλλουν τη σχολαστική τήρηση των εν λόγω δικονομικών προνοιών. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1E Α.Α.Δ. 750, η πολιτική διαδικασία για ανυπακοή διατάγματος έχει δυο σκοπούς: τον πειθαναγκασμό σε υπακοή και την τιμωρία του παραβάτη. Στο σύγγραμμα των Borrie & Lowe: The Law of Contempt, 3η έκδοση, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 560: «..the courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiguous; secondly, it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant. There is also a fourth issue, namely, the mens rea required in such cases. We will also refer, fifthly, to the question of who is responsible for the breach». Από τις πρόνοιες του άρθρου 42 του Ν. 14/60, της Διαταγής 42Α των Θεσμών, και από τη πλούσια νομολογία επί του θέματος [2], προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί παρακοή σε διαταγή Δικαστηρίου θα πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις :
  1. Η έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου εναντίον του καθ' ου η αίτηση.
  2. Το διάταγμα να είναι οπισθογραφημένο σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.42Α θ.
  3. Η σύνταξη/διατύπωση του Διατάγματος να είναι σαφής και καθαρή
  4. Η επίδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου στον καθ' ου η αίτηση προσωπικά (εκτός αν διατάχθηκε διαφορετικά)
  5. Η αίτηση παρακοής να είναι δια κλήσεως και να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση
  6. Η επίδοση της αίτησης παρακοής στον καθ' ου η αίτηση προσωπικά (εκτός αν διατάχθηκε διαφορετικά)
  7. Η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Η διαδικασία για την αστική καταφρόνηση του δικαστηρίου έχει χαρακτηρισθεί ως οιονεί ποινική εφόσον η κατηγορία θα πρέπει να αποδειχθεί με την ίδια αυστηρότητα που απαιτείται σε μια ποινική κατηγορία. Όπως λέχθηκε στην Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, στη σελίδα 314, παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει, το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [3]. Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου. Προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για απόδειξη της ισχυριζόμενης παράλειψης της καθ' ης η αίτηση - εναγομένης να συμμορφωθεί με το διάταγμα ημερ. 12.2.
  1. Η έκδοση του διατάγματος ημερ. 12.2.2013 αυτή καθ' εαυτήν δεν αμφισβητείται. Άλλωστε, εκδόθηκε κατόπιν δήλωσης της τότε συνηγόρου της εναγομένης ότι δεν φέρει ένσταση στην έκδοσή του. Επιπρόσθετα, στο διάταγμα περιλαμβάνεται η απαιτούμενη οπισθογράφηση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.42Α Θ.
  2. Αναφορικά με το θέμα της επίδοσης του διατάγματος, είναι γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της ενάγουσας - αιτήτριας έχει επισυνάψει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ειδοποίηση του ιδιώτη επιδότη προς τους δικηγόρους της ενάγουσας ότι είχε επιδώσει διάταγμα στην εναγομένη στις 2.4.2013, και όχι την ένορκη δήλωση επίδοσης. Επιπλέον, είναι γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της ενάγουσας-αιτήτριας αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του, προφανώς εκ παραδρομής/τυπογραφικού λάθους, ότι η επίδοση έγινε στις 2.4.2012 αντί 2.4.2013, ενώ ο κ. Σταύρου ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης δεν περιλαμβανόταν ως τεκμήριο στην αίτηση παρακοής που επιδόθηκε στην εναγομένη. Εν τούτοις, αυτά τα ζητήματα ουδόλως αποτελούν κωλύματα, εφόσον η ίδια η ένορκη επίδοση του επιδότη για την επίδοση του διατάγματος ημερ. 12.2.2013 στην εναγομένη έχει δεόντως καταχωριστεί στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, το διάταγμα επιδόθηκε στον κ. Αχιλλέα Σταύρου, διευθυντή της εναγομένης, στις 2.4.2013 και αυτός αρνήθηκε να υπογράψει. Συνεπώς, τα όσα προβάλλονται με τον λόγο ένστασης 4 (και υποστηρίζονται στις παραγράφους 9 και 10 της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει) δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά και κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ικανοποιητικά η δέουσα επίδοση του διατάγματος. Η δε αίτηση παρακοής έχει υποβληθεί δια κλήσεως και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την επίδοση της αίτησης παρακοής, σημειώνεται ότι στις 9.12.2013 εγκρίθηκε αίτηση της ενάγουσας για υποκατάστατη επίδοση, με θυροκόλληση στην οικία του διευθυντή της εναγομένης κ. Σταύρου, λόγω του ότι ο εν λόγω διευθυντής αρνείτο να ανοίξει τη θύρα για να του γίνει η επίδοση. Στη συνέχεια, παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο η νέα δικηγόρος της εναγομένης όσο και ο ίδιος ο διευθυντής της, δηλώθηκε ότι αρνείται την παρακοή και ζητήθηκε χρόνος για ένσταση. Ούτε και έχει αμφισβητηθεί η επίδοση της αίτησης. Αντίθετα, μάλιστα, ο ίδιος ο κ. Σταύρου στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσής του αναφέρει ότι η αίτηση παρακοής επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως στις 25.2.
  3. Συνεπώς, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί και η δέουσα επίδοση της αίτησης παρακοής και ικανοποιούνται οι σχετικές προϋποθέσεις της Διαταγής 42Α. Αναφορικά με το κατά πόσο η διατύπωση του διατάγματος ημερ. 12.2.2013 είναι σαφής και καθαρή, σημειώνω ότι το διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον της εναγομένης στις 12.2.2013, στο οποίο βασίζεται η παρούσα αίτηση, έχει ως εξής: «Δια του παρόντος διατάττει και απαγορεύει στους εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους τους από το να πωλήσουν ή/και υποθηκεύσουν ή/και μεταβιβάσουν ή/και καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν τα αντικείμενα ως ο επισυνημμένος κατάλογος περιουσιακών στοιχείων μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής». Ο δε κατάλογος αντικειμένων που επισυνάπτεται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του διατάγματος ημερ. 12.2.2013, καταγράφει τα εξής: 200 ψηλά stools 150 καρέκλες 9 καναπέδες 8 πολυθρόνες 8 καταψύκτες ψυγεία (Zanussi) 80 διάφορα τραπέζια 1 κουζίνα Η θέση της πλευράς της εναγομένης είναι ότι το διάταγμα είναι ασαφές και αόριστο, και κατ' επέκταση αδύνατον να εφαρμοστεί, αφού γίνεται αναφορά σε «1 κουζίνα» χωρίς περαιτέρω επεξήγηση. Είναι γεγονός ότι αυτή η αναφορά είναι ιδιαίτερα γενική και αόριστη, εφόσον δεν διευκρινίζεται το είδος και το περιεχόμενο της «κουζίνας», και κυρίως πού βρίσκεται. Ναι μεν η αγωγή αφορά ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο για τρόφιμα που πωλήθηκαν στην εναγομένη για το εστιατόριο Mamasita, αλλά σε καμία περίπτωση δεν καθορίζεται στο επίδικο διάταγμα ή και στον κατάλογο, ο χώρος ή και η διεύθυνση στην οποία βρίσκονται τα αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένης και κάποιας «κουζίνας», έτσι ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει καθοριστεί επαρκώς και με σαφήνεια ποιά ακριβώς «κουζίνα» όφειλε η εναγομένη να μην αποξενώσει. Ούτε και υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην αίτηση της ενάγουσας ημερ. 5.2.2013 (και στην ένορκη δήλωση που τη συνόδευε), στη βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, στο χώρο ή στη διεύθυνση που βρίσκονται τα αντικείμενα του καταλόγου, συμπεριλαμβανομένης της κουζίνας. Το γεγονός ότι η αγωγή αφορά απλήρωτο υπόλοιπο για τρόφιμα που πωλούσε η ενάγουσα στην εναγομένη για συγκεκριμένο εστιατόριο, δεν εξυπακούει αυτόματα και χωρίς την προσκόμιση οποιουδήποτε άλλου στοιχείου από την αιτήτρια, ότι ο επίδικος κατάλογος οπωσδήποτε αναφέρεται σε αντικείμενα, και ειδικότερα σε κουζίνα, στον συγκεκριμένο χώρο. Όπως έχει νομολογηθεί, ένα διάταγμα για να δύναται να αποτελέσει το υπόβαθρο παρακοής, θα πρέπει να είναι αυτόδηλα διαυγές και σαφές (clear and unambiguous). Δεν πρέπει να προκύπτει αμφιβολία, απορία ή κενό σε σχέση με την εφαρμογή του, και δεν θα πρέπει να χρειάζεται εκτενής αναφορά ή συνάρτηση με άλλη διαταγή, απόφαση ή έγγραφο. Στο σύγγραμμα των Arlidge, Eady & Smith on Contempt, 3η έκδοση, αναφέρονται τα εξής σχετικά στην παρ. 12-48: «An order or undertaking will not be enforced by committal if its terms are ambiguous, the rule being analogous to that which governs the interpretation of penal statutes. It is to the terms of the order itself that one must look in order to define the obligations imposed.» Ούτε και προσδιορίζονται με σαφήνεια οι πράξεις της εναγομένης που συνιστούν ανυπακοή. Στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas, πιο πάνω, υποδείχθηκε ότι οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο στις ποινικές υποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που αναφέρει ο διευθυντής της ενάγουσας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, είναι ότι παρακολουθούσε το υποστατικό της εναγομένης «όπου υποτίθεται ότι φυλάσσονται τα αντικείμενα» που είχαν δεσμευθεί με το διάταγμα και διαπίστωσε ότι δεν είναι πλέον εκεί, και ότι σε κάποια «περαιτέρω έρευνα» στην οποία προέβη, «ανακάλυψε» ότι η εναγομένη εγκατέλειψε το υποστατικό που ενοικίαζε και ότι τα αντικείμενα πωλήθηκαν. Δεν παρουσιάζει καθόλου στοιχεία προς τεκμηρίωση των εν λόγω γενικών ισχυρισμών και δεν προσδιορίζει τον χρόνο κατά τον οποίο πωλήθηκαν τα επίδικα αντικείμενα και σε ποιον, έτσι ώστε να δύναται να στοιχειοθετηθεί παρακοή. Η δε πλευρά της εναγομένης, έχει αντικρούσει τις θέσεις της ενάγουσας περί ανυπακοής στο επίδικο διάταγμα, με την ένορκη δήλωση του διευθυντή της που συνοδεύει την ένσταση, όπου αναφέρει ότι ολόκληρος ο εξοπλισμός, περιλαμβανομένου τεράστιου εξοπλισμού επαγγελματικής κουζίνας, που αρχικά κατείχε η εναγομένη στο συγκεκριμένο κέντρο αναψυχής, πωλήθηκε από τις 10.7.2012, ήτοι 6 μήνες πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Τονίζω ότι αυτοί οι ισχυρισμοί, οι οποίοι υποστηρίζονται από το τιμολόγιο Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί ή αντικρουσθεί καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο από την πλευρά της ενάγουσας - αιτήτριας, η οποία έχει και το βάρος απόδειξης της παρακοής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Παρενθετικά, σημειώνω ότι τα όσα αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της ενάγουσας - αιτήτριας περί καταγραφής περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης σε συγκεκριμένη διεύθυνση που κατασχέθηκαν από δικαστικούς επιδότες στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος κινητών στις 26.10.2012 (πριν τον παραμερισμό της απόφασης), και τα διάφορα έγγραφα που επισυνάπτονται στην εν λόγω γραπτή αγόρευση ως «τεκμήρια», δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Ως γνωστό, οι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους δεν δύνανται να εισαγάγουν μαρτυρία. Εάν η πλευρά της ενάγουσας-αιτήτριας ήθελε να παρουσιάσει μαρτυρία για να τεκμηριώσει γεγονότα ή να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς της πλευράς της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της παρούσας αίτησης παρακοής περί προγενέστερης πώλησης του εξοπλισμού του εστιατορίου, όφειλε να το είχε πράξει με τον προσήκοντα τρόπο και όχι μέσω της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου. Ο ουσιαστικότερος, όμως, λόγος για τον οποίο η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, είναι, κατά την κρίση μου, η αποτυχία απόδειξης της τελευταίας προϋπόθεσης, ήτοι της ηθελημένης ανυπακοής. Από τη στιγμή που η εναγομένη ισχυρίζεται, με την παράθεση τεκμηρίου, ότι πώλησε όλο τον εξοπλισμό του εστιατορίου, στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν πολλά μηχανήματα επαγγελματικής κουζίνας όπως κάποια από αυτά του επίδικου καταλόγου, πέραν των έξι μηνών πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος, με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα ηθελημένης ανυπακοής εφόσον κανένα από τα επίδικα αντικείμενα δεν βρίσκονταν στην ιδιοκτησία και κατοχή της εναγομένης κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος και μετέπειτα, το λιγότερο που θα αναμενόταν από την πλευρά της ενάγουσας θα ήταν η προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας με συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς αντίκρουση αυτών των ισχυρισμών ή η αντεξέταση του διευθυντή της εναγομένης προς κατάρριψη των ισχυρισμών του. Αντ' αυτού, η ενάγουσα - αιτήτρια επέλεξε όπως περιοριστεί στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, στην οποία περιέχονται μόνο γενικοί ισχυρισμοί περί πώλησης των αντικειμένων του καταλόγου, και στην οποία επαναλαμβάνω έχει απαντήσει η πλευρά της εναγομένης, με τη θέση ότι ολόκληρος ο εξοπλισμός του εστιατορίου όντως έχει πωληθεί, αλλά σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης του διατάγματος. Υπενθυμίζω ότι η ενάγουσα - αιτήτρια έχει το βάρος απόδειξης της παρακοής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως έχει προαναφερθεί, απόδειξη του στοιχείου της ηθελημένης ανυπακοής είναι προαπαιτούμενο για στοιχειοθέτηση της καταφρόνησης δικαστικού διατάγματος - το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου (βλ. Mouzouris v. Xylophagou Plantation, πιο πάνω και Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά, πιο πάνω). Η ενάγουσα αιτήτρια όφειλε να αποδείξει όχι μόνο ότι η εναγομένη (μέσω του διευθυντή της) γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος, αλλά και ότι το καταστρατήγησε με πρόθεση. Απαιτείται η απόδειξη ηθελημένης παράλειψης προς συμμόρφωση ή, διαφορετικά, απόδειξη πρόθεσης ανυπακοής, μη οφειλόμενη σε αδυναμία εκτέλεσης. Θεωρώ ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά της ενάγουσας αιτήτριας σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί για να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ηθελημένη παρακοή του επίδικου διατάγματος από την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους της. Υπολείπεται η προσκόμιση θετικής μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι η εναγομένη είχε τη δυνατότητα να συμμορφωθεί με το διάταγμα αλλά ηθελημένα και με πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος δεν το έπραξε. Δεν παραγνωρίζω ότι το διάταγμα εκδόθηκε στην παρουσία δικηγόρου εκ μέρους της εναγομένης, η οποία δήλωσε ότι δεν φέρει ένσταση στην έκδοσή του. Από τη στιγμή που η θέση της εναγομένης είναι ότι τα επίδικα αντικείμενα είχαν ήδη πωληθεί και δεν βρίσκονταν στην ιδιοκτησία και κατοχή της από 6 μήνες προηγουμένως, όφειλε να το είχε δηλώσει ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην είχε αποδεχθεί την έκδοση ενός διατάγματος άνευ αντικειμένου και ουσίας. Η συμπεριφορά αυτή της πλευράς της εναγομένης, η οποία οδήγησε στην έκδοση ενός διατάγματος επί ματαίω, είναι απαράδεκτη. Δεν αποτελεί λόγο έγκρισης της αίτησης παρακοής, εν όψει της μη απόδειξης των απαραίτητων προϋποθέσεων, πλην όμως θα επηρεάσει το θέμα των εξόδων εκδίκασης της παρούσας αίτησης. Ο βασικός, γενικός κανόνας είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για την έκδοση διαφορετικής διαταγής. Κατά την κρίση μου, θα ήταν ιδιαίτερα άδικο για την ενάγουσα αιτήτρια να υποστεί τα έξοδα της αίτησης, παρά την αποτυχία της, εφόσον είναι η εναγομένη που είχε αποδεχθεί την έκδοση του διατάγματος χωρίς να αποκαλύψει ότι είχε ήδη πωλήσει τα αντικείμενα που αφορούσε το διάταγμα. Σημειώνω ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται ουσιωδώς από τη Λοΐζος Ορφανίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ. 874, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε την πρωτόδικη διαταγή για έξοδα υπέρ των αιτητών, οι οποίοι απέσυραν αίτηση παρακοής όταν διαπίστωσαν ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης του καθ' ου η αίτηση, και επιδίκασε τα έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ως επιτυχόντος, στην ουσία, διαδίκου. Σε εκείνη την περίπτωση, οι αιτητές είχαν δεχθεί ότι το επίδικο αντικείμενο, στην παράδοση του οποίου αφορούσε το διάταγμα, δεν βρισκόταν στην κατοχή του καθ' ου η αίτηση κατά το χρόνο της επίδοσης του διατάγματος για την παράδοσή του, την έκδοση του οποίου δεν γνώριζε μέχρι τότε. Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, η εναγομένη παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία που η αίτηση για έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος είχε οριστεί για επίδοση και συγκατατέθηκε στην έκδοσή του, χωρίς καμία αναφορά περί αδυναμίας συμμόρφωσης ή προγενέστερης πώλησης των επίδικων αντικειμένων. Συμπερασματικά όλων των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδά της. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μαύρος ν. Στυλιανού κ.α.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2389, 2396, Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1E Α.Α.Δ. 750 [2] Βλ. μεταξύ άλλων Antonis Mouzouris and another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287, Photiou v. Hadjiforados
(1988)1 CLR 384, Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas, πιο πάνω και Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309. [3] Βλ. επίσης Ιωάννου ν. Μανώλη κ.α.
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1423 και In re Bramblevale Ltd [1970] Ch. 128. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.