← Κύπρος

Έλλη Ανδρέου ν. Εφορία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 2004/08, 18/2/2015

Έλλη Ανδρέου ν. Εφορία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 2004/08, 18/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, πρ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2004/08 Μεταξύ: Έλλη Ανδρέου Ενάγουσας και

  1. Εφορία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας
  2. Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2015 Για Ενάγουσα- Αιτήτρια: κα Π. Α. Δαμιανού Για Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 : κ. Α. Παπαλοϊζου και κα Γ. Μαλέκου για Κρίτων Α. Παπαλοϊζου & Σια και Χρυσαφίνης Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. αντίστοιχα Για Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση αρ. 2 : κα Μ. Κοτσώνη για Γενικό Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση ημερομηνίας 20.11.14 για παράταση του χρόνου Ένορκης αποκάλυψης εγγράφων Η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση ημερομηνίας 20.11.14 με την οποία αιτείται όπως της δοθεί παράταση 30 ημερών για να υποβάλει ενόρκως τη Αποκάλυψη Εγγράφων δυνάμει του εκδοθέντος Διατάγματος ημερ. 14.10.
  3. Η αίτηση βασίζεται Δ.48, θ. 1-4,7,8

(1),(Ζ)
(2)
(3)και 9, Δ.
  1. Θ.1-4, Δ.57 Θ.2, Δ.64 Θ.1, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31 και 41 στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στη πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας - Αιτήτριας αλλά και από Ένορκη δήλωση της δικηγόρου της. Στο μεγαλύτερο βαθμό το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζει την Αίτηση αλληλεπικαλύπτεται. Συνοψίζω πιο κάτω την μαρτυρία που προκύπτει από τις Ένορκες δηλώσεις. Σύμφωνα με τις ομνύουσες, η καθυστέρηση στην αποκάλυψη εγγράφων οφείλεται μεταξύ άλλων στο ότι η Αιτήτρια δεν είχε όλα τα έγγραφα στην κατοχή της. Επίσης η Ενάγουσα υπεβλήθη σε εγχείριση την 18.2.2009 και ακολούθησε θεραπεία και μετά το έτος 2010 αισθάνθηκε καλύτερα. Στις 20.3.2013 η Αιτήτρια αντιλήφθηκε ότι η ημερομηνία εγχείρισης που αναγραφόταν σε κάποια Ιατρική Βεβαίωση ήταν λανθασμένη και ως εκ τούτου επικοινώνησε με τον ιατρό Λοΐζο Χριστοδούλου ο οποίος έστειλε άλλη Ιατρική βεβαίωση με την ορθή ημερομηνία εγχείρισης, ήτοι 18.2.
  2. Η ομνύουσα επισυνάπτει ως τεκμήριο Γ αντίγραφα δύο Ιατρικών Βεβαιώσεων οι οποίες είναι πανομοιότυπες ως προς το περιεχόμενο με μόνη διαφορά την ημερομηνία κατά την οποία χειρουργήθηκε η Ενάγουσα - Αιτήτρια. Η φερόμενη ημερομηνία έκδοσης των εν λόγω βεβαιώσεων είναι και στις δύο η 27.10.
  3. Επίσης περί το τέλος του Σεπτεμβρίου του 2013 η Ενάγουσα - Αιτήτρια έλαβε Έκθεση διερεύνησης Ατυχήματος ετοιμασθείσα από τον κ. Γιάννη Κακουλλή, Σύμβουλο Ασφάλειας και Υγείας η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο Δ και φέρει ημερομηνία 12.9.
  4. Περαιτέρω αναφέρουν ότι η δικηγόρος της Ενάγουσας - Αιτήτριας υπέστη κάποια ατυχήματα σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες το 2010 και το 2013 ενώ τον Σεπτέμβριο του 2013 κινδύνεψε να χάσει την μητέρα της και λόγω της αναστάτωσής της δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στην εργασία της. Όσον αφορά την ίδια την Ενάγουσα, απεβίωσε ο γαμπρός της τον Μάρτιο του 2014 και ως εκ τούτου έπεσε σε μαρασμό και δεν μπορούσε να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο. Στην υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης από τους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 στις 4.12.2014 στην οποία προβάλλονται σωρεία λόγων Ένστασης οι οποίοι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν και να συνοψισθούν ως ακολούθως: i. Η αίτηση είναι δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, γενική και αόριστη και/ή παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, και/ή καταχρηστική, εκτροχιάζει την κανονική πορεία της υπόθεσης και/ή γίνεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο (Λόγοι Ένστασης α, β, δ, ε, στ) ii. Η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που φέρει αναφορικά με την ύπαρξη καλού λόγου γιατί δεν συμμορφώθηκε με το Διάταγμα του Δικαστηρίου (Λόγος Ένστασης γ, θ) iii. Οι Εναγόμενοι θα επηρεαστούν δυσμενώς καθότι οι ίδιοι είχαν συμμορφωθεί πλήρως προ τριών ετών σε αντίθεση με την Ενάγουσα (Λόγος Ένστασης ζ) iv. Η Ενάγουσα δεν εξειδικεύει κανένα στοιχείο στην Αίτηση της που να επιτείνει την ανάγκη για την αιτούμενη καταχώρηση Ένορκης Δήλωσης και/ή δεν εξειδικεύει τα έγγραφα τα οποία επιθυμεί να αποκαλύψει και/ή τα έγγραφα τα οποία επιθυμεί να αποκαλύψει είναι άσχετα με την αγωγή και οι ισχυρισμοί που περιέχουν δεν δικογραφούνται. (Λόγος Ένστασης η) Η ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 4.12.2014 της κας Άννας Χαραλάμπους η οποία είναι υπάλληλος των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση αρ.
  5. Διαφωνεί με το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας και προβαίνει σε αναφορά των γεγονότων της υπόθεσης πολλά από τα οποία προκύπτουν από τον Δικαστικό φάκελο και στα οποία θα αναφερθώ στην συνέχεια. Μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης επαναλαμβάνει κατ' ουσία τους πιο πάνω προβαλλόμενους λόγους Ένστασης. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 11.2.2015 κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων υιοθέτησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσονται οι αντίστοιχες θέσεις τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις των συνηγόρων και όπου κρίνω σκόπιμο θα αναφερθώ σε αυτές στην συνέχεια της απόφασής μου. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης πρέπει να παρατηρήσω εξ αρχής ότι αν και η Ενάγουσα Αιτήτρια καταχώρησε Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης Εγγράφων στις 20.1.2012, με την υπό κρίση αίτηση ζητά παράταση του χρόνου για 30 ημέρες για να υποβάλει ενόρκως τη Αποκάλυψη Εγγράφων δυνάμει του εκδοθέντος Διατάγματος ημερ. 14.10.
  6. Ειδικότερα, διερχόμενος τον περιεχόμενο του Δικαστικού φακέλου διαπιστώνω τα ακόλουθα: Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου στις 14.10.2011 κατόπιν ειδοποίησης που καταχωρήθηκε από τους Εναγομένους
  7. Σημειωτέον ότι η ειδοποίηση με βάση την Δ.31 Θ.1 που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι αρ. 1 έγινε πριν το κλείσιμο των δικογράφων και ειδικότερα πριν την καταχώριση Έκθεσης υπεράσπισης εκ μέρους των Εναγομένων αρ.
  8. Εν πάση περιπτώσει οι Εναγόμενοι αρ. 2 καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης στις 5.10.2011 ήτοι πριν την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες. Όλοι οι διάδικοι εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την 14.10.2011 που η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες με τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω και οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζήτησαν διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Ενάγουσα να αποκαλύψει ενόρκως τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή της. Το ίδιο έπραξε και η Ενάγουσα. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο με διάταγμα ίδιας ημερομηνίας διέταξε όπως η Ενάγουσα και οι Εναγόμενοι αποκαλύψουν ενόρκως εντός 40 ημερών από την ημέρα έκδοσης του διατάγματος όλα τα έγγραφα που είχαν ή έχουν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο τους εν σχέσει με την υπόθεση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 συμμορφώθηκαν με το πιο πάνω Διάταγμα καταχωρώντας ένορκες δηλώσεις σχετικές με τα έγγραφα στις 23 και 22 Νοεμβρίου 2011, αντίστοιχα. Κατά την δεύτερη εμφάνιση για οδηγίες, ήτοι την 19.12.2011 η συνήγορος της Ενάγουσας ζήτησε παράταση του χρόνου καταχώρησης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έφεραν ένσταση στο αίτημα και το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο παρατάθηκε ο χρόνος ένορκης αποκάλυψης εγγράφων από την Ενάγουσα για 15 ημέρες από την ημέρα έκδοσης του διατάγματος. Το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την αγωγή για οδηγίες την 31.1.
  9. Η Ενάγουσα προέβη σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 20.1.2012 ήτοι μετά την εκπνοή της πιο πάνω προθεσμίας των 15 ημερών που είχε δώσει το Δικαστήριο αλλά εν πάση περιπτώσει πριν την επόμενη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την 31.1.2012 η Ενάγουσα Αιτήτρια ζήτησε παράταση του χρόνου καταχώρησης της Ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων που ήδη είχε καταχωρήσει. Ανέφερε ως αιτιολογία ότι είχε πεθάνει ο σύζυγος της Ενάγουσας και γι αυτό καθυστέρησε. Η άλλη πλευρά δεν συγκατατέθηκε στο προφορικό αίτημα και ζήτησε να υποβληθεί γραπτό αίτημα. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 24.2.
  10. Στις 7.2.2012 η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε παράταση του χρόνου για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων η οποία κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου επιδόθηκε στους Εναγομένους 1 και
  11. Κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη η Αίτηση στην παρουσία όλων των διαδίκων η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζήτησε άδεια να αποσύρει την Αίτηση άνευ βλάβης και χωρίς έξοδα. Ως εκ τούτου η αίτηση της απορρίφθηκε άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας. Εν όψει των πιο πάνω γεγονότων το αίτημα της ενάγουσας όπως το αντιλαμβάνομαι ουσιαστικά στοχεύει στο να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η Ένορκη δήλωση την οποία ήδη καταχώρησε στις 20.1.
  12. Σε σχέση με τα δύο έγγραφα τα οποία αναφέρονται στις Ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση, ήτοι την ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 27.10.2009 και την Έκθεση διερεύνησης Ατυχήματος ημερομηνίας 12.9.2013 το Δικαστήριο δεν προτίθεμαι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να εξετάσω και να επιτρέψω την παρουσίαση τους με συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Η Αίτηση, όπως είναι διατυπωμένη αναφέρεται σε παράταση του χρόνου ένορκης αποκάλυψης εγγράφων και όχι σε καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ενόψει της επιταγής της Δ.48 Θ.1 ότι «Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made», το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί σε εξέταση οποιουδήποτε άλλου αιτήματος και να αποδώσει θεραπεία άλλη από την αιτούμενη. Το συζητητικό σύστημα στο οποίο βασίζεται η πολιτική δικονομία στην Κύπρο εναποθέτει στους διαδίκους την κατάλληλη προώθηση των δικονομικών διαβημάτων που επιθυμούν. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ο νόμος ή οι κανονισμοί επιτρέπουν την αυτεπάγγελτη επέμβαση του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται η απόδοση θεραπειών αφηρημένα όταν αυτές δεν επιζητούνται. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου που δε συνάδει με το διαιτητικό του ρόλο. Προχωρώντας να εξετάσω την παρούσα αίτηση, παρατηρώ ότι αυτή έχει ως νομική βάση, μεταξύ άλλων, την Δ.57 Θ.2, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να επεκτείνει το χρόνο που ορίζεται σε οποιοδήποτε διάταγμα για να γίνει κάτι, νοουμένου ότι ο διάδικος που ζητά την εν λόγω επέκταση καταβάλει τα έξοδα της αίτησης, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της Ενάγουσας - Αιτήτριας (σελ. 3), όλως παραδόξως, γίνεται δήλωση ότι η Αίτηση βασίζεται στην Δ.28 Θ.1 και δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην Δ.57 Θ.
  13. Σημειώνω ότι η Δ.28 Θ.1 δεν αφορά ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από τον διάδικο που υποβάλλει την Αίτηση αλλά από τον αντίδικό αυτού (βλ. σχετικά Annual Practice 1958 όπου αναφέρεται " Opposite Parties."—The words "any other party" in r. 12 have been held to mean any opposite party (Shaw v. Smith, 18 Q. B. D. 193; approving Brown v. Watkins, 16 Q. B. D. 125). Εν πάση περιπτώσει στην παρούσα περίπτωση ήδη το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων δυνάμει της Δ.
  14. Θ.1 οπότε η εκ νέου προώθηση παρόμοιου αιτήματος θα ήταν άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, σύγχυση προκαλεί η αναφορά της Αιτήτριας στην ένορκη της δήλωση ότι κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος δεν είχε στην κατοχή της όλα τα έγγραφα ενώ με Ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που καταχώρησε στις 20.1.2012 (εκπρόθεσμα) και βρίσκεται εντός του φακέλου, αποκαλύπτει συνολικά 35 έγγραφα. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση αναφέρεται μόνο σε μια ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 27.10.2009 και σε μια Έκθεση διερεύνησης Ατυχήματος ημερομηνίας 12.9.2013 αφήνοντας να νοηθεί ότι ο λόγος που ζητείται η παράταση είναι μόνο σε σχέση με τα δύο αυτά έγγραφα. Σε σχέση με την απόδοση θεραπείας σε σχέση με τα δύο αυτά έγγραφα έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω. Σημειωτέον ότι η Ιατρική Βεβαίωση ημερομηνίας 27.10.2009 αν και είναι προγενέστερη της Ένορκης αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 20.1.2011 δεν περιλαμβάνεται στην τελευταία. Με αυτές τις παρατηρήσεις και παρά την ασάφεια και διάσταση που διακρίνει αφενός την Αίτηση της Ενάγουσας - Αιτήτριας και την αγόρευση της συνηγόρου της αφετέρου, θα προχωρήσω να εξετάσω την Αίτηση. Το αίτημα προφανώς στηρίζεται κατά πρώτο λόγο στην Δ.
  15. Θ.
  16. Η διατύπωση της αιτούμενης θεραπείας δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ερμηνεία αφού σαφώς ζητείται επέκταση του χρόνου που είχε διαταχθεί με προηγούμενο διάταγμα του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ 1963 αναφέρθηκε ότι σε ενδιάμεσες διαδικασίες, όπως η παρούσα, το Δικαστήριο έχει εξουσία βάσει της Δ.57 Θ.2 να παρατείνει τον χρόνο προκειμένου να ενεργήσει ως Δικαστήριο Δικαίου ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς. Το θέμα της εξουσίας του Δικαστηρίου παράτασης του χρόνου που το ίδιο έχει καθορίσει σε ένα εκ συμφώνου διάταγμα, εξετάστηκε στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της Κ.S.S Trading Ltd ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (αρ.2) 2005 1(Β) Α.Α.Δ 1446. στην οποία υιοθετήθηκε η άποψη του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Siebe Gorman & Co. Ltd. v. Pneupac Ltd
(1982)1 All E.R. 377 και αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία του να παρατείνει την προθεσμία που έχει καθοριστεί σε ένα εκ συμφώνου διάταγμα και χωρίς συναίνεση των διαδίκων. Το παράδοξο στην παρούσα περίπτωση είναι το γεγονός ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια, όπως προανέφερα, καταχώρησε ήδη, έστω εκπρόθεσμα, Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Στην υπόθεση Σοφοκλή Σοφοκλέους και Κυριάκου Τσεσμέλογλου ημερομηνίας 5/5/2011 Πολιτική Αίτηση Αρ. 16/2011 το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετώπισε αίτημα για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης εναντίον της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Σε εκείνη την περίπτωση η έφεση είχε ήδη καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και στην συνέχεια ακολούθησε αίτηση πριν για επέκταση του χρόνου καταχώρισης της. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι: «Η Δ.57 θ.2, την οποία επικαλέστηκε ο αιτητής διά του συνηγόρου του, δεν χρησιμοποιείται για την εκ των υστέρων προώθηση αιτήματος επέκτασης χρόνου όταν το διαδικαστικό διάβημα έχει ήδη ληφθεί. Η διάταξη αυτή θα είχε εφαρμογή εάν η υπό κρίση αίτηση εισαγόταν πριν την καταχώρηση της έφεσης. Η καταχώρηση της καθιστά την αίτηση άνευ αντικειμένου και χωρίς οποιοδήποτε υπόβαθρο.». Από την πιο πάνω απόφαση προκύπτει ότι η Δ.57 Θ.
  1. παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να επεκτείνει τον χρόνο για να διενεργηθεί κάτι και όχι να επεκτείνει τον χρόνο ούτως ώστε κάτι το οποίο ήδη έχει γίνει να θεωρηθεί εμπρόθεσμο. Εν όψει των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση με τον τρόπο που προωθήθηκε δεν μπορεί να επιτύχει και παρέλκει η εξέταση της υπό το πρίσμα των αρχών και κριτηρίων που η νομολογία καθιέρωσε σε σχέση με την Δ.
  2. Θ.
  3. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, η υπό κρίση αίτηση αποτέλεσε την αφορμή ώστε το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει την μη συμμόρφωση με προηγούμενο διάταγμα του Δικαστηρίου που καθόρισε χρόνο για Ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Παρατηρώ ότι στην νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης περιλαμβάνεται και η Δ.64 η οποία αναφέρεται στις συνέπειες μη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς και ειδικότερα μεταξύ άλλων κανονισμούς αναφορικά με τον χρόνο. Το διάταγμα ημερομηνίας 14.10.2011 καθόρισε τον χρόνο συμμόρφωσης προς αυτό κατ' επιταγή της Δ.
  4. Θ.1 («such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit»). Περαιτέρω η Δ.
  5. Θ.3 καθορίζει τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με τέτοιο διάταγμα. Εν όψει αυτών κρίνω ότι το θέμα αφορά μη συμμόρφωση της Ενάγουσας - Αιτήτριας λόγω παραλείψεως της σε σχέση με τα προβλεπόμενα στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς και ως τέτοιο εμπίπτει στην εμβέλεια της Δ.
  6. Αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον η μη συμμόρφωση αποτελεί παρατυπία η οποία να μπορεί να θεραπευτεί. Σε σχέση με την εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει της Δ.64, στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκου v. Κυριάκου Χριστοφίδη Πολιτική Έφεση 63/10 ημερομηνίας 17/12/2013 επαναβεβαιώθηκε ότι η διάταξη αυτή (όπως διαμορφώθηκε με τον τροποποιητικό Κανονισμό 2/1995) κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Το Εφετείο με αναφορά τόσο σε Κυπριακή αλλά και σε Αγγλική νομολογία σε σχέση με την αντίστοιχη Αγγλική διάταξη αποφάσισε ότι η Δ.64 δίνει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Στην ίδια απόφαση εξετάστηκε και το ζήτημα κατά πόσον το Δικαστήριο έχει εξουσία να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως την παρατυπία, ή πρέπει να αφήσει τον διάδικο να αποταθεί ο ίδιος στο δικαστήριο για άρση της. Το Εφετείο αποφάσισε με αναφορά στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, ότι υπάρχει διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.
  1. Το Εφετείο κατέληξε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον έκρινε αυτό αναγκαίο. Λέχθηκαν τα εξής χαρακτηριστικά: «Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία.» Καθοδηγούμενος από τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για πολύ παλαιά υπόθεση η οποία πρέπει να προωθηθεί το συντομότερο δυνατό σε ακρόαση, κρίνω ότι, αν και ο τρόπος με τον οποίο το θέμα της παρατυπίας στην παρούσα υπόθεση εγέρθηκε δεν είναι ο πλέον ενδεδειγμένος και παρά το ότι με το παρακλητικό της Αίτησης δεν επιζητείται με σαφήνεια η άρση της παρατυπίας δυνάμει της Δ.64 εντούτοις η παρατυπία διαφάνηκε έστω με αυτό τον τρόπο και το όλο θέμα πρέπει να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο. Τα κριτήρια άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφέρθηκαν στην Wunderlich (ανωτέρω). Συνοψίζοντας όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση εκείνη προκύπτει ότι ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη υπέρ της άρσης της παρατυπίας είναι να μην οδηγήσει σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Επίσης η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. Η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Στην παρούσα περίπτωση η Ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20.1.2012 καταχωρήθηκε λίγες μέρες μετά την εκπνοή της παράτασης των 15 ημερών που το Δικαστήριο είχε δώσει στις 19.12.
  2. Εν πάση περιπτώσει είχε ήδη γίνει πριν την επόμενη ορισμένη δικάσιμο. Η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι αποκάλυψη εγγράφων έχει ως σκοπό τη λήψη πληροφοριών και την παρουσίαση εγγράφων που έχουν σχέση με την αντιδικία των μερών για την προετοιμασία της ακρόασης (Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271). Θεωρώ ότι καθορισμός χρόνου στο διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων κατ' επιταγή της Δ.28 Θ.1 σκοπό έχει να θέσει κάποιο χρονικό περιορισμό στους διαδίκους ώστε να μην προβαίνουν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων κατά το δοκούν και δη λίγες μέρες πριν την έναρξη της ακρόασης. Από τη στιγμή που η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας ήταν εις γνώση των Εναγομένων εδώ και αρκετό καιρό, δεν βλέπω με ποιο τρόπο η θεραπεία της παρατυπίας θα βλάψει δυσμενώς τα συμφέροντα των Εναγομένων. Απεναντίας κρίνω ότι η Ενάγουσα θα μπορέσει να υπερπηδήσει τον σκόπελο της Δ.
  1. Θ.3 ώστε να μπορέσει να παρουσιάσει την υπόθεσή της κατά το στάδιο της ακρόασης με την μέγιστη δυνατή πληρότητα. Αυτό θεωρώ θα είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής δικαιοσύνης. Προσθέτω στα πιο πάνω και το ότι οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα με βάση την Δ.28 Θ.12 η οποία παρέχει τη δυνατότητα διαγραφής της έκθεσης απαίτησης και της απόρριψης της ίδιας της αγωγής στη βάση της παράλειψης προώθησής της, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με διαταγή αποκάλυψης. Κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και ιδιαίτερα λόγω της απουσίας οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού της άλλης πλευράς καταλήγω ότι πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της άρσης της παρατυπίας. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αίρεται η παρατυπία σε σχέση με το εκπρόθεσμο καταχώρησης της Ένορκης Δήλωσης αποκάλυψης Εγγράφων. Κατά συνέπεια η Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 20.1.2012 θεωρείται για όλους τους σκοπούς των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών ως συμμόρφωση με το διάταγμα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 14.10.
  2. Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι είναι δίκαιο όπως τα έξοδα της παρούσας Αίτησης να επιβαρύνουν την Ενάγουσα - Αιτήτρια. Συνεπώς, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.