Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδ ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ, Αρ. Αίτησης: 2289/13, 11/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 2289/13 Σε ότι αφορά τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 όπως τροποποιήθηκε και τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς. Και Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδ και των Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ, εκ Λευκωσίας ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11/2/15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κα Ανδρέου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σ. Ν. Ησαΐα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα διαδικασία αφορά αίτηση Έφεση προς ακύρωση της απόφασης του διαιτητή που λήφθηκε στις 9.9.
- Προβάλλονται σειρά λόγων για τους οποίους οι αιτητές εισηγούνται ότι η απόφαση του διαιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί. Πριν γίνει αναφορά στους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης και για καλύτερη παρακολούθηση, κρίνεται σκόπιμο να γίνει αναφορά επί των πραγματικών γεγονότων όπως εξάγονται από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις των μερών. Στις 29.5.13 οι αιτητές έλαβαν ειδοποίηση από τον Στέλιο Παπαλεξάνδρου διαιτητή, να παραστούν στα κεντρικά γραφεία της Σ.Π.Ε. Λατσιών Λτδ την 9.7.13 προς επίλυση διαφοράς που είχαν ως εγγυητές σε σχέση με συγκεκριμένο δάνειο που είχαν λάβει ο Ρένος Ανδρέου και Χρυσάνθη Μιχαήλ για το ποσό των €186,939.68 (τεκμ.3(α)(β)). Οι αιτητές διόρισαν δικηγόρο, ο οποίος στις 4.7.13 απέστειλε επιστολή στον διαιτητή και τον ενημέρωνε ότι διορίστηκε δικηγόρος της εταιρείας και θα πρόβαλλε υπεράσπιση στην διαδικασία. Επειδή ως αναφέρει δεν θα μπορούσε να παραστεί κατά την ορισθείσα ημερομηνία λόγω άλλων υποχρεώσεων του στο δικαστήριο, τον ενημέρωνε ότι θα παρουσιάζονταν οι Σάββας Φραντζίδης και Αγγέλα Φραντζίδη ως εκπρόσωποι της εταιρείας. Ζητούσε επίσης από τον διαιτητή να δοθούν οδηγίες για καταχώριση δικογράφων και να κοινοποιηθούν στις δυο πλευρές και να δοθούν όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν την υπόθεση. Περαιτέρω τον πληροφορούσε ότι οι πελάτες του δήλωναν άγνοια για το ισχυριζόμενο υπόλοιπο και προβάλλουν δυνατή υπεράσπιση εν σχέση με την εγγυητική, ως η συνημμένη επιστολή του ημερ.16.2.
- Να σημειωθεί ότι η επιστολή αυτή αφορούσε προγενέστερη διαδικασία διαιτησίας για το ίδιο ακριβώς θέμα, η οποία σύμφωνα με τους αιτητές δεν είχε κάποια κατάληξη. Την ορισθείσα ημερομηνία, σύμφωνα με τον Σάββα Φραντζίδη που ορκίζεται για τους αιτητές, παρουσιάστηκε στον ορισθέντα χώρο ενώπιον του διαιτητή και ζήτησε ουσιαστικά αυτά που κατέγραψε ο δικηγόρος τους στην πιο πάνω επιστολή. Πρόσεξε μάλιστα ότι ο διαιτητής είχε ενώπιον του την επιστολή του δικηγόρου τους. Η διαιτησία αναβλήθηκε για τις 9.9.
- Στο πρακτικό - απόφαση του διαιτητή (τεκμ.5) καταγράφεται αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα. « Ο δικηγόρος Θεοφάνης Ανδρέου από το δικηγορικό γραφείο Θεοφάνης Ανδρέου και Συνεργάτες εκ μέρους της εταιρείας Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ αιτείται όπως δοθούν οδηγίες για καταχώριση δικογράφων. Η υπόθεση όσον αφορά την εταιρεία Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ αναβάλλεται για τις 9.9.13» Προστίθεται επίσης ότι οι πρωτοφειλέτες σύμφωνα με το τεκμ.5 παρουσιάστηκαν ενώπιον του διαιτητή και αναγνώρισαν το χρέος τους. Σύμφωνα με το μέρος που τιτλοφορείται ΑΠΟΦΑΣΗ, ο διαιτητής έκδωσε απόφαση εναντίον των πρωτοφειλετών και στο τέλος όπως καταγράφεται, «η απόφαση επιδίδεται στους παρόντες καθ ων η αίτηση 1 και 2 την παραλαμβάνουν αλλά αρνούνται να υπογράψουν την παραλαβή της». Τον Αύγουστο του 2013 ο διαιτητής απέστειλε εκ νέου ειδοποίηση στους αιτητές για να παραστούν στις 9.9.13 στον ίδιο χώρο. Σημειώνεται πως η επιστολή αυτή τόσο στον τύπο όσο και στο περιεχόμενο είναι ταυτόσημη με τις προηγηθείσες επιστολές (τεκμ.3) και φέρει ως τίτλο τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και τιτλοφορείται ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ. Λόγω τροχαίου δυστυχήματος σύμφωνα με τον ομνύοντα για τους αιτητές, ο δικηγόρος τους δεν μπορούσε να παραστεί την ορισθείσα ημερομηνία και έτσι η γραμματέας του ενημέρωσε τηλεφωνικά τον διαιτητή για την αδυναμία του δικηγόρου να παραστεί, θα παρουσιάζονταν όμως οι αιτητές και θα υιοθετούσαν την επιστολή του αναφορικά με την καταχώριση δικογράφων. Ο ομνύον και η σύζυγος του παρουσιάστηκαν στις 9.9.13 ενώπιον του διαιτητή και εκεί, σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο διαιτητής χωρίς να καταγράψει οτιδήποτε, προσπαθούσε να τους πείσει να δεχθούν απόφαση και ότι η υπόθεση είναι καθαρή. Αυτοί ζητούσαν να ακολουθηθεί η διαδικασία που ζητούσε ο δικηγόρος τους και ο διαιτητής τους έδιωξε χωρίς να τους αναφέρει οτιδήποτε. Είναι η θέση του ότι, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ο διαιτητής προχώρησε εν αγνοία τους και έκδωσε απόφαση αναγράφοντας ψευδώς ότι ήταν εκ συμφώνου. Οι αποφάσεις τους επιδόθηκαν στις 25.10.13 χωρίς ο επιδότης να αναγράψει την ημερομηνία επίδοσης. (Παράρτημα Α και Β στην Αίτηση). Στην αντίπερα όχθη και για την ΣΠΕ Λατσιών που έφερε ένσταση στην αίτηση, ορκίζεται ο δικηγόρος Χρίστος Παναγίδης, συνέταιρος σε δικηγορικό γραφείο που ενεργεί ως νομικός σύμβουλος της Σ.Π.Ε Λατσιών. Ως αναφέρει στην παράγραφο 4(α)(β) της ένορκης του δήλωσης, υπό την ιδιότητα του δικηγόρου (της Σ.Π.Ε Λατσιών) κλήθηκε στις 9.9.13 ενώπιον του διαιτητή γιατί του ελέχθη ότι η καθ ης η αίτηση θα εμφανιζόταν με δικηγόρο και συνεπώς ήταν παρόν κατά την έκδοση της απόφασης του διαιτητή. Ενημερώθηκε από τα σχετικά έγγραφα για την διαδικασία και παρόντες ήταν το ζεύγος Φραντζίδη. Ερώτησε τον κ. Φραντζίδη αν θα περιμένουν τον δικηγόρο του και αυτός του απάντησε ότι δεν χρειάζεται δικηγόρο, ότι δεν θα παρουσιαζόταν ο κ. Ανδρέου και να προχωρήσουν με την διαδικασία για να τελειώσουν. Τίποτε από όσα αναφέρει ο αιτητής δεν έλαβαν χώρα την ημέρα εκείνη και ο Φραντζίδης δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την εκπροσώπηση του από δικηγόρο και ότι αποδέχεται να προχωρήσει ο διαιτητής στην έκδοση απόφασης. Τότε έκρινε ότι έπρεπε να αποχωρήσει από την αίθουσα που διεξαγόταν η διαιτησία και πήγε σε διπλανή αίθουσα. Όταν οι αιτητές βγήκαν από την αίθουσα που διεξαγόταν η διαιτησία, στην παρουσία του διαιτητή τον ερώτησαν τι πρακτικώς θα γινόταν από τώρα και στο εξής. Είναι η θέση του ότι ήταν δεδομένο για τους αιτητές ότι με την χρέωση του λογαριασμού τους και την πιθανή επαναπώληση του διαμερίσματος κατά πάσα πιθανότητα θα παρέμενε κάποια ζημιά. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο διαιτητής στην παρουσία του κρατούσε τις δικές του σημειώσεις και σημείωσε και την δική του παρουσία. Προτού γίνει αναφορά στην ουσία των λόγων έφεσης κρίνεται ότι προηγουμένως πρέπει να γίνει αναφορά στο νομοθετικό και δικονομικό πλαίσιο της διαδικασίας καθώς και στο μαρτυρικό υλικό που απαιτείται κάθε φορά, επί του οποίου θα κρίνει και θα αποφασίσει το Δικαστήριο. Σημειώνεται πως το δικαστήριο έχει μελετήσει τις προβαλλόμενες δια των γραπτών αγορεύσεων θέσεις των δικηγόρων, οι οποίοι ουσιαστικά αναφέρονται λεπτομερώς στις εκφρασθείσες δια των ενόρκων δηλώσεων θέσεις και ισχυρισμούς, με αναφορά σε σχετική νομολογία. Η διαδικασία για την ακύρωση της απόφασης του Διαιτητή, με βάση τις πρόνοιες του αρ. 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85 όπως έχει τροποποιηθεί γίνεται με ΄Εφεση. Παρενθετικά να υπομνησθεί ότι η ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης επιτρέπεται για τους περιορισμένους λόγους που αναφέρονται στο Αρ. 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4. Επανερχόμενος στη διαδικασία, σχετικός περί τον τύπο της ΄Εφεσης είναι ο Καν. 101
(2)των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών (Co-Operative Societies). Οι θεσμοί αυτοί εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ δυνάμει των προνοιών του αρ. 59
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85όπως έχει τροποποιηθεί, νοουμένου ότι δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις του. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Κ.Δ.Π. 142/87 άρθρα 78 και 79 για τη γενικότερη διαδικασία παραπομπής μιας διαφοράς στον Έφορο και ακολούθως σε διαιτησία. Η ΄Εφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή γίνεται με ειδοποίηση ΄Εφεσης (notice of appeal) σύμφωνα με τον καθορισμένο τύπο που προβλέπεται στο Δεύτερο Παράρτημα των Κανονισμών συνοδευόμενη με αντίγραφο της εφεσιβαλλόμενης απόφασης. Στην υπόθεση Ashbank v. Department of Transport, Times 25.7.94, εξηγείται ότι η ορθή διαδικασία για παραμερισμό απόφασης διαιτητή είναι με εναρκτήρια κλήση (originating motion, βλπ ακόμα Russell on Arbitration 19η εκδ. σελ. 495 επ. και σελ. 604 για τον σχετικό τύπο της αίτησης). Ότι η παρούσα ΄Εφεση συνοδεύεται με ένορκη δήλωση, που δεν προβλέπεται ούτε από το Νόμο ούτε τους Θεσμούς, κρίνεται πως δεν επηρεάζει το κύρος της διαδικασίας, αφού ούτως ή άλλως το δικαστήριο στο μετέπειτα στάδιο δίνει οδηγίες για την καταχώρηση του μαρτυρικού υλικού, με ένορκες δηλώσεις. Και ο λόγος είναι γιατί η ακολουθητέα διαδικασία είναι εκείνη των πρωτογενών αιτήσεων, στα πλαίσια της οποίας κρίνεται ότι εντάσσεται και η εξεταζόμενη έφεση. Σχετική προς τούτο είναι η Δ.1, Θ.2 της Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία πρωτογενής κλήση (Originating summons) ορίζεται ως κάθε κλήση που δεν αφορά εκκρεμούσα διαδικασία (cause of matter). H μόνη πρόνοια που υπάρχει στους Θεσμούς για την ακρόαση πρωτογενών αιτήσεων είναι η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρεται ή αφορά άλλα μεν θέματα, ενδεικτικά όμως δίνει το στίγμα και τροχοδρομεί την διαδικασία. Σχετικοί είναι και οι τύποι 50 και 51 που βρίσκονται στο παράρτημα Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση, σύμφωνα με την διαταγή αυτή, υποστηρίζεται από μαρτυρία (evidence), ενώ στην αντίστοιχη Αγγλική διαταγή Δ.55 Θ.7 προβλέπεται ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται είναι με ένορκη δήλωση. Στο σύγγραμμα Odger's On Pleading and Practice, 20th Ed. 355-357, εξηγείται ότι η ακρόαση πρωτογενών αιτήσεων γίνεται με μαρτυρία που δίνεται μέσα από ένορκες δηλώσεις. Συνήθως οι οδηγίες δίνονται από το Δικαστήριο για την καταχώρηση των ενόρκων δηλώσεων. Αποτελεί όμως απαραίτητο και αμετάβλητο όρο η μαρτυρία να δίνεται με ένορκη δήλωση (such evidence is invariably given by affidavit), ενώ συνήθως η μαρτυρία του αιτητή καταχωρείται αμέσως μετά την καταχώρηση της αίτησης. Τα υπόλοιπα μέρη της διαδικασίας έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το Δικαστήριο άδεια για την καταχώρηση της δικής τους μαρτυρίας υπό μορφή ένορκων δηλώσεων. Μάλιστα το δικαστήριο δεν ενεργεί μόνο ως θεματοφύλακας, αλλά έχει την εξουσία κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας να απαιτήσει, εάν το κρίνει σκόπιμο ή αναγκαίο, την καταχώριση περαιτέρω μαρτυρίας. Η κυρίως εξέταση διεξάγεται μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως, αλλά με αίτημα του αντιδίκου ο ομνύον μπορεί να διαταχθεί να παρουσιαστεί για να αντεξεταστεί επί της ενόρκου δηλώσεως (Odger΄s ανωτέρω, σελ.357). Πρόκειται για την ανάλογη διαδικασία που ρυθμίζεται με την Διαταγή 48
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Να σημειωθεί βεβαίως ότι η ένορκη δήλωση που καταχωρείται ως μαρτυρία δεν επέχει θέση δικογράφου. Ομοίως και στον Atkin΄s Court Forms 2nd Ed. V. 29 σελ. 259 επ. εξηγείται πως αν ο αιτητής προτίθεται να εισάξει μαρτυρία προς υποστήριξη της πρωτογενούς αιτήσεως θα πρέπει αυτή να γίνει υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως, ενώ ο καθ' ου η αίτηση που καταχωρεί εμφάνιση, μετά την επίδοση σε αυτόν της ενόρκου δηλώσεως έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει την δική του απαντητική ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο ακόμη μπορεί να εκδώσει οδηγίες για την παρουσία του ομνύοντος για σκοπούς αντεξέτασης. Να σημειωθεί ότι στην Αγγλία υπάρχει σχετική Δικονομική Οδηγία (Practice Direction,
(1969)1 All. E. R, 636). Η συνήθης πρακτική που ακολουθείται στις πρωτογενείς αιτήσεις όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση, είναι η καταχώρηση της να συνοδεύεται με την ένορκη δήλωση του αιτητή μαζί με συνημμένα έγγραφα, ενώ ο καθ' ου η αίτηση να καταχωρεί ένσταση συνοδευόμενη με δική του ένορκη δήλωση. Χωρίς όμως αυτό, ως λέχθηκε, να επηρεάζει το κύρος της διαδικασίας (Odger's ανωτέρω), αφού η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι πάντοτε με ένορκες δηλώσεις. Στο τέλος της ημέρας εκείνο που επιδιώκεται είναι η διεξαγωγή της δίκης με βάση τις ένορκες δηλώσεις και όχι δια της ζωντανής μαρτυρίας. Ο σκοπός και ο στόχος είναι προφανής και αυτονόητος. Την σύντομη εκδίκαση των αναφυομένων ζητημάτων και την αποφυγή καθυστερήσεων, ώστε η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, που είναι το ουσιαστικά ζητούμενο, να διεξαχθεί όσο το δυνατόν συντομότερα. Συναφώς και προς αυτή την κατεύθυνση, όπως εξηγείται στον Russel ανωτέρω, οποιοδήποτε έγγραφο που είναι σχετικό ή αναγκαίο για τη διαδικασία, τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου με ένορκη δήλωση. Έτσι η κρίση του δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση κατά την εξέταση όλων των εγειρόμενων ζητημάτων θα κριθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, με δεδομένο ότι το βάρος της απόδειξης παραμένει στον αιτητή. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται επί των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και όσα προκύψουν εκ της αντεξέτασης, εκεί και όπου διαταχθεί, με την αντιπαραβολή της με τα διάφορα συνημμένα τεκμήρια. Είναι σημαντικό να υπομνησθεί ξανά ότι δεν πρόκειται περί ενδιαμέσου αιτήσεως, αλλά περί Πρωτογενούς αιτήσεως η οποία σύμφωνα με την Δ.1, Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πρόκειται ή και εξομοιώνεται με αγωγή και συνεπώς το δικαστήριο οφείλει καθηκόντως να αξιολογήσει όλα όσα προβάλλονται δια των ενόρκων δηλώσεων και των συνημμένων τεκμηρίων, στα πλαίσια ακριβώς του σκοπού για τον οποίο μια διαδικασία άρχεται δια πρωτογενούς αιτήσεως. Και ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί και η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd, Πολ. Έφεση 411/08 ημερ. 24.5.12). Η πιο πάνω ανάλυση εισάγει προς συζήτηση ένα σημαντικό κατά την κρίση του Δικαστηρίου ζήτημα. Είναι το θέμα τήρησης πρακτικών της διαδικασίας από το διαιτητή καθώς και το περιεχόμενο τους. Αυτός εξ' άλλου είναι ο κεντρικός άξονας περί του οποίου περιστρέφεται ο ουσιαστικός λόγος της επιζητούμενης ακύρωσης της απόφασης του διαιτητή. Στον Russell εξηγείται ότι παρόλο που παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η ΄Εφεση δεν επιδίδεται στο διαιτητή, η σύγχρονη αντίληψη είναι όταν ο αιτητής επικαλείται κακή συμπεριφορά του διαιτητή (misconduct) είτε επί τεχνικών θεμάτων είτε επί πραγματικών γεγονότων, η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται στο διαιτητή. Και ο διαιτητής σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα είτε να έχει πλήρη παρουσία στη διαδικασία, ή να καταχωρήσει ένορκη δήλωση και να θέσει εκείνα τα γεγονότα τα οποία κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν το δικαστήριο, είτε βεβαίως να μην πάρει κανένα μέτρο, θεωρούμενος ότι δεν προτίθεται να κάμει τίποτε περισσότερο παρά να αποδεχθεί την απόφαση του Δικαστηρίου. Η σύγχρονη αυτή αντίληψη εδράζεται στο γεγονός ότι σε κανένα του οποίου η συμπεριφορά τίθεται κάτω από κριτική, ως θέμα φυσικής δικαιοσύνης, δεν θα του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει ή να εξηγήσει. Σχετικός είναι και ο Κανονισμός 101
(2)που προνοεί επίδοση της αίτησης σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, και σε κάθε περίπτωση ο διαιτητής δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Στην παρούσα υπόθεση ο διαιτητής δεν κλήθηκε ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ούτε και με κάποιο τρόπο κατατέθηκαν τα πρακτικά που τήρησε κατά την διαδικασία που έλαβε χώρα την 9.9.
- Το γεγονός ότι η έφεση δεν επιδόθηκε στον διαιτητή, ως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, δεν καθιστά μοιραία για τους αιτητές την όλη διαδικασία. Ότι υπάρχει είναι τα συνημμένα της Έφεσης Παραρτήματα Α και Β. Κανένα από τα δύο αυτά έγγραφα δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν τα πρακτικά της διαδικασίας που διεξήχθη ενώπιον του διαιτητή. Γιατί και τα δυο Παραρτήματα αποτελούν την γνωστοποίηση της απόφασης του διαιτητή που εξεδόθη με την καταγραφή σε αυτή ότι, «η υπόθεση εκδικάστηκε στην παρουσία σας και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον σας με ημερομηνία 9.9.13 σύμφωνα με την απαίτηση της αιτήτριας». Να σημειωθεί ότι η απόφαση φαίνεται να είναι για το ποσό των €193,610.35 από την εγγυητική επιστολή αρ.136/09, που αποτελεί εγγύηση του δανείου με αριθμό λογαριασμού 7219738-
- Επί τούτου θα γίνει αναφορά και στην συνέχεια. Τα πρακτικά όμως που τηρήθηκαν ή θα έπρεπε να τηρηθούν δεν τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, ώστε να μπορούσαν να αξιολογηθούν και να κριθούν οι διάφορες αιτιάσεις του αιτητή περί του τρόπου διενέργειας και διεξαγωγής της διαιτησίας. Υπάρχει μόνο η μαρτυρία του δικηγόρου Παναγίδη ως προς τα διαδραματισθέντα ενώπιον του διαιτητή, η οποία όμως παρέμεινε ανυποστήρικτη και αθεμελίωτη. Τα πρακτικά δεν θα μπορούσε να τα έχει η καθ' ης η αίτηση Σ.Π.Ε, αφού αυτά θα έπρεπε να είχαν τηρηθεί από τον διαιτητή, και δεδομένου ότι η καθ ης η αίτηση αμφισβητεί όσα επί τούτου αναφέρουν οι αιτητές, προβάλλοντας ότι ο διαιτητής τήρησε πρακτικά υπό μορφή χειρογράφων σημειώσεων, στηρίζοντας την ένσταση της σε αυτά, όφειλε με κάποιο τρόπο να τα προσκομίσει αφού τα επικαλείται, ή να επιδιώξει και να προσκομίσει την μαρτυρία του διαιτητή. Όπως έγινε για παράδειγμα στην υπόθεση Δημοσθένους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1699, που επίδικο ήταν κατά πόσο ο διαιτητής γνωστοποίησε την απόφαση του στον καθ' ου η αίτηση, και κλήθηκε εκ μέρους της Σ.Π.Ε και έδωσε μαρτυρία ο διαιτητής. Ανάλογη μαρτυρία δόθηκε και στην Μήλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1996, όπου και πάλι κλήθηκε ο διαιτητής εκ μέρους της Σ.Π.Ε. και έδωσε μαρτυρία. Παρεμβάλλεται εδώ ότι τέτοια δυνατότητα προσφέρεται στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς (Καν. 98 επ. κυρίως δες Καν. 100
(3), αφού ο φάκελος της υπόθεσης μετά το πέρας της διαδικασίας μαζί με την απόφαση παραδίδονται στον ΄Εφορο Συνεργατικών Εταιρειών (Registrar). Ακόμα και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προσφέρονται για να εκδοθεί κλήση μάρτυρος είτε του Εφόρου είτε ακόμα του διαιτητή, στην βάση των προνοιών της Δ.32 Θ.4 για τον περιορισμένο σκοπό προσκόμισης των πρακτικών και όχι για να δώσουν μαρτυρία (subpoena duces tecum). Ως προς την δυνατότητα παροχής μαρτυρίας υπό του διαιτητή χρήσιμη παραπομπή μπορεί να γίνει στον Russel, 16η έκδ. σελ.274 επ. Εύλογα ερωτηματικά δημιουργούνται, λόγω ακριβώς της απουσίας των πρακτικών του διαιτητή τα οποία επικαλείται η καθ ης η αίτηση και στην βάση των όσων ορκίζεται ο δικηγόρος της ΣΠΕ. Πως για παράδειγμα με τόση ευκολία αλλά και για ποιο λόγο, ως διατείνεται ο ομνύον, οι αιτητές εγκατέλειψαν την επανειλημμένη θέση του δικηγόρου τους περί οδηγιών από τον διαιτητή για την ετοιμασία δικογράφων, αλλά ακόμα και αυτήν καθαυτή την εγκατάλειψη των υπηρεσιών του δικηγόρου τους, αφού σύμφωνα με τον ομνύοντα για την Σ.Π.Ε, ο Φραντζίδης στην ερώτηση του αν θα περιμένουν τον δικηγόρο τους, απάντησε « ότι δεν χρειάζεται δικηγόρο, ότι δεν θα έρθει ο κος Θ. Ανδρέου και να προχωρήσουμε με την διαδικασία να τελειώνουμε». Αν όλα αυτά που αναφέρει ο κ. Παναγίδης είχαν κάποια βάση θα έπρεπε να αντικατοπτρίζονται και να καταγράφονται σε πρακτικό που όφειλε να τηρήσει ο διαιτητής. Αφού προφανώς πρόκειται για μια σημαντική και καταλυτική δήλωση εκ μέρους των αιτητών που αποτελούσε το υπόβαθρο για τον πάρα πέρα χειρισμό της διαδικασίας εκ μέρους του διαιτητή. Ακόμα ένα συναφές ερώτημα που τίθεται είναι γιατί, ακόμα και έτσι να είχαν τα πράγματα, οι αιτητές δέχθηκαν «εκ συμφώνου», ως καταγράφεται στην γνωστοποίηση της απόφασης του διαιτητή, απόφαση για μεγαλύτερο ποσό από εκείνο που κλήθηκαν στην διαιτησία. Υπενθυμίζεται εδώ ότι κλήθηκαν σε διαιτησία για το ποσό των €186,939.68 ενώ το ποσό της απόφασης είναι ως λέχθηκε μεγαλύτερο. Επί του συγκεκριμένου τίθεται και το εξής ερώτημα. Αν η απόφαση περιορίζεται μέχρι του ποσού των €170.000 της εγγυητικής αρ.136/09, ή αν είναι για το μεγαλύτερο ποσό των €193,610.35 πλέον τόκοι και έξοδα. Ο λόγος που γίνεται αναφορά στο θέμα αυτό είναι γιατί στην ειδοποίηση διαιτησίας (τεκμ.3 και 6) αναγράφεται άλλο ποσό, χωρίς κάποια αναφορά στο ποσό της εγγυητικής. Όλα αυτά παρέμειναν αδιευκρίνιστα αφού δεν είναι σαφές ποια είναι, έστω, η «εκ συμφώνου» απόφαση του διαιτητή. Προστίθεται σε όλα αυτά και η αλληλογραφία που είχε αποσταλεί από τον δικηγόρο των αιτητών στα πλαίσια της διαδικασίας διαιτησίας (τεκμ.2), αναφορικά με την υπόσταση της εγγυητικής επιστολής και ότι προηγούμενη διαιτησία επί του ιδίου θέματος δεν είχε κάποιο αποτέλεσμα. Τέλος και όση αξία μπορεί να προσδοθεί σε αυτό, η γνωστοποίηση Παράρτημα Α φέρει ημερομηνία 9.7.13 παρόλο που η απόφαση του διαιτητή λήφθηκε στις 9.9.13, χωρίς να υπάρχει κάποια εξήγηση περί τούτου. Και αποτελεί, ως λέχθηκε, τον βασικό λόγο ακύρωσης της απόφασης του διαιτητή η απουσία πρακτικών κατά την διάρκεια εκδίκασης της διαφοράς με την ανάλογη καταγραφή των θέσεων των δυο πλευρών. Ακόμα και εκ συμφώνου να ήταν η απόφαση, πιο είναι το ποσό ως λέχθηκε, δεν είναι σαφές, με την έννοια αν είναι μέχρι του ποσού της εγγυητικής ή μεγαλύτερο. Και εξ όσων έχουν αναλυθεί, όλα όσα αναφέρει ο δικηγόρος των καθ ων η αίτηση ως τα διαδραματισθέντα ενώπιον του διαιτητή, παρέμειναν στο επίπεδο των απλών και ανυποστήρικτων ισχυρισμών και ως εκ τούτου κρίνονται ως αθεμελίωτα. Αντίθετα μάλιστα, η απουσία τήρησης οποιουδήποτε πρακτικού εκ μέρους του διαιτητή ως προς τις δηλώσεις που έγιναν πριν την έκδοση της απόφασης, υποστυλώνει τις θέσεις των αιτητών περί παραβίασης βασικών αρχών και κανόνων υπό του διαιτητή. Προστίθεται περαιτέρω πως ακόμα και ο Φρανζτίδης να ανέφερε ότι δεν χρειάζεται δικηγόρο και να προχωρήσει και να τελειώνουν και ότι αποδέχεται την έκδοση απόφασης, δεν σημαίνει ή και εξυπακούει ότι αποδέχθηκε απόφαση «εκ συμφώνου», ως το πρακτικό του διαιτητή, αφού και ο ίδιος ο δικηγόρος μετά την κατ' ισχυρισμό φερόμενη δήλωση του Φραντζίδη έκρινε ότι έπρεπε να αποχωρήσει, χωρίς τελικά να γνωρίζει τι έγινε στην συνέχεια ενώπιον του διαιτητή. Διαφαίνεται συνεπώς πως ούτε ο ίδιος ήταν παρόν στην «εκ συμφώνου» εκδοθείσα απόφαση, αφού σύμφωνα με όσα αναφέρει, οι αιτητές και ο διαιτητής παρέμειναν και εξήλθαν αργότερα από την αίθουσα που διεξαγόταν η διαιτησία, γεγονός που δημιουργεί περαιτέρω ερωτηματικά. Και τούτο γιατί παρέμεινε αδιευκρίνιστο από τον δικηγόρο της Σ.Π.Ε αν ήταν παρόν όταν διαιτητής κατέγραφε επί κάποιου πρακτικού την «εκ συμφώνου» απόφαση του, όπως και για ποιο ποσό δέχθηκαν απόφαση οι αιτητές. Αλλά και η φερόμενη δήλωση του Φραντζίδη ουδόλως υποδηλώνει ότι δεν χρειαζόταν τον δικηγόρο, που ούτως ή άλλως κατέστη γνωστό ότι δεν θα μπορούσε να παραστεί την ημέρα εκείνη. Παρέμενε η ύπαρξη του γραπτού αιτήματος του δικηγόρου για την ανταλλαγή δικογράφων και των σχετικών εγγράφων. Αν όντως οι αιτητές αποποιήθηκαν και αυτό το αίτημα κάπου θα έπρεπε να καταγραφόταν από τον διαιτητή. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που αναβλήθηκε η διαιτησία από την 9.7.13 στις 9.9.13. Τέλος προβληματισμό ως προς τι ακριβώς έλαβε χώρα στις 9.9.13 δημιουργεί και το γεγονός ότι ενώ στις 9.7.13 ο διαιτητής αναφέρει στην απόφαση του ότι την επέδωσε στους παρόντες πρωτοφειλέτες, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να έπραξε και για τους αιτητές στις 9.9.13 (δες Παράρτημα Α και Β). Όταν μάλιστα επρόκειτο και για μια «εκ συμφώνου» απόφαση. Ποιος ήταν ο λόγος που τήρησε άλλη τακτική για τους πρωτοφειλέτες και άλλη για τους εγγυητές, παρέμεινε και αυτό άγνωστο. Εκτός και αν είναι εκ των υστέρων που εξέδωσε την απόφαση του και στην απουσία των αιτητών. Πάγια και σταθερά η νομολογία υποδεικνύει ότι η διαιτησία αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική διαδικασία (Κούλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1 ΑΑΔ 987). Εξηγείται περαιτέρω στον Russel, 16 εκδ. σελ.125 ότι: « A departure from any of the ordinary rules for the administration of justice is a breach of duty on the part of the arbitrators, and may be amount to such misconduct, though not necessarily in a moral sense, as will justify the court in removing the arbitrator or setting aside the award». Και πάλι στον Russel, 16 εκδ. σελ.154-155, υποδεικνύεται ότι είναι καθήκον του διαιτητή να τηρεί σημειώσεις της μαρτυρίας και ως θέμα γενικής πρακτικής θα πρέπει από μόνος του να κρατεί προσεκτικές χειρόγραφες σημειώσεις για οτιδήποτε είναι ουσιώδες, ώστε να μπορεί να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη μεταξύ των μερών. Και τούτο όχι μόνο για την συγγραφή της απόφασης του, αλλά και στην περίπτωση που ληφθούν μεταγενέστερα μέτρα, όπως ακριβώς στην παρούσα περίπτωση, να είναι σε θέση, αν του ζητηθούν πληροφορίες σχετικές με την ενώπιον του διαδικασία, να τις παράσχει. Οι πιο πάνω αρχές που υποδεικνύονται στον Russel, αντανακλώνται και βρίσκουν έρεισμα στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς. Ο Καν. 100
(1)είναι σαφής και καθόλα αποκαλυπτικός ως προς την διαδικασία που θα πρέπει να τηρείται αλλά και να ακολουθείται ενώπιον του διαιτητή. Η διεξαγωγή της διαιτησίας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν παραπλήσια με την διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον δικαστηρίου. Μεταξύ άλλων θα πρέπει να τηρείται πρακτικό της προσκομισθείσης μαρτυρίας, να χρονολογείται και να υπογράφεται από τον διαιτητή. (Καν. 100
(1)(β)). Τα δε παρουσιαζόμενα έγγραφα ως τεκμήρια θα πρέπει να σημειώνονται, να χρονολογούνται και να μονογράφονται από τον διαιτητή και να επισυνάπτονται στον φάκελο της διαδικασίας (Καν.100
(1)(c)). Είναι νομολογημένο ότι ακόμα και πλημμελής να είναι η εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή, δεν οδηγεί σε άμεση ακύρωση της απόφασης, αφού η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Μπορεί να διασωθεί μέρος της απόφασης ή ακόμα να παραβλεφθεί. Αν η πλημμέλεια παραβιάζει στο θεμέλιο της την απόφαση και δεν αφήνει περιθώρια διάσωσης, έστω και μέρους της, τότε ακυρώνεται (A. N. Stasis Estates Co ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006). Σύμφωνα με τον Russel, 16η εκδ. σελ.308επ. όπου υπάρχει κακοδικία (miscarriage of justice) ή κακή συμπεριφορά, ή γιατί παραβιάστηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, τότε επεμβαίνει το Δικαστήριο. Η διαιτησία θα πρέπει να διεξάγεται σύμφωνα με τις αρχές της δικαιοσύνης και κατά τρόπο ακριβοδίκαιο μεταξύ των μερών. Το δικαστήριο επεμβαίνει εκεί όπου διαβλέπει ότι παραβιάστηκαν θεμελιώδεις αρχές ή όπως τέθηκε στην υπόθεση Haigh v. Haigh
(1861)31 L.J.Ch. 420: « .. we must not over ready to set aside awards ............. unless we see that there has been something radically wrong and vicious in the proceeding». Αποτελεί γενική υποχρέωση του διαιτητή να δίδει και στις δυο πλευρές το δικαίωμα να ακουστούν και να χειρίζεται την ενώπιον του διαδικασία με τους συνήθεις κανόνες μιας δικαστικής διαδικασίας, που θα πρέπει να αντανακλάται και να καταδεικνύεται μέσα από τα τηρούμενα πρακτικά της διαδικασίας. Θα πρέπει να είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι η διαδικασία διαιτησίας κάτω από τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, δεν αποτελεί, ούτε και συνιστά ζήτημα ευκολίας οιουδήποτε, ούτε και για κάποια απλή και τυπική διαδικασία, αφού διακυβεύονται οικονομικά συμφέροντα και δικαιώματα και θα πρέπει απαραιτήτως, επί ποινή ακυρότητας εκεί όπου διαπιστώνεται παρέκκλιση, να τηρούνται όλα τα εχέγγυα μιας δικαστικής διαδικασίας. Ως υποδεικνύεται και στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ.153: «The slightest irregularity in this respect may be fatal to the award» Πόσω μάλλον εδώ που απουσιάζει παντελώς οτιδήποτε που να καταδεικνύει τι ακριβώς έλαβε χώρα και τι πραγματικά διεξήχθη ενώπιον του διαιτητή κατά την ορισθείσα ημέρα. Είναι αυτόδηλο ότι οι πιο πάνω κρίσεις σφραγίζουν και την κατάληξη του δικαστηρίου. Ως προς το κατά πόσο η Έφεση είναι εκπρόθεσμη, ως εισηγείται ο κ. Ησαΐας, στηριζόμενος στην θέση ότι οι αιτητές ήταν γνώστες της απόφασης του διαιτητή από την 9.9.13, κάτι τέτοιο από όσα έχουν αναλυθεί δεν τεκμαίρεται. Οι αποφάσεις επιδόθηκαν στους αιτητές, αποδεχόμενο επί τούτου το δικαστήριο τις θέσεις τους, στις 25.10.13 χωρίς μάλιστα ο επιδότης να αναγράψει την ημερομηνία επίδοσης. Η αίτηση καταχωρήθηκε την 1.11.13 και συνεπώς εντός των τασσομένων προθεσμιών. Ότι η προθεσμία των 21 ημερών άρχιζε από την επίδοση καταγράφεται και στα Παραρτήματα Α και Β, εκ των οποίων καταδεικνύεται πως όταν λήφθηκε η απόφαση οι αιτητές δεν ήταν παρόντες, ή δεν τους γνωστοποιήθηκε η απόφαση του διαιτητή. Γεγονός βέβαια που καθόλου δεν συνάδει και αντιβαίνει με μια εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση. Η απόφαση του διαιτητή για τους πιο πάνω λόγους ακυρώνεται και παραμερίζεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και σε βάρος της καθ ης η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο