FLECHA CONSTRACTING LTD ν. ESCALADE PRIORITY DEVELOPMENTS LTD, Αρ. Γεν. Αίτησης: 673/12, 20/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Α. Ε. Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 673/12 FLECHA CONSTRACTING LTD Αιτητές Και ESCALADE PRIORITY DEVELOPMENTS LTD Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 20.2.15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές - Καθ ων η αίτηση : κ. Χρ. Χριστάκη Για Καθ ων η αίτηση - Αιτητές: κ. Λ. Διομήδους Α Π Ο Φ Α Σ Η Εκείνο που ουσιαστικά καλείται το δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσο μπορεί να εξετάσει εκ νέου στα πλαίσια εξέτασης αίτησης προς εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής αποφάσεως, τα ίδια θέματα που ηγέρθησαν και εξετάστηκαν στα πλαίσια Αίτησης προς ακύρωση της απόφασης του διαιτητή που εκδικάσθηκε - από άλλο δικαστήριο - και εκδόθηκε απορριπτική απόφαση. Το σύντομο ιστορικό όπως προκύπτει από τις εκατέρωθεν προβαλλόμενες θέσεις, αλλά και την απόφαση του δικαστηρίου που κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο, οι δυο διορισθέντες από τους διαδίκους διαιτητές την 24.1.12 εξέδωσαν την απόφαση τους δυνάμει της οποίας οι καθ ων η αίτηση θα έπρεπε να καταβάλουν στους αιτητές το ποσό των €154.650,69 πλέον ΦΠΑ, πλέον τόκο, πλέον τα έξοδα των διαιτητών. Την 14.9.12 οι καθ ων η αίτηση υπέβαλαν Αίτηση για τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης για σειρά λόγων που αρκούντως καταγράφονται στην πιο πάνω απόφαση του δικαστηρίου ημερ.1.8.14. Η υπόθεση εκδικάσθηκε και το δικαστήριο στο καταληκτικό μέρος της ρηθείσης αποφάσεως του (σελ.30) αναφέρει τα κάτωθι: « Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ μέρους της αιτήτριας οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι διαιτητές επέδειξαν ανάρμοστη συμπεριφορά ή χειρίστηκαν κακώς την υπόθεση υπερβαίνοντας την εξουσία τους ή ότι η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση της επίδικης απόφασης» Οι ίδιοι λόγοι που προβλήθηκαν προς ακύρωση της απόφασης των διαιτητών προωθούνται από τους καθ ων η αίτηση ως λόγοι για τους οποίους δεν θα πρέπει να εγγραφεί η απόφαση των διαιτητών. Προστίθεται πως για την πιο πάνω απόφαση, ως είναι παραδεκτό, υπεβλήθη Έφεση η οποία εκκρεμεί. Είναι η θέση του κ. Χριστάκη για τους αιτητές αναλύοντας τις θέσεις του στην γραπτή του αγόρευση, ότι το δικαστήριο έχει εξουσία στο στάδιο της εγγραφής να εξετάσει τους λόγους ένστασης δυνάμει των Άρθρων 20 και 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4, βασιζόμενος στις υποθέσεις Πιττάκα ν. Γ και Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895 και Πιττάκα,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1932. Στην συνέχεια αναλύει τους λόγους ένστασης, με αναφορά στα προβαλλόμενα δια της ενστάσεως γεγονότα και σε νομολογία για να καταδείξει ότι η απόφαση των διαιτητών πάσχει και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να εγγραφεί. Ο κ. Διομήδους για τους αιτητές στην γραπτή του αγόρευση αναδεικνύει την ταυτότητα των επιδίκων θεμάτων, ήτοι μεταξύ της αίτησης προς ακύρωση της απόφασης των διαιτητών και της παρούσης ενστάσεως προς εγγραφή της διαιτητικής αποφάσεως, και είναι η θέση του ότι πρόκειται, με αναφορά σε νομολογία, περί κατάχρησης της διαδικασίας και ως τέτοιας η ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί. Η επανεξέταση των ιδίων θεμάτων, ως είναι η εισήγηση του, θα καταστήσει την διαδικασία καταπιεστική και καταχρηστική. Δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ότι τα θέματα και οι λόγοι που ηγέρθηκαν κατά το στάδιο της εκδίκασης της Αίτησης ακυρώσεως της αποφάσεως των διαιτητών, είναι τα ίδια και ταυτόσημα με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης στην παρούσα διαδικασία. Αυτό βεβαίως ευκόλως εξάγεται από την ρηθείσα απόφαση του δικαστηρίου, που παρατίθενται οι λόγοι ακύρωσης, σε αντιπαραβολή με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης στην παρούσα διαδικασία. Περαιτέρω αποτελεί διαπίστωση από την ανάγνωση της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση, ότι οι ίδιοι λόγοι που προβάλλονται, τέθηκαν δια της ενόρκου δηλώσεως που υποστήριζε την αίτηση προς ακύρωση της αποφάσεως των διαιτητών και εξετάστηκαν στην πιο πάνω υπόθεση. Η σελ.5 της αποφάσεως είναι σχετική, όπου παρατίθενται οι σχετικοί ισχυρισμοί, δια τους οποίους παρεμπιπτόντως ορκίζεται το ίδιο πρόσωπο, ήτοι ο κ. Ανδρέας Πέτσας. Εκ της ταυτοσημίας των προβαλλομένων ισχυρισμών εγείρονται διάφορα θέματα τα οποία χρήζουν εξέτασης. Κατ' αρχή εγείρεται θέμα αν εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος στην εκδίκαση των προβαλλόμενων λόγων της ενστάσεως. Σύμφωνα με την νομολογία για να μπορεί να ισχύσει και να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις. (α) Το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο και να είχε εγερθεί και αποφασιστεί τελικά από το δικαστήριο κατά την πρώτη διαδικασία. (β) ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων. (γ) το δικαστήριο να είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει το θέμα. (δ) η προηγούμενη απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη. Σχετικές προς τούτο είναι και οι υποθέσεις Κανάρης ν. Λοίζου κ.ά
(2006)1 Α.Α.Δ 599, καθώς και η υπόθεση Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα
(2008)1 Α.Α.Δ. 1125. Για μια γενικότερη ανάλυση, χρήσιμη παραπομπή μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα The Modern Law Of Evidence, Adrian Keane, 5η έκδ. σελ.594 επ. Στην υπόθεση Σκουτέλλα ανωτέρω, υπεδείχθη ότι για να πετύχει το κώλυμα του δεδικασμένου δεν είναι απαραίτητο ο ενάγων και ο εναγόμενος στην προηγούμενη αγωγή, να είναι ενάγων και εναγόμενος αντίστοιχα και στην νέα αγωγή. Αποτελεί επίσης βασική αρχή ότι αυτά που λέχθηκαν στην απόφαση του δικαστηρίου παρεμφερώς ή εν παρόδω (obiter) και εκ του περισσού, δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για την δημιουργία δεδικασμένου γιατί δεν έχουν δεσμευτική ισχύ και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποτελέσουν έγκυρα αντικείμενο έφεσης (Paphos Stone C. Estates Ltd κά ν. Χριστοδουλίδης κ.ά
(2000)1 Α.Α.Δ. 2110). Υποδεικνύεται περαιτέρω πως δεδικασμένο, σύμφωνα με την Σκουτέλα ανωτέρω, δημιουργείται όχι μόνο σε σχέση με αξιώσεις που περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή, αλλά και σε σχέση με εκείνες τις αξιώσεις που θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί, εντασσόμενες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας και δεν προβλήθηκαν. Βεβαίως είναι ορθό, σύμφωνα με την υπόθεση Πιττάκα ανωτέρω, και την σχετική επί τούτου αγγλική νομολογία που παραπέμπει ο κ. Χριστάκη, ότι το δικαστήριο κατά το στάδιο της αίτησης προς εγγραφή και εκτέλεση μιας διαιτητικής αποφάσεως, έχει εξουσία δυνάμει του Αρ.21 του Κεφ.6, να εξετάσει λόγους που μπορεί να προβληθούν από τον καθ' ου η αίτηση εναντίον του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, που αν διαπιστωθούν, το δικαστήριο παραμερίζει την διαιτητική απόφαση. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου και η ειδοποιός διαφορά από την νομολογία που παραπέμπει ο κ. Διομήδους που αφορά διαιτησία κάτω από τις πρόνοιες του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Γιατί ενώ στον Περί Διαιτησίας Νόμο δεν προβλέπεται προθεσμία προς υποβολή αιτήσεως ακυρώσεως της απόφασης του διαιτητή, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο υπάρχει η ανατρεπτική προθεσμία των 21 ημερών από της γνωστοποιήσεως της αποφάσεως του διαιτητή προς υποβολή έφεσης εναντίον της απόφασης. Και σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με το Αρ.52
(5)του Περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, η απόφαση του διαιτητή, αν δεν υποβληθεί έφεση, είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση του δικαστηρίου. Τέτοια όμως πρόνοια ως λέχθηκε δεν υπάρχει στον Περί Διαιτησίας Νόμο και συνεπώς οι λόγοι ακύρωσης της απόφασης του διαιτητή, κάτω από τις πρόνοιες του Κεφ.6, μπορεί να προβληθούν και να εξεταστούν ακόμα και στο στάδιο της εγγραφής της προς εκτέλεση. Κρίνεται πως είναι σε αυτά τα πλαίσια που στην υπόθεση Σ.Π.Ε Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, υπεδείχθη ότι η εκτέλεση δικαστικής απόφασης απαιτεί εμπλοκή του δικαστηρίου, που αφενός διατάσσει την εκτέλεση και αφετέρου την εποπτεύει. Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, ως δικαστικής απόφασης, είναι θέμα τύπου και θα πρέπει με κάποιο τρόπο να καταχωρηθεί, να εγγραφεί δηλαδή στα βιβλία ως απόφαση του δικαστηρίου ώστε να προχωρήσει η εκτέλεση της. Η υπόθεση όμως αφορούσε εγγραφή απόφασης διαιτητή δυνάμει των προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Η ουσία όμως, όπως και να έχουν τα πράγματα, είναι πως για την επίδικη διαιτητική απόφαση προηγήθηκε αίτηση για την ακύρωση της και όλα τα τεθέντα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα ένσταση, τέθηκαν στην διαδικασία προς ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως, εξετάστηκαν από το δικαστήριο, κρίθηκαν και απερρίφθησαν. Και το ερώτημα παραμένει αν τα εγερθέντα ζητήματα μπορούν να εξεταστούν εκ νέου. Στο σύγγραμμα Cross On Evidence, 5η εκδ. σελ.332, υπό τον τίτλο issue estoppel αναφέρεται το εξής: «The second kind of estoppel by record inter partes is often called "issue estoppel". It may be regarded as an extension of the first for, to quote L. Denning, M.R. "within one cause of action, there may be several issues raised which are necessary for the determination of the whole case. The rule then is that, once an issue has been raised and distinctly determined between the parties, then, as a general rule, neither party can be allowed to fight that issue all over again» (δες Fidelitas Shipping Co, Ltd v. V/O, Exportchleb,
(1996)1 Q.B. 630, 640)». Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν και ικανοποιούνται όλες οι πιο πάνω τεθείσες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του πιο πάνω αποδεικτικού κανόνα. Αλλά και αν ακόμη θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των δυο διαδικασιών, παρόλο που η γενεσιουργός αιτία και η βάση και των δυο διαδικασιών αποτελεί η διαιτησία, τα επίδικα θέματα που εγείρονται υπό μορφή ενστάσεως στην παρούσα διαδικασία, τέθηκαν, εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν τελεσίδικα από το δικαστήριο κατά την προηγούμενη διαδικασία. Ουσιαστικά οι λόγοι που προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία ταυτίζονται απόλυτα με εκείνους που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν στην προγενέστερη υπόθεση και αποφασίστηκαν. Ακόμα και να εγείρονταν πρόσθετοι λόγοι στην παρούσα ένσταση - που δεν εγείρονται - και πάλι σύμφωνα με την Σκουτέλλα ανωτέρω, καλύπτονται υπό το πέπλο του δεδικασμένου. Εξηγείται περαιτέρω στον Cross ανωτέρω, σελ.336-337, με αναφορά στις υποθέσεις Bell v. Holmes
(1956)3 All.E.R 449 και Wood v. Luscombe
(1964)3 All.E.R 972, ότι υπάρχει κώλυμα (issue estoppel) ακόμα και εκεί που ενώ τα επίδικα θέματα είναι τεχνικώς διαφορετικά (technically different), τα επίδικα γεγονότα και η υποστηρίζουσα μαρτυρία είναι ταυτόσημα. Αν τα δικόγραφα, η μαρτυρία καθώς και τα επιχειρήματα είναι ταυτόσημα, τότε υπάρχει και επενεργεί το κώλυμα και τούτο προς αποφυγή ύπαρξης συγκρουόμενων δικαστικών αποφάσεων, επί ουσιωδώς ταυτοσήμων θεμάτων και γεγονότων. Εκείνο που ενέχει σημασία είναι πως άπαξ και ηγέρθηκαν τα θέματα και κρίθηκαν ξεχωριστά, όπως ακριβώς έγινε στην προηγηθείσα υπόθεση, σύμφωνα με τον Cross ανωτέρω, ως γενικός κανόνας δεν θα επιτραπεί στους διαδίκους να τα επαναφέρουν και να τα εκδικάσουν εκ νέου. Η απόρριψη της Αίτησης προς ακύρωση της απόφασης των διαιτητών, σφραγίζει τελεσίδικα τους λόγους ένστασης της παρούσης διαδικασίας, γιατί αφαιρεί το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται. Υπάρχει ακόμα μια πτυχή εδραζόμενη στο γεγονός ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να επανεξετάσει τα ίδια ουσιαστικά ζητήματα, γιατί πέραν του κωλύματος του δεδικασμένου, προσκρούει και στην νομολογιακή αρχή ότι ένας Επαρχιακός Δικαστής δεν μπορεί να αναθεωρεί και αναιρεί την απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστή (Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Αίτηση Αρ. 4/2012, ημερ.31.1.12, Papademedriou ν. Christofi
(1988)1 C.L.R. 101 και Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906). Γιατί στην ουσία, εμμέσως και στην τελική κατάληξη εκεί οδηγούνται τα πράγματα, προσκρούοντας και στην πιο πάνω αρχή της αποφυγής ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων επί του ιδίου θέματος. Με βάση την πιο πάνω πραγματική κατάσταση πραγμάτων τα δεδομένα και γεγονότα είναι τέτοια, που ως έχει αναλυθεί ανωτέρω, δημιουργούν κώλυμα (issue estoppel), τέτοιο που καθιστά την κρινόμενη ένσταση άνευ αντικειμένου. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω υπάρχει ακόμα μια διάσταση που αφορά την κατάχρηση της διαδικασίας, που εγείρει ο κ. Διομήδους. Είναι η θέση του ότι ουσιαστικά επιδιώκεται όμοιος σκοπός με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων. Στην υπόθεση Σαρρής κ.ά ν. C. & R. Undersea Adv. Co. Ltd κ.ά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1722, υπεδείχθησαν τα πιο κάτω: «Η νομολογία μας, έχει αναγνωρίσει ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας δικαστικών διαδικασιών για επίτευξη στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μια διαδικασία (Δέστε: Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων ελέγχεται από το δικαστήριο, όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου (Δέστε Περρέλλα, ανωτέρω). ........................ Στην υπόθεση Κοζάκη v. Κοζάκη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1710 επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι η πολλαπλότητα διαδικασιών (που αφορούσαν προσωπικά θέματα μεταξύ των διαδίκων για ακίνητη ιδιοκτησία, στην υπόθεση εκείνη) οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής και όχι σε διακοπή της δίκης». Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Σαρρής ανωτέρω, η κατάχρηση της διαδικασίας επενεργεί ανεξάρτητα από την ύπαρξη δεδικασμένου, γιατί ακριβώς συνίσταται στην παράλληλη διαδικασία και την με δυο διαδικασίες προώθηση ίδιων σκοπών. Και ο όμοιος σκοπός στην παρούσα υπόθεση με βάση τους προβαλλόμενους λόγους ενστάσεως και όσα επί τούτου προκρίνονται δια της ενόρκου δηλώσεως, είναι σε τελική ανάλυση η ακύρωση της αποφάσεως των διαιτητών, το οποίο ως πραγματικό και επίδικο γεγονός κρίθηκε και αποφασίστηκε δια την ρηθείσης αποφάσεως. Η ομοιότητα του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι η ακύρωση της αποφάσεως των διαιτητών, δια δυο παραλλήλων ενδίκων μέσων, συνιστά κατάχρηση που οδηγεί σε απόρριψη των λόγων ένστασης. Για τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί η ένσταση των καθ ων η αίτηση απορρίπτεται. Το δικαστήριο έχει μελετήσει την απόφαση των διαιτητών, τεκμ.5 στην αίτηση και έχει υπόψη του το λεκτικό του Άρθρου 21 του Κεφ.6 ως προς τον τύπο της απόφασης. Σημειώνεται πως δεν έχει εγερθεί οποιαδήποτε ένσταση περί τούτου, αποτελεί όμως διαπίστωση του δικαστηρίου ότι η απόφαση αποτελείται από 45 σελίδες και στο καταληκτικό μέρος της απόφασης, σελ.44 υπ' αριθμόν 10 και με τίτλο « .. Αποφασίζομεν και δίδομεν οδηγίες ως ακολούθως», επιδικάσθηκε το ποσό των €154.650,69 πλέον Φ.Π.Α εναντίον των καθ' ων η αίτηση, καθώς και η αμοιβή των διαιτητών. Επιδικάσθηκε επίσης τόκος 6% αν τα πιο πάνω ποσά δεν καταβάλλονταν εντός 7 ημερών από την έκδοση της απόφασης. Παρενθετικά η απόφαση φέρει ημερομηνία 24.1.12. Δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο η πιο πάνω απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση του δικαστηρίου και κατά συνέπεια, είναι η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου ότι το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί. Ως εκ τούτου δίδεται άδεια για καταχώριση προς εγγραφή και εκτέλεση της ρηθείσης διαιτητικής αποφάσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των αιτητών και σε βάρος των καθ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Ν.Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Πιστό Αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο