Αγάθη Σολομωνίδου ν. Γεώργιος Σταύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7708/13, 11/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, πρ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 7708/13 Μεταξύ: Αγάθη Σολομωνίδου Ενάγουσας και
- Γεώργιος Σταύρου
- Έλενα Γ. Σταύρου
- Αντρέας Γ. Σταύρου Εναγομένων Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου 2015 Για Ενάγοντες- Αιτητές: κα Ε. Τσαρούχη για Πολάκης Σαρρής & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση : κ. Α. Μ. Κλεάνθους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση ημερομηνίας 17.10.14 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Η Ενάγουσα στα πλαίσια της αγωγής καταχώρησε αίτηση ημερομηνίας 12.2.2014 με την οποία αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα επιζητώντας διάφορες θεραπείες που προκύπτουν από ενοικίαση του διαμερίσματος αρ. 203 στην οδό Κώστα Λοΐζου 1, Elena Court και ειδικότερα θεραπείες που αφορούν καθυστερημένα ενοίκια και/ή αποζημίωση χρήσης και/ή διαφυγόντα κέρδη και/ή απλήρωτα κοινόχρηστα και/ή αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή με βάση τις αρχές του δικαίου της αποκατάστασης κ.α. Επιζητά επιπρόσθετα διατάγματα από το Δικαστήριο προς άρση της παράνομης επέμβασης και όπως οι Εναγόμενοι εκκενώσουν και παραδώσουν ελεύθερη κατοχή του διαμερίσματος στην Ενάγουσα και άλλα συναφή διατάγματα. Η Αίτηση για συνοπτική απόφαση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω αίτηση για συνοπτική απόφαση στις 29.9.2014 συνοδευόμενη από Ένορκη Δήλωση του κ. Γεώργιου Σταύρου, Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση αρ.
- Με την ένσταση τους οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν μεταξύ άλλων, ισχυρισμό περί έλλειψης καθ' ύλη αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση καθότι μόνο αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Εγείρεται επίσης ισχυρισμός ότι το ποσό που οφείλεται είναι πολύ μικρότερο από το ποσό που απαιτείται καθότι γίνονταν πληρωμές στο τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας για τις οποίες η τελευταία δεν εξέδωσε αποδείξεις πληρωμών μέχρι σήμερα. Στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης για συνοπτική απόφαση η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 17.10.14 με την οποία αιτείται άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε αμέσως μετά την καταχώρηση της Ένστασης των Καθ' ων στην αίτηση στην Αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.39 και Δ.48, θ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στις συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίας Κυριάκου η οποία είναι δικηγόρος που συνεργάζεται με το γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπεί την Ενάγουσα/Αιτήτρια. Κατά την ομνύουσα χρήζουν απάντησης οι ισχυρισμοί του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανεγέρθηκε και/ή ολοκληρώθηκε μετά την 31/12/1999 και ότι το ποσό το οποίο οφείλεται είναι πολύ μικρότερο από το ποσό που απαιτείται καθότι γίνονταν πληρωμές στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας για τις οποίες η Ενάγουσα δεν εξέδωσε αποδείξεις πληρωμών. Εκφράζει την πεποίθηση της ότι είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί η αιτούμενη άδεια και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 προσχέδιο της προτεινόμενης Ένορκης Δήλωσης της κας Αγάθης Σολομωνίδου - Αιτήτριας στο περιεχόμενο του οποίου θα αναφερθώ στη συνέχεια της απόφασης μου. Στην υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης από τους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση στις 26.11.2014 στην οποία προβάλλονται σωρεία λόγων Ένστασης οι οποίοι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν και να συνοψισθούν ως ακολούθως: i. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτη, καταχρηστική, διακόπτει την κανονική πορεία της υπόθεσης και εκτρέπει από τους σκοπούς της Δ.18 (Λόγοι Ένστασης 1,3,13,14,15, 17,19,20,21,23) ii. Η Ενόρκως δηλούσα δεν γνωρίζει και/ή δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα και/ή δεν δίνεται εξήγηση γιατί δεν προέβη στην ένορκη δήλωση η ίδια η Αιτήτρια. (Λόγοι Ένστασης 2 και 4) iii. Η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που φέρει αναφορικά με την ύπαρξη καλού λόγου για καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (Λόγος Ένστασης 13) iv. Η Αιτήτρια δεν επιδιώκει να απαντήσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων αλλά επαναλαμβάνει τις θέσεις και ισχυρισμούς της που διατύπωσε στην αρχική Ένορκη δήλωση και αφορά έγγραφα που ήταν στην κατοχή της από την πρώτη στιγμή και/ή ισχυρισμούς που μπορούσαν και έπρεπε να προβληθούν εξ αρχής (Λόγοι Ένστασης 5,6,7,8,9,10,11,12,14,16,18,22,23) Η ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 26.11.2014 του κ. Γεώργιου Σταύρου, Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση αρ.1 ο οποίος υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης. Συνοψίζοντας όσα αναφέρει ο Ενόρκως δηλών καταγράφω ότι συμβουλεύθηκε από το τον δικηγόρο του ότι αυτά τα οποία ζητούνται να προστεθούν στην παράγραφο 8 της Ένορκης δήλωσης της Μαρίας Κυριάκου ημερομηνίας 17.10.2014 που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση καθώς και αυτά των παραγράφων 5,6,7,8,9,10 και 11 του προσχεδίου συμπληρωματικής Ένορκης δήλωσης έχουν ήδη τεθεί στις παραγράφους 7,8,9(iv),13 και 14 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας ημερομηνίας 12.2.2014 που συνοδεύει την Αίτηση για συνοπτική απόφαση και στοιχειοθετούνται με σχετικά τεκμήρια. Πιστεύει ότι δεν προκύπτει από την Ένορκη δήλωση οποιοσδήποτε επαρκής και/ή καλός λόγος για να δικαιολογείται η παραχώρηση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής Ένορκης δήλωσης και ότι η σκοπούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιέχει ισχυρισμούς που μπορούσαν να προβληθούν στην αρχική ένορκη δήλωση. Η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που φέρει και η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας. Καταλήγει λέγοντας ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί προς αποφυγή αχρείαστης επιχειρηματολογίας, σχολιασμού, επανάληψης υφιστάμενων ισχυρισμών και σπατάλης πολύτιμου χρόνου με ευνόητες επιπτώσεις για τους καθ' ων η Αίτηση. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 3.2.2015 κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων υιοθέτησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσονται οι αντίστοιχες θέσεις τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις των συνηγόρων και όπου κρίνω σκόπιμο θα αναφερθώ σε αυτές στην συνέχεια της απόφασής μου. Ξεκινώ από το τελευταίο θέμα, με το οποίο οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών, καταπιάνονται στις αγορεύσεις τους και αφορά τον λόγο Ένστασης ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική καθότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο που συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Η κα Μαρία Κυριάκου, δικηγόρος, αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι γνωρίζει τα γεγονότα από πληροφορίες που έλαβε από την Αιτήτρια και από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση και από την εποπτεία που είχε στο φάκελο της υπόθεσης. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η ίδια δεν είχε τον χειρισμό της υπόθεσης ως δικηγόρος. Εξάλλου κάτι τέτοιο δεν προωθείται από τους καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι επικεντρώνονται μόνο στην ιδιότητα της ομνύουσας ως δικηγόρου - συνεργάτη των δικηγόρων που χειρίζονται την υπόθεση και ότι αυτό οδηγεί εν πάση περιπτώσει σε αντικανονικότητα. Σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα λέχθηκε στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1A A.A.Δ 82 ότι δεν αποτελεί προϊόν αναγνωρισμένης αρχής η θέση ότι, εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος, θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκιστεί και εάν δεν το πράξει τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και πρέπει να απορριφθεί ή να αγνοηθεί. Η νομολογία έχει μεν κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση. Η απαγόρευση αφορά την ένορκη δήλωση από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R,. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). (βλ. Investylia Public Company Ltd v. Τζοζεφιν Γαβριηλίδου, Πολ. Έφεση αρ. 326/10 ημερ. 13/6/13. Δεν μου διαφεύγουν τα λεχθέντα στην απόφαση Rybolovlev (ανωτέρω) ότι «.μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Από την άλλη όμως, σημειώνω ότι η απόφαση Rybolovlev (ανωτέρω) αφορούσε οριστικοποίηση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος και η αναφορά είχε γίνει σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου εν τη ασκήσει της πρωτόδικης Αναθεωρητικής του Δικαιοδοσίας όπου το θέμα ήταν η αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης. Η φύση της παρούσας αίτησης διαφέρει παρουσιάζοντας την εξής ιδιαιτερότητα: η ομνύουσα με την ένορκη της δήλωση ουσιαστικά παρουσιάζει στο Δικαστήριο το προσχέδιο της συμπληρωματικής Ένορκης δήλωσης όπως άλλωστε όφειλε (βλ. Παπακοκκίνου κ. α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 242/2011, ημερ. 10/04/2012). Παρατηρώντας το εν λόγω προσχέδιο διαπιστώνω ότι προτιθέμενη ενόρκως δηλούσα θα είναι η ίδια η Αιτήτρια και όχι η δικηγόρος. Την πληροφόρηση για το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής δήλωσης την έλαβε, όπως αναφέρει η δικηγόρος, από την ίδια την Αιτήτρια. Θα ήταν κατά την κρίση μου ιδιαίτερα αυστηρή προσέγγιση να απαιτείται επιτακτικά όπως ένα πρόσωπο (η ίδια η Αιτήτρια) ορκιστεί αναφορικά με το τι προτίθεται να ορκιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο αν της δοθεί τέτοια άδεια. Προσθέτω στα πιο πάνω και τη δυνατότητα που δίνεται με τη Δ.48 Θ.4
(2)να υποβληθεί σχετικό αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση προφορικά. Η παροχή από τους κανονισμούς της δυνατότητας για προφορικό αίτημα οφείλεται κατά την εκτίμησή μου στο γεγονός ότι τα ουσιώδη στοιχεία επί των οποίων το Δικαστήριο θα αποφασίσει βρίσκονται ήδη ενώπιον του μέσα από το περιεχόμενο του φακέλου, ήτοι της Αίτησης και Ένστασης καθώς και των ήδη καταχωρηθέντων ενόρκων δηλώσεων που αντίστοιχα τις συνοδεύουν. Δίδεται έτσι η δυνατότητα τάχιστης απόφασης επί του θέματος. Αυτό που απομένει είναι να πληροφορηθεί το Δικαστήριο για το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Δεν βρίσκω λόγο γιατί στην περίπτωση που ο διάδικος επιλέγει την γραπτή αίτηση αντί του προφορικού αιτήματος, να απορριφθεί η αίτηση για μόνο τον λόγο ότι ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι δικηγόρος. Έχοντας κατά νου ότι η βασική αρχή της νομολογίας όπως προκύπτει από την νομολογία που εκτέθηκε πιο πάνω είναι ότι δεν υφίσταται απόλυτη απαγόρευση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο θεωρώ ότι στην κατάλληλη περίπτωση, η κατά τα άλλα αποδοκιμαζόμενη αυτή πρακτική, δεν θα είναι τέτοια ώστε να οδηγήσει σε απόρριψη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης και κατ' επέκταση της αίτησης. Τέτοια περίπτωση κρίνω ότι είναι η παρούσα. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση της ουσίας της παρούσας Αίτησης. Η Δ.48, θ.4
(2)μετά από την τροποποίηση της με την Κ.Δ.Π, 5/99, προβλέπει ότι το Δικαστήριο μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Στην απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση σε μία αίτηση ενδιάμεσης φύσης εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση μπορεί να καταχωρηθεί από τον αιτητή όταν ισχυρισμοί του αμφισβητούνται και ο αιτητής, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία για να αποσείσει το βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του [βλ. Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd.
(2000)1(B) AAΔ.1377, 1380]. Διευκρινιστικοί ισχυρισμοί στη βάση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων επιτρέπονται μεν από τη νομολογία, όχι όμως χωρίς φειδώ και χωρίς περιορισμούς. Διευκρινιστικοί ισχυρισμοί επιτρέπονται δεδομένου ότι δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ή επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών [βλ.A. Messios & Sons Ltd κ.ά. v. Λεωνίδα (Αρ. 1)
(2010)1(Α) ΑΑΔ 195, 198]. Ειδικότερα σε σχέση με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, στην υπόθεση Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, λέχθηκε με παραπομπή σε αγγλική νομολογία (Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v.Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463) ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση. Επίσης στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958, στη σελίδα 248 κάτω από τον τίτλο "Affidavit in Reply" αναγράφεται ότι «Η υποχρέωση του εναγομένου να δείξει λόγο (ενάντια στην αίτηση του ενάγοντα) συνεπακόλουθα επιτρέπει στον ενάγοντα να απαντήσει στην υπόθεση του Εναγομένου". . . . Αλλά η υπόθεση δεν μπορεί να δικαστεί στη βάση ενόρκων δηλώσεων, και αν με την ένορκη δήλωση του Εναγομένου αποκαλύπτεται υπεράσπιση είναι γενικά αχρείαστο για τον ενάγοντα να καταθέσει ένορκη δήλωση σε απάντηση, εκτός αν είναι σε θέση να παρουσιάσει κάποιο έγγραφο που αποδεικνύει σαφώς το ψέμα από την ένορκη κατάθεση του Εναγομένου.» (ελεύθερη μετάφραση) Η φράση στο πιο πάνω απόσπασμα ότι «η υπόθεση δεν μπορεί να δικαστεί στη βάση ενόρκων δηλώσεων» την ερμηνεύω ως αποδοκιμασία της μετατροπής της διαδικασίας της αίτησης για συνοπτική απόφαση σε δίκη επί της ουσίας. Διαφωτιστικά επί του προκειμένου είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ε. Λαζάρου κ.α. v. Γ. Π. Μακεδόνα
(1999)1 Β ΑΑΔ 817 στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση πολυάριθμων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι ένεκα των πολυάριθμων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο στην ουσία προχώρησε σε ευρήματα επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών μετά από αξιολόγηση του περιεχομένου των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων. Αυτό, όπως ανέφερε το εφετείο μετέτρεψε την διαδικασία της αίτησης για συνοπτική απόφαση σε δίκη επί της ουσίας κάτι το οποίο είναι εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου της Δ.18. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε επίσης στην υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd κ.α. v Τράπεζα Κύπρου Λτδ,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1230, όπου το Εφετείο με παραπομπή στην Λαζάρου (ανωτέρω) ανέφερε ότι δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουόμενων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Στην ίδια γραμμή η νομολογία αναγνώρισε ότι δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας η οποία να απαντά απλώς και να απορρίπτει την εκδοχή της άλλης πλευράς ως ανυπόστατης αφού, στο ενδιάμεσο στάδιο, δεν είναι επιτρεπτό να εξετάζεται η αποδεικτική αξία των ισχυρισμών και το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε κρίση επί της ουσίας ή σε ευρήματα σε σχέση με τη διαφορά των μερών [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) ΑΑΔ 788]. Με βάση τις πιο πάνω αρχές προχωρώ στην εξέταση της παρούσας αίτησης. Έχω ήδη παραθέσει σε προγενέστερο σημείο της απόφασής μου τα σημεία της ενόρκου δηλώσεως του καθ' ου η Αίτηση 1, στα οποία η Ενάγουσα επιθυμεί να απαντήσει. Εξετάζοντας το προσχέδιο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ειδικότερα την παράγραφο αρ. 5, διαπιστώνω ότι επιδιώκεται η παρουσίαση ενός πωλητηρίου εγγράφου το περιεχόμενο του οποίου αποδεικνύει, κατά την Αιτήτρια, ότι το επίδικο ακίνητο ανεγέρθηκε μετά την 31.12.
- Το ζήτημα είναι εξαιρετικής σημασίας καθότι με βάση το άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Ν.23/83ακίνητο, για τους σκοπούς του συγκεκριμένου νόμου, σημαίνει κτήριο που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι τη 31.12.
- Επομένως προκειμένου να έχει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο, είναι ουσιώδες να καταδειχθεί ότι το επίδικο ακίνητο ανεγέρθηκε μετά την 31.12.
- Το βάρος απόδειξης για αυτό βαρύνει βεβαίως την Ενάγουσα - Αιτήτρια. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η πλευρά των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση αμφισβήτησε την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, όχι βέβαια κατά τρόπο θετικό (π.χ. παρουσιάζοντας αντικρουστική μαρτυρία), κρίνω, χωρίς βέβαια να προβαίνω στο παρόν στάδιο σε οποιοδήποτε εύρημα επί του προτεινόμενου να παρουσιαστεί εγγράφου, ότι η παρουσίαση του εν λόγω εγγράφου εμπίπτει στον όρο μαρτυρία που πρέπει να προσκομίσει ο Αιτητής για να αποσείσει το βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του και ότι δεν πρόκειται για επανάληψη αρχικών θέσεων και ισχυρισμών αλλά για διευκρίνιση και στήριξη αυτών με αυτών με σχετικό έγγραφο ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. (βλ. Α. Messios & Sons Ltd v. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195). Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί μη έγκαιρης παρουσίασης του εγγράφου το οποίο επιχειρείται να παρουσιαστεί και ότι αυτό έπρεπε να είχε παρουσιαστεί κατά την αρχική ένορκη δήλωση ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση επικαλείται την πρωτόδικη απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου Ξένια Μιχαήλ ν. Αντρέα Γεωργίου , Αρ. Αίτησης: 8/2014, 10/6/2014 την οποία έχω εντοπίσει και μελετήσει. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε αίτηση για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής Ένορκης δήλωσης του Αιτητή σε σχέση με μονομερή Αίτηση στην οποία εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα διατροφής. Είναι καλά εμπεδωμένη στη νομολογία η αρχή ότι ο διάδικος που αποτείνεται για την εξασφάλιση διατάγματος μονομερώς έχει υποχρέωση να αποκαλύψει εξ αρχής όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η φύση της αίτησης για συνοπτική απόφαση είναι διαφορετική καθότι δίνεται η ευκαιρία στην αντίδικη πλευρά να ακουστεί πριν την έκδοση απόφασης. Σε αυτό το πλαίσιο οι καθ' ων η Αίτηση επέλεξαν, όπως είχαν κάθε δικαίωμα, να εγείρουν μέσω της Ένστασης τους, ζήτημα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Ενόψει της αμφισβήτησης αυτής, η Αιτήτρια ζητά την άδεια να προσκομίσει τεκμήριο που κατά την άποψή της καταδεικνύει το ψευδές της δήλωσης των Εναγομένων (βλ. The Annual Practice 1958 ανωτέρω) και να αποσείσει έτσι το βάρος απόδειξης το οποίο φέρει (βλ. Iacovou Brothers ανωτέρω). Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι ο λόγος Ένστασης δεν ευσταθεί. Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της Αίτησης ήτοι, αναφορικά με την αναγκαιότητα απάντησης στους ισχυρισμούς της παραγράφου 16 της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 ότι το ύψος του ποσού που οφείλεται είναι πολύ μικρότερο από το ποσό που απαιτείται, διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί της παραγράφου 8 του προσχεδίου συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποτελούν επανάληψη αρχικών ισχυρισμών της Αιτήτριας αναφορικά με το ύψος του οφειλομένου ποσού και απλώς επιχειρείται η απάντηση σε ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση υπό τύπον επιχειρηματολογίας, χωρίς να προστίθεται οτιδήποτε νέο. Δεν βλέπω καλό λόγο να επιτρέψω την συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε σχέση με το ύψος του ποσού δεδομένης της αρχής ότι το παρόν Δικαστήριο δεν θα προβεί κατά την εξέταση της αίτησης για συνοπτική απόφαση σε στάθμιση αντικρουόμενων ισχυρισμών των δύο πλευρών ώστε να καταλήξει σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι θα πρέπει να δοθεί άδεια στους Ενάγοντες να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να απαντήσουν μόνο στους ισχυρισμούς των Εναγομένων ότι το ακίνητο δεν ανεγέρθηκε μετά την 31.12.1999 και ειδικότερα να παρουσιάσουν το έγγραφο το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 5 του προσχεδίου συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στην Αιτήτρια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση το περιεχόμενο της οποίας θα πρέπει να είναι ως οι παράγραφοι 1,2,5 και 6 του προσχεδίου της ένορκης δήλωσης που επισυνάπτεται στην αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα και αντίγραφο αυτής να δοθεί στον συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση. Εν όψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης, τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση μειωμένα κατά το ήμισυ. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο