← Κύπρος

AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMTED ν. Τράπεζας Κύπρου Δ.Ε. Λτδ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 6431/14, 20/2/2015

AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMTED ν. Τράπεζας Κύπρου Δ.Ε. Λτδ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 6431/14, 20/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6431/14 Μεταξύ: AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMTED Εναγόντων και

  1. Τράπεζας Κύπρου Δ.Ε. Λτδ.,
  2. Ελευθέριου Φιλίππου Εναγομένων ----------------- Αίτηση για Έκδοση Προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 7 Νοεμβρίου 2014 20 Φεβρουαρίου,
  3. Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κ. Κ. Βελάρης μαζί με κ. Γ. Παρμακλή Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 1: κ. Μ. Ηλιάδης μαζί με κα Α. Παπαδοπούλου Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-εναγόμενο 2: κ. Αντ. Ανδρέου μαζί με κ. Γ. Μίτλεττον ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι ο παραμερισμός του διοριστηρίου του εναγομένου 2 ως Παραλήπτη και Διαχειριστή των εναγόντων. Ζητούν δηλωτική απόφαση ότι ο διορισμός είναι άκυρος, καθότι το δικαίωμα ασκήθηκε κατά παράβαση του νόμου και ή των αρχών της Επιείκειας και ή κακή τη πίστη προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και η εξάσκησή του εμφορείτο από αλλότρια κίνητρα. Αξιώνουν επίσης διάταγμα ακύρωσης του διορισμού καθότι αυτός φαίνεται να έγινε μετά από παράνομη συνεννόηση μεταξύ των εναγομένων και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και για «. συνωμοσία με νόμιμα και ή παράνομα μέσα μεταξύ των Εναγομένων για πρόκληση ζημιάς στους Ενάγοντες και ή προς αποκόμιση σε βάρος τους οφειλών πέραν των όσων νόμιμα τυχόν δικαιούνται». Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Αιτητές-ενάγοντες, που θα αναφέρονται μετά απλώς ως οι «Αιτητές», ζητούν την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων. «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον Εναγόμενο 2 και οποιοδήποτε πρόσωπο δυνατό να έλκει από αυτόν δικαίωμα ή συμφέρον από του να εισέρχονται χωρίς την συγκατάθεση των Εναγόντων σε οποιαδήποτε υποστατικά των Εναγόντων ή με οποιονδήποτε τρόπο να επεμβαίνουν σε αυτά ή οτιδήποτε βρίσκεται σε αυτά ή να ασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο με την διοίκηση ή διαχείρισή τους ή οποιονδήποτε θέμα δυνατό να εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, της διεύθυνσης ή του προσωπικού τους. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον Εναγόμενο 2 ή οποιονδήποτε πρόσωπο έλκει από αυτόν δικαίωμα ή συμφέρον από του να ενεργεί σαν διαχειριστής ή παραλήπτης ή αντιπρόσωπος ή πρόσωπο έχον εξουσία να ασχολείται με την διοίκηση ή διαχείριση των Εναγόντων ή οποιανδήποτε άλλην ιδιότητα υπό την οποία να φαίνεται ή να παρουσιάζεται ότι ενεργεί εκ μέρους τους, μέχρις αποπεράτωσης της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους Εναγόμενους 1, ή εκπροσώπους ή υπηρέτες τους ή οποιοδήποτε πρόσωπο έλκον δικαίωμα ή συμφέρον από αυτούς την εξάσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που δυνατό να απορρέει προς αυτούς ή προς όφελός τους από τα Ομόλογα και/ή κυμαινόμενες επιβαρύνσεις ημερ. 24/11/09 και 25/11/09 τις οποίες οι Ενάγοντες παρεχώρησαν προς όφελος τους καθ΄ όσον θα αφορά τον διορισμό διαχειριστή ή παραλήπτη ή να ενεργούν μαζί ή σε συνεννόηση μαζί τους για οποιοδήποτε θέμα δυνατό να τους αφορά μέχρις εκδίκασης της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον σε οποιονδήποτε από τους Εναγόμενους να απευθύνεται προς οποιονδήποτε συνεργάτη των Εναγόντων στο εσωτερικό ή το εξωτερικό με το οποίο οι Ενάγοντες είχαν συμβατικές σχέσεις και να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε οποιανδήποτε από αυτές είτε με προσωπικές επαφές είτε με επιστολές είτε με ανακοινώσεις ή διαφημίσεις είτε διαφορετικά.» Ζητούν επίσης όπως το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς τη 13.11.2014 γίνει απόλυτο. Παραθέτω αυτούσιο το κείμενο του πιο πάνω διατάγματος: "ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ... ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ σε οποιονδήποτε από τους εναγόμενους να απευθύνεται προς οποιονδήποτε τουριστικό πράκτορα (tour operator) και ή τουριστικό αντιπρόσωπο με τους οποίους οι ενάγοντες συνεργάζονται στην Κύπρο και ή στο εξωτερικό και να επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε οποιανδήποτε από αυτές είτε με προσωπικές επαφές είτε με επιστολές είτε με ανακοινώσεις ή διαφημίσεις είτε διαφορετικά, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση των εναγόντων». Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Τάσου Αναστασιάδη, οικονομικού διευθυντή των Αιτητών. Συνοψίζω το περιεχόμενό της. Οι Αιτητές είναι δημόσια εταιρεία η οποία έχει την έδρα της στη Λάρνακα. Ασχολείται με τουριστικές και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και είναι ιδιοκτήτρια, ενοικιάστρια και διαχειρίστρια μεγάλου αριθμού ξενοδοχειακών μονάδων σε διάφορα μέρη της Κύπρου. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους τουριστικούς οργανισμούς στην Κύπρο, συνεργαζόταν με τουριστικούς πράκτορες του εξωτερικού για την αποστολή τουρισμού στην Κύπρο και απασχολούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο 800 περίπου υπαλλήλους. Οι εναγόμενοι 1, που θα αναφέρονται μετά ως «οι Καθ' ων η Αίτηση 1», είναι τραπεζικό ίδρυμα που ασκεί τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 είχαν μακρά συνεργασία με τους Αιτητές, τους θεωρούσαν ως ένα «εύρωστο οργανισμό» και τους «παρότρυναν συνεχώς προς συνεχείς επεκτάσεις με αύξηση της δανειοδότησής τους» και παρείχαν σε αυτούς τραπεζικές διευκολύνσεις. Οι Αιτητές, παράλληλα με τις δραστηριότητες τους στη ξενοδοχειακή βιομηχανία, είχαν εγγυηθεί υποχρεώσεις των θυγατρικών τους εταιρειών στον τομέα ανάπτυξης γης. Το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεών τους είναι περίπου 37 εκατομμύρια ευρώ. Οι Αιτητές είχαν συνεγγυηθεί επίσης, μαζί με τον «Όμιλο Εταιρειών Τζιοβάννη», έργα ανάπτυξης, το ύψος των οποίων ανερχόταν σε 12 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, θεωρούν ότι οι Αιτητές τους οφείλουν, συνεπεία των εγγυήσεων των τελευταίων στον τομέα ανάπτυξης γης, το ποσό των 54 εκατομμυρίων ευρώ. Στο πιο πάνω ποσό περιλαμβάνονται τόκοι έναντι ψηλών επιτοκίων και τόκοι υπερημερίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, πιέζουν τους Αιτητές «να αποδεχθούν το πιο πάνω ποσό καθ' ολοκληρία και χωρίς αμφισβήτηση επ' απειλή ολικής καταστροφής μέσω του Εναγόμενου 2». Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 απαίτησαν από τους Αιτητές το σύνολο του πιο πάνω ποσού, «.. με παράλληλα εξοντωτικά μέτρα που θα οδηγούσαν στην κατάρρευσή τους», χωρίς να στραφούν πρώτα προς τις πρωτοφειλέτιδες, χωρίς να ζητήσουν την εκποίηση των σχετικών υποθηκών στην οποία οι Αιτητές συγκατατίθενται και χωρίς να τους δώσουν χρόνο για αποπληρωμή του υπολοίπου, όπως προβλέπεται από τις εξαγγελίες της κυβέρνησης και τη νομοθεσία. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 αρνούνται να προβούν σε δίκαιη αναδιάρθρωση της εταιρείας και προσπαθούν να την εξαναγκάσουν να επωμισθεί υποχρεώσεις που θα έπρεπε να «διευκρινιστούν και ανασταλούν ή να παρασχεθεί χρόνος για την αποπληρωμή τους», παρακάμπτοντας τις νομοθετικές πρόνοιες και τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεων των Αιτητών είναι 184 εκατομμύρια ευρώ περίπου, ποσό που αντιστοιχεί στο ήμισυ περίπου των περιουσιακών τους στοιχείων. Τα περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων ανέρχονται σε 360 εκατομμύρια ευρώ. Τα χρέη των Αιτητών είναι εξασφαλισμένα με υποθήκες, οι ενυπόθηκες εξασφαλίσεις υπερκαλύπτουν τα χρέη. Πέραν των υποθηκών οι Αιτητές παραχώρησαν στους Καθ' ων η Αίτηση 1 δύο κυμαινόμενες επιβαρύνσεις. Η πρώτη ήταν για ποσό 50 εκατομμυρίων ευρώ και η δεύτερη για ποσό 20 εκατομμυρίων ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η δεύτερη κυμαινόμενη επιβάρυνση είχε παραχωρηθεί στην Marfin Popular Bank, τις εργασίες της οποίας ανέλαβαν οι Καθ' ων η Αίτηση
  4. Σύμφωνα με τους όρους των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, εάν οι Αιτητές παρέλειπαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους οι Καθ' ων η Αίτηση 1 είχαν δικαίωμα να ενεργοποιήσουν τα ομόλογα και να διορίσουν άμεσα παραλήπτη/ διαχειριστή. Η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα μας και κορυφώθηκε το Μάρτιο του 2013 επέφερε σοβαρά πλήγματα και ζημιές στους Αιτητές οι οποίες στον τομέα ανάπτυξης γης ήταν καταστροφικές. Πέραν τούτου, η Κεντρική Τράπεζα άλλαξε τον ορισμό «μη εξυπηρετούμενα δάνεια», με αποτέλεσμα οι δανειακές υποχρεώσεις των Αιτητών να καταστούν μη εξυπηρετούμενες. Στην παράγραφο 12

(2)της ένορκης δήλωσης του αναφέρει τα πιο κάτω, τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «12.2 Αποκύημα της κρίσης σε συνδυασμό με την ανεξήγητη, αδικαιολόγητη και απρόβλεπτη αλλαγή του ορισμού των μη εξυπηρετουμένων δανείων που η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου επέφερε κατά το Μάρτιο του 2012 ήταν να καταστούν οι δανειακές υποχρεώσεις της εταιρείας μη εξυπηρετούμενες παρά την εξασφάλιση που είχαν. Σημειώνεται ότι μέχρι τον Μάρτιο 2012 πλήρως εξασφαλισμένα δάνεια δεν εθεωρούντο μη εξυπηρετούμενα έστω και αν υπήρχαν καθυστερήσεις στις δόσεις τους. Από τον Μάιο 2012 όμως αυτά καθίσταντο μη εξυπηρετούμενα αν δόσεις γι΄ αυτά εκαθυστερούντο πέραν των 90 ημερών.» Παρά τα πλήγματα που έχουν υποστεί οι Αιτητές, αυτοί κατόρθωσαν να διατηρηθούν ως βιώσιμη επιχείρηση και συνέχισαν τις ξενοδοχειακές και τουριστικές δραστηριότητές τους με κερδοφορία. Η ζημιά όμως που είχαν υποστεί οι Αιτητές στον τομέα ανάπτυξης γης έφερε «μεγάλη ανισοσκέλεια στην οικονομική κατάσταση της εταιρείας». Για να προστατευθεί το «υγιές μέρος της επιχείρησης τους» κατά ή περί την 18/8/2014 οι Αιτητές ενοικίασαν έξι ξενοδοχειακές μονάδες στην εταιρεία Marismare Ltd, που ανήκει στη σύζυγο του μετόχου των Αιτητών. Η πρόθεσή τους για ενοικίαση των ξενοδοχείων είχε αποκαλυφθεί και στον ελεγκτικό οίκο Deloitte, ο οποίος είχε διορισθεί με υπόδειξη των Καθ' ων η Αίτηση 1 για διενέργεια οικονομικού ελέγχου της εταιρείας. Εξάλλου, ήταν οι ίδιοι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 που είχαν εισηγηθεί στους Αιτητές να μεταβιβάσουν τα εν λόγω ξενοδοχεία σε τρίτη εταιρεία για σκοπούς προστασίας (ring-fencing). Μετά τις αποφάσεις του Eurogroup του 2013 και τις Οδηγίες/Κανονισμούς που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για αναδιάρθρωση των δανείων, οι Αιτητές ζήτησαν από τους διαφόρους δανειστές τους, μεταξύ των οποίων ήταν και οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1, να προβούν σε αναδιάρθρωση των δανείων τους. Οι Αιτητές και οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 είχαν διάφορες επαφές για το θέμα αυτό και στα πλαίσια των επαφών αυτών ετοιμάστηκε, μετά από απαίτηση των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, έκθεση βιωσιμότητας της εταιρείας, ήτοι των Αιτητών, από τον ελεγκτικό οίκο Deloitte, τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση, ως παρουσιάζεται μέσα από την Ένορκη Δήλωση, «. τα εισοδήματα από τα ξενοδοχεία για τα οποία υπάρχουν οφειλές προς τους Εναγομένους 1 υπολείπονται €2 εκατομμύρια το χρόνο για να εξυπηρετηθούν». Ενώ οι επαφές για επίτευξη αναδιάρθρωσης των δανείων συνεχίζονταν, ομάδα προσώπων, με επικεφαλή τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2, «επέδραμε» στους χώρους εργασίας των Αιτητών και παρέδωσε σε αυτούς απαίτηση για άμεση πληρωμή του ποσού των €119.815.402 και επιστολή με την οποία οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 τους πληροφορούσαν ότι είχαν διορίσει τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2 διαχειριστή/παραλήπτη των Αιτητών, σύμφωνα με τα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Τους παρέδωσε επίσης επιστολή με την οποία απαιτούσε την άμεση παράδοση της εταιρείας, καθώς και ο,τιδήποτε αφορούσε αυτή και αριθμό συνδεδεμένων εταιρειών, των οποίων οι υποχρεώσεις δεν καλύπτονταν από τα πιο πάνω ομόλογα. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 απαίτησαν την άμεση πληρωμή εκ μέρους των Αιτητών του πιο πάνω ποσού των €119.815.402, «.. μαζί με δέσμη παρομοίων απαιτήσεων για συνδεδεμένες εταιρείες για διάφορα ποσά, οι υποχρεώσεις των οποίων όμως δεν εκαλύπτονταν από εν λόγω ομόλογα». Ο ομνύοντας αναφέρει επίσης ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2, πριν καν κοινοποιήσει την επιστολή διορισμού του, είχε ήδη επικοινωνήσει με τις τράπεζες, στις οποίες οι Αιτητές διατηρούσαν λογαριασμούς και ζήτησε τη δέσμευση των λογαριασμών αυτών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα ρευστότητας στην εταιρεία. Επικοινώνησε επίσης με τους προμηθευτές των Αιτητών, έθεσε υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα της εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και αυτό είχε ως συνέπεια τον τερματισμό των πιστώσεων. Επικοινώνησε επίσης με τους τουριστικούς πράκτορες του εξωτερικού, με τους οποίους συνεργάζονταν οι Αιτητές, και τους πληροφόρησε ότι η εταιρεία ήταν υπό διαχείριση, και κατ΄ επέκταση αφερέγγυα. Αυτό ανησύχησε τους τουριστικούς πράκτορες, παράλληλα όμως θεώρησαν σκόπιμο να το εκμεταλλευθούν. Έθεσαν μεγαλύτερες απαιτήσεις στις διαπραγματεύσεις που βρίσκονταν σε εξέλιξη για ανανέωση των συμβάσεων και ανέστειλαν ή ανέβαλαν πληρωμές προς τους Αιτητές. Πέραν των πιο πάνω, οι τουριστικοί πράκτορες, με τους οποίους ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 είχε επικοινωνία, σταμάτησαν τις πληρωμές προς την εταιρεία, τόσο τις πληρωμές για υπηρεσίες που είχαν ήδη προσφερθεί, όσο και τα ποσά των προκαταβολών που αφορούσαν συμφωνημένες μελλοντικές υπηρεσίες. Σε περίπτωση δε που τα «υπό διαπραγμάτευση συμβόλαια» δεν ανανεώνονταν, η εταιρεία «θα παρέμενε μετέωρη κατά την επομένη τουριστική περίοδο». Οι Αιτητές θεωρούν ότι ο διορισμός του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 ως διαχειριστή ήταν «πρόωρος», καθότι η εταιρεία ήταν σε θέση, με την κατάλληλη αναδιάρθρωση των δανείων της, να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Ο διορισμός του διαχειριστή υπό τις περιστάσεις ήταν «καταπιεστικός και καταστροφικός» για την εταιρεία και στόχευε στην άσκηση πίεσης στους Αιτητές για να αποδεχθούν, χωρίς αμφισβήτηση, «παρεμφερείς υποχρεώσεις τρίτων». Πέραν τούτου, ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 δεν έχει τα προσόντα και την πείρα να διαχειριστεί τη συγκεκριμένη επιχείρηση και δεν μπορεί να θεωρείται ως ανεξάρτητο πρόσωπο καθότι είναι συνέταιρος στον ελεγκτικό οίκο Deloitte και έλαβε μέρος στην προετοιμασία της έκθεσης, Τεκμήριο
  2. Είναι η θέση των Αιτητών ότι αν ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 «.. αφεθεί να συνεχίσει την πιο πάνω συμπεριφορά», η εταιρεία θα καταστραφεί εντελώς και η περιουσία της θα εξανεμιστεί ή θα διατεθεί σε εξευτελιστικές τιμές. Επιδίωξη των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 είναι να καταστρέψουν την εταιρεία και να διαθέσουν τα περιουσιακά της στοιχεία σε άτομα της επιλογής τους, έναντι ανταλλάγματος που οι ίδιοι θα αποφασίσουν. Οι ενέργειες των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ήταν «προμελετημένες και προσχεδιασμένες», οδηγούνταν από αλλότρια κίνητρα και σκοπό είχαν τη διάλυση και την πλήρη καταστροφή της εταιρείας. Οι «αλλότριοι σκοποί» διευκρινίζονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση και περιλαμβάνουν την επιφόρτιση της εταιρείας με παρεμφερείς υποχρεώσεις τρίτων τις οποίες οι Αιτητές έχουν εγγυηθεί, οι οποίες θα καθιστούσαν την οποιαδήποτε αναδιάρθρωση ανέφικτη και μη βιώσιμη. Οι παρεμφερείς υποχρεώσεις συνίστανται σε εγγυήσεις προς εταιρείες ανάπτυξης γης, οι οποίες έχουν προστεθεί αυθαίρετα στις οφειλές των Αιτητών. Έχει επίσης προστεθεί δάνειο πολλών εκατομμυρίων ευρώ που έλαβε ο διευθυντής της εταιρείας και το οποίο εγγυήθηκε η εταιρεία. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά και σε άλλες δικαστικές διαδικασίες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Αναφορά στις διαδικασίες αυτές θα γίνει, στο βαθμό που κρίνεται σκόπιμο, σε κατοπινό στάδιο. Καταχωρήθηκαν δύο ξεχωριστές ενστάσεις από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2, οι λόγοι όμως που επικαλούνται σε αυτές είναι σχεδόν ταυτόσημοι. Είναι η θέση αμφοτέρων ότι, εφόσον οι Αιτητές είναι υπό διαχείριση, ο μόνος που δικαιούται να ενάγει είναι ο διαχειριστής αυτής, ήτοι ο Καθ΄ ου η Αίτηση
  3. Οι ένορκες δηλώσεις δε που υποστηρίζουν την Αίτηση, είναι αντικανονικές καθότι το πρόσωπο που τις υπογράφει δεν έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως από τον Καθ΄ ου η Αίτηση
  4. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η εγγύηση που έχει δοθεί είναι παράνομη, καθότι κατατέθηκε από πρόσωπο που δεν είναι εξουσιοδοτημένο από την ενάγουσα εταιρεία και ή από πρόσωπο άλλο από την ενάγουσα εταιρεία. Τα ζητήματα που εγείρονται στην Αίτηση αποτελούν δεδικασμένο και το διάταγμα «προσκρούει» στο ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε την 16.10.2014 στην αγωγή 2470/
  5. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9
(3)του Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Ν.14/60 και ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Έλληνα, υπαλλήλου των Καθ΄ ων η Αίτηση
  1. Ο ομνύοντας απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Αιτητών που αφορούν τις οικονομικές υποχρεώσεις των τελευταίων προς τους Καθ΄ ω η Αίτηση 1, όσο και τις ενέργειες που έγιναν για αναδιάρθωση των δανείων των Αιτητών. Απορρίπτει επίσης τη θέση των Αιτητών ότι ενήργησαν κακόπιστα και προμελετημένα με σκοπό να καταστρέψουν την εταιρεία. Από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Έλληνα προκύπτει ότι οι επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις δεν είχαν καταστεί «ξαφνικά» μη εξυπηρετούμενες λόγω της αλλαγής του ορισμού «εξυπηρετούμενα δάνεια» από την Κεντρική Τράπεζα, ως ήταν η θέση των Αιτητών, αλλά λόγω του γεγονότος ότι οι Αιτητές και οι εταιρείες συνδεδεμένες με αυτές, τα τελευταία δύο έτη σταμάτησαν να καταβάλλουν τις δόσεις τους και να τηρούν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Επισυνάπτεται πίνακας, τεκμήριο 9, στον οποίο περιγράφονται οι καθυστερήσεις αυτές. Το σύνολο των καθυστερήσεων υπερβαίνει τα 45 εκατομμύρια ευρώ. Στον ίδιο πίνακα καταγράφονται και τα ποσά που οφείλονται στους Αιτητές, το σύνολο των οποίων υπερβαίνει τα 197 εκατομμύρια ευρώ. Οι ενυπόθηκες εξασφαλίσεις, σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης, δεν καλύπτουν τα πιο πάνω οφειλόμενα ποσά. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που έγιναν εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση, στις οποίες ακολουθήθηκε η μεθοδολογία και οι οδηγίες που είχαν δοθεί από την Κεντρική Τράπεζα, η συνολική αξία των ενυπόθηκων ακινήτων, σε περίπτωση πώλησης στην ελεύθερη αγορά, ανέρχεται σε €173.300.000, ενώ σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης σε €117.400.
  2. Την αδυναμία των Αιτητών να αντεπεξέλθουν στις δανειακές τους υποχρεώσεις είχε διαπιστώσει και ο ελεγκτικός οίκος Deloitte, στον οποίο, ως ανάφερα και ανωτέρω, είχε ανατεθεί η ετοιμασία έκθεσης αναφορικά με τη βιωσιμότητα της εταιρείας. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι το Δικαστήριο είχε παραπλανηθεί σε σχέση με το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής, καθότι το τεκμήριο 7 που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αποτελεί το «προσχέδιο», η τελική έκθεση είναι το τεκμήριο 10 που επισυνάπτεται στην ένσταση. Το τεκμήριο 10 δεν είχε αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο. Στο τεκμήριο 10 επισημαίνεται ότι ο όμιλος εταιρειών δεν ήταν κερδοφόρος και δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις δανειακές του υποχρεώσεις και τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του. Στη σελίδα 7 της έκθεσης διαβάζουμε τα πιο κάτω: «. the medium form security value is in the region of €75m to €100m which is well below the debt.» Και στη σελίδα 14: «The cash flow arising from the hotels under BOC security net is not sufficient to support management's proposal beyond FY2015.» Και στη σελίδα 16: «. Deloitte's view is that the level of debt sustainable for the company is around €60m.» Σε σχέση με τις προσπάθειες που έγιναν για αναδιάρθρωση των δανειακών υποχρεώσεων των Αιτητών, ο ομνύοντας παραδέχεται ότι αυτές έλαβαν χώρα, αρνείται όμως ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση προσπάθησαν να «φορτώσουν» στις οφειλές των Αιτητών το ποσό των εγγυήσεων που είχαν δοθεί προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Napaland Estates Ltd η οποία ανήκει κατά 50% στον όμιλο εταιρειών Τζιοβάννη. Σε σχέση με εκείνες τις δανειακές υποχρεώσεις, είχε γίνει ξεχωριστή πρόταση για την αναδιάρθρωσή τους. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής επισυνάπτεται το τεκμήριο
  3. Το τεκμήριο 5 είναι επιστολή των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, ημερομηνίας 1.9.2014, προς την πρωτοφειλέτιδα του συγκεκριμένου δανείου, Napaland Estates Ltd, με την οποία την ενημερώνουν ότι η αίτησή της έγινε αποδεκτή και δόθηκε «παράταση στη λήξη του δανείου αρ. 018313006227 μέχρι 31/07/2016.» Το γεγονός ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ενεργούσαν καλόπιστα, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι αντί να τερματίσουν τη λειτουργία των επιδίκων τραπεζικών λογαριασμών, από το 2013, όταν οι Αιτητές σταμάτησαν να ανταποκρίνονται στις τραπεζικές τους υποχρεώσεις, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 επέλεξαν καλόπιστα, με «κάθε ειλικρινή πρόθεση», να «εμπλακούν σε διαπραγματεύσεις» μαζί τους για τη διάσωση της εταιρείας. Ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν, ο μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Γιάννης Παναγή και η σύζυγός του Μαρία Μηλιώτου Παναγή, προέβησαν σε διάφορες συμφωνίες με τη Marismare Ltd. Πρόθεσή τους ήταν η αποξένωση σημαντικών περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και ή το ενεργητικό των επιχειρήσεών της, «.. με σκοπό να καταδολιεύσουν την Καθ΄ ης η Αίτηση 1, να απομειώσει την αξία των εξασφαλίσεων της και να της προκαλέσει οικονομική βλάβη». Κύριος μέτοχος της εταιρείας Marismare Ltd είναι η Μαρία Μηλιώτου Παναγή. Η σύναψη των πιο πάνω συμφωνιών αντίκειτο στους όρους 13 και 14 των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, οι οποίοι απαγόρευαν ρητά την αποξένωση, επιβάρυνση, εκχώρηση, δέσμευση ή ενοικίαση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση των Καθ΄ ων η Αίτηση
  4. Οι Αιτητές δεν εξασφάλισαν τη γραπτή έγκριση των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 προτού προχωρήσουν στη συνομολόγηση των πιο πάνω συμφωνιών με τη Marismare Ltd. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 απορρίπτουν τη θέση των Αιτητών ότι οι τελευταίοι τους είχαν προτείνει να λάβουν μέρος στο μετοχικό κεφάλαιο της Marismare Ltd και στη διεύθυνση αυτής. Ενόψει όλων των πιο πάνω, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 τη 13.10.2014, ασκώντας τα δικαιώματά τους με βάση τα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης, διόρισαν τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2, παραλήπτη/διαχειριστή της εταιρείας. Ο διορισμός του κρίθηκε αναγκαίος για να προστατευθούν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και να εμποδιστεί η παράνομη αποξένωσή τους, για να διασφαλιστεί κατά το δυνατό η οικονομική της βιωσιμότητα και για να αποπληρωθούν οι οικονομικές της υποχρεώσεις. Οι Αιτητές δεν επέτρεπαν στον Καθ΄ ου η Αίτηση 2 να εισέλθει στα γραφεία της εταιρείας και να λάβει κατοχή των περιουσιακών της στοιχείων. Λήφθηκαν δικαστικά μέτρα εναντίον της εταιρείας και τριών άλλων προσώπων και την 16.10.2014 εκδόθηκε το πιο κάτω διάταγμα, στα πλαίσια της αγωγής 2470/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το οποίο έγινε απόλυτο την 27.10.
  5. Το παραθέτω αυτούσιο: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ .. ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στην εταιρεία Aqua Sol Hotels Public Company Limited ή και δια των αξιωματούχων ή και υπαλλήλων ή και αντιπροσώπων ή και υπηρετών ή και εντολοδόχων της από του να εμποδίζει τον Ελευθέριο Ν. Φιλίππου ή και οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους ή και για λογαριασμό του από του να εισέρχεται εντός του εγγεγραμμένου γραφείου της στην οδό Αποστόλου Βαρνάβα 10, Pelagos House, στη Λάρνακα ή και άλλα γραφεία ή ακίνητα της με σκοπό την ανάληψη κατοχής ολοκλήρου του ενεργητικού της με σκοπό την παραλαβή και διαχείριση του, ..» Είναι η εισήγηση του ομνύοντα ότι είναι οι Αιτητές που ενήργησαν κακόπιστα με σκοπό την εξαπάτηση των Καθ΄ ων η Αίτηση και όχι οι ίδιοι. Τους παραπλάνησαν ότι οι διαπραγματεύσεις γίνονταν για να καταλήξουν σε κάποιο δίκαιο συμβιβασμό, ενώ πραγματικός σκοπός τους ήταν να αποξενώσουν και να μεταβιβάσουν παράνομα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, έτσι ώστε να βρεθούν «. εκτός της εμβέλειας της Καθ΄ ης η Αίτηση 1». Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή του περιγράφει τα ό,σα έλαβαν χώρα τη 13.10.2014, όταν προσπάθησε να εισέλθει στα γραφεία των Αιτητών μαζί με άλλους συνεργάτες του. Υπάλληλοι των Αιτητών αρνήθηκαν να του δώσουν τη κατοχή των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Ενόψει τούτου προχώρησε με τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους. Ανάμεσα στα μέτρα που έλαβε ήταν η εξασφάλιση του πιο πάνω δικαστικού διατάγματος. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 κάνει εκτενή αναφορά στην εταιρεία Marismare Ltd και ιδιαίτερα στην ενοικίαση στην τελευταία οκτώ ξενοδοχείων που ανήκαν στην Aqua Sol Hotels Public Company Ltd, ήτοι στους Αιτητές. Είναι η θέση του ότι η ενοικίαση των οκτώ ξενοδοχείων αποσκοπεί στην αποξένωση των περιουσιακών αυτών στοιχείων από την Εταιρεία με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών της Εταιρείας και ειδικότερα της Τράπεζας Κύπρου, ήτοι των Καθ΄ ων η Αίτηση
  6. Οι τελευταίοι ουδέποτε συγκατατέθηκαν στην ενοικίαση των εν λόγω ξενοδοχείων. Η Marismare Ltd απέστειλε επιστολές προς τους τουριστικούς πράκτορες και τους ζήτησε όπως καταβάλουν όλα τα οφειλόμενα ποσά προς την Εταιρεία, σε λογαριασμούς της Marismare Ltd. Σχετική είναι η επιστολή τεκμήριο
  7. Ο ίδιος θεώρησε καθήκον του, ως διαχειριστής της Εταιρείας, να απευθύνει επιστολές προς τους τουριστικούς πράκτορες που διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις με τα ξενοδοχεία, στις οποίες τους ανάφερε ότι οι συμφωνίες ενοικίασης των ξενοδοχείων στη Marismare Ltd ήταν άκυρες και τους ζητούσε να προβληματιστούν κατά πόσο θα έπρεπε να καταβάλουν οποιαδήποτε ποσά προς την τελευταία. Είναι η θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 ότι το επίδικο διάταγμα που έχει εκδοθεί μονομερώς, «... ουσιαστικά επιβάλλει την παρανομία και παράλληλα αποκλειστικά εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Marismare Ltd», υποβοηθεί την αποξένωση ουσιαστικών περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. Η οποιαδήποτε επικοινωνία του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 με τους τουριστικούς πράγκτορες εκ μέρους της Εταιρείας, δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην Εταιρεία, αλλά ενδεχομένως να προκαλέσει ζημιά στη Marismare Ltd που προσπαθεί να «υφαρπάξει» τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας και τις «συμφωνίες της με τους τουριστικούς πράκτορες». Λίγες μέρες πριν το διορισμό του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 ως διαχειριστή της Εταιρείας, ποσό €965.409,27 μεταφέρθηκε από την Αιτήτρια προς τη Marismare Ltd, δόλια, χωρίς οποιαδήποτε εμπορική αιτιολογία. Εισηγείται, μεταξύ άλλων, ότι ο διορισμός του έγινε δυνάμει διοικητικής πράξης και η καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής ισοδυναμεί με «κατάργηση» της εν λόγω πράξης. Πέραν τούτου, τα διατάγματα που αιτούνται οι Αιτητές «θα ακυρώσουν κατά μέγιστο μέρος το διάταγμα που έκδωσε το Δικαστήριο, το οποίο έγινε απόλυτο στις 27.10.2014». Η αγωγή, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, είναι «στην ουσία άκυρη και νομικά ανυπόστατη», καθότι δεν υπάρχει νόμιμος διορισμός δικηγόρου και νόμιμη αντιπροσώπευση της εταιρείας. Ο ίδιος ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιονδήποτε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Το ίδιο ισχύει και για την ένορκη δήλωση του Τάσου Αναστασιάδη, αυτός δεν εξουσιοδοτήθηκε από τον Καθ΄ ου η Αίτηση να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση και ως εκ τούτου αυτή θα πρέπει να αγνοηθεί. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το θέμα της δικαιοδοσίας, ήτοι ότι ο διορισμός του Παραλήπτη/Διαχειριστή αποτελεί διοικητική πράξη και κατ΄ επέκταση το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να δικάσει την παρούσα υπόθεση, εγκαταλείφθηκε από την Υπεράσπιση και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ επί του συγκεκριμένου θέματος. Περιορίζομαι απλώς να επισημάνω ότι ο διορισμός αυτός δεν έγινε από διοικητικό όργανο, αλλά από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1, ο διορισμός έγινε δυνάμει ιδιωτικής συμφωνίας και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα ο διορισμός να αποτελεί διοικητική πράξη. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η εισήγηση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι αρμόδιο πρόσωπο να καταχωρήσει την υπό κρίση αγωγή ήταν ο ίδιος ο διαχειριστής, ήτοι ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2, και όχι η εταιρεία, ήτοι οι Αιτητές, και ότι ο ομνύοντας Τάσος Αναστιασιάδης θα έπρεπε να είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του διαχειριστή, προτού καταχωρήσει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Στην ουσία, εκείνο που εισηγούνται, είναι ότι ο μόνος αρμόδιος να καταχωρήσει την υπό κρίση αγωγή, αντικείμενο της οποίας είναι η απομάκρυνση του διαχειριστή, είναι ο ίδιος ο διαχειριστής και αυτός ήταν και ο μόνος αρμόδιος να δώσει τη συγκατάθεσή του στην καταχώρηση της ένορκης δήλωσης. Σημειωτέον ότι στην ένορκη δήλωση ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα. Η εισήγηση αυτή, από μόνη της, είναι παράδοξη. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ζητούν από το Δικαστήριο να δεχθεί ότι το μόνο άτομο που θα μπορούσε να καταχωρήσει την υπό κρίση αγωγή είναι ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2, με απλά λόγια, ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 θα έδιδε οδηγίες να καταχωρηθεί αγωγή εναντίον του εαυτού του. Ο διορισμός ενός προσώπου ως διαχειριστή μιας επιχείρησης δεν αναστέλλει όλες τις εξουσίες των διευθυντών της εταιρείας. Οι εξουσίες του διαχειριστή δεν είναι ταυτόσημες με τις εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου[1]. Στην περίπτωση διορισμού Παραλήπτη και Διαχειριστή του ενεργητικού μιας εταιρείας δυνάμει συμφωνίας, το εταιρικό σχήμα της εταιρείας παραμένει ανεπηρέαστο και, παρά το γεγονός ότι η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων φεύγει από τα χέρια των αξιωματούχων της εταιρείας, αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, έχοντας τα συνήθη από το νόμο καθήκοντα να διεκπεραιώσουν[2]. Οι εξουσίες του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 περιγράφονται στους όρους 10 και 11 των δύο ομολόγων. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2, ως εκ της θέσης του ως Διαχειριστής/Παραλήπτης, ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας και είχε τόσο τις εξουσίες όσο και το δικαίωμα να πράττει καθετί το οποίο παραλήπτης/διαχειριστής νομίμως δικαιούται να κάμει και το οποίο θεωρείται αναγκαίο για τη διεξαγωγή της εργασίας της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των πιο κάτω: «(α) Να λαμβάνει κατοχήν και ρευστοποιή και εισπράττη ολόκληρον ή οιονδήποτε μέρος του ρηθέντος ενεργητικού και προς τον σκοπόν τούτον να προβαίνη εις οιαδήποτε διαβήματα επ΄ ονόματι της Εταιρείας ή άλλως, ως ήθελε θεωρήσει αναγκαίον ή σκόπιμον. (β) Να διεξάγη ή συντελή ώστε να διεξάγηται η εργασία της Εταιρείας και να συνάπτη δάνεια από την Τράπεζαν ή από άλλους, εξασφαλίζων ταύτα δι΄ ολοκλήρου ή οιουδήποτε μέρους του ρηθέντος ενεργητικού. (γ) Να πωλή ή ενοικιάζη ή συντελή ώστε να πωληθή ή ενοικιασθή οιονδήποτε μέρος του ρηθέντος ενεργητικού ή άλλως πως διαθέτη τούτο υπό τοιούτους όρους ως ήθελε θεωρήσει συμφέροντας διά την Τράπεζαν. (δ) Να προβαίνη εις οιασδήποτε διευθετήσεις ή συμβιβασμούς τους οποίους ήθελε θεωρήσει συμφέροντας. (ε) Να προβαίνη εις οιασδήποτε επισκευάς, βελτιώσεις και ασφαλίσεις του ρηθέντος ενεργητικού ή οιουδήποτε μέρους τούτου ως ήθελε θεωρήσει αναγκαίον ή σκόπιμον. (στ) Να προβαίνη εις κλήσεις, είτε υπό όρους είτε άνευ όρων, προς τα μέλη της Εταιρείας, προς καταβολήν μέρους ή ολόκληρου του μήπω κληθέντος κεφαλαίου, έχων τας αυτάς εξουσίας διά τον σκοπόν τούτον και προς τον σκοπόν της επιβολής της πληρωμής οιασδήποτε γενομένης κλήσεως, οίας οι Κανονισμοί της Εταιρείας παραχωρούν εις τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ταύτης, αποκλεισμένης της προς τούτο εξουσίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι εξουσίες του Παραλήπτη/Διαχειριστή αφορούν τη διαχείριση του ενεργητικού της εταιρείας. Ο διαχειριστής δύναται να καταχωρήσει αγωγή όταν αντικείμενο αυτής είναι η περιουσία της εταιρείας την οποία ανέλαβε να διαχειρίζεται, αυτό όμως δεν εξυπακούει ότι η εταιρεία εμποδίζεται να καταχωρήσει αγωγή και να αμφισβητήσει το διορισμό του διαιτητή[3], όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Newhart Developments Ltd v. Co-operative Commercial Bank Ltd[4]: ". It is perhaps interesting to note in passing that when a liquidator is appointed, certainly in a winding-up by the court, the powers of the directors immediately cease by statutory provisions. There is no such provision in relation to the appointment of a receiver, whose duty is to protect the interests of the mortgagee or debenture holders, as the case may be. Insofar as it is requisite and necessary for him, in the course of his dealing with the assets of the company, bringing them in and realising them and so on, to bring actions as well, he is empowered to do so by the debenture trust deed in the name of the company. That makes it possible for him to institute such proceedings without exposing himself to the risk of a liability for costs if those proceedings should fail. But the provision in the debenture trust deed giving him that power is an enabling provision which invests him with the capacity to bring an action in the name of the company. It does not divest the directors of the company of their power, as the governing body of the company, of instituting proceedings in a situation where so doing does not in any way impinge prejudicially on the position of the debenture holders by threatening or imperilling the assets which are subject to the charge". Χρήσιμη είναι και η πιο κάτω αναφορά που γίνεται από το Χ. Μαλαχτό, Π.Ε.Δ., στη Λευτέρης Φιλίππου Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας Aqua Sol Hotels Public Company Ltd v. Aqua Sol Hotels Public Company Ltd κ.ά.[5]: «Όμως παρά το διορισμό του Παραλήπτη Διαχειριστή, οι διευθυντές της Εταιρείας διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας και δεν μπορούν να προωθήσουν διαδικασία για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του διορισμού του παραλήπτη (Hawkesbury Development Co. Ltd v. Landmark Finance Pty Ltd
(1962)92 WN (NSW) 199, New South Wales, Paramount Acceptance Co. Ltd v. Souster [1981] 2 NZLR 38, CA of New Zealand». Καταλήγω ότι η εταιρεία νομιμοποιείτο να καταχωρήσει την υπό κρίση αγωγή. Oι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται περαιτέρω ότι τα υπό κρίση ζητήματα αποτελούν δεδικασμένο και το διάταγμα που εκδόθηκε «προσκρούει» στο ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε από τον αδελφό Δικαστή Χ. Μαλακτό, Π.Ε.Δ., την 16.10.2014, στα πλαίσια της αγωγής 2470/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Αντικείμενο της πιο πάνω διαδικασίας ήταν κατά πόσο «δικαιούτο ο Παραλήπτης/Διαχειριστής να μην εμποδίζεται από την εταιρεία από του να εισέρχεται στα υποστατικά της και να λαμβάνει τον έλεγχο και φυσική κατοχή των εγγράφων της». Η νομιμότητα του διορισμού του διαχειριστή, που είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, δεν είχε προσβληθεί όμως, και ως εκ τούτου δεν εξετάστηκε από το Δικαστήριο. Το διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο μονομερώς από αδελφό Δικαστή, στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, και στη συνέχεια έγινε απόλυτο, αφορούσε συγκεκριμένο θέμα, ήτοι κατά πόσο ο νεοδιορισθείς Παραλήπτης/Διαχειριστής, είχε δικαίωμα να εισέλθει στα γραφεία της εταιρείας και να λάβει τον έλεγχο και τη φυσική κατοχή των εγγράφων της και καμία σχέση είχε με το δικαίωμα του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 να επικοινωνεί με τουριστικούς πράκτορες. Κατά το χρόνο που εκδόθηκε το πιο πάνω διάταγμα, δεν είχε εγερθεί οποιοδήποτε πρόβλημα με τουριστικού πράκτορες. Περαιτέρω επισημαίνω ότι στην απόφαση τονίζεται, σε δύο περιπτώσεις, ότι ο διορισμός του διαχειριστή δεν αποτελούσε αντικείμενο εξέτασης. Στις σελ. 9-10 της απόφασης διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Παραστατικά υπάρχουν τρία επίπεδα. Το πρώτο είναι ο διορισμός του Παραλήπτη Διαχειριστή. Το δεύτερο είναι ότι προκύπτουν δικαιώματα στο διορισθέντα Παραλήπτη Διαχειριστή. Το τρίτο είναι το περιεχόμενο των δικαιωμάτων. Σε αυτά βρίσκεται το εκδοθέν διάταγμα. Δηλαδή, δικαιούται ο Παραλήπτης Διαχειριστής να μην εμποδίζεται από την Εταιρεία από του να εισέρχεται στα υποστατικά της και να λαμβάνει τον έλεγχο και φυσική κατοχή των εγγράφων της. Τα τελευταία δύο επίπεδα είναι απρόσβλητα. Ουδείς αμφιβάλλει γι΄ αυτά. Θα ανατραπούν μόνο εάν ανατραπεί το πρώτο επίπεδο. Και όμως οι Καθ΄ ων η Αίτηση επιδιώκουν ανατροπή του συγκεκριμένου δικαιώματος χωρίς να αγγίζουν το πρώτο επίπεδο, απλά λέγοντας ότι αμφισβητούν το διορισμό, χωρίς να προωθούν διαδικασία προσβολής του. Όσο, όμως, και αν τον αμφισβητούν, στην απουσία διαδικασία για την ακύρωση του παραμένει το υπόβαθρο κρίσης της Αίτησης.» Και στις σελ. 18-19: «Η προσέγγιση των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι ανορθόδοξη. Η ορθή τάξη πραγμάτων είναι αντίστροφη. Δοθέντος του διορισμού Παραλήπτη Διαχειριστή η Εταιρεία, συμμορφούμενη με τις νομοθετικές πρόνοιες, όφειλε να επιτρέψει στον Παραλήπτη Διαχειριστή απρόσκοπτη πρόσβαση στα γραφεία και έγγραφα της. Εφόσον, όμως, αμφισβητούσε την ορθότητα, νομότυπο ή δίκαιο του διορισμού μπορούσε να προσφύγει άμεσα στη δικαιοσύνη αξιώνοντας τη θεραπεία της ακύρωσης του διορισμού, εξαιτούμενη ενδιάμεσο διάταγμα που να του απαγορεύει να εισέρχεται στα γραφεία της και να λαμβάνει τον έλεγχο και κατοχή των εγγράφων της μέχρι την επίλυση του ζητήματος της αμφισβήτησης του διορισμού του». Ενόψει των πιο πάνω, η εισήγηση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί δεδικασμένο απορρίπτεται. Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Καθήκον του είναι να διαπιστώσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  1. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αποφασίζει σοβαρά και περίπλοκα επίδικα θέματα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς[6] και πρέπει να αποφύγει να αξιολογήσει τη μαρτυρία. Το έργο αυτό διεξάγεται όταν εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης. Η αξιολόγηση γίνεται μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των τριών προϋποθέσεων, κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ήτοι συζητήσιμη υπόθεση, αν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας και αν θα είναι δύσκολο σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, όπως κατ΄ επανάληψη έχει τονιστεί, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η διατύπωση αιτίας αγωγής δεν είναι από μόνη της αρκετή. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψη ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας[7]. Το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα[8]. Η υποχρέωση απόδειξης των αμφισβητουμένων γεγονότων βαρύνει σε όλα τα στάδιο τους ενάγοντες-Αιτητές[9]. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι Αιτητές υπέγραψαν τα δύο επίδικα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης, τεκμήρια 2 και 3 στην Αίτηση. Και τα δύο ομόλογα περιείχαν πρόνοια ότι σε περίπτωση που η Τράπεζα, ήτοι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1, ζητήσει γραπτώς την πληρωμή εν όλω ή εν μέρει οιασδήποτε των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται από τα ομόλογα και η Εταιρεία παραλείψει να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της πιο πάνω ειδοποίησης, τότε η Τράπεζα δύναται να διορίσει Παραλήπτη και Διαχειριστή της Εταιρείας. Διαχειριστής και Παραλήπτης δύναται να διοριστεί και στις περιπτώσεις που η Εταιρεία ήθελε παύσει ή αναστείλει την πληρωμή οιουδήποτε των χρεών αυτής ή παραβεί οιανδήποτε συμφωνία ή όρο του ομολόγου. Σχετικές είναι οι παραγράφοι 8 και 9 του τεκμήριου 2, και 8, 9 και 10 του τεκμηρίου
  2. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχουν αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι οι Αιτητές, για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν συμμορφώνονταν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, τα τελευταία δύο έτη, παρέλειψαν να καταβάλουν τις δόσεις των δανείων τους, γεγονός ουσιώδους σημασία, το οποίοι οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο. Οι τελευταίοι προσπάθησαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο ότι επρόκειτο για μια εύρωστη επιχείρηση και προς επίρρωση της θέσης τους παρουσίασαν την έκθεση του ελεγκτικού οίκου Deloitte, τεκμήριο
  3. Από τη μαρτυρία όμως που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το τεκμήριο 7 ήταν απλώς ένα προσχέδιο, η τελική έκθεση του οίκου είναι το τεκμήριο
  4. Σύμφωνα με το πιο πάνω τεκμήριο, το οποίο δεν είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο στα πλαίσια της Αίτησης, και από τα υπόλοιπα στοιχεία που παρουσίασαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1, φαίνεται ότι η Εταιρεία δεν ήταν μια ακμαία επιχείρηση, αλλά αντιθέτως αντιμετώπιζε αρκετά και σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 δεν διορίστηκε ως Παραλήπτης/Διαχειριστής μια υγιούς επιχείρησης, αλλά μιας επιχείρησης με πολλές οικονομικές υποχρεώσεις. Οι δανειακές υποχρεώσεις των Αιτητών δεν είχαν καταστεί μη εξυπηρετούμενες, ως ήταν η θέση τους, λόγω αλλαγής από την Κεντρική Τράπεζα του ορισμού «μη εξυπηρετούμενα δάνεια», αλλά λόγω της παράλειψης των Αιτητών να καταβάλλουν τις συμφωνηθείσες δόσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1, το σύνολο των καθυστερήσεων υπερβαίνει τα 45 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το σύνολο των χρεών υπερβαίνει τα 197 εκατομμύρια ευρώ. Ο κ. Βελάρης, αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, εισηγήθηκε μεταξύ άλλων ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν έχουν αμφισβητήσει τη δήλωση των Αιτητών ότι οι δανειακές τους υποχρεώσεις είναι πλήρως εξασφαλισμένες. Αυτό δεν ευσταθεί. Η δήλωση αυτή έχει αμφισβητηθεί έντονα από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1, οι οποίοι όχι μόνο αμφισβήτησαν τις εκτιμήσεις των ενυπόθηκων κτημάτων που παρουσιάστηκαν από τους Αιτητές, αλλά προσκόμισαν και στοιχεία που παρουσιάζουν ότι η συνολική αξία των ενυπόθηκων ακινήτων, με βάση τις εκτιμήσεις που κατέχουν οι ίδιοι, δεν καλύπτει τα οφειλόμενα ποσά. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι «αγκάθι» στις σχέσεις των δύο μερών ήταν η δημιουργία της Marismare Ltd, στην οποία ενοικιάστηκαν οκτώ συνολικά ξενοδοχεία, ιδιοκτησία των Αιτητών. Μεγάλο μέρος των ενόρκων δηλώσεων αναλώθηκε στις συνθήκες δημιουργίας της εν λόγω εταιρείας, κατά πόσο οι Καθ΄ ων η Αίτηση γνώριζαν και συγκατατίθονταν στη δημιουργία της και κατά πόσο η δημιουργία της ήταν ένα εργαλείο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Aqua Sol ή μια αλυσίδα προστασίας αυτών. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εκτενούς εξέτασης στην αγωγή 2736/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, που καταχωρήθηκε από την Aqua Sol Hotels Public Company Ltd υπό διαχείριση και από το διαχειριστή Ελευθέριο Φιλίππου εναντίον της Marismare Ltd και έξι άλλων προσώπων. Τη 17.11.2014 οι ενάγοντες εξασφάλισαν, μονομερώς, διατάγματα εναντίον της Marismare Ltd, με τα οποία της απαγορευόταν να αποξενώσει ή επιβαρύνει ό,τι απέκτησε δυνάμει των συμφωνιών που είχαν συναφθεί μεταξύ της ιδίας και της Aqua Sol και να αποσύρει, διαθέσει ή χρησιμοποιήσει ποσά, εισπράξεις και ωφελήματα που σχετίζονταν ή επήγαζαν από τη διαχείριση ή κατοχή των οκτώ ξενοδοχείων, χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση του διαχειριστή. Οι Αιτητές ζητούσαν και άλλες θεραπείες, για τις οποίες δόθηκαν οδηγίες όπως επιδοθούν. Την 16.12.2014 εκδόθηκε, μετά από ακρόαση, απόφαση στην ενδιάμεση αίτηση. Το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι πληρούντο οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, παρά ταύτα έκρινε ορθό και δίκαιο όπως ακυρώσει τα διατάγματα που εκδόθηκαν και να διατηρήσει το status quo. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφασή του: «Η διαχείριση των ξενοδοχείων, έχοντας μεταβιβαστεί στη Marismare Ltd πριν το διορισμό του Παραλήπτη/Διαχειριστή, δεν είναι περιουσία που περιήλθε στη διαχείριση του διαχειριστή (βλ. The Law relating to Receivers, Managers and Administrators του Η. Picarda, 4η έκδοση, 2006, σελ. 80-82). Η επικρατούσα κατάσταση (status quo) είναι ότι τα ξενοδοχεία διαχειρίζεται η Marismare Ltd και όχι ο διαχειριστής και ούτε είναι, υπό τις περιστάσεις, ορθό και δίκαιο αυτή η κατάσταση να ανατραπεί με ενδιάμεσο διάταγμα. ........................... Από την άλλη, πρέπει η Marismare Ltd να έχει τη δυνατότητα και ελευθερία διαχείρισης των ξενοδοχείων. Εάν δεν δύναται να απαιτεί και χρησιμοποιεί τις εισπράξεις, δυνάμει των επίδικων συμφωνιών, δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίζει τα έξοδα λειτουργίας των ξενοδοχείων. Φαίνεται να είναι κοινό έδαφος ότι εάν δεν ανταποκρίνεται στα έξοδα αυτά η επιχειρηματική της δραστηριότητα σύντομα θα τερματιστεί. Δεν είναι ορθό να εκδοθεί διάταγμα που να της απαγορεύει να αξιώνει πληρωμές δυνάμει των συμφωνιών μίσθωσης, όπως ζητείται με το εξαιτούμενο διάταγμα (Β), ούτε να εκδοθεί διάταγμα όπως το εκδοθέν διάταγμα (Γ), έστω και με την επιφύλαξη της έγκρισης του διαχειριστή. Η Marismare Ltd δεν βρίσκεται υπό διαχείριση και δεν είναι ορθό να καταστεί, ουσιαστικά, έτσι με ενδιάμεσο διάταγμα». Η πιο πάνω απόφαση επιλύει, σε μεγάλο βαθμό κατά την άποψή μου, και τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ των Αιτητών και του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 και αφορούσαν τις επικοινωνίες του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 με τους τουριστικούς πράκτορες και τουριστικούς αντιπροσώπους. Υπενθυμίζω ότι το θέμα αυτό είναι το αντικείμενο του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς στην υπό κρίση υπόθεση. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί δε ενώπιόν μου, ιδιαίτερα από την ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2, προκύπτει ότι τα προβλήματα αυτά δημιουργήθηκαν όταν ο τελευταίος επικοινώνησε με τους τουριστικούς πράκτορες και τους πληροφόρησε ότι οι συμφωνίες ενοικίασης των οκτώ ξενοδοχείων που έγιναν με τη Marismare Ltd ήταν άκυρες. Τόσο ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2, όσο και η Marismare Ltd διεκδικούσαν τον έλεγχο των οκτώ ξενοδοχείων, γεγονός που προκάλεσε σύγχιση στους τουριστικούς πράκτορες και στους τουριστικούς αντιπροσώπους και προφανώς αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που οι τελευταίοι ανέστειλαν τις πληρωμές. Κατά πόσο οι συμφωνίες είναι άκυρες ή όχι δεν έχει αποφασιστεί ακόμη, αναμένεται να αποφασιστεί στα πλαίσια της αγωγής 2736/2014 (ανωτέρω), εκείνο όμως που έχει αποφασιστεί και επιλύει ουσιαστικά και τη διαφορά που προέκυψε με το θέμα επικοινωνίας του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 με τους τουριστικούς πράκτορες είναι ότι «. τα ξενοδοχεία διαχειρίζεται η Marismare Ltd και όχι ο διαχειριστής.»[10] Ενόψει τούτου, πιστεύω ότι δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσει να υφίσταται το προσωρινό διάταγμα. Η διαδικασία της μονομερούς αιτήσεως επιβάλλει στον αιτητή την υποχρέωση, το καθήκον, να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς κατ΄ εξαίρεση της βασικής αρχής ότι το Δικαστήριο προτού αποφασίσει ακούει και τα δύο μέρη και ως εκ τούτου η αίτηση για έκδοση μονομερούς διατάγματος είναι υψίστης πίστεως[11]. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του άλλου διαδίκου. Η σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται από τον εκδικάζοντα δικαστή, με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση υπόθεση, ως αναφέρω και ανωτέρω, οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι είχαν παραλείψει να καταβάλουν τις δόσεις που όφειλαν στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 τα τελευταία δύο έτη. Πρόκειται για στοιχείο πολύ ουσιαστικό, υψίστης σημασίας κατά την άποψή μου, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, το οποίο θα έπρεπε να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Απόκρυψη του γεγονότος αυτού αποτελεί ένα δεύτερο λόγο για ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Πέραν τούτου όμως, τα στοιχεία αυτά θέτουν την υπόθεση των Αιτητών σε διαφορετικό πλαίσιο. Στην ουσία έχουν αποδυναμώσει το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζονται οι αξιώσεις των Αιτητών. Υπενθυμίζω ότι η θέση των Αιτητών ήταν ότι ο διορισμός του Παραλήπτη/Διαχειριστή έγινε κακόπιστα και εκδικητικά, χωρίς να συντρέχει οποιοσδήποτε σοβαρός λόγος, και ότι ουσιαστικά οι υποχρεώσεις που είχε η εταιρεία ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό «πλασματικές». Εάν όντως οι προθέσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ήταν «εκδικητικές» και ευτελείς και στόχο είχαν να επιβάλουν στους Αιτητές να αποδεχθούν τις παράνομες απαιτήσεις τους και να επωμιστούν υποχρεώσεις τρίτων, τότε κάποιος λογικά θα ανέμενε ότι θα έβαζαν σε εφαρμογή «τα σχέδιά τους» μόλις τους διδόταν η πρώτη ευκαιρία, ήτοι αμέσως μετά την καθυστέρηση της πρώτης δόσης, και δεν θα ανέμεναν να παρέλθουν δύο ολόκληρα χρόνια, όπως έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση, για να διορίσουν Παραλήπτη/Διαχειριστή. Καταλήγω ότι οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας, κατάληξη που προδιαγράφει και την έκβαση της Αίτησης. Η Αίτηση απορρίπτεται και το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς την 13.11.2014 ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Προτού ολοκληρώσω, θεωρώ καθήκον μου να εκφράσω τις ανησυχίες μου σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείται αναφορικά με το διορισμό Παραληπτών/Διαχειστών με βάση συμφωνία, ανησυχίες που θα πρέπει να προβληματίσουν σε μεγάλο βαθμό την Πολιτεία, τους υπεύθυνους Οργανισμούς για το διορισμό των πιο πάνω προσώπων, ως επίσης και τους ιδίους τους Διαχειριστές/Παραλήπτες που αναλαμβάνουν ένα τόσο σοβαρό έργο. Τονίζω ότι τα ό,σα αναφέρω κατωτέρω δεν έχουν σκοπό να θίξουν με οποιοδήποτε τρόπο τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2 ή το έργο που επιτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως είναι γνωστό, δεν υπάρχει θεσμικό πλαίσιο που να ρυθμίζει τον τρόπο διορισμού και λειτουργίας των προσώπων αυτών. Παρά το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά παραλαμβάνουν και διαχειρίζονται κινητή και ακίνητη περιουσία, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ, αυτοί δεν είναι υποχρεωμένοι να παράσχουν οποιαδήποτε εγγύηση, όπως γίνεται σε άλλες περιπτώσεις όπου ο διαχειριστής διορίζεται από το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, δεν είναι υποχρεωμένοι να ετοιμάζουν εκθέσεις πεπραγμένων σε τακτά χρονικά διαστήματα και να πληροφορούν τους αξιωματούχους και το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας σε σχέση με τις ενέργειές τους. Ο Παραλήπτης/Διαχειριστής περιγράφεται στις πλείστες συμφωνίες ως «αντιπρόσωπος» της εταιρείας και η τελευταία είναι υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις του, παρά ταύτα αυτός δεν λαμβάνει οδηγίες από την εταιρεία ούτε έχει υποχρέωση να την ενημερώνει για τις ενέργειές του. Εκείνο δε που με προβληματίζει έντονα είναι η έλλειψη διαφάνειας ως προς τον τρόπο λειτουργίας του Παραλήπτη/Διαχειριστή, η οποία σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ήδη εκκρεμούν προς εκδίκαση αρκετές υποθέσεις οι οποίες αφορούν οικειοποίηση περιουσίας από Παραλήπτες/Διαχειριστές. Αναφέρω τα πιο πάνω για να τονίσω την άμεση ανάγκη θεσμοθέτησης ενός νομικού πλαισίου που να ρυθμίζει τα πιο πάνω θέματα, συμπεριλαμβανομένου και του θέματος της αντιμισθίας του ιδίου και των συνεργατών του και πολλά άλλα που προκύπτουν από το διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή με βάση συμφωνία. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] Βλέπετε σχετικά The Law of Administrators and Receivers of Companies των G. Lightman and G. Moss, 5η έκδοση, σελ. 276-
  5. [2] Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 19η έκδοση, σελ. 592-3, Χ"Ρούσου υπό την ιδιότητά του ως παραλήπτης της Y. Liasides Development Ltd
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1703, 1712-3. [3] Βλέπετε σχετικά The Merrow Ltd v. Bank of Scotland Plc & Anor
(2013)1 EHC 130, όπου η αγωγή καταχωρήθηκε από την εταιρεία εναντίον της τράπεζας και του διαχειριστή και με αυτή αμφισβητείτο η νομιμότητα του διαρισμού [4] [1978] 2 All E.R. 896, 900 [5] Αρ. Αγωγής 2470/2014, ημερομηνίας 27.10.2014, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. [6] Polyford Holdings Ltd κ.ά. v. Rosestage Enterprises Π.Ε. 188/2005, ημερομηνίας 11.9.2007. [7] Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) ΑΑΔ
  1. [8] Βλέπετε σχετικά Ζηντίλη v. Ανδρέου Π.Ε. 10020, ημερομηνίας 4.12.1997 και Κούνουνα v. C & A Simonds Ltd Π.Ε. 11077, ημερομηνίας 13.9.
  2. [9] Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd. Αγωγή 1/2009, ημερομηνίας 27.8.
  3. [10] Απόσπασμα από την απόφαση στην αγωγή 2736/2014 (ανωτέρω). [11] Βλέπετε σχετικά Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.