← Κύπρος

Ανδρέας Παπαχαραλάμπους, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Σωφρόνη Ευσταθίου Καζά ν. Αντώνη Πιριπίτση, Αρ. Αγωγής: 1457/07, 27/2/2015

Ανδρέας Παπαχαραλάμπους, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Σωφρόνη Ευσταθίου Καζά ν. Αντώνη Πιριπίτση, Αρ. Αγωγής: 1457/07, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A74 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1457/07 Μεταξύ: Ανδρέας Παπαχαραλάμπους, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Σωφρόνη Ευσταθίου Καζά, τέως από τον Αστρομερίτη Ενάγων - Αιτητής Και Αντώνη Πιριπίτση από την Λευκωσία Εναγόμενος-Καθ ου η αίτηση ------------------------ Ημερομηνία: 27.2.15 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα- αιτητή : κ. Χαβιαράς, για Κούσιος, Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο - Καθ ου η αίτηση: κα Παπαδοπούλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων επιδιώκει την τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως δια της αντικαταστάσεως τριών παραγράφων εξ αυτής. Έτυχε της ένστασης του εναγομένου προβάλλοντας ουσιαστικά ότι με αυτό τον τρόπο ο ενάγων επιχειρεί να αποσύρει παραδοχή που περιέχεται στην υπεράσπιση του και ότι, κανένας ουσιαστικός λόγος δεν δίνεται για την μεγάλη καθυστέρηση που παρουσιάζεται στην καταχώριση της αίτησης. Να σημειωθεί ότι η βάση της αγωγής του ενάγοντα στηρίζεται στην κατοχή εκ μέρους του εναγομένου ενός ακινήτου του αποβιώσαντος επί του οποίου ανήγειρε υποστατικά. Με την αγωγή επιδιώκεται η παράδοση του ακινήτου. Επί τροποποιήσεως δικογράφων, εδώ της έκθεσης απαιτήσεως, αντί άλλης αναφοράς κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αυτούσιου του ακόλουθου αποσπάσματος εκ της υποθέσεως Κώστας Παφίτης & Υιοί ΛΤΔ, ν. Γενικού Εισαγγελέα Της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 204/09 ημερ.25.4.12. «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.

(1991)1 Α.Α.Δ 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής:- «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη». ......................... Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707)«. Παρομοίως, το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσηφίδης ν. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Πολ. Έφεση 239/11 ημερ. 23.10.13 κρίνεται επίσης ως κατατοπιστικό: «Σε σχετικά πολύ πρόσφατη απόφαση μας στην Kayat Trading Ltd v. GENZYME CORPORATION, Πολιτική Έφεση Αρ.58/2012, 4.3.13, είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε στις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ
  1. Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." » Σχετική ακόμα είναι και η υπόθεση Ανδρέα ν. Adboard Media Ltd Αρ.4/11 ημερ.16.9.
  2. Η εξήγηση που προβάλλεται από τον ενάγοντα για την τροποποίηση εστιάζεται στο γεγονός ότι από μελέτη της υπόθεσης με τους νέους δικηγόρους του διαπιστώθηκε η ανάγκη για την τροποποίηση, ώστε να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Χάριν του ιστορικού να αναφερθεί ότι είναι η δεύτερη αίτηση που υποβάλλει ο ενάγων για την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως, ενώ τροποποίησης της υπερασπίσεως αιτήθηκε και πέτυχε και η πλευρά του εναγομένου με την προσθήκη μεταξύ άλλων και ανταπαιτήσεως. Από την έκθεση απαιτήσεως και από εκείνες τις παραγράφους που επιδιώκεται η τροποποίηση κρίνεται πως ο ενάγων δεν επιδιώκει να αλλάξει την βάση της αγωγής, αντίθετα το επίδικο θέμα παραμένει η κατοχή του ακινήτου από τον εναγόμενο. Εκείνο που ουσιαστικά επιδιώκει είναι να καταγράψει με περισσότερη ακρίβεια τα γεγονότα και αυτά στην ορθή τους βάση και όχι η με κάποιο τρόπο διεύρυνση των απαιτήσεων, ή τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Θέτει ο εναγόμενος ως απορριπτικό λόγο ότι ο ενάγων επιχειρεί να αποσύρει παραδοχή στην υπεράσπιση και ειδικότερα ότι κατέχει το επίδικο ακίνητο δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης και ότι ο ενάγων τερμάτισε την ενοικίαση. Κρίνεται πως η θέση αυτή δεν μπορεί να έχει καταλυτική σημασία στο αίτημα του ενάγοντα, αφού και στον βαθμό που υπάρχει τέτοια παραδοχή στην υπεράσπιση του εναγομένου, αποτελεί την υπεράσπιση του, ότι δηλαδή κατείχε το ακίνητο δυνάμει όρων ενοικιαστηρίου εγγράφου. Στην γραπτή αγόρευση του κ. Βραχίμη αναφέρεται ότι η αιτούμενη θεραπεία δεν αφορά την τροποποίηση του περιεχομένου της απαίτησης, αλλά τη διαγραφή παραδοχών εκ μέρους του ενάγοντα. Τέτοιος λόγος δεν υπάρχει στο σώμα της ένστασης, αντίθετα φαίνεται να συμπλέκονται οι παραδοχές μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου. Εν πάση περιπτώσει το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του τις αιτούμενες τροποποιήσεις και κρίνει ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν ευσταθεί. Προβάλλεται επίσης στην ένσταση η θέση ότι το αίτημα είναι καθυστερημένο γιατί πέρασαν από την καταχώριση της αγωγής 8 χρόνια χωρίς να δίνεται κάποια εξήγηση, διασυνδέοντας την καθυστέρηση με την ύπαρξη κακοπιστίας. Είναι γεγονός ότι η αγωγή καταχωρήθηκε την 2.3.2007, όμως αυτό από μόνο του δεν συνιστά κακοπιστία, ούτε και εξ αυτού θα μπορούσε, χωρίς οτιδήποτε άλλο, να συναχθεί κακοπιστία εκ μέρους του ενάγοντα (Παφίτης και Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω). Σημειώνεται ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν άρχισε ακόμη, γεγονός το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά την δικαστική κρίση ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Αναμφίβολα ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένας παράγοντας σχετικός για την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. A.G. Levendis και ΄Αλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου. «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Σημαντική ως προς τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι και η υπόθεση Clive Preece κ.ά ν. Ρωσσίδου Πολ. Έφεση 271/08 ημερ.16.12.11 στην οποία υπεδείχθησαν τα κάτωθι: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Να σημειωθεί ότι το αίτημα για τροποποίηση στην πιο πάνω υπόθεση υπεβλήθη ενώ είχε αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης και πριν συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του μάρτυρα και κρίθηκε ότι η τροποποίηση θα έπρεπε να εγκριθεί γιατί εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Το δικαστήριο έχει αναλογιστεί το αίτημα καθώς και τη φύση των αιτουμένων τροποποιήσεων, υπό το φως της νομολογίας και των πραγματικών δεδομένων όπως έχουν αναλυθεί και εξηγηθεί ανωτέρω. Λαμβάνεται υπόψη ότι η πλευρά του εναγομένου δεν θα υποστεί αδικία ή κάποια ανεπανόρθωτη και μη θεραπεύσιμη ζημιά, ότι σε κάθε περίπτωση το αίτημα δεν είναι κακόπιστο και παρά την ομολογουμένως καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος κρίνεται, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, πως αυτό δεν είναι καταλυτικό. Κρίνεται τέλος πως η έγκριση του αιτήματος είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης παρά η απόρριψη του. Η καθυστέρηση που θα προκύψει από την τροποποίηση μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Ως εκ τούτου και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί το αίτημα εγκρίνεται. Τα έξοδα της αίτησης και όσων προκύψουν εξ αυτής ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος του ενάγοντα- αιτητή και υπέρ του εναγομένου - καθ' ου αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από σήμερα. Στην συνέχεια τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση θα καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαιτήσεως. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.