← Κύπρος

Χρίστου Σολομωνίδη κ.α. ν. Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτικής Εταιρεία Λευκωσίας Λτδ, Αρ. Αίτησης: 2/14, 18/2/2015

Χρίστου Σολομωνίδη κ.α. ν. Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτικής Εταιρεία Λευκωσίας Λτδ, Αρ. Αίτησης: 2/14, 18/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 2/14 Σε ότι αφορά τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 όπως τροποποιήθηκε και τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς. Μεταξύ Χρίστου Σολομωνίδη, εκ Λευκωσίας Γιώργος Σολομωνίδης, εκ Λευκωσίας και Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτικής Εταιρεία Λευκωσίας Λτδ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18/2/15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Γεωργίου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κτωρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές επιδιώκουν με την υποβληθείσα Έφεση την ακύρωση της απόφασης του διαιτητή που λήφθηκε στις 10.5.13. Η καθ ης η αίτηση έφερε ένσταση και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση με τις αγορεύσεις των δυο πλευρών. Εξ όσων αντιστοίχως προβάλλονται υπάρχει κάποιο ιστορικό στο οποίο κρίνεται πως θα πρέπει να γίνει αναφορά, αφού επηρεάζει την τύχη της παρούσης διαδικασίας. Στις 4.10.13 η καθ' ης η αίτηση, στη συνέχεια η Σ.Π.Ε. αιτήθηκε άδεια από το δικαστήριο για την εγγραφή της απόφασης του διαιτητή για σκοπούς εκτέλεσης. Τόσο οι παρόντες αιτητές, όσο και ακόμα ένα πρόσωπο εναντίον του οποίου εξεδόθη η απόφαση υπό του διαιτητή παρουσιάστηκαν στην διαδικασία και καταχώρισαν ένσταση. Η υπόθεση εκείνη με αριθμό 2063/13 εκδικάσθηκε - από άλλο δικαστή - και την 15.5.14 εκδόθηκε διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Η απόφαση του δικαστηρίου επισυνάπτεται στην ένσταση της Σ.Π.Ε. Την 8.1.14 καταχωρήθηκε η παρούσα Έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή. Προκύπτει, εκ της αποφάσεως, πως οι λόγοι ένστασης που προβλήθηκαν στην αίτηση προς εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής αποφάσεως, είναι οι ίδιοι που προβάλλονται από τους αιτητές στην παρούσα υπόθεση. Λεπτομερής αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Προβάλλεται ως ένας εκ των λόγων ένστασης και προωθείται με την γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Σ.Π.Ε, ότι όλα όσα εγείρουν οι αιτητές στην παρούσα υπόθεση, ηγέρθησαν στην υπόθεση 2036/13 τα οποία εξετάστηκαν από το δικαστήριο και οι θέσεις τους δεν έγιναν αποδεκτές. Κατά συνέπεια εμποδίζονται να προβάλλουν εκ νέου τους ίδιους ισχυρισμούς γιατί αυτό συνιστά παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου. Παραπέμπει προς τούτο η πλευρά της Σ.Π.Ε σε νομολογία επί του θέματος. Αντίθετα η πλευρά των αιτητών εισηγείται ότι η πιο πάνω απόφαση δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, γιατί κατά την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της, αλλά μόνο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις προς εγγραφή. Κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν μπορούσε, ούτε και ήταν επιτρεπτό να υπεισέλθει στην ουσία και στην ορθότητα της δικαστικής απόφασης και το παρόν δικαστήριο έχει καθήκον να επανεξετάσει το θέμα χωρίς να επηρεασθεί από την ρηθείσα απόφαση. Για να υπάρχει πλήρης εικόνα παρατίθεται απόσπασμα από την απόφαση του δικαστηρίου, τεκμ.2 στην ένσταση: « Το κύριο παράπονο των καθ ων η αίτηση 1 και 3 είναι ότι δεν εκλητεύθηκαν νομότυπα σε μια παράτυπη διαδικασία διαιτησίας και εστερήθηκαν έτσι του δικαιώματος να ακουστούν όπως επίσης και το γεγονός της άσκησης έφεσης από όλους τους καθ ων η αίτηση από την ημέρα της γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης που είναι σύμφωνα με τους καθ ων η αίτηση η 7/1/14 (έφεση καταχωρήθηκε στις 8/1/14) ημερομηνία κατά την οποία διαπίστωσαν - όπως ισχυρίζονται - από τον φάκελο του δικαστηρίου την έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον τους αφού δεν είχαν κλητευθεί κατά την διεξαχθείσα διαιτησία και ούτε η απόφαση του διαιτητή τους είχε επιδοθεί με την αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Οι θέσεις αυτές των καθ ων η αίτηση 1-3 δεν συνάδουν και αντικρούονται με το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου. Όλοι οι καθ ων η αίτηση εκλητεύθησαν νομότυπα στη διαδικασία διαιτησίας αλλιώς δεν εξηγείται η παρουσία της καθ ης η αίτηση 2 κατά τη διαδικασία της διαιτησίας. Η θέση επίσης ότι μόλις στις 7.1.14 έλαβαν γνώση της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης και της εγγραφής της δεν είναι ορθή γιατί η καθ ης η αίτηση 2 παρέστη στη διαδικασία της διαιτησίας και προφανώς ενημέρωσε τους καθ ων η αίτηση 1 και 3 για την επιδοθείσα σ' αυτήν αίτηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης όπως επίσης και για την προς την ίδια γνωστοποίηση της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης για όλους έναντι της υπογραφής της. Κατά συνέπεια η καταχωρηθείσα στις 8.1.14 έφεση (στην εκδοθείσα προ 7 μηνών διαιτητική απόφαση) δεν είναι εντός της προθεσμίας των 21 ημερών, της εκδοθείσας και γνωστοποιηθείσας αυθημερόν διαιτητικής απόφασης που διαλαμβάνεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου για την καταχώριση της έφεσης. Κατά συνέπεια αποκλειστικός σκοπός της καταχώρισης εκπρόθεσμης έφεσης είναι να εμποδιστούν οι αιτητές στην εγγραφή της προς όφελος τους εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης». Στην συνέχεια η διαιτητική απόφαση ενεγράφη για όλους τους καθ ων η αίτηση. Να σημειωθεί ότι οι αναφερόμενοι στην απόφαση ως καθ ων η αίτηση 1 και 3, είναι οι αιτητές στην παρούσα διαδικασία. Είναι προφανές εκ του παρατεθέντος αποσπάσματος της αποφάσεως ότι οι αιτητές επέλεξαν να εγείρουν τα ίδια θέματα με την ένσταση τους στην πιο πάνω υπόθεση και, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η κρινόμενη αίτηση καταχωρήθηκε μεταγενέστερα, δεν την προώθησαν με τρόπο ώστε να εκδικασθεί πρώτα η Έφεση προς ακύρωση της απόφασης του διαιτητή. Από την αγόρευση του δικηγόρου των αιτητών εξάγεται, ή τουλάχιστον φαίνεται να μην έχει εφεσιβληθεί η πιο πάνω απόφαση του δικαστηρίου. Η ένσταση του δεδικασμένου για να μπορεί επιτυχώς να τεθεί, θα πρέπει κατ' αρχή να εγείρεται στα δικόγραφα (Κωνσταντινίδη ν. Hissin κ.ά

(2007)1 Α.Α.Α, 1140) και οι καθ ων η αίτηση προβάλλουν δια της ενστάσεως τους, λόγοι 3, 4, 5, 7 και 20, το θέμα του δεδικασμένου. Περαιτέρω για να ισχύει η αρχή του δεδικασμένου θα πρέπει να ικανοποιούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις. (α) Το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο και να είχε εγερθεί και αποφασιστεί τελικά από το δικαστήριο κατά την πρώτη διαδικασία. (β) ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων. (γ) το δικαστήριο να είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει το θέμα. (δ) η προηγούμενη απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη. Σχετικές προς τούτο είναι και οι υποθέσεις Κανάρης ν. Λοίζου κ.ά
(2006)1 Α.Α.Δ 599, καθώς και η υπόθεση Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα
(2008)1 Α.Α.Δ. 1125, που παραπέμπει και ο κ. Κτωρίδης για την καθ' ης η αίτηση. Για μια γενικότερη ανάλυση χρήσιμη παραπομπή μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα The Modern Law Of Evidence, Adrian Keane, 5η έκδ. σελ.594 επ. Στην υπόθεση Σκουτέλλα ανωτέρω, υπεδείχθη ότι για να πετύχει το κώλυμα του δεδικασμένου δεν είναι απαραίτητο ο ενάγων και ο εναγόμενος στην προηγούμενη αγωγή, να είναι ενάγων και εναγόμενος αντίστοιχα και στην νέα αγωγή. Αποτελεί επίσης βασική αρχή ότι αυτά που λέχθηκαν στην απόφαση του δικαστηρίου παρεμφερώς ή εν παρόδω (obiter) και εκ του περισσού, δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για την δημιουργία δεδικασμένου γιατί δεν έχουν δεσμευτική ισχύ και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποτελέσουν έγκυρα αντικείμενο έφεσης (Paphos Stone C. Estates Ltd κά ν. Χριστοδουλίδης κ.ά
(2000)1 Α.Α.Δ. 2110). Η διαδικασία για την ακύρωση της απόφασης του Διαιτητή, βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες του αρ. 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85 ως έχει τροποποιηθεί. Προνοείται ότι:
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης. Εξάγεται πως για να μπορεί παραδεκτώς να υποβληθεί έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποιήσεως της αποφάσεως. Ο βασικός αλλά και μοναδικός λόγος επί του οποίου στηρίζονται οι αιτητές προς ακύρωση της απόφασης του διαιτητή, είναι γιατί σύμφωνα με το υπό στοιχείο Α της αίτησης, «Ο διαιτητής εις την διαιτητική διαδικασία παρέλειψε να λάβει υπόψιν την μη κλήτευση και μη γνωστοποίηση των αιτητών δια την διεξαγωγή της διοικητικής (διαιτητικής) διαδικασίας». Σύμφωνα δε με την παράγραφο Α της υποστηρίζουσας ένορκης δήλωσης, ο αιτητής αρ.1 αναφέρει ότι ουδέποτε κλήθηκαν με σχετική ειδοποίηση είτε γραπτώς είτε προφορικώς από τους καθ ων η αίτηση περί της διεξαγωγής διαιτησίας αναφορικά με την διαφορά, όπως αυτή αναγράφεται εις την επίδικη διαιτητική απόφαση. Επίσης στο υπό στοιχείο Η.5 αναφέρει ότι έλαβαν γνώση της διαιτητικής αποφάσεως μετά από έρευνα των δικηγόρων τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Εξάγεται εκ της ρηθείσης αποφάσεως του δικαστηρίου ότι οι εδώ αιτητές και καθ ων η αίτηση 1 και 3 στην πιο πάνω υπόθεση, πρόβαλαν μεταξύ άλλων λόγων ένστασης προς εγγραφή της διαιτητικής αποφάσεως, ότι δεν τους επιδόθηκε η ειδοποίηση παραπομπής σε διαιτησία. Ο ομνύον στην παρούσα υπόθεση, που ορκίστηκε επίσης υποστηρίζοντας την ένσταση στην ρηθείσα υπόθεση, στην ένορκη του δήλωση υπό στοιχείο 4 είχε αναφέρει ότι: «Είναι σημαντικό να φέρουμε εις γνώση του δικαστηρίου ότι ουδέποτε μας επιδόθηκε ή στάλθηκε οποιαδήποτε ειδοποίηση αλλά ούτε και κληθήκαμε προφορικά σε οποιαδήποτε διαδικασία διαιτησίας αναφορικά με την διαφορά όπως καταγράφεται στην επίδικη διαιτητική απόφαση». Και στην συνέχεια στην παράγραφο 5 ήταν ο ισχυρισμός του ότι η επίδικη απόφαση ήλθε σε γνώση τους στις 7.1.14 μετά από έρευνα των δικηγόρων τους γιατί η επίδικη απόφαση δεν επισυνάφθηκε στην αίτηση (προς εγγραφή και εκτέλεση). Τα πιο πάνω εξάγονται από τις σελ.2 και 3 της απόφασης του δικαστηρίου. Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ισχύουν για την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου και με βάση όσα έχουν εκτεθεί ως προς την νομική πτυχή του θέματος, τα υπό στοιχεία (β)-(δ) ισχύουν και κατά συνέπεια ικανοποιούνται. Χρήζει κάποιας περαιτέρω εξέτασης το υπό στοιχείο (α). Εξάγεται πως ενώ το επίδικο θέμα της υποθέσεως 2036/13 ήταν η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής αποφάσεως, οι καθ ων η αίτηση 1 και 3 στην ρηθείσα διαδικασία και εδώ αιτητές, επέλεξαν και ήγειραν ως επίδικα θέματα, μεταξύ άλλων και δυο συγκεκριμένα ζητήματα, ήτοι: (α) την εκ μέρους του διαιτητή παράλειψη γνωστοποίησης τους για την έναρξη ή και διεξαγωγή της διαιτησίας και, (β) την απουσία γνωστοποίησης της απόφασης του, την οποία έμαθαν για πρώτη φορά την 7.1.14 από τον φάκελο του δικαστηρίου. Το μεν πρώτο θέμα αφορά το διαδικαστικό μέρος έναρξης της διαιτητικής διαδικασίας, το δε άλλο κρίνεται ως καταλυτικό ως προς το εμπρόθεσμο της υποβληθείσης έφεσης των 21 ημερών δυνάμει των προνοιών του Νόμου. Και τα δυο αυτά θέματα τέθηκαν ως επίδικα και κρίθηκαν και αποφασίστηκαν από το δικαστήριο δια του πιο πάνω αποσπάσματος που έχει παρατεθεί. Στο σύγγραμμα Cross On Evidence, 5η εκδ. σελ.332, υπό τον τίτλο issue estoppel αναφέρεται το εξής: «The second kind of estoppel by record inter partes is often called "issue estoppel". It may be regarded as an extension of the first for, to quote L. Denning, M.R. "within one cause of action, there may be several issues raised which are necessary for the determination of the whole case. The rule then is that, once an issue has been raised and distinctly determined between the parties, then, as a general rule, neither party can be allowed to fight that issue all over again» (δες Fidelitas Shipping Co, Ltd v. V/O, Exportchleb,
(1996)1 Q.B. 630, 640)». Κατά συνέπεια και να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των δυο διαδικασιών, παρόλο που η γενεσιουργός αιτία και η βάση και των δυο διαδικασιών αποτελεί η διαιτησία μεταξύ των αιτητών και της Σ.Π.Ε, το επίδικο θέμα που αφορά το εμπρόθεσμο της υποβολής της έφεσης είναι ακριβώς το ίδιο και ηγέρθη και αποφασίστηκε τελεσίδικα από το δικαστήριο κατά την προηγούμενη διαδικασία. Ουσιαστικά οι λόγοι που προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία ταυτίζονται απόλυτα με εκείνους που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν στην προγενέστερη υπόθεση και αποφασίστηκαν τελεσίδικα. Με αυτή συνεπώς την έννοια όσα καταγράφονται στην απόφαση του δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως λεχθέντα εν παρόδω, αφού το δικαστήριο κατέληξε επί των εγερθέντων θεμάτων, μη αποδεχόμενο την θέση των αιτητών, στο εύρημα ότι όλοι κλητεύθηκαν νομότυπα στη διαδικασία διαιτησίας. Ομοίως κατέληξε σε περαιτέρω εύρημα ότι δεν είναι ορθή η θέση των αιτητών ότι έλαβαν γνώση της εκδοθείσης αποφάσεως την 7.1.14. Με βάση τα ευρήματα αυτά, το καταγραφέν συμπέρασμα του δικαστηρίου ότι η καταχωρηθείσα έφεση είναι εμπρόθεσμη, ακόμα και να κριθεί ως εκ του περισσού, ουδόλως μεταβάλλει την κατάσταση, αφού πρόκειται για συμπέρασμα εξαγόμενο απευθείας εκ των ευρημάτων και δεν προσθέτει τίποτε περισσότερο. Εκείνο που ενέχει σημασία είναι πως άπαξ και ηγέρθηκαν τα θέματα και κρίθηκαν ξεχωριστά, όπως ακριβώς έγινε στην προηγηθείσα υπόθεση, σύμφωνα με τον Cross ανωτέρω, ως γενικός κανόνας δεν θα επιτραπεί στους διαδίκους να τα επαναφέρουν και να τα εκδικάσουν εκ νέου. Υπό αυτή την οπτική, το πιο πάνω συμπέρασμα του δικαστηρίου περί του εκπρόθεσμου της καταχώρισης της έφεσης, είναι άνευ σημασίας γιατί εκείνο που αποκτά καταλυτική σημασία στην κρινόμενη αίτηση, είναι το εύρημα του δικαστηρίου ότι οι αιτητές κλητεύθηκαν στην διαδικασία της διαιτησίας και νομότυπα τους γνωστοποιήθηκε η απόφαση του διαιτητή. Τα πιο πάνω ευρήματα σε τελική ανάλυση και όποια σκοπιά και αν αντικριστούν σφραγίζουν τελεσίδικα την παρούσα διαδικασία. Αφαιρούν το υπόστρωμα επί του οποίου στηρίζεται η κρινόμενη Έφεση. Η εισήγηση του κ. Γεωργίου ότι το δικαστήριο θα πρέπει να επανεξετάσει τα ίδια ουσιαστικά ζητήματα, πέραν του κωλύματος του δεδικασμένου, προσκρούει και στην νομολογιακή αρχή ότι ένας Επαρχιακός Δικαστής δεν μπορεί να αναθεωρεί και αναιρεί την απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστή (Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Αίτηση Αρ. 4/2012, ημερ.31.1.12, Papademedriou ν. Christofi
(1988)1 C.L.R. 101 και Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906). Με βάση την πιο πάνω πραγματική κατάσταση πραγμάτων τα δεδομένα είναι τέτοια, που η ένσταση του δεδικασμένου (issue estoppel) που προβάλλει η πλευρά της καθ ης η αίτηση κρίνεται ως ορθή. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω υπάρχει ακόμα μια διάσταση που αφορά την κατάχρηση της διαδικασίας. Ουσιαστικά επιδιώκεται όμοιος σκοπός με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων. Στην υπόθεση Σαρρής κ.ά ν. C. & R. Undersea Adv. Co. Ltd κ.ά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1722, υπεδείχθησαν τα πιο κάτω: «Η νομολογία μας, έχει αναγνωρίσει ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας δικαστικών διαδικασιών για επίτευξη στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μια διαδικασία (Δέστε: Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων ελέγχεται από το δικαστήριο, όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου (Δέστε Περρέλλα, ανωτέρω). ........................... Στην υπόθεση Κοζάκη v. Κοζάκη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1710 επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι η πολλαπλότητα διαδικασιών (που αφορούσαν προσωπικά θέματα μεταξύ των διαδίκων για ακίνητη ιδιοκτησία, στην υπόθεση εκείνη) οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής και όχι σε διακοπή της δίκης». Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Σαρρής ανωτέρω, η κατάχρηση της διαδικασίας επενεργεί ανεξάρτητα από την ύπαρξη δεδικασμένου, γιατί ακριβώς συνίσταται στην παράλληλη διαδικασία, και με δυο διαδικασίες προώθηση ίδιων σκοπών. Τέλος και υπό τύπον επανάληψης θα πρέπει να υπομνησθεί το υστερογενές του πράγματος, γιατί ενώ η διαιτητική απόφαση ενεγράφη χωρίς να εφεσιβληθεί η ρηθείσα απόφαση, από την άλλη, αφέθηκε η παρούσα διαδικασία να εκδικασθεί μεταγενέστερα, παρόλο που για λόγους λογικής και νομικής τάξης θα έπρεπε να εκδικασθεί πρώτη. Η αίτηση Έφεση για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των καθ ων η αίτηση και σε βάρος των αιτητών. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.