RUSSELL GRANT CRUMPLER, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας RANWARE ENTERPRISES LIMITED ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής 3999/13, 17/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3999/13 Μεταξύ: RUSSELL GRANT CRUMPLER, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας RANWARE ENTERPRISES LIMITED των Βρετανικών Παρθένων Νήσων Ενάγοντας Και 1. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ 2. DELTA DIRECTORS LIMITED Εναγόμενοι ----------------------------------------------------------------- Αίτηση Ενάγοντα ημερ. 21.6.13 για Προσωρινά Διατάγματα 17 Φεβρουαρίου, 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Κυπραίος Για Εναγόμενους
(2)- Καθ' ων η Αίτηση: κα Χατζηστεφάνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.6.13, ο Ενάγοντας (στο εξής ο Αιτητής) καταχώρησε εναντίον των Εναγομένων την παρούσα αγωγή, ως και αίτηση δια κλήσεως ιδίας ημερομηνίας, με την οποία αιτείται την έκδοση αριθμού Προσωρινών Διαταγμάτων, που αφορούν την προσκόμιση και/ή παράδοση στον Αιτητή διαφόρων εγγράφων, που σχετίζονται με την εταιρεία RANWARE ENTERPRISES LTD. Η αίτηση - η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1 - 9, στα άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), στα άρθρα 4, 5,7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο άρθρο 29
(2)των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013 (Ν.66(Ι)/997), στο κοινοδίκαιο, στο δίκαιο και στις αρχές τις επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κώστα Μαυρόκωστα ημερ. 21.6.13 - προσέκρουσε σε ένσταση των Εναγομένων 2 (στο εξής οι Καθ' ων η Αίτηση) η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Καραμανώλη ημερ. 29.10.
- Στις 13.6.14, η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων 1 δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν ενίσταται στην έκδοση των σχετικών αιτούμενων Διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 1 και ως εκ τούτου, εκ συμφώνου εκδόθηκαν εναντίον των Εναγομένων 1 τα ακόλουθα Διατάγματα: «Διάταγμα το οποίο εκ συμφώνου διατάττει την Εναγόμενη 1 και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή διευθυντές της να προσκομίσει στον Ενάγοντα, εντός 30 ημερών από την έκδοση του διατάγματος, όλες τις καταστάσεις λογαριασμού όλων των λογαριασμών που η Εταιρεία RANWARE ENTERPRISES LIMITED διατηρεί με την Εναγόμενη 1, για την περίοδο από 01.01.2010 μέχρι την έκδοση του παρόντος διατάγματος του Δικαστηρίου. Διάταγμα το οποίο περαιτέρω εκ συμφώνου διατάττει την Εναγόμενη 1 και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή διευθυντές της να προσκομίσει στον Ενάγοντα, εντός 30 ημερών από την έκδοση του διατάγματος, όλες τις εντολές πληρωμών που έδωσε η Εταιρεία RANWARE ENTERPRISES LIMITED στην Εναγόμενη 1 σε σχέση με την εκτέλεση πληρωμών από τους λογαριασμούς που διατηρεί η Εταιρεία RANWARE ENTERPRISES LIMITED με την Εναγόμενη
- Διάταγμα το οποίο περαιτέρω εκ συμφώνου διατάττει την Εναγόμενη 1 και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή διευθυντές της να προσκομίσει στον Ενάγοντα, εντός 30 ημερών από την έκδοση του διατάγματος, λεπτομέρειες οποιωνδήποτε συναλλαγματικών, εγγυητικών επιστολών, πιστωτικών επιστολών, εξασφαλίσεων ή εγγυήσεων, εγγράφων ιδιοκτησίας αξιών ή άλλων εγγράφων που η Εναγόμενη 1 έχει στην κατοχή της και αφορούν και/ή σχετίζονται με την εταιρεία RANWARE ENTERPRISES LIMITED. Διάταγμα το οποίο περαιτέρω εκ συμφώνου διατάττει και απαγορεύει στους Εναγομένους 1 από του να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε ενέργειες και/ή να εκτελούν οποιεσδήποτε πράξεις αναφορικά με την εταιρεία RANWARE ENTERPRISES LIMITED και/ή με τα περιουσιακά στοιχεία και/ή τους λογαριασμούς της εταιρείας RANWARE ENTERPRISES LIMITED, εκτός εάν οι εν λόγω οδηγίες ή πράξεις δίνονται ή γίνονται από τον Αιτητή, μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου και/ή μέχρι περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο περαιτέρω εκ συμφώνου διατάττει όπως τα ως άνω διατάγματα καταστούν και δη δια του παρόντος καθίστανται απόλυτα.» Οι Εναγόμενοι 1, σε συμμόρφωση προς τα πιο πάνω Διατάγματα ημερ. 13.6.14, καταχώρησαν ένορκη δήλωση της Μαριάννας Λάμπρου ημερ. 14.7.14, με την οποία αποκάλυψαν τα έγγραφα που αναφέρονται στο επισυνημμένο Παράρτημα
- Ο Κώστας Μαυρόκωστας είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή, ο οποίος διαμένει στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους στην Καραβαϊκή και εγείρει την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της εταιρείας RANWARE ENTERPRISESS LTD, (στο εξής η Εταιρεία) η οποία συστάθηκε και λειτουργεί σύμφωνα με τους Νόμους των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Ο Αιτητής είναι Βρετανός υπήκοος, εργάζεται στην KPMG (BVI) LTD και κατέχει σχετική άδεια να εργάζεται ως ειδικός σε εκκαθαρίσεις (Τεκμ.1). Η εταιρεία διατηρούσε και εξακολουθεί να διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς στους Εναγομένους
- Οι Καθ' ων η Αίτηση είναι Εταιρεία εγγεγραμμένη στο Belize και προσφέρουν διοικητικές υπηρεσίες και/ή υπηρεσίες διευθυντή σε εταιρείες. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν διευθυντές της Εταιρείας και διεξήγαγαν τις υπηρεσίες τους στην Κύπρο μέσω του δικηγορικού γραφείου Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Πριν την έκδοση Διατάγματος Εκκαθάρισης, η Εταιρεία βρισκόταν υπό τον έλεγχο του εν λόγω δικηγορικού γραφείου (Τεκμ.2). Η Εταιρεία την 10.3.2011 συνομολόγησε συμφωνία πώλησης μετοχών ημερομηνίας 10.3.2011 με την οποία συμφώνησε να αγοράσει από την GCM RUSSIA OPPORTUNITIES FUND μετοχές στην Ρωσική Τράπεζα OAO Bank of Moscow. Το τίμημα αγοράς συμφωνήθηκε στα $330.000.000 δολάρια ΗΠΑ και καταβλήθηκε όπως προβλέπουν οι σχετικές πρόνοιες της Συμφωνίας. Παράλληλα, η Εταιρεία είχε την υποχρέωση να καταβάλει προς την εταιρεία GCM RUSSIA OPPORTUNITIES FUND ένα μεγάλο ποσό μετρητών το οποίο θα υπολογιζόταν σύμφωνα με τα μετρητά που ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμούς προς όφελος των αντισυμβαλλόμενων εταιρειών (Τεκμ.3). Η Εταιρεία συνομολόγησε την ίδια ημερομηνία (10.3.2011), σύμβαση δανείου με την εταιρεία Nordic Yards (Cyprus) Limited με σκοπό να λάβει δάνειο ύψους $330.000.000 δολαρίων ΗΠΑ (Τεκμ.4). Η Εταιρεία παράβηκε την σύμβαση πώλησης μετοχών ημερομηνίας 10.3.2011, αφού στις 21.3.2011 δεν κατέβαλε στην GCM RUSSIA OPPORTUNITIES FUND το ποσό μετρητών που ανερχόταν σε δολάρια ΗΠΑ 1.242.536,
- Για τον λόγο αυτό οι δικηγόροι της GCM RUSSIA OPPORTUNITIES FUND απέστειλαν στις 10.6.2011 σχετική επιστολή προς τους Καθ' ων η Αίτηση υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της Εταιρείας, με την οποία τους καλούσαν να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό μετρητών μέχρι τις 17.6.2011 (Τεκμ.5). Η Εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί και δεν πλήρωσε το οφειλόμενο ποσό μετρητών. Ως εκ τούτου, η GCM RUSSIA OPPORTUNITIES FUND προέβηκε σε απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 155
(1)του περί Αφερεγγυότητας Νόμου του 2003 των Βρετανικών Παρθένων Νήσων και απέστειλε σχετική γραπτή απαίτηση ημερομηνίας 8.7.2011 καλώντας την Εταιρεία να εξοφλήσει το χρέος της εντός 21 ημερών από την επίδοση της εν λόγω γραπτής απαίτησης (Τεκμ.6). Η Εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί με την πιο πάνω γραπτή απαίτηση και για τον λόγο αυτό η GCM RUSSIA OPPORTUNITIES FUND καταχώρησε αίτηση εκκαθάρισης της Εταιρείας στο High Court of Justice του Eastern Caribbean Supreme Court στις 12.9.2011 για την έκδοση διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 162
(1)(α) του περί Αφερεγγυότητας Νόμου του 2003 για τον διορισμό εκκαθαριστή στην Εταιρεία. Στις 10.10.2011 το πιο πάνω δικαστήριο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων έκδωσε διάταγμα με το οποίο ο Αιτητής διορίστηκε εκκαθαριστής της Εταιρείας, με εξουσία να ασκεί όλες τις εξουσίες που προβλέπει το άρθρο 186 και Πίνακας 2 του περί Αφερεγγυότητας Νόμου του 2003 (Τεκμ.7) και ειδικότερα: (α) Να συνεχίσει τις εργασίες της Εταιρείας εφόσον αυτές είναι αναγκαίες για την εκκαθάριση της. (β) Να πωλήσει και να διαθέσει τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας. (γ) Να προβεί σε όλες τις ενέργειες και να συνομολογήσει οποιαδήποτε έγγραφα εκ μέρους της Εταιρείας. (δ) Να εκδίδει, να αποδέχεται και να οπισθογραφεί οποιαδήποτε συναλλαγματική ή γραμμάτιο στο όνομα και εκ μέρους της Εταιρείας. (ε) Να δανείζεται χρήματα με εξασφάλιση περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας. (στ) Να συγκαλεί συνελεύσεις πιστωτών. (ζ) Να διορίζει δικηγόρους, λογιστές ή άλλους επαγγελματίες για να τον βοηθήσουν στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Μετά τον διορισμό του ο Αιτητής, με επιστολή του ημερομηνίας 12.10.2011 (Τεκμ.11) προς την Εταιρεία, ζήτησε να του παραδοθούν όλα τα βιβλία και αρχεία της Εταιρείας. Με επιστολή του ημερομηνίας 13.10.2011 (Τεκμ.12) ο Αιτητής ειδοποίησε τους Καθ' ων η Αίτηση για τον διορισμό του ως εκκαθαριστή της Εταιρείας και τους ενημέρωσε ότι οι εξουσίες τους ως διευθυντές της Εταιρείας έπαυσαν με τον διορισμό του εκκαθαριστή. Παράλληλα, ζήτησε την συνδρομή των Καθ' ων η Αίτηση για να εξακριβώσει και να ανακαλύψει τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας, καθώς επίσης και να του παραδώσουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, βιβλία, έγγραφα ή αρχεία βρίσκονται στην κατοχή τους. Περαιτέρω, τους ενημέρωσε για την υποχρέωση τους να ετοιμάσουν και να παραδώσουν στον εκκαθαριστή έκθεση για τις υποθέσει της Εταιρείας. Ακολούθησε ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ αντιπροσώπων του Αιτητή και αντιπροσώπων των Καθ' ων η Αίτηση . Σε επικοινωνία που είχε ο Αιτητής με τον αντιπρόσωπο των Καθ' ων η Αίτηση στο Belize, ενημερώθηκε ότι ο λειτουργός επικοινωνίας αναφορικά με τους Καθ' ων η Αίτηση ήταν ο Μιχάλης Πιττάκης από το δικηγορικό γραφείο Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (Τεκμ.13). Οι Καθ' ων η Αίτηση παρέλειψαν να παραδώσουν στον Αιτητή τα βιβλία, έγγραφα και αρχεία της Εταιρείας και για αυτό το σκοπό ο Αιτητής απέστειλε νέα επιστολή ημερομηνίας 14.11.2012 (Τεκμ.14) με την οποία επαναλάμβανε και κατέγραφε με πλήρη λεπτομέρεια όλα τα έγγραφα, αντίγραφα, λίστες περιουσιακών στοιχείων, αλληλογραφία, βεβαιώσεις, αρχεία και πληροφορίες που όφειλαν οι Καθ' ων η Αίτηση να του δώσουν. Στις 24.11.2011, οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν στον Αιτητή (Τεκμ.15) έκθεση των υποθέσεων της Εταιρείας, η οποία ήταν παράτυπη και δεν συμμορφωνόταν με τις απαιτήσεις του περί Αφερεγγυότητας Νόμου του
- Με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 30.11.2012 (το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο Τεκμήριο 13), ο Αιτητής κάλεσε εκ νέου τους Καθ' ων η Αίτηση να παραδώσουν τα σχετικά αρχεία, και με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 14.1.2013 ζήτησε και πάλι από τους Καθ' ων η Αίτηση μια επίσημη απάντηση στην επιστολή του ημερομηνίας 14.11.
- Περαιτέρω ο Αιτητής μέσω των βοηθών του κάλεσε τηλεφωνικά τους Καθ' ων η Αίτηση να συμμορφωθούν με τις νόμιμες υποχρεώσεις τους αλλά οι Καθ' ων η Αίτηση αρνήθηκαν να το πράξουν. Σύμφωνα με τον περί Αφερεγγυότητας Νόμο του 2003, ο Αιτητής υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της Εταιρείας RANWARE ENTERPRISES LIMITED έχει νόμιμο καθήκον και υποχρέωση να εξεύρει και να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας, καθώς επίσης και να διερευνήσει τις υποθέσεις της Εταιρείας για να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε αδίκημα ή ενέργεια σε βάρος της Εταιρείας, όπως δόλια προτίμηση πιστωτών ή αδικήματα ή δόλο από λειτουργούς ή αξιωματούχους της Εταιρείας πριν ή κατά την εκκαθάριση ή παραποίηση βιβλίων ή γενικά αν υπήρξε οποιοδήποτε ποινικό ή αστικό αδίκημα που διενεργήθηκε εις βάρος της Εταιρείας ή των πιστωτών της. Ισχυρίζεται ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο Αιτητής θα αδυνατεί να εκπληρώσει τις εκ του νόμου υποχρεώσεις του και θα αδυνατεί να προχωρήσει με την εκκαθάριση της Εταιρείας, την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας ή τον καθορισμό βάσης αγωγής εναντίον προσώπων που έχουν αδικοπραγήσει εναντίον της Εταιρείας, ή έχουν παραβεί συμβατικές υποχρεώσεις ή έχουν παρανομήσει. Σε τέτοια περίπτωση, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Ειδικότερα, ο Αιτητής οφείλει να διαγνώσει: - τις πράξεις που έχουν διενεργηθεί μέσω των λογαριασμών της Εταιρείας, - κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε παράνομη προτίμηση πιστωτών ή παράνομη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, - τι απέγιναν οι μετοχές της Bank of Moscow που αγοράστηκαν από την Εταιρεία, και σε περίπτωση που πωλήθηκαν ή μεταβιβάστηκαν σε τρίτο ποιο αντάλλαγμα λήφθηκε από την Εταιρεία, - κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση καθήκοντος από τους Καθ' ων η Αίτηση, - κατά πόσο έγινε οποιαδήποτε πράξη από τους λογαριασμούς της Εταιρείας μετά τον διορισμό του Αιτητή. Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν με την ένστασή τους, τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομοθεσία και η Νομολογία αναφορικά με την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
- Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή δεν συνάδει με τις πρόνοιες των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και τη σχετική επί του θέματος νομολογία.
- Δεν υπάρχει καλή αιτία αγωγής, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και δικαίωμα σε θεραπεία αφού τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την απαίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.
- Το περιεχόμενο των αιτούμενων Διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τις θεραπείες του Κλητηρίου Εντάλματος. Τυχόν έκδοση αυτών στο παρόν στάδιο θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου επί της ουσίας της.
- Η καταχώρηση Κλητηρίου Εντάλματος και των ενδιάμεσων διαδικασιών, δεν αποτελούν τα ενδεδειγμένα δικονομικά βήματα συμφώνως της ισχύουσας Νομοθεσίας και Νομολογίας για τη συμμόρφωση Διευθυντών σε εκδοθέν Διάταγμα Εκκαθάρισης.
- Η αίτηση είναι πρόωρη και καταχρηστική των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Ο Ανδρέας Καραμανώλης είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. Αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι τα αιτούμενα Διατάγματα ταυτίζονται με τις αιτούμενες με το Κλητήριο Εντάλμα θεραπείες και συνεπώς καμία βλάβη ή ζημιά ενδέχεται να προκληθεί για τον Αιτητή σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Αντίθετα, ο Αιτητής καταχρηστικά προσπαθεί να εκμεταλλευθεί τη διαδικασία έκδοσης παρεμπίπτοντων Διαταγμάτων, προκειμένου να ικανοποιηθούν κατ' ουσίαν οι αξιώσεις του όπως αυτές προβάλλονται με την οπισθογράφηση και τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης. Σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, τα οποία αφορούν την παράδοση εγγράφων από τους Καθ' ων η Αίτηση, ουσιαστικά δεν θα υφίσταται πλέον ζήτημα προς εκδίκαση αφού θα έχουν ικανοποιηθεί οι αξιώσεις του Αιτητή. Επίσης, λόγω της φύσης των Διαταγμάτων, ακόμα και εάν κατά την διεκπεραίωση της αγωγής αποφασισθεί ότι ο Αιτητής δεν είχε βάσιμο αγώγιμο δικαίωμα, δεν θα υφίστανται περιθώρια επανόρθωσης της ζημίας που θα έχει προκληθεί από την έκδοση των ενδιάμεσων Διαταγμάτων, αφού αυτά συνίστανται σε παροχή πληροφοριών, οι οποίες θα έχουν ήδη δοθεί στον Αιτητή. Επιπρόσθετα εσφαλμένα, πρόωρα και καταχρηστικά ο Αιτητής αιτείται την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων που αφορούν την παράδοση από τους Καθ' ων η Αίτηση εταιρικών στοιχείων της εταιρείας RANWARE ENTERPRISES LIMITED, εφόσον με το Κλητήριο Ένταλμα εξαιτείται περαιτέρω «..διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται το διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας RANWARE ENTERPRISES LIMITED του High Court of Justice του Eastern Carribean Supreme Court ημερομηνίας 10/10/2011, με το οποίο διορίστηκε ο Ενάγοντας εκκαθαριστής της εταιρείας RANWARE ENTERPRISES LIMITED και προβλέπει τις εξουσίες του εν λόγω εκκαθαριστή.» Επομένως αυτή η θεραπεία αποτελεί προαπαιτούμενο, προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει κατά πόσον υφίσταται ή μη βάσιμη αιτία αγωγής και αυτό δεν μπορεί να κριθεί στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης αιτήσεως. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Αιτητής εσφαλμένα καταχώρησε Αγωγή αντί Εναρκτήριας Αίτησης καθότι, αυτό είναι το ενδεδειγμένο δικονομικό μέτρο αναφορικά με τα ζητήματα τα οποία εγείρει προς εκδίκαση και όχι το Κλητήριο Ένταλμα. Συγκεκριμένα, βάση της αγωγής φαίνεται να αποτελεί η παράλειψη, κατά τους ισχυρισμούς του Αιτητή, συμμόρφωσης των Καθ' ων η Αίτηση με τις προσκλήσεις αυτού για υποβολή προς αυτόν Έκθεσης Καταστάσεως της εταιρείας RANWARE ENTERPRISES LIMITED, που σύμφωνα με τον Αιτητή τέθηκε υπό εκκαθάριση δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Εφόσον ο Αιτητής ως εκκαθαριστής αποτείνεται ενώπιον των Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας, οφείλει να ακολουθήσει το ουσιαστικό και δικονομικό νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη σύσταση και λειτουργία των Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και γενικότερα τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή διότι κανένα στοιχείο από τα όσα ο Αιτητής έχει παραθέσει τόσο στην οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος όσο και στην παρούσα αίτηση, δημιουργεί οποιοδήποτε σύνδεσμο με τα Κυπριακά Δικαστήρια εφόσον: (α) τόσο ο Αιτητής όσο και οι Καθ' ων η Αίτηση είναι αλλοδαποί και (β) οι αξιώσεις του Αιτητή εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση απορρέουν από Διάταγμα εκκαθάρισης που εκδόθηκε από Δικαστήριο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή αναφέρονται οποιαδήποτε γεγονότα που να παραπέμπουν στο ότι η Εταιρεία διεξήγαγε οποιεσδήποτε εργασίες στην Κύπρο, οι δε ισχυρισμοί περί διεξαγωγής των εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση στην Κύπρο καθώς και περί ελέγχου των Καθ' ων η Αίτηση από πρόσωπα που βρίσκονται στην Κύπρο, είναι αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και ανυπόστατοι. Έχω μελετήσει με προσοχή την αίτηση και ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν καθώς επίσης και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν ή έθεσαν με τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Αιτητής, όπως αναφέρεται και στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του, αιτείται με το αιτητικό υπό παρ.4 (i-ix) της αίτησης του, την έκδοση Διαταγμάτων εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, τύπου Norwich Pharmacal. Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του Ν.14/60, τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και είναι στο πλαίσιο αυτής της εφαρμογής που έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το άρθρο 32, που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσης τους (βλ. Parico v. Muskita
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές του Δικαίου της επιείκειας εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, εφόσον δεν γίνεται διάφορη ρύθμιση από τη νομοθεσία της Κύπρου (βλ. Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718). Τα αιτούμενα διατάγματα είναι διατάγματα αποκάλυψης (disclosure) πληροφοριών και εγγράφων που στρέφονται κατά προσώπων που αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητές του. Το ότι το Δίκαιο της Επιείκειας παρέχει τέτοια θεραπεία στο ζημιωθέν μέρος προκύπτει έκδηλα από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 94 και Bankers Trust v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1247. Κατ' επέκταση, διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Τα γεγονότα της υπόθεση Norwich, ήταν κατ' ουσία, απλά. Οι εφεσείοντες ήταν ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της πατέντας «furazolidone», την οποία χρησιμοποιούσαν σε χημικά παρασκευάσματα. Σε κάποιο στάδιο διαπίστωσαν ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν επέμβει στην πατέντα τους, εισάγοντας παράνομα στην Αγγλία αντίστοιχα παρασκευάσματα. Τα ονόματα των εισαγωγέων ήταν γνωστά στις τελωνειακές αρχές στη βάση σχετικών εγγράφων, γι' αυτό ζήτησαν την αποκάλυψη τους προκειμένου να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. Οι τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι δεν είχαν εξουσία να το πράξουν. Κατ' ακολουθία τούτου, οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον τους αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης των ονομάτων των (παράνομων) εισαγωγέων. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα τους αλλά η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ' έφεση. Αποφασίσθηκε ότι η Norwich Pharmacal δεν είχε αιτία αγωγής εναντίον των τελωνείων και, επομένως, δεν νομιμοποιείτο σε διάταγμα αποκάλυψης και, δεύτερο, τα ονόματα των εισαγωγέων δόθηκαν στις τελωνειακές αρχές εμπιστευτικά και, επομένως, δεσμεύονταν από καθήκον δημοσίου συμφέροντος να μην τα αποκαλύψουν. Η απορριπτική απόφαση του Εφετείου εφεσιβλήθηκε με επιτυχία στη Βουλή των Λόρδων. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer.» Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Norwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ. British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, Harrington v. North Politechic
(1984)3 All E.R. 666) ως και από τα Καναδέζικα (βλ. υποθέσεις Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R.
(1998)Can L.H.9071 (F.C.A.)
(1998)4 F.C. 439 (C.A.) και Alberta Treasury Branches v. Leahy
(2000)A.B.Q.B. 575 (CanLII). Κοινή συνισταμένη των εν λόγω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. AXA Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 στη σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Οι πιο πάνω νομικές αρχές υιοθετήθηκαν και από την Κυπριακή Νομολογία στην υπόθεση Avila Management Services Ltd και άλλων ν. Frantisek Stepanek κ.ά Πολ. Έφεση 54/12 ημερ. 27.6.12, από την οποία παραθέτω και το ακόλουθο απόσπασμα: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Σχετική είναι επίσης και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Melouskia Commercial Ltd κ.ά v. Chumachenko Alisa κ.ά Πολ. Εφ. Ε71/13 ημερ. 30.9.14. Έχοντας παραθέσει τη σχετική νομολογία και αποσπάσματα, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη βάση του οποίου οι Αιτητές προώθησαν την υπόθεση τους, έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη (βλ. μεταξύ άλλων Karydas Taxi Co v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 κλπ) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:
- Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
- Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, και
- Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά την εξέταση του θέματος κατά πόσο έγινε αδικοπραξία από τους βασικούς αδικοπραγήσαντες ή αν καταδεικνύεται ότι το θέμα είναι συζητήσιμο. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, τα αιτούμενα διατάγματα είναι διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων που στρέφονται κατά προσώπων που αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητες του. Τα αιτούμενα Διατάγματα μπορούν να εκδοθούν εναντίον προσώπων, τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Στην προκειμένη περίπτωση, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο Αιτητής έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ότι διαπράχθηκε αδικοπραξία από βασικούς αδικοπραγήσαντες, και σε τέτοια περίπτωση, κατά πόσο οι Καθ' ων η Αίτηση ως διευθυντές της Εταιρείας RANWARE ENTERPRISES LIMITED, αποτελούν τους βασικούς αδικοπραγήσαντες ή πρόσωπα που αναμείχθηκαν ή υποβοήθησαν ή παρείχαν διευκόλυνση στην τέλεση της παράνομης πράξης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών εισηγήθηκε ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο Αιτητής θα αδυνατεί να εκπληρώσει τις εκ του νόμου υποχρεώσεις του και θα αδυνατεί να προχωρήσει με την εκκαθάριση της Εταιρείας, την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της ή τον καθορισμό βάσης αγωγής εναντίον προσώπων που έχουν αδικοπραγήσει εναντίον της Εταιρείας ή έχουν παραβεί συμβατικές υποχρεώσεις ή έχουν παρανομήσει. Ειδικότερα, ο Αιτητής οφείλει να διερευνήσει:
- τις υποθέσεις της Εταιρείας και να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε αδίκημα ή ενέργεια σε βάρος της Εταιρείας.
- κατά πόσο υπήρξε δόλια ή παράνομη προτίμηση πιστωτών ή άλλα αδικήματα ή δόλος από λειτουργούς ή αξιωματούχους της Εταιρείας πριν ή κατά την εκκαθάριση σε βάρος της Εταιρείας ή των πιστωτών της.
- κατά πόσο υπήρξε παραποίηση βιβλίων ή αν διαπράχθηκε οποιοδήποτε ποινικό ή αστικό αδίκημα σε βάρος της Εταιρείας και των πιστωτών της.
- κατά πόσο υπήρξε παράνομη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας.
- τι απέγιναν οι μετοχές της Bank of Moscow που αγοράστηκαν από την Εταιρεία, και σε περίπτωση που πωλήθηκαν ή μεταβιβάστηκαν σε τρίτο ποιο αντάλλαγμα λήφθηκε από την Εταιρεία.
- κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση καθήκοντος από τους Καθ' ων η Αίτηση.
- κατά πόσο έγινε οποιαδήποτε πράξη από τους λογαριασμούς της Εταιρείας μετά τον διορισμό του Αιτητή. Συνεκτιμώντας τις πιο πάνω θέσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή, ως και τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, διαπιστώνεται ότι δεν έχει καταδειχθεί η διάπραξη οποιασδήποτε αδικοπραξίας, με βασικό αδικοπραγήσαντα τους Καθ' ων η Αίτηση, ούτε και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση αναμείχθηκαν, υποβοήθησαν ή παρείχαν διευκόλυνση στην τέλεση οποιασδήποτε παράνομης πράξης. Κανένας τέτοιος ισχυρισμός προβάλλεται από τον Αιτητή και η αναζήτηση από αυτόν στοιχείων και εγγράφων, προκειμένου να διαπιστώσει αν διενεργήθηκε οποιοδήποτε ποινικό ή αστικό αδίκημα σε βάρος της Εταιρείας και των πιστωτών της δεν είναι αρκετό. Η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων προϋποθέτει την διαπίστωση ήδη διαπραχθείσας ή συζητήσιμης διαπραχθείσας αδικοπραξίας και η αναζήτηση στοιχείων και πληροφοριών, προκειμένου να διαφανεί σε μεταγενέστερο στάδιο η διάπραξη οποιασδήποτε τυχόν αδικοπραξίας, δεν είναι επιτρεπτή. Πολύ περισσότερο όταν δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι υπάρχει κατ' ισχυρισμόν βασικός αδικοπραγήσας ή πρόσωπο που αναμείχθηκε ή διευκόλυνε στην τέλεση οποιασδήποτε παράνομης πράξης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση των Καθ' ων η Αίτηση. Η απλή ιδιότητα των Καθ' ων η Αίτηση ως διευθυντές της Εταιρείας, δεν τους καθιστά «πιθανούς» βασικούς αδικοπραγήσαντες ή «πιθανά» πρόσωπα που αναμείχθηκαν ή διευκόλυναν ή βοήθησαν στην τέλεση παράνομης πράξης η οποία, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, είναι ανύπαρκτη. Οι απλές εικασίες και οι αόριστοι και γενικοί ισχυρισμοί του Αιτητή, ο οποίος αναζητά να εξεύρει αν διαπράχθηκε ή όχι παράνομη πράξη, δεν κρίνονται αρκετοί για να οδηγήσουν στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, απλώς παρατίθενται ισχυρισμοί περί διορισμού του Αιτητή ως εκκαθαριστή της Εταιρείας, λεπτομέρειες ως προς τις εξουσίες του, ως και οι λόγοι που οδήγησαν την Εταιρεία να τεθεί υπό εκκαθάριση, χωρίς όμως να αποκαλύπτονται στοιχεία αδικοπραξίας. Είναι φανερό ότι ο Αιτητής δεν επιδιώκει με τα αιτούμενα διατάγματα τη διακρίβωση γεγονότων που στοιχειοθετούν ήδη τελεσθείσα αδικοπραξία αλλά σκοπεύουν στη συμμόρφωση των Καθ' ων η Αίτηση προς τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές απορρέουν από το Διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας της οποίας είναι διευθυντές, και τούτο, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Avila Management (ανωτέρω), «το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Για όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις υπό παρ. (i) και (iii) της υπόθεσης Mitsui (ανωτέρω) και κατ' επέκταση δεν ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
- Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της αίτησης υπό παρ. 4 (i-ix). Σ' ότι αφορά το αιτούμενο απαγορευτικό Διάταγμα υπό παρ.5 της αίτησης, κρίνω ότι και αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου ότι τα αιτούμενα Διατάγματα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση αίτηση τύπου Norwich Pharmacal θα πρέπει να απορριφθούν, έχοντας συγχρόνως κατά νου ότι ο Αιτητής με την παρ.23.4 της Έκθεσης Απαίτησης, αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται το διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας του High Court of Justice του Eastern Caribbean Supreme Court ημερ. 10.10.11 και με το οποίο διορίστηκε ως εκκαθαριστής της Εταιρείας. Επομένως, έχω την άποψη ότι προτού ακόμα αναγνωριστεί το εν λόγω Διάταγμα εκκαθάρισης από τα Κυπριακά Δικαστήρια, ως είναι το αίτημα του Αιτητή, - με το κατάλληλο και ορθό δικονομικό διάβημα - δεν είναι δυνατό να εκδοθεί το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα, αφού αυτό προϋποθέτει την αναγνώριση του Διατάγματος εκκαθάρισης και κατ' επέκταση την αναγνώριση των εξουσιών του Αιτητή που πηγάζουν από αυτό, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου θεωρώ ότι είναι αχρείαστο να ασχοληθώ με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, οι οποίοι μόνο ακαδημαϊκόν ενδιαφέρον θα είχαν. Για όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο, η αίτηση υπό παρ.4 (i-ix) και 5 απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος του Αιτητή, τα οποία, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................ Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο