← Κύπρος

OJSC BANK OF MOSCOW ν. ONEWORLD LIMITED, Αρ. Αγωγής: 6029/2012, 12/3/2015

OJSC BANK OF MOSCOW ν. ONEWORLD LIMITED, Αρ. Αγωγής: 6029/2012, 12/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6029/2012 Μεταξύ: OJSC BANK OF MOSCOW Εναγόντων και ONEWORLD LIMITED Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερομηνίας 3 Φεβρουαρίου 2015 για Αναστολή Εκτέλεσης Απόφασης 12 Μαρτίου,

  1. Για τους Αιτητές-εναγομένους: κ. Χρ. Κληρίδης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-ενάγοντες: κ. Αλ. Γαβριηλίδης για Σκορδής & Παπαπέτρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες είναι τράπεζα που έχει έδρα τη Ρωσία. Μετά από λογιστικό έλεγχο που έγινε στα βιβλία τους διαφάνηκε ότι υπεξαιρέθηκαν δολίως από την τράπεζα τεράστια χρηματικά ποσά. Έρευνες του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσίας κατέδειξαν ότι δύο πρώην διευθυντικά στελέχη της τράπεζας είχαν προκαλέσει τη χορήγηση δανείων από την τράπεζα σε Κυπριακές εταιρείες που ελέγχονταν από τους ιδίους. Τα δανειακά αυτά κεφάλαια χρησιμοποιήθηκαν για να αγοραστούν περιουσιακά στοιχεία, τα οποία στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε εμπίστευμα. Επίτροπος του εμπιστεύματος ήταν η εναγομένη εταιρεία. Η εναγομένη εταιρεία ήταν επίσης αυτή που είχε συστήσει τις Κυπριακές εταιρείες στις οποίες είχαν χορηγηθεί τα δάνεια και αυτή που τις διαχειριζόταν. Οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τύπου Norwich Pharmacal, την 7.9.
  2. Η αίτηση αναβλήθηκε πολλές φορές και τέθηκε ενώπιόν μου για πρώτη φορά τη 12.9.
  3. Μετά από μακρά ακροαματική διαδικασία, ενόψει των πολλών θεμάτων που ηγέρθηκαν, εκδόθηκε απόφαση την 23.1.
  4. Τα διατάγματα που εκδόθηκαν αφορούν την αποκάλυψη στοιχείων σε σχέση με το πλέγμα δανείων και το εμπίστευμα. Κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι τα στοιχεία αυτά ήταν αναγκαία για να μπορέσουν οι ενάγοντες να εντοπίσουν ποιοι ευθύνονται για το έλλειμμα και για να συλλέξουν την αναγκαία μαρτυρία ώστε να κινηθούν δικαστικώς εναντίον των αδικοπραγούντων και να εντοπίσουν τα τεράστια ποσά, συνολικού ύψους USD2.000.000.000 περίπου, που αποσπάστηκαν με επιλήψιμο τρόπο, κάτω από ύποπτες συνθήκες, από την τράπεζα. Την 30.1.2015 καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές-εναγόμενοι ζητούν την αναστολή εκτέλεσης των πιο πάνω διαταγμάτων, ως και οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Η Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, εκπρόσωπος των εναγόντων όμως, που είχε πληροφορηθεί για την Αίτηση, εμφανίστηκε την ημέρα που ήταν ορισμένη, τη 10.2.2015, και ζήτησε να λάβει μέρος στη διαδικασία. Ο εκπρόσωπος των Αιτητών-εναγομένων δεν έφερε ένσταση στο αίτημα. Ο κ. Γαβριηλίδης, που εκπροσωπεί τους Καθ΄ ων η Αίτηση-ενάγοντες, δεσμεύτηκε τότε εάν οι εναγόμενοι, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος για αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος, συμμορφωθούν με το εν λόγω διάταγμα μέχρι την 26.3.2015, οι ενάγοντες δεν θα λάβουν οποιαδήποτε μέτρα για παρακοή του διατάγματος. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Μάριου Φιερού, Ανωτάτου Διευθυντικού Στελέχους των εναγομένων. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι η έφεση είναι «ουσιαστική» με πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας. Σε περίπτωση που οι εναγομένοι συμμορφωθούν και αποκαλύψουν τα αιτούμενα στοιχεία, θα δημιουργηθούν μη ανατρέψιμες καταστάσεις. Το αποτέλεσμα της έφεσης θα είναι εντελώς «θεωρητικό» και «ακαδημαϊκό». Οι Αιτητές-εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι με την αποκάλυψη παραβιάζονται Συνταγματικά δικαιώματα που αφορούν «το απόρρητο και τρίτους», θέση την οποία είχαν προβάλει και σε μεγάλη έκταση στην ένσταση που καταχώρησαν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Αν υπάρξει συμμόρφωση με το περιεχόμενο των διαταγμάτων, βασικά Συνταγματικά δικαιώματα και νομοθετική προστασία «θα έχουν τρωθεί και παραβιαστεί ενώ υπάρχει σοβαρή πιθανότητα .. το Δικαστήριο να ακυρώσει κατ΄ Έφεση τα εκδοθέντα διατάγματα». Οι Καθ΄ ων η Αίτηση-ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση. Είναι η θέση τους ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικοί ή επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή της απόφασης. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στο να καταστήσει το διάταγμα «αναποτελεσματικό». Τα θέματα που εγείρονται στην Αίτηση, ήτοι παραβίαση Συνταγματικών δικαιωμάτων ή του τραπεζικού απορρήτου, έχουν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι τα διατάγματα θα έπρεπε να αποκαλυφθούν στο συγκεκριμένο στάδιο, καθότι θα ήταν δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τυχόν αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες. Αν οι πληροφορίες δεν αποκαλυφθούν αμέσως, αλλά σε 3-4 έτη μετά την εκδίκαση της έφεσης, οι πιθανότητες οι ενάγοντες να μπορέσουν να εντοπίσουν και να εξασφαλίσουν τη διατήρηση των τεραστίων χρηματικών ποσών που υπεξαιρέθηκαν, και τυχόν περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν με αυτά και να λάβουν αποτελεσματικά νομικά μέτρα εναντίον των αδικοπραγούντων, θα είναι μηδαμινές. Οι Αιτητές-εναγόμενοι ουδεμία ζημιά ή βλάβη θα υποστούν σε περίπτωση που αναγκαστούν να συμμορφωθούν με την απόφαση του Δικαστηρίου πριν την εκδίκαση της έφεσης. Εξάλλου, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23.1.2015, οι ενάγοντες υποχρεούνται να αποζημιώσουν τους εναγομένους για οποιαδήποτε ζημιά υποστούν οι τελευταίοι, λόγω της συμμόρφωσής τους με το επίδικο διάταγμα. Η Αίτηση στηρίζεται επί του Διαδικαστικού Κανονισμού Πολιτικής Δικονομίας, Δ.40 θ.11, Δ.48 θθ.2

(2), 8
(1)(ee), (II), (qq) (ss), Δ.35 θθ.8, 18 και 19, Δ.57 θ.2, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Άρθρο 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρα 25 και 47, στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, ως επίσης στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Δ.35, θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα πιο κάτω: «
  1. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed ...». Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα πρέπει να εξισορροπήσει μεταξύ δύο συγκρουομένων δικαιωμάτων, του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Το έργο αυτό επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα μόνο στις περιπτώσεις όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος[1]. Στην αγωγή Ναυτοδικείου Ευαγγέλου v. Dorami Marine Ltd[2] o Στυλιανίδης, Δ. αναφέρθηκε στα δύο δικαιώματα που θα πρέπει να εξισορροπήσει το Δικαστήριο και τόνισε ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται χωρίς εξαιρετικό λόγο του καρπού της επιτυχίας του. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό το Δικαστήριο να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης. Σχετική επί του θέματος είναι και η Αγγλική απόφαση Hummond Suddard Solicitors v. Agrichem International Holdings Limited[3]. Το βασικό κριτήριο, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, είναι κατά πόσο υπάρχει ενδεχόμενο να προκληθεί αδικία στο ένα ή στο άλλο μέρος αν το Δικαστήριο χορηγήσει ή αρνηθεί την αναστολή. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Whether the court should exercise its discretion to grant a stay will depend upon all the circumstances of the case, but the essential question is whether there is a risk of injustice to one or other or both parties if it grants or refuses a stay. In particular, if a stay is refused what are the risks of the appeal being stifled? If a stay is granted and the appeal fails, what are the risks that the respondent will be unable to enforce the judgment? On the other hand, if a stay is refused and the appeal succeeds, and the judgment is enforced in the meantime, what are the risks of the appellant being able to recover any monies paid from the respondent?......» Οι Αιτητές στηρίζουν την Αίτησή τους στην απόφαση Penderhill Holdings Limited κ.ά. και Ιωάννη Κλουκίνα[4]. Σε εκείνη την υπόθεση ο ενάγοντας καταχώρησε αγωγή με την οποία ισχυριζόταν τη διάπραξη διαφόρων αδικοπραξιών εναντίον του, ιδιαίτερα από τον εναγόμενο 7, καθώς και άλλες καταδολιευτικές ενέργειες λόγω διαδοχικών μεταβιβάσεων της ακινήτου περιουσίας του στους εναγομένους 8 και
  2. Η Κυπριακή εταιρεία Penderhill Holdings Limited ήταν, σύμφωνα με τον ενάγοντα, η μοναδική μέτοχος των εναγομένων
  3. Την ίδια ημέρα με την καταχώρηση της αγωγής καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τύπου Norwich Pharmacal, για αποκάλυψη πληροφοριών. Οι εναγόμενοι διατάχθηκαν να προβούν σε ένορκη αποκάλυψη όλων των εγγράφων που είχαν σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εναγομένων
  4. Σε αυτό το πλαίσιο υποχρεώνονταν, μεταξύ άλλων, να αποκαλύψουν ταυτότητες, διευθύνσεις, έγγραφα καταπιστεύματος και τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων 1, 7 και
  5. Οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 5 και 6 εφεσίβαλαν την πιο πάνω απόφαση και στη συνέχεια καταχώρησαν αιτήσεις με τις οποίες ζητούσαν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση των εφέσεων. Το Δικαστήριο έκρινε, με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του, ότι η πλάστιγγα θα έπρεπε να κλίνει υπέρ της έγκρισης των αιτήσεων. Με την έγκριση θα προκαλείτο κάποιου βαθμού καθυστέρηση στην εξασφάλιση των πληροφοριών που οι εναγόμενοι είχαν διαταχθεί να αποκαλύψουν για σκοπούς εντοπισμού όλων των αδικοπραγήσαντων, αν όμως δεν διδόταν αναστολή και οι εφέσεις πετύχαιναν, τότε αυτές θα ήταν άνευ αντικειμένου. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι «τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης παίζουν ουσιαστικό ρόλο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, θα ήθελα εν πρώτοις να επισημάνω ότι τα θέματα που εγείρονται στην Αίτηση, συμπεριλαμβανομένου του θέματος παραβίασης Συνταγματικών δικαιωμάτων, έχουν ήδη προβληματίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Στην απόφαση τονίζεται επίσης ότι οι θεραπείες που ζητούνται είναι τέτοιας φύσης που θα είναι πολύ δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα έχει ήδη καθυστερήσει σε μεγάλο βαθμό, και δεν αναμένεται η έφεση να ολοκληρωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση θα καταστήσει, κατά την κρίση μου, τον εντοπισμό των τεραστίων κεφαλαίων που έχουν αποσπαστεί από την τράπεζα δύσκολο και ή αδύνατο. Τα ποσά δε που έχουν αποσπαστεί είναι τόσο μεγάλα (USD2.000.000.000 περίπου), που οι εναγόμενοι δεν είναι σε θέση να παράσχουν οποιαδήποτε ασφάλεια ικανή να καλύψει τη ζημιά που πιθανό να προκληθεί στους ενάγοντες από την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Δεν παραγνωρίζω τα ό,σα ανάφεραν οι Αιτητές-εναγόμενοι ότι σε περίπτωση που δεν δοθεί αναστολή και η έφεση πετύχει, αυτή θα καταστεί άνευ αντικειμένου, καθότι τα στοιχεία θα έχουν ήδη δοθεί. Πρόκειται για σοβαρό παράγοντα, ο οποίος όμως θα πρέπει να εξισορροπηθεί με τα υπόλοιπα περιστατικά της υπόθεσης. Εκείνο που θεωρώ υψίστης σημασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, στοιχείο που τη διακρίνει από την απόφαση Penderhill (ανωτέρω), είναι το γεγονός ότι όλα τα στοιχεία και οι πληροφορίες που διατάχθηκαν οι εναγόμενοι να αποκαλύψουν αφορούν άμεσα τους ενάγοντες. Πρόκειται για στοιχεία που αφορούν την περιουσία των ιδίων των εναγόντων και όχι κάποιου τρίτου προσώπου. Τα στοιχεία αυτά σχετίζονται με τις συναλλαγές της ιδίας της τράπεζας, τα δάνεια που η ίδια χορήγησε, τις εταιρείες και το εμπίστευμα που συστάθηκαν με δικές της οδηγίες. Τα στοιχεία αυτά, ως τονίζω στην απόφασή μου ημερομηνίας 23.1.2015, της ανήκουν και θα έπρεπε κανονικά να βρίσκονται αρχειοθετημένα στα γραφεία της, αυτά όμως κάτω από ύποπτες συνθήκες έχουν εξαφανιστεί. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] Ναυτικός Όμιλος Πάφου και Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, 1150-1. [2]
(1991)1 AAΔ 172,
  1. [3] [2001] EWCA Civ 2065, para.
  2. [4]
(2001)1 ΑΑΔ 1921. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.