Αναφορικά με την Εταιρεία G. PARASKEVAIDES
(1966)LTD, Αίτηση Αριθ.: 473/11, 3/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αίτηση Αριθ.: 473/11 Αναφορικά με την Εταιρεία G. PARASKEVAIDES
(1966)LTD, και Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 -------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ ΘΕΛΜΑΣ Γ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΙΔΗ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ Γ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΙΔΗ, ΓΙΑ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ: Ημερομηνία: 3 Mαρτίου, 2015. Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες: Κυριάκος Μιχαηλίδης, Μαρίνα Κατσελλή για Κυριάκος Μιχαηλίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ων η Αίτηση (Ευθύβουλο Παρασκευαϊδη, Λεώνη Μαυρονικόλα): Γιώργος Μούντης, Νάντια Νικολάου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενδιαφερόμενο Μέρος (Όλγα Λοϊζου): Μαρίνα Ιεροκηπιώτου Για Ενδιαφερόμενα Μέρη (5 από τους 11 υπαλλήλους του Λογιστηρίου της Εταιρείας): Μαριέφη Ορφανίδου ---------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Τρόπος διεξαγωγής ακροαματικής διαδικασίας σε Αιτήσεις Εκκαθάρισης - Άδεια για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης) Για μια ακόμη φορά τίθενται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τα ίδια ερωτήματα που έχουν τεθεί ενώπιον πολλών άλλων δικαστών των Επαρχιακών Δικαστηρίων και που αφορούν σε, (α) ποίο είναι το ορθό δικονομικό μέσο που πρέπει να χρησιμοποιείται σε εταιρικές αιτήσεις και ειδικώτερα σε αιτήσεις εκκαθάρισης; (β) πώς διεξάγεται η ακροαματική διαδικασία σε εταιρικές αιτήσεις. Είναι με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας ή στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων; (γ) ποίοι Κανονισμοί εφαρμόζονται στις εταιρικές αιτήσεις; (δ) επιτρέπεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε εταιρικές αιτήσεις; Είναι άξιον προσοχής ότι μέχρι σήμερα τα πιο πάνω ερωτήματα δεν έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα και οριστικά: στο μεν Ανώτατο Δικαστήριο, δεν έχει τεθεί απευθείας και κάποιες σχετικές αναφορές έγιναν obiter, ενώ στα Επαρχιακά Δικαστήρια υπάρχουν αποφάσεις οι οποίες συγκρούονται μεταξύ τους με ενδιαφέρουσα, πρέπει να τονισθεί, αιτιολογία η οποία θα σχολιασθεί πιο κάτω. Το ερώτημα στην παρούσα διαδικασία τέθηκε, όπως και σε πολλές άλλες, στα πλαίσια αιτήματος για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης το οποίο εγέρθηκε σχεδόν με τη συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Είχε τεθεί επιδερμικά και κατά το στάδιο αμέσως πριν την έναρξη της ακρόασης αλλά δεν είχε ζητηθεί η απόφανση του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, πριν από την έναρξη της ακρόασης, ο κ. Μούντης είχε θέσει θέμα οδηγιών του Δικαστηρίου ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας. Ο κ. Μιχαηλίδης ανέφερε ότι για τον ίδιο το θέμα ήταν ξεκάθαρο ότι η ακρόαση θα έπρεπε να διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που είχαν καταχωριστεί μαζί με την Αίτηση και Ένσταση. Μετά την πιο πάνω δήλωση, ο κ. Μούντης απέσυρε το αίτημά του για έκδοση οδηγιών, επιφυλάσσοντας το δικαίωμά του για να το θέσει αργότερα. Εφόσον, σύμφωνα με τον κ. Μούντη, είναι η αντίδικη πλευρά που, ως Αιτητές, φέρει το βάρος της απόδειξης της υπόθεσής της και αυτή θα άρχιζε πρώτη την υπόθεση, επιφυλάσσετο να ισχυριστεί ότι, με τον τρόπο που θα είχε χειριστεί την υπόθεση δηλαδή χωρίς την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας, δεν είχε αποσείσει το βάρος και επίπεδο απόδειξης. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε με αγορεύσεις αμφοτέρων των πλευρών. Μετά, όμως, τη συμπλήρωσή τους, η πλευρά των Αιτητών έθεσε θέμα καταχώρισης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης για παράθεση κάποιων γεγονότων που είχαν επισυμβεί πρόσφατα. Η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση έφερε ένσταση επικαλούμενη πρωτόδικες αποφάσεις που υποστηρίζουν το επιχείρημα ότι, εφόσον η ακρόαση έπρεπε να είχε διεξαχθεί με προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας, δεν τίθεται θέμα καταχώρισης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Αμφότερες οι πλευρές έθεσαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Δοθείσας της ευκαιρίας, θεώρησα ως κατάλληλο σημείο να επεκταθώ σε θέματα που είχαν εγερθεί έμμεσα και προσπάθησα να διευκρινίσω τη σύγχυση που επικρατεί αναφορικά με τη χρήση όρων όπως, γενική αίτηση, πρωτογενής αίτηση, πρωτογενής κλήση, εναρκτήρια κλήση, υπόμνημα, αναφορά, originating summons, petition κλπ. ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΑ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΣΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ Στην ενότητα αυτή περιγράφονται τα διάφορα εναρκτήρια δικονομικά μέσα που χρησιμοποιούνται στις διαδικασίες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, καθώς και ποίο δικονομικό μέσο χρησιμοποιείται για την κάθε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όπου υπάρχει σύγχυση ως προς την ακριβή ορολογία, χρησιμοποιείται η αγγλική και γίνεται προσπάθεια αντιστοίχισής της με αυτή που χρησιμοποιείται στα Ελληνικά: Με αφετηρία τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, αναφορά μπορεί να γίνει στη Δ.1, η οποία είναι η διαταγή που δίδει τον ορισμό κάποιων όρων. Συγκεκριμένα, στον ορισμό του «plaintiff» (ενάγων) αναφέρονται σχετικά (η υπογράμμιση είναι δική μου): "plaintiff includes every person as king any relief (other than a defendant as king relief by way of counter-claim) against any other person by any firm of proceeding, whether the proceeding is by action, petition, summons and otherwise". Eπομένως, με βάση τη Δ.1, καθορίζονται ως εναρκτήρια δικονομικά μέσα τα ακόλουθα: (α) action, (αγωγή), (β) petition, (γ) motion, (δ) summons. Aφήνεται όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο ("on otherwise") να υπάρχουν ή ακόμη και να δημιουργηθούν και άλλα εναρκτήρια δικονομικά μέσα. Αυτό πλέον ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τη συνεχή διάπλαση του δικαίου στην προσπάθεια να προλαβαίνει ή τουλάχιστον να λαμβάνει υπ΄ όψιν τις ραγδαίες εξελίξεις της τεχνολογίας. Οι εμπορικές δοσοληψίες σήμερα επεκτείνονται και λαμβάνουν χώρα άμεσα και σε πολλές χώρες ταυτόχρονα. Αυτό δεν μπορεί να μην είχε τον ανάλογο αντίκτυπο στα δικονομικά μέσα που χρησιμοποιούνται. Πολλές φορές η νομοθεσία, όπως για παράδειγμα η αντίστοιχη που προνοεί για εγγραφή και αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων, κάνει ειδική πρόνοια για τα δικονομικά μέσα που θα πρέπει να χρησιμοποιούνται στις διαδικασίες με βάση την ειδική αυτή νομοθεσία, κάποτε μη ακολουθώντας τις συνήθεις πρακτικές. Σ΄ όλα αυτά προστίθενται και οι αλλαγές που επήλθαν με την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την εφαρμογή του Δικαίου της στην Κύπρο. Η προσπάθεια των θεσμικών οργάνων της αποσκοπούν στην απλούστευση και επιτάχυνση των ακολουθούμενων διαδικασιών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ενοποίηση, σε κάποιο βαθμό, των κανόνων που αφορούν στη δικαιοδοσία και στην προσπάθεια δημιουργίας ενιαίου δικαστικού χώρου. Πιο κάτω, γίνονται συγκεκριμένες αναφορές στον τρόπο που οι εν λόγω εξελίξεις επηρέασαν τα εναρκτήρια δικονομικά μέσα στην Κύπρο. Action (Αγωγή) Αποτελεί τον πλέον διαδεδομένο τρόπο διεκδίκησης των δικαιωμάτων των διαδίκων. Στη Δ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον ορισμό της αγωγής αναφέρονται: «action» means a civil proceeding commenced by writ or such other manner as may be presented by any law or Rules of court. Επιπρόσθετα, στη Δ.2, θ.1, προνοούνται τα ακόλουθα: "Save where any other provision is made, any action shall be commenced by a writ of summons". Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι η αγωγή χρησιμοποιείται πάντοτε, εκτός εάν υπάρχει ρητή πρόνοια από νόμο ή κανονισμό για χρήση άλλου δικονομικού μέσου. Οriginating Summons (Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) Σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, η διαδικασία της Εναρκτήριας Κλήσης (Οriginating Summons) αποτελεί ένα ακόμη τρόπο έναρξης διαδικασίας αλλά είναι σαφές ότι για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί, θα πρέπει να υπάρχει ειδική πρόνοια προς το σκοπόν αυτόν. Ο ορισμός του όρου «Εναρκτήρια Κλήση», δίδεται από τους ίδιους τους Θεσμούς, στη Δ.1, θ.2 όπου αναφέρεται ότι «σημαίνει οιαδήποτε κλήση, εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί». Ο ορισμός αυτός είναι ακριβώς ο ίδιος με ό,τι ίσχυε στην Αγγλία, βλ. Annual Practice
(1956)σελ. 1551, για το O.71, r.1.A, των τότε Rules of the Supreme Court. H ίδια η Δ.55, θ.1 προνοεί ρητά για το πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία της Εναρκτήριας Κλήσης αφού αναφέρει ότι «οιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί ότι είναι ενδιαφερόμενο σύμφωνα με έγγραφο μεταβιβάσεως, διαθήκη ή άλλη γραπτή πράξη μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο δια Εναρκτήριας Κλήσης» (any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons). Το ίδιο λεκτικό συναντάται και στην τότε Αγγλική Δ.54Α, θ.1 βλ. Annual Practice
(1956)σελ. 1062. Διαπιστώνεται και στο θέμα αυτό σύγχυση ως προς την ακριβή μεταφορά στην Ελληνική του όρου «originating summons». Συγκεκριμένα, έχουν χρησιμοποιηθεί εκφράσεις όπως «πρωτογενής αίτηση», «εναρκτήρια κλήση» και «εναρκτήρια αίτηση». Προσωπικά, θεωρώ τον όρο «εναρκτήρια κλήση» ως ορθότερη και πιο πρόσφορη μετάφραση του αγγλικού «οriginating summons». Το πώς καταχωρίζεται η διαδικασία, προνοείται από τους Τύπους (Forms) 50 και 51 στο Παράρτημα Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το πότε χρησιμοποιείται η διαδικασία αυτή, όπως αναφέρεται πιο πάνω, θα πρέπει να προνοείται ρητά από νομοθετική πρόνοια και/ή σχετικούς κανονισμούς. Εκτός από τις περιπτώσεις οι οποίες περιλαμβάνονται ρητά στη Δ.55, υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις στις οποίες η εναρκτήρια κλήση κατονομάζεται ως το δικονομικό μέτρο για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Μάλιστα υπάρχουν περιπτώσεις όπου η χρήση Εναρκτήριας Κλήσης ως ένδικο μέσο είναι υποχρεωτική είτε από νομοθετική διάταξη, είτε από διαδικαστικούς θεσμούς βλ. Atkin΄s, Court Forms (2η έκδοση, 1978), Τόμος 1, σελ. 139-149, Odgers΄on Pleadings and Practice, 21η Έκδοση
(1975), σελ. 314. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορούν να αναφερθούν τα Άρθρα 53 και 54 του Περί Διαxειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189, τα οποία προνοούν ρητά για χρήση της διαδικασίας της εναρκτήριας κλήσης για επίλυση κάποιων θεμάτων που αφορούν σε διαχείριση περιουσίας αποθανόντων. Στην Wortham κ.α. ν. Τσίμον κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1442, αναφέρθηκε ρητά ότι, εάν οι επιζητούμενες θεραπείες εμπίπτουν στις πρόνοιες του Άρθρου 53 του Κεφ.189, τότε αυτές μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης για την οποία ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις της Δ.55. Μάλιστα η Δ.55, θθ.2 και 3, περιλαμβάνει πρόνοιες αναφορικά με την επίδοση της εναρκτήριας κλήσης και τη στήριξή της με μαρτυρία, όπως θα ζητούσε το Δικαστήριο (Κωνσταντινίδης, Δ. στη σελίδα 1452). Βλ. επίσης Τερζής ν. Πετουφά
(2011)1(Α) Α.Α.Δ.
- Μotion Όπως αναφέρεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.1, διάδικος μπορεί να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για παροχή θεραπείας και με τη μέθοδο του motion. Η μέθοδος αυτή δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται στην Κύπρο παρά το γεγονός ότι είναι ένα ακόμη μέσο έναρξης δικαστικής διαδικασίας. Στο σύγγραμμα Lord Atkin΄s, Encyclopaedia of Court Forms and Precedents in Civil Proceedings, (έκδοση 1948), Volume XII, σελ. 3, ως motion καθορίζεται προφορική αίτηση στο Δικαστήριο, σ΄ αντιπαραβολή με το petition που είναι γραπτή αίτηση. Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ρητή νομοθετική πρόνοια προς το σκοπόν αυτόν. Halsbury΄s Laws of England, (3η έκδοση), Volume 30, Παράγραφοι 561-
- Σχετική πρόνοια για τη χρήση του motion για προώθηση διαδικασίας μπορεί να εντοπισθεί στο Άρθρο 24, του Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Νόμο, Κεφ. 189, το οποίο προνοεί για διαδικασία αναθεώρησης της απόφασης του Πρωτοκολλητή όταν αυτός έχει απορρίψει αίτηση για επικύρωση διαθήκης ή για διαχείριση, παρά το γεγονός ότι δεν είχε υποβληθεί ένσταση κατ΄ αυτής. Ορθά, κατά τη γνώμη μου, στο Ελληνικό κείμενο χρησιμοποιήθηκε ο όρος «αίτηση», αλλά δίπλα, σε παρένθεση, αναγράφεται «motion». Petition Σ΄ αυτό το εναρκτήριο δικονομικό μέσο, η σύγχυση αρχίζει από την ίδια την ορολογία και από το πώς μεταφράστηκε στην Ελληνική γλώσσα ο όρος "petition", καθώς και ποία είναι η ορθή του μετάφραση. Στη νομολογία μεταφράστηκε ως «αίτηση», «αναφορά» ή ακόμη και «υπόμνημα». Όλα αυτά, φυσικά, στην προσπάθεια να μεταφερθεί ορθά στην Ελληνική γλώσσα ο όρος «petition» και να μην δημιουργείται σύγχυση με άλλες διαδικασίες. Υπόμνημα: Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε από τον Πική Δ., όπως ήταν τότε στην In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, μεταφράζοντας "petition" για εκκαθάριση εταιρείας σε «υπόμνημα». Αναφορά: Έχει χρησιμοποιηθεί και αυτός ο όρος ως μετάφραση του petition, ίσως επειδή σε αγωγές ναυτοδικείου το δικόγραφο του "petition", μεταφράστηκε σε «αναφορά». Αίτηση: Αυτός ο όρος χρησιμοποιήθηκε ως μετάφραση του petition σε επίσημες μεταφράσεις νομοθετημάτων, αλλά μερικές φορές οδήγησε σε λανθασμένη καθοδήγηση αφού η, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, μετάφραση του όρου «petition», σε «αίτηση» οδήγησε πολλούς στο να θεωρούν ότι η προβλεπόμενη διαδικασία είναι αυτή της αίτησης με βάση τη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, στο Άρθρο 213, του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, καθορίζεται σαφώς ότι, αίτημα στο Δικαστήριο για εκκαθάριση εταιρείας, υποβάλλεται με petition. Στην Ελληνική μετάφραση του νόμου, το petition μεταφράστηκε σε αίτηση. Ομοίως και στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5, Άρθρα 4-8, 10-11 και 19, στο Αγγλικό κείμενο προνοείται ότι η διαδικασία με βάση τα πιο πάνω άρθρα υποβάλλεται με «petition», που μεταφράστηκε σε «αίτηση». Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι ίσως η πιο ορθή μετάφραση του "petition" θα ήταν «αίτηση» αλλά να αναγράφεται δίπλα σε παρένθεση ο όρος «petition» για περισσότερη ακρίβεια και για αποφυγή οποιασδήποτε παρεξήγησης ως προς το ορθό δικονομικό μέτρο. Σε ποίες διαδικασίες χρησιμοποιείται η διαδικασία του petition: Για να χρησιμοποιηθεί το petition ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο, όπως αναφέρεται πιο πάνω, πρέπει να υπάρχει ρητή πρόνοια, είτε στη νομοθεσία, είτε στους θεσμούς. Το petition, σύμφωνα με την πρακτική, αποτελεί δικόγραφο γι΄ αυτό και εφαρμόζονται όλοι οι κανόνες που ισχύουν γενικά για τα δικόγραφα (Lord Atkin΄s, The Encyclopaedia of Court Forms and Precedents, 1η έκδοση, 1949, Volume XIII, Κεφάλαιο "Petitions" σελ. 133). Όπως αναφέρεται πιο πάνω, το γεγονός της μετάφρασης του όρου "petition" σε «αίτηση», οδήγησε σε κάποια σύγχυση αναφορικά με το πότε ακριβώς απαιτείται η χρήση petition ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Πιο κάτω, αναφέρονται χαρακτηριστικά παραδείγματα που επιβάλλεται από τη νομοθεσία ή τους κανονισμούς, η χρήση petition: (α) Σε εταιρικές αιτήσεις για εκκαθάριση εταιρείας δυνάμει του Άρθρου 213, του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Χαρακτηριστικό της σύγχυσης ως προς την ορολογία, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Δρα Α. Ποιητή, Η Εκκαθάριση Εταιρειών, 1η έκδοση, 2013, Μέρος Γ, Κεφάλαιο Β, σελ. 36-37: «ΙΙΙ. Το αγγλικό κείμενο του νόμου αναφέρει ότι «an application to the Court. shall be by petition. Είναι φανερό ότι η λέξη «application» χρησιμοποιείται στο νόμο όχι με το νομικό όρο που καθορίζουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, αλλά με την κοινή σημασία της λέξης. ΄Ετσι, η λέξη «application" δεν καθορίζει τη μορφή του δικογράφου που πρέπει να χρησιμοποιηθεί, αλλά το αίτημα, το οποίο υποβάλλεται για να εξετασθεί από το Δικαστήριο, όπως το αντιλαμβάνεται ο απλός πολίτης. Αντίθετα, η λέξη «petition» καθορίζει το δικογραφικό τύπο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για υποβολή του αιτήματος αυτού. Γι΄ αυτό το αγγλικό κείμενο πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι πιο κατατοπιστικό για το μελετητή. Αυτό συμβαίνει σε αντίθεση με το κείμενο της μετάφρασης, που αναφέρει «αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση της εταιρείας γίνεται με αίτηση.». Το ελληνικό κείμενο μόνο σύγχυση μπορεί να προκαλέσει, αφ΄ ενός μεν διότι χρησιμοποιεί στην ίδια περίοδο λόγου την ίδια λέξη με δύο διαφορετικές σημασίες, αφ΄ ετέρου δε διότι δεν καθορίζει το δικογραφικό τύπο που θα πρέπει να χρησιμοποιήσει ο αιτητής. Ο μελετητής που δεν κοιτάζει το αγγλικό κείμενο είναι δυνατό να παρασυρθεί ή, το λιγότερο, να παραμείνει στο σκοτάδι.» (β) Σε διάφορες εταιρικές αιτήσεις οι οποίες καθορίζονται από τον Κανονισμό 5, των Περί Εταιρειών Κανονισμών, όπως (i) αίτηση για μείωση μετοχικού κεφαλαίου (Άρθρο 64, Κεφ. 113) (ii) αίτηση για επαναφορά του ονόματος της εταιρείας στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (Άρθρο 327, Κεφ. 113) (iii) αίτηση για επικύρωση έκδοσης μετοχών υπέρ το άρτιο (Άρθρο 55, Κεφ. 113). Σ΄ αντιπαραβολή, ο Κανονισμός 6 των Περί Εταιρειών Κανονισμών, προνοεί το πότε χρησιμοποιείται το ένδικο μέσο της εναρκτήριας κλήσης σε εταιρικές αιτήσεις. Στον εν λόγω Κανονισμό, αναφέρεται ότι οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται με «summons» και στον επόμενο Κανονισμό 7 διευκρινίζεται ότι με «summons» εννοείται «originating summons» (εναρκτήρια κλήση). Περιγράφονται χαρακτηριστικά 27 περιπτώσεις τέτοιων αιτήσεων. Εκείνο που διαφαίνεται είναι ότι εταιρικές αιτήσεις μπορεί να υποβληθούν είτε με εναρκτήρια κλήση, είτε με petition και οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί, διευκρινίζουν πότε χρησιμοποιείται η μία διαδικασία και πότε η άλλη. (γ) Αιτήσεις για εκκαθάριση συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης ως προνοείται από τη Δ.54 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Μάλιστα, στο Παράρτημα των εν λόγω Θεσμών προνοείται ο τύπος που πρέπει να έχει το petition (Form 49). (δ) Πτωχευτικές διαδικασίες με βάση τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5 και τους συναφείς Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, υποβάλλονται με petition. Οι σχετικές πρόνοιες απαντώνται στα Άρθρα 4-8, 10, 11 και 15 του Κεφ.5, όπου και πάλι δημιούργησε σύγχυση η μετάφραση του όρου «petition» σε «αίτηση». Επιπρόσθετα, σχετικοί είναι οι Κανονισμοί 44-63 που προνοούν για πτωχευτικές αιτήσεις (bankruptcy petitions) καθώς και οι Τύποι 6-8 του Παραρτήματος των εν λόγω Κανονισμών που περιγράφουν τον τύπο του petition και της ένστασης. Θα πρέπει όμως να λαμβάνεται υπ΄ όψιν ότι η διαδικασία πτώχευσης αποτελεί μία sui generis διαδικασία και μάλιστα οιονεί ποινικού χαρακτήρα. Γνώμονάς της θα πρέπει να είναι η προστασία της περιουσίας του χρεώστη προς όφελος, βεβαίως, των πιστωτών, η δε διαδικασία αναμένεται να διεξάγεται με γοργούς ρυθμούς (Ναθαναήλ, Δ., στις υποθέσεις Λοϊζου κ.α. ν. ΣΠΕ Δερύνειας
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 279, Αλωνεύτης ν. Alpha Bank Ltd
(2010)1(A) A.A.Δ. 475). Δύναται η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο; Η δική μου απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα, είναι καταφατική. Όπου ένας νόμος ή κανονισμός προβλέπει για κάποιου είδους διαδικασία προς επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού και δεν κάνει ρητή πρόνοια για τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί, θεωρώ ότι ορθή πορεία είναι η καταχώριση αίτησης με βάση τη Δ.48 η οποία να αποτελεί εναρκτήρια διαδικασία. Κάτι τέτοιο, πρέπει να πω, γίνεται ήδη στην πράξη και για την εν λόγω διαδικασία έχει επικρατήσει η χρήση του όρου «γενική αίτηση» ακόμη «πρωτογενής αίτηση». Οι δικηγόροι που έχουν να καταχωρίσουν διαδικασία προς συγκεκριμένο στόχο και δεν έχουν ρητή νομοθετική πρόνοια για χρήση συγκεκριμένου δικονομικού μέσου, βρίσκονται σε δίλημμα ως προς τη φύση της διαδικασίας που θα πρέπει να ακολουθήσουν. Ορθά, κατά τη γνώμη μου, πολλές φορές χρησιμοποιούν τον Τύπο της Δ.48 ως εναρκτήρια κλήση. Παραθέτω πιο κάτω τις απόψεις που υποστηρίζουν και την άποψη αυτή, αλλά και την αντίθετη. Παλαιότερα υπήρχε η άποψη ότι η Δ.48 μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Στην HjiChambis v. Attorney General of the Republic and others
(1986)1 C.L.R. 386, 390-391, που αφορούσε σε αίτηση Εκλογοδικείου, ο Λοϊζου Δ., αφού αντιπαρέβαλε τον ορισμό του όρου «action» (αγωγή) που περιέχεται στη Δ.1, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με αυτόν που απαντάται στο Άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, προχώρησε να αναφέρει ότι αίτηση με βάση τη Δ.48 πρέπει να είναι παρεμπίπτουσα («incidental») του σκοπού για τον οποίο ενυπάρχει ήδη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Το εν λόγω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση In re Fileleftheros Ltd
(1988)1 C.L.R. 344, 347. Περαιτέρω στην Χαραλαμπίδης ν. (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.724, με αίτηση δυνάμει της Δ.48 επιδιώχθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο η έκδοση διατάγματος για διακοπή της διαδικασίας που είχε αρχίσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και είχε διαταχθεί επανεκδίκασή της λόγω διορισμού του ενός δικαστή που αποτελούσε το Πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στο Ανώτατο Δικαστήριο. Λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Δ.48 διέπει την υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Η επίδικη αίτηση συνιστούσε εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση, γι΄ αυτό και το Ανώτατο Δικαστήριο διατηρούσε επιφυλάξεις για το παραδεκτό της αίτησης ενόψει του μέσου με το οποίο είχε υποβληθεί. Βλ. επίσης Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc
(1999)1(A) A.A.Δ. 124, 131-132. Προσωπικά, διατηρώ αντίθετη άποψη και θεωρώ ότι πρόσφατες εξελίξεις και νομολογία υποστηρίζουν ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Κατ΄ αρχήν στο ίδιο το λεκτικό της Δ.48 δεν φαίνεται περιορισμός των προνοιών της σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Αυτό, παρά το γεγονός ότι γίνεται ρητή αναφορά σε μεγάλο αριθμό ενδιάμεσων αιτήσεων που μπορούν να καταχωριστούν είτε μονομερώς, είτε διά κλήσεως, είτε με ένορκη δήλωση, είτε χωρίς ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, στη Δ.63 η οποία τιτλοφορείται «Title of Proceedings, File of Proceedings, and Record of Appeal», γίνεται ρητή αναφορά σε «writ of summons», «originating summons», «application» και «petition», εννοώντας ότι αυτά αποτελούν εναρκτήρια δικονομικά μέσα και γίνεται πρόνοια ως προς τον τίτλο της κάθε διαδικασίας. Η διαδικασία στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1978, αφορούσε σε απομάκρυνση διαιτητή με βάση τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
- Το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο εφόσον το ίδιο το Κεφ.4 προνοεί για υποβολή «αίτησης». Λέχθηκαν σχετικά (Πικής, Δ. στη Σελ. 1982), (η υπογράμμιση είναι δική μου): «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
- Η Δ.48 είναι, κατ΄ εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση.» Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η ίδια η νομολογία φαίνεται να καθορίζει τη Δ.48 ως το εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος, 121 (Ι)/
- Το Άρθρο 5, το οποίο για την ακολουθητέα διαδικασία, αναφέρει ότι «η διαδικασία αρχίζει με καταχώριση στο δικαστήριο αίτησης δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Θεωρώ ότι προκύπτει σαφώς από το πιο πάνω λεκτικό ότι η ακολουθητέα διαδικασία θα πρέπει να είναι δυνάμει της Δ.
- Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Gratio Holdings Ltd, Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D304, Αίτηση 32/2014, ημερομηνίας 9.5.2014, Μιχαηλίδου, Δ. Έχουν αναφερθεί πιο πάνω οι επιδράσεις που επήλθαν στο νομικό μας σύστημα και διαδικασία από την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί η διαδικασία που προνοείτο από τον Κανονισμό (Ε.Κ.) 44/2001 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία αναφορικά με την κήρυξη εκτελεστότητας Απόφασης Δικαστηρίου που εκδόθηκε σε ένα κράτος μέλος, στο άλλο κράτος μέλος (Άρθρα 38-52). Ο εν λόγω Κανονισμός προνοούσε για καταχώριση αίτησης η οποία μπορεί να υποβληθεί μονομερώς κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης (Άρθρο 40). Ελλείψει ειδικών δικονομικών κανόνων, ορθά κατά τη γνώμη μου, επικράτησε η χρήση μονομερώς αίτησης στον τύπο της Δ.
- Το ίδιο συμβαίνει και όταν επιχειρείται η ακύρωση της κήρυξης εκτελεστότητας. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρίζεται αίτηση δια κλήσεως και αναλόγως και ένστασης και πάλι με βάση τις πρόνοιες της Δ.
- Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι από τις 10.1.2015, ο Ε.Κ.44/2001 έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012, ο οποίος πλέον προνοεί για κήρυξη εκτελεστότητας αυτόματα χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία (Άρθρο 39). Οι πιο πάνω πρόνοιες φαίνεται να αναιρούν την άποψη που είχε εκφραστεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση την Cyllenius Holding Ltd κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 136, ότι οι μονομερείς γενικές αιτήσεις είναι άγνωστες στο δικονομικό μας σύστημα. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι η «γενική αίτηση» είναι τρόπος έναρξης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και πρέπει να επιδίδεται στον αντίδικο για να έχει την ευκαιρία να ακουσθεί. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι η διαδικασία στην υπόθεση αυτή, αφορούσε σε καθορισμό εξωδικαστηριακής δικηγορικής αμοιβής. Κατά συνέπεια η διαδικασία με βάση τον Κανονισμό ΕΚ 44/2001, αποτελούσε ένα ακόμη παράδειγμα όπου η Δ.48 δύναται να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ ΣΕ PETITIONS Έχοντας καταλήξει ότι η παρούσα διαδικασία η οποία αφορά σε εκκαθάριση εταιρείας υποβάλλεται με petition, προχωρώ να εξετάσω τον τρόπο που θα πρέπει να διεξάγεται η ακροαματική διαδικασία σε petitions. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, σε αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις. Οι πλείστες υποστηρίζουν ότι η διαδικασία διεξάγεται με τον ίδιο τρόπο ως να ήταν αγωγή, ήτοι με την προσαγωγή μαρτύρων και μαρτυρίας και οι υπόλοιπες ότι είναι με βάση τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν το petition και την ένσταση. Η δική μου άποψη, την οποία αιτιολογώ πιο κάτω, είναι ότι η ακρόαση σε αιτήσεις τύπου petition διεξάγεται με βάση τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τα δικόγραφα. Αυτός είναι ο γενικός κανόνας χωρίς όμως να αποκλείεται, σε κάποιες περιορισμένες περιπτώσεις, η προσαγωγή επιπρόσθετης μαρτυρίας, είτε με τη μορφή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, είτε ακόμη και με την προσαγωγή μαρτύρων. Διαφωνώ όμως με τον ισχυρισμό ότι, η παράλειψη προσαγωγής μαρτύρων, αποβαίνει μοιραία στην απόσειση του βάρους απόδειξης που φέρει ο αιτητής (petitioner). Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η ακρόαση διεξάγεται μα τον ίδιο τρόπο όπως διεξάγεται σε αγωγές στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο γεγονός ότι στο Άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, οι διαδικασίες petition και εναρκτήριας κλήσης (originating summons), εμπίπτουν στον ορισμό της «αγωγής». Με αυτές αξιώνονται ουσιαστικές και τελικές θεραπείες και εφόσον δεν υπάρχει ρητή πρόνοια περί του αντιθέτου, η ακρόαση πρέπει να διεξάγεται με τον ίδιο τρόπο όπως και στις αγωγές. Ως παράδειγμα ύπαρξης ρητής πρόνοιας, αναφέρεται η διαδικασία σε Αιτήσεις/Εφέσεις με βάση το Άρθρο 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, ΙΚεφ.
- Με τη διαδικασία αυτή επιδιώκονται μεν ουσιαστικές θεραπείες αλλά οι Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 1956, όπως τροποποιήθηκαν το 2006, προνοούν ότι η ακρόαση διεξάγεται ουσιαστικά στη βάση των ενόρκων δηλώσεων (Κανονισμός 21). Ενώ όμως στις Αιτήσεις/Εφέσεις η διαδικασία καθορίζεται από τη νομολογία και τους Κανονισμούς, στις διαδικασίες petition η διαδικασία καθορίζεται με βάση την υπάρχουσα πρακτική. Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει το Petition Kάθε petition πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία να επιβεβαιώνει τα γεγονότα που περιέχονται σ΄ αυτό και η οποία, κατά κανόνα, να γίνεται από τον αιτούντα. Η εν λόγω ένορκη δήλωση αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για το περιεχόμενο του petition και είναι γνωστή ως «statutory affidavit». Ηalsbury's, 3η έκδοση, Volume 6, Companies, Winding up by the Court, paragraph 1054, "Affidavit verifying petition", Palmer's, Company Law (21st edition, 1968) σελ. 747, Ποιητής, πιο πάνω, σελ. 61-
- Η Διαδικασία της Ακρόασης Στην ενότητα αυτή γίνονται πρώτα αναφορές για τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης σε petitions γενικά και ακολούθως στον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης σε διαδικασίες petitions για εκκαθάριση εταιρείας. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η διαδικασία είναι η ίδια αφού αφορούν στο ίδιο δικονομικό μέσο του petition. Στο σύγγραμμα του Lord Atkin's, πιο πάνω, Τόμος 13, Κεφάλαιο «Petitions» στη σελίδα 137, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Evidence on petitions may be and usually is given by affidavit.. though affidavits sworn before the presentation of a petition have been received in evidence". Tο πιο πάνω απόσπασμα βασίζεται ουσιαστικά στην τότε Διαταγή 38 των Orders of the Supreme Court
(1883). Σε συνέχεια αυτού, στο Annual Practice
(1956)στη σελίδα 677 που γίνεται αναφορά στην εν λόγω Διαταγή 38 η οποία τιτλοποιείτο "Affidavits and Depositions" παρατίθεται το λεκτικό της Δ.38, θ.1 το οποίο είναι το ακόλουθο: «Upon any motion, petition, or summons evidence may be given by affidavit; but the Court of Judge may, on the application of either party, order the attendance for cross-examination of the person making any such affidavit, and where, after such an order has been made, the person in question does not attend, his affidavit shall not be used as evidence unless by the special leave of the Court of a Judge». H δυνατότητα προσαγωγής μαρτυρίας, σε κάποιες περιπτώσεις, ενισχύεται και από τον Κανονισμό 62, των Περί Πτωχεύσεων Θεσμών ο οποίος εμπεριέχει πρόνοια για παρουσία του πιστωτή ή των μαρτύρων του κατά την ακροαματική διαδικασία σε petition πτώχευσης και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την παρουσία ή να επιτρέψει την απουσία τους. Αφήνεται δηλαδή ανοιχτό το ενδεχόμενο προσαγωγής μαρτυρίας σε petitions πτώχευσης. Από πλευράς του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, το θέμα έστω και obiter, εξετάστηκε αναλυτικά από τη Σταματίου, Δ. στην Πολιτική Αίτηση 206/2013, ημερομηνίας 3.12.2013, Αναφορικά με την Αίτηση του Σάββα Ιωάννη Κασπαρή. Συγκεκριμένα, αποτελεί άποψη της εν λόγω Δικαστού ότι η ακρόαση εταιρικών αιτήσεων γίνεται, κατά κανόνα, στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρίζονται. Προς τούτο επικαλέστηκε την Απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου (Π. Αρτέμης, Π.Ε.Δ και Στ. Ναθαναήλ, Ε.Δ.) ημερομηνίας 28.5.1990, στην Εταιρική Αίτηση 259/89, αναφορικά με την Εταιρεία D. J. Demades and Sons Ltd. Στην Απόφαση αυτή, η οποία είχε συνταχθεί και απαγγέλθηκε από το Ναθαναήλ, Ε.Δ., όπως ήταν τότε, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ιδιαιτερότητα μιας εταιρικής αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασής της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ. 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κατά τα άλλα το δίκαιο της απόδειξης ισχύει όσο αφορά την αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας, ιδιαίτερα, όταν ζητείται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι πιο κάτω αναφορές ενισχύουν τα προαναφερόμενα. Στο σύγγραμμα του Pennington "Company Law" 3η Έκδοση σελ. 681-2 γίνεται αναφορά στην ακολουθητέα διαδικασία. Στη σελίδα 683 διαβάζουμε: "The Petition is heard in open Court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing will consist of the Affidavits filed in support of and against the Petition, unless the Court permits testimony to be given orally. "The alleged by it and suffices to prove the petitioners' case unless there are affidavits filed in opposition". Προς περαιτέρω ενίσχυση της πιο πάνω θέσης με την οποία συμφωνώ, είναι και το τι αναφέρθηκε από άλλο Πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο, ακόμη παλαιότερα, στις 22.5.1979, στην Εταιρική Αίτηση 92/78, In the matter of the Company Sofroniou & Charalambides (Supermarket) Ltd. To Πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο αποτελούμενο από τους Γ. Σταυρινάκη, Π.Ε.Δ. και Ι. Πογιατζή, Α.Ε.Δ, ανέφερε στις σελίδες 17-19: «This aspect of the case has caused to us some concern because we have been unable to find any authorities to the effect that the Petitioner or even the Respondent is bound to prove his case by evidence other than affidavits and documents. The parties may cross-examine each other if they so wish and provided they obtain the prior leave of the Court, but are not bound to take the oath and give evidence viva voce for the purpose of reiterating facts and allegations contained in their affidavits and which do not amount to hearsay and are on the face of them sufficient to justify the making of a necessary to adduce direct evidence on material aspects of the case raised as hearsay in the affidavits. Such direct evidence may be either oral or admissible documentary evidence. It is also necessary if the statutory affidavit is not necessary to supplement the statutory or any of the affidavits by oral evidence in lieu of filing a supplementary affidavit. It is at first sight a peculiar situation but not without good logic behind it. A winding up petition is filed together with its affidavits and the right of cross-examination is controlled by the Court. The object of the cross-examination is to shake the witness and obtain from him either admissions or statements, making his evidence improbable. ...................................... By the above, we are not implying that when oral evidence is adduced by both sides the Court can ignore the domeanour of the witnesses or can decide the case in any way different than in a trial by action, but if no oral evidence is adduced the Court is entitled to draw its conclusions from the affidavits or contest of affidavits; on material points on which there is a diametrically opposite version the Court may treat that issued as not proven unless judging it by comparison to other admitted or incontrovertible facts appears more probable than the other version.» Ακροαματική Διαδικασία σε Εναρκτήριες Κλήσεις Προτού κλείσω αυτή την ενότητα, θεωρώ ορθό όπως γίνει αναφορά και στον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης στις περιπτώσεις που χρησιμοποιείται η εναρκτήρια κλήση ως δικονομικό μέσο. Ο τρόπος διεξαγωγής της είναι πανομοιότυπος με αυτόν του petition. Η σχετική διαδικασία προνοείται από τη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία δεν κάνει αναφορά σε ένορκη δήλωση η οποία να συνοδεύει την αίτηση. Υπάρχει πρόνοια όμως στη Δ.55, θ.3 ότι η αίτηση θα συνοδεύεται από τέτοια μαρτυρία (evidence) ως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής ήθελε απαιτήσει. Η χρήση ένορκης δήλωσης η οποία να συνοδεύει την αίτηση έχει επικρατήσει και χαρακτηριστικό είναι ότι στο σύγγραμμα Lord Atkin's, πιο πάνω, Τόμος 6, σελ. 75 όπου περιγράφεται ποίες εταιρικές αιτήσεις καταχωρίζονται με εναρκτήρια κλήση, παρατίθενται και δείγματα της ένορκης δήλωσης η οποία θα συνοδεύει την αίτηση. Περαιτέρω αναφορές υποστηρίζουν την άποψη ότι η μαρτυρία σε εναρκτήριες κλήσεις δίδεται με ένορκη δήλωση. Lord Atkin's, Τόμος 12, σελ. 161, Odger's on Pleadings and Practice, 21η έκδοση
(1975), σελ.
- ΠΟΙΟΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΤΥΓΧΑΝΟΥΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΣΕ ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ Θεσμοί που αφορούν σε εταιρικές αιτήσεις είναι οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί, καθώς και οι Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί του
- Αμφότεροι όμως εμπεριέχουν πρόνοιες για εφαρμογή των εν ισχύ θεσμών πολιτικής δικονομίας όπου διαπιστώνεται κενό και όπου οι εν λόγω Κανονισμοί δεν συγκρούονται μεταξύ τους. Σχετικές πρόνοιες είναι ο Κανονισμός 3 των Περί Εταιρειών Θεσμών και ο Κανονισμός 92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών του 1933, ο οποίος μάλιστα προχωρεί και ένα βήμα πάρακάτω προνοώντας για εφαρμογή ακόμη και των Περί Πτωχεύσεως Θεσμών σε κάποιες περιπτώσεις. K.M.C. Motors Ltd v. Jorephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 C.L.R. 390, Karaoglanian & Sons Ltd v. Karaoglanian and Another
(1976)12 J.S.C. 1875. Με δεδομένο όμως ότι οι Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί του 1933, εφαρμόζονται σε διαδικασίες μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, αυτό που θα απασχολήσει την παρούσα υπόθεση είναι οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί, οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ από τις 31.12.1953 και ισχύουν μέχρι και σήμερα. Θεωρώ δε σε συνέχεια αυτού ότι, όπου δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στους εν λόγω Περί Εταιρειών Κανονισμούς, ακολουθούνται, κατά κανόνα οι πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Demades, πιο πάνω). Είναι μάλιστα στα πλαίσια αυτά που σε εταιρική αίτηση εκκαθάρισης λόγω καταπίεσης της μειοψηφίας το Δικαστήριο είχε εξετάσει αίτηση για διαγραφή της στα πλαίσια της Δ.19, θ.26 και Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246. Κατά συνέπεια καταλήγω ότι η φύση της διαδικασίας σε συνδυασμό με τους θεσμούς που τυγχάνουν εφαρμογής σε τέτοιες περιπτώσεις, επιτρέπουν την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στη βάση της Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με τις προϋποθέσεις φυσικά, που θέτει η σχετική νομολογία. ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΣΕ ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ Έχοντας αποφανθεί ότι σε εταιρικές αιτήσεις εφαρμόζεται η πρόνοια της Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που επιτρέπει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή του θέματος και τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν. Η Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (όπως αυτή τροποποιήθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 23.12.1999), προνοεί τα ακόλουθα: «4
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Όπως δεικνύει το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, αλλά και σχετική Νομολογία, το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510. Ο αιτούμενος την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης πρέπει να τεκμηριώσει «καλό λόγο» για να του παρασχεθεί η σχετική άδεια. Παρόλον ότι ο ορισμός του «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη, καθίσταται φανερό ότι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου (Αρ.4)
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 979, που αφορούσε Αίτηση για χορήγηση άδειας για Certiorari και που αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση της εν λόγω διάταξης, αναφέρθηκαν κάποια σχετικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, με αναφορά στην Αγγλική διάταξη 0.59, r.6 των Αγγλικών Θεσμών, λέχθηκε ότι, «το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εάν αναφέρεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από Ένορκες Δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους αντιδίκους». Φυσικά, τα πιο πάνω, είναι κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το φως του κανόνα καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί πρωταρχικά στο Δικαστήριο. Τα γεγονότα που θεμελιώνουν ενδιάμεση αίτηση πρέπει να αποκαλύπτονται σε Ένορκη Δήλωση ή Ένορκες Δηλώσεις που τη συνοδεύουν Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1976. Όταν όμως δεν πρόκειται για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών αλλά για διευκρινήσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να προβληθούν για να υποβοηθήσουν το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, τότε μπορεί να δοθεί σχετική άδεια. Α. Μessios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ.
- Περαιτέρω αναφορές στο θέμα της καταχώρισης συμπληρωματικών ακόμη και απαντητικών ενόρκων δηλώσεων σε εταιρικές αιτήσεις ευρίσκονται στους Halsbury's, 3η έκδοση, Volume 6, Παραγρ. 1054, Ποιητής, σελ.
- Ο κ. Μιχαηλίδης θέτοντας το θέμα προφορικά επικαλούμενος την πρόνοια της Δ.48, Θ.4
(2), πιο πάνω, ισχυρίστηκε ότι το θέμα είναι σοβαρό αφού αποτελεί προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου με βάση γεγονότα τα οποία είχαν αποκαλυφθεί πρόσφατα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Κατατέθηκε μάλιστα ως Έγγραφο Α η προτιθέμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας Χριστίνας Παρασκευαϊδου στην οποία καταγράφονται οι κατ΄ ισχυρισμόν παραπλανητικοί ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η Αίτηση για τις οικονομικές υποχρεώσεις τόσο της επίδικης εταιρείας όσο και των άλλων διαδίκων, Αιτητριών και Καθ΄ ων η Αίτηση. Θεωρώ τους εν λόγω ισχυρισμούς ως σχετικούς με τα επίδικα θέματα γι΄ αυτό καταλήγω στο να παράσχω άδεια στις Αιτήτριες όπως καταχωρίσουν τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, Έγγραφο Α. Και αυτό παρά την ίδια την παραδοχή του κ. Μιχαηλίδη ότι τυχόν αποδοχή του αιτήματος του, ουσιαστικά οδηγεί στo επανάνοιγμα της υπόθεσης, η ακρόαση της οποίας έχει φτάσει στο τελικό στάδιο. Τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά έγιναν πρόσφατα και μετά την καταχώριση και έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από πλευράς Αιτητριών. Η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση των Αιτητριών να καταχωρισθεί εντός 7 ημερών από σήμερα. Έξοδα: Δεδομένου ότι το θέμα τέθηκε στα πλαίσια της ευρύτερης ακροαματικής διαδικασίας θεωρώ ορθότερο όπως και τα Έξοδα της παρούσας διαδικασίας παραμείνουν ως Έξοδα στην πορεία της κύριας Αίτησης. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο