Φωτεινής Μωυσίδη δια των φυσικών της γονέων Λεωνίδα Μωυσίδη και Ρωξάνης Κινωσίδη Μωυσίδη οι οποίοι ασκούν τη γονική μέριμνα αυτής κ.α. ν. Ευέλθων Χαραλαμπίδη, Αρ. Αγωγής: 5115/2008, 5116/2008, Αρ. Αγωγής: 5117/2008, 5118/2008, 2/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5115/2008 Μεταξύ: Φωτεινής Μωυσίδη δια των φυσικών της γονέων Λεωνίδα Μωυσίδη και Ρωξάνης Κινωσίδη Μωυσίδη οι οποίοι ασκούν τη γονική μέριμνα αυτής Ενάγουσας και Ευέλθων Χαραλαμπίδη Εναγόμενου --------------------------- Αρ. Αγωγής: 5116/2008 Μεταξύ: Λεωνίδα Μωυσίδη Ενάγοντα και Ευέλθων Χαραλαμπίδη Εναγόμενου ------------------------------- Αρ. Αγωγής: 5117/2008 Μεταξύ: Ρωξάνης Κινωσίδη Μωυσίδη Ενάγουσας και Ευέλθων Χαραλαμπίδη Εναγόμενου --------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 5118/2008 Μεταξύ: Άννα Μαρία Μωυσίδη δια των φυσικών της γονέων Λεωνίδα Μωυσίδη και Ρωξάνης Κινωσίδη Μωυσίδη οι οποίοι ασκούν τη γονική μέριμνα αυτής Ενάγουσας και Ευέλθων Χαραλαμπίδη Εναγόμενου --------------------------- Ημερομηνία: 2 Μαρτίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες και στις 4 αγωγές: κ. Χρ. Δημητριάδης Για τον Εναγόμενο και στις 4 αγωγές: κ. Χ. Χρυσάνθου Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Οι θέσεις των δυο πλευρών Η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαίο ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα στις 29.4.2008 στη διασταύρωση των οδών Ήρας και Στασάνδρου στη Λευκωσία μεταξύ του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΒΖ 598 που οδηγούσε η Ενάγουσα στην αγωγή 5117/2008 και του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΗΗ 700 που οδηγούσε ο Εναγόμενος. Η Ενάγουσα στην αγωγή με αριθμό 5117/2008, που όπως έχει λεχθεί ήταν η οδηγός ενός εκ των ενεχόμενων οχημάτων, αξιώνει από τον Εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τους τραυματισμούς, έξοδα και δαπάνες που υπέστηκε συνεπεία του ατυχήματος. Συνοδηγός στο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΒΖ 598 ήταν η θυγατέρα της, Φωτεινή Μωυσίδη, και επιβάτης στο πίσω κάθισμα η άλλη θυγατέρα της, Άννα Μαρία Μωυσίδη, Ενάγουσες στις αγωγές με αριθμούς 5115/2008 και 5118/2008, με τις οποίες επίσης αξιώνουν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμό ΗΒΖ 598, Ενάγοντας στην αγωγή με αριθμό 5116/2008, αξιώνει με την αγωγή του ειδικές ζημιές που αφορούν τη ζημιά που υπέστηκε το εν λόγω αυτοκίνητο συνεπεία του ατυχήματος, και τα έξοδα της σχετικής εκτίμησης που διενεργήθηκε. Στο στάδιο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι στα πλαίσια αίτησης του Εναγόμενου ημερομηνίας 24.4.2009, εκδόθηκε στις 11.6.2009 εκ συμφώνου διάταγμα συνένωσης των πιο πάνω αγωγών σε σχέση μόνο με το θέμα της ευθύνης. Παρόλα αυτά, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και πιο συγκεκριμένα στις 30.10.2014 οι συνήγοροι των δυο πλευρών συγκατατέθηκαν όπως η συνένωση αφορά όλα τα επίδικα θέματα. Με βάση το διάταγμα ημερομηνίας 11.6.2009, ως υπόθεση οδηγός καθορίστηκε η αγωγή 5115/
- Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων και στις τέσσερις αγωγές, ενώ η Ενάγουσα στην αγωγή 5117/2008 (στο εξής η «Ρωξάνη Κινωσίδη») οδηγούσε το όχημα της κατά μήκος της οδού Στασάνδρου (με κατεύθυνση από Λεωφόρο Μακαρίου προς την οδό Πινδάρου), η οποία είναι κύριος δρόμος και ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του κατά μήκος της οδού Ήρας που είναι πάροδος της Στασάνδρου (εξ αριστερών σε σχέση με την πορεία της Ρωξάνης Κινωσίδη), φθάνοντας στη διασταύρωση των δυο οδών ο Εναγόμενος παρέλειψε να σταματήσει στο σημείο Αλτ της πορείας του και εισερχόμενος εντός της οδού Στασάνδρου απέκοψε την πορεία της Ρωξάνης Κινωσίδη προκαλώντας δυστύχημα. Όπως προκύπτει από τις Εκθέσεις Απαίτησης που καταχωρήθηκαν σε όλες τις αγωγές, εκείνο που αποδίδεται στον Εναγόμενο είναι ότι παρέλειψε να δώσει προτεραιότητα στα αυτοκίνητα τα οποία χρησιμοποιούσαν την οδό Στασάνδρου και ειδικά στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η Ρωξάνη Κινωσίδη και να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας, ήτοι σε σήμα Αλτ το οποίο έλεγχε την πορεία του, όπως επίσης ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του με μεγάλη και/ή επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα και χωρίς τη δέουσα και/ή επαρκή παρατηρητικότητα και προσοχή. Με την Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε σε όλες τις αγωγές ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια για το ατύχημα έχει η Ρωξάνη Κινωσίδη η οποία οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα υπό τις περιστάσεις και επέπεσε επί του οχήματός του. Είναι δε η θέση του ότι ερχόμενος από την οδό Ήρας για να εισέλθει στην οδό Στασάνδρου, σταμάτησε στο σημείο Αλτ της διασταύρωσης, δίδοντας έτσι προτεραιότητα σε οχήματα που χρησιμοποιούσαν την οδό Στασάνδρου, και αφού έλεγξε ότι δεν υπήρχαν οχήματα, εισήλθε στην οδό Στασάνδρου με χαμηλή ταχύτητα και η Ρωξάνη Κινωσίδη προσέκρουσε στο όχημά του. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης των νομίμων καθηκόντων που παραθέτει ο Ενάγομενος στην Έκθεση Υπεράσπισής του σε σχέση με την Ρωξάνη Κινωσίδη, αυτή παρέλειψε να αντιληφθεί την είσοδο του οχήματός του στο δρόμο, όπως επίσης επέπεσε στο όχημά του χωρίς να χρησιμοποιήσει τα φρένα της έγκαιρα και/ή καθόλου και οδηγούσε αφηρημένα αφού η προσοχή της ήταν στους άλλους επιβαίνοντες του οχήματος. Οι ειδικές ζημιές που αξιώνονται με τις τέσσερις πιο πάνω αγωγές είναι παραδεκτές από την πλευρά του Εναγόμενου χωρίς παραδοχή ευθύνης σε σχέση με την ευθύνη πρόκλησης του ατυχήματος και έχουν ως ακολούθως:
- Στην αγωγή με αριθμό 5115/2008 το ποσό των €227,
- Στην αγωγή με αριθμό 5116/2008 το ποσό των €3.045,
- Στην αγωγή με αριθμό 5117/2008 το ποσό των €247,
- Στην αγωγή με αριθμό 5118/2008 το ποσό των €97,
- Επομένως, εκείνο που απομένει να αποφασισθεί από το Δικαστήριο είναι η ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος, όπως επίσης το ύψος των γενικών αποζημιώσεων σε σχέση με τις αγωγές υπ. αρ. 5115/2008, 5117/2008 και 5118/
- Το θέμα της ευθύνης πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος Προσκομισθείσα Μαρτυρία αναφορά με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος Μαρτυρία σε σχέση με το πιο πάνω θέμα δόθηκε μόνο από την πλευρά των Εναγόντων. Προς τούτο κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο Αστ. 1612 Ιωάννης Παύλου (Μ.Ε. 1) και η Ρωξάνη Κινωσίδη Μωυσίδη (Μ.Ε. 2). Η Φωτεινή Μωϋσίδη (Ενάγουσα στην αγωγή 5115/2008) η οποία κατέθεσε ως Μ.Ε. 4 δεν θυμόταν λεπτομέρειες σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το ατύχημα και για το λόγο αυτό η μαρτυρία της δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω σε αυτό το στάδιο. Η μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και Μ.Ε. 2 είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί. Παραθέτω, ωστόσο, σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας προκειμένου να γίνουν αντιληπτές οι θέσεις που προέβαλε ο κάθε ένας από αυτούς. Ο Αστ. 1612 Ιωάννης Παύλου (Μ.Ε. 1) υπηρετούσε κατά την 29.4.2008 στην Τροχαία Λευκωσίας στον Κλάδο Διερεύνησης Δυστυχημάτων. Είχε την αρμοδιότητα εξέτασης τροχαίων ατυχημάτων και στα πλαίσια αυτά να προβαίνει σε ετοιμασία σχετικών φακέλων. Έχει τύχει εκπαίδευσης από την Αστυνομική Ακαδημία τόσο στον τομέα διερεύνησης δυστυχημάτων όσο και στην ετοιμασία σχεδίων. Στις 29.4.2008 κλήθηκε να μεταβεί στη συμβολή των οδών Στασάνδρου και Ήρας στη Λευκωσία καθότι είχε ενημερωθεί σχετικά με ατύχημα μεταξύ των οχημάτων με αριθμούς εγγραφής ΗΗΗ 700 που οδηγούσε ο Εναγόμενος και ΗΒΖ 598 που οδηγούσε η Ρωξάνη Κινωσίδη. Μεταβαίνοντας στη σκηνή σε περίπου δεκαπέντε λεπτά (ως η συνήθης πρακτική και συμπεριφορά του) πληροφορήθηκε από τους παρευρισκόμενους ότι η οδηγός και οι επιβάτες του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΒΖ 598 είχαν μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Αναφορικά με το ατύχημα ετοιμάστηκε στη σκηνή πρόχειρο σχέδιο (το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1) όπου αποτυπώνονται οι πορείες και τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων. Ως Α σημειώθηκε η πορεία του οχήματος του Εναγόμενου η οποία είναι από οδό Ήρας προς Στασάνδρου και με Β η πορεία του οχήματος της Ρωξάνης Κινωσίδη επί της οδού Στασάνδρου με κατεύθυνση από την Λεωφόρο Μακαρίου προς την οδό Πινδάρου. Στο σχέδιο, με το οποίο συμφώνησαν και οι δυο ενεχόμενοι οδηγοί θέτοντας τις υπογραφές τους, αποτυπώνεται επίσης το σημείο σύγκρουσης με Χ, το οποίο σύμφωνα με τον μάρτυρα συνάδει με τις ζημιές των αυτοκινήτων (στη δεξιά πόρτα και τροχό του οχήματος του Εναγόμενου και στη δεξιά γωνία και προφυλακτήρα του οχήματος που οδηγούσε η Ρωξάνη Κινωσίδη). Όπως δε ανέφερε ο μάρτυρας, η ορατότητα από το σημείο Αλτ της οδού Ήρας προς τα δεξιά προς Λεωφόρο Μακαρίου είναι σίγουρα 200 μέτρα. Ως εξεταστής του ατυχήματος έλαβε καταθέσεις από τους ενεχόμενους οδηγούς οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2 και
- Αντεξεταζόμενος ο Αστ. 1612 δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί κατά πόσον η Ρωξάνη Κινωσίδη χρησιμοποίησε τα φρένα της ή έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για αποφυγή της σύγκρουσης, ενώ σε ερώτηση του κ. Χρυσάνθου κατά πόσον διαπίστωσε εάν η κα. Κινωσίδου οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα υπό τις περιστάσεις, ανέφερε ότι δεν διαπίστωσε κάτι τέτοιο. Επί τούτου, μάλιστα, υπέδειξε ότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, οι ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων θα ήταν πολύ μεγαλύτερες. Ερωτηθείς εάν υπήρχαν στο δρόμο ίχνη τροχοπέδησης ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά, διευκρινίζοντας ότι όταν ένα όχημα κινείται με χαμηλή ταχύτητα ή όπου τα φρένα ενός οχήματος χρησιμοποιηθούν ελαφρώς δεν αφήνονται ίχνη τροχοπέδησης. Δεν προέβηκε σε έλεγχο των φρένων οποιουδήποτε οχήματος ούτε και ζήτησε από την Ρωξάνη Κινωσίδη να τοποθετηθεί σε σχέση με την απόσταση στην οποία είδε τον Εναγόμενο να εξέρχεται της οδού Ήρας. Κληθείς από τον κ. Χρυσάνθου να τοποθετηθεί σε σχέση με την απόσταση που θα χρειαζόταν ένας οδηγός προκειμένου να σταματήσει το όχημα του εάν χρησιμοποιήσει τα φρένα του ενώ κινείται με ταχύτητα 30 χαω, ο αστυφύλακας ανέφερε αρχικά 10-15 μέτρα, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι θα πρέπει να υπολογιστεί και ο χρόνος αντίδρασης του οδηγού, η κατάσταση του οχήματος και εάν τα φρένα έχουν σύστημα ABS. Εξήγησε επίσης ότι δεν είναι ειδικός σε τέτοιου είδους θέματα και τοποθετήθηκε μόνο εκ πείρας. Η κα. Ρωξάνη Κινωσίδη Μωυσίδη κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Μ.Ε. 2 και για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής της Δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Εκεί αναφέρει ότι είναι σύζυγος του Λεωνίδα Μωυσίδη (Ενάγοντα στην αγωγή με αριθμό 5116/2008) και μητέρα της Φωτεινής και Άννας-Μαρίας Μωυσίδη (Εναγουσών στις αγωγές με αριθμούς 5115/2008 και 5118/2008). Στις 29.4.2008 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΒΖ 598 στην οδό Στασάνδρου στη Λευκωσία που είναι κύριος δρόμος. Ο Εναγόμενος έφτασε στη διασταύρωση της οδού Ήρας με την οδό Στασάνδρου, και χωρίς να σταματήσει στο ΑΛΤ της πορείας του εισήλθε στην οδό Στασάνδρου και απέκοψε την πορεία της με αποτέλεσμα τα δυο οχήματα να συγκρουστούν. Η ίδια πάτησε τα φρένα της και κινήθηκε πιο δεξιά αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση. Στα πλαίσια της αντεξέτασής της ανέφερε ότι η ταχύτητα με την οποία κινείτο στην οδού Στασάνδρου ήταν περί τα 20-30 χαω και είχε ορατότητα περί τα 200 - 300 μέτρα σε σχέση με την οδό Ήρας. Αντελήφθηκε το όχημα του Εναγόμενου στην οδό Ήρας σε απόσταση αρχικά 100-150 μέτρων και θεώρησε ότι αυτός θα σταματούσε στο Άλτ. Παρόλα αυτά, και ενώ ήταν πλέον σε απόσταση περί τα 100 μέτρα από την οδό Ήρας, είδε τον Εναγόμενο να προχωρά και να εισέρχεται στην οδό Στασάνδρου. Τότε, χρησιμοποίησε τα φρένα της και κινήθηκε δεξιότερα χωρίς, όμως, να αποφύγει την μεταξύ τους σύγκρουση. Αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και ευρήματα του Δικαστηρίου Έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά των προσώπων αυτών στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους θα προχωρήσω να κρίνω την αξιοπιστία τους παρόλο που αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη αφού από την πλευρά του Εναγόμενου δεν δόθηκε μαρτυρία επί του θέματος. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία αφού, όπως είναι γνωστό, η προσαγωγή μαρτυρίας χωρίς αμφισβήτηση δεν οδηγεί πάντοτε σε πλήρη απόδειξη των αναφερομένων, ενώ ταυτόχρονα η παρουσίαση της μαρτυρίας ενός μόνο μάρτυρα δεν εξυπακούει και αποδοχή της μαρτυρίας του χωρίς αξιολόγηση (βλέπε Μουζέ ν. Λαμπρή
(1994)1 Α.Α.Δ. 216 και Λουκία Ανδρέου ν. Fareh Almifalani, Πολιτική Έφεση αρ. 40/2007, απόφαση ημερομηνίας 29.5.2009). Σε σχέση με τον Αστ. 1612 Ιωάννη Παύλου, θα πρέπει να λεχθεί καταρχήν ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Εναγόμενου. Τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο και τα όσα αποτύπωσε στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 1) το οποίο ετοίμασε είναι παραδεκτό από τις δύο πλευρές και οι ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση ήταν περισσότερο διευκρινιστικού χαρακτήρα. Τα όσα προβάλλονται από τον κ. Χρυσάνθου στην τελική του αγόρευση σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 αφορούν την πληρότητα και επάρκεια της διερεύνησης του ατυχήματος από μέρους του και όχι την αξιοπιστία του. Έχοντας δε υπόψη τη θετική γνώμη που άφησε στο Δικαστήριο και την αντικειμενικότητα με την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Η κα. Ρωξάνη Κινωσίδη έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ενός ειλικρινούς ατόμου και η μαρτυρία της ήταν σαφής και σταθερή. Παρέθεσε με λεπτομέρεια τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Η δια ζώσης μαρτυρία της ήταν σε πλήρη αρμονία με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία δυο ημέρες μετά το ατύχημα (Τεκμήριο 3), όπου επίσης αναφέρει ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος βγήκε από την πάροδο και της «έκοψε» το δρόμο με αποτέλεσμα τα δυο οχήματα να συγκρουστούν παρά την προσπάθεια της να το αποφύγει. Δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, ενώ παράλληλα η μαρτυρία της συνάδει με την μαρτυρία του Μ.Ε. 1. Τούτων δοθέντων, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Με δεδομένη τη μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και Μ.Ε. 2 που έγινε αποδεκτή για τους λόγους που αναφέρονται λεπτομερώς πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει σε ανάλογα ευρήματα σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το επίδικο ατύχημα. Ειδικότερα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ενώ η Ρωξάνη Κινωσίδη οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΒΖ 598 με συνοδηγό και επιβάτη τις Ενάγουσες στις αγωγές 5115/2008 και 5118/2008 αντίστοιχα, στην οδό Στασάνδρου (που είναι κύριος δρόμος) με κατεύθυνση από Λεωφόρο Μακαρίου προς οδό Πινδάρου, ο Εναγόμενος που οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΗ 700 στην οδό Ήρας που είναι πάροδος της οδού Στασάνδρου (εξ αριστερών σε σχέση με την πορεία της Ρωξάνης Κινωσίδη), εισερχόμενος στην οδό Στασάνδρου δεν σταμάτησε στο σημείο Αλτ με αποτέλεσμα τα δυο οχήματα να συγκρουστούν. Η Ρωξάνη Κινωσίδη η οποία αντελήφθηκε την πρόθεση του Εναγόμενου να εισέλθει στην οδό Στασάνδρου χωρίς να σταματήσει στο Αλτ σε απόσταση 100 μέτρων περίπου και χρησιμοποίησε ελαφρώς τα φρένα της και κινήθηκε δεξιότερα προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, η οποία, ωστόσο, επεσυνέβηκε. Το πρόχειρο σχέδιο που ετοιμάστηκε από τον Αστ. 1612 (Μ.Ε. 1) αποτυπώνει τη σκηνή του δυστυχήματος, τις πορείες και τελικές θέσεις των οχημάτων, όπως επίσης το σημείο σύγκρουσης. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το σημείο Χ βρίσκεται 30 εκ. περίπου από την διαχωριστική γραμμή των λωρίδων κυκλοφορίας της οδού Στασάνδρου. Νομική Πτυχή και Κατάληξη του Δικαστηρίου Εξετάζοντας τη νομική πτυχή της αμέλειας που αποτελεί τη βάση της αγωγής στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει καταρχήν να λεχθεί ότι σύμφωνα με πάγια νομολογιακή αρχή, η αμέλεια είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλέπε Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84 και Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215). Η ευθύνη αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, ανεξάρτητα εάν είναι μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο (βλέπε Kardanos Transport Co. Limited v. Γεώργιος άλλως Κόκος Κωνσταντίνου, Πολιτική Έφεση 88/2008, απόφαση ημερομηνίας 22.2.2011). Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλέπε Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλέπε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στα πλαίσια εκδίκασης μιας τέτοιας υπόθεσης το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει αν έχει αποδειχθεί αμέλεια από μέρους του Εναγόμενου και εάν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξετάσει εάν η Ενάγουσα υπέχει συντρέχουσα αμέλεια και ακολούθως να καθορίσει τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (βλέπε Φοίβος Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013). Οι αρχές της συντρέχουσας αμέλειας έχουν εμπεδωθεί από τη νομολογία από παλιά. Στην αγγλική αυθεντία Fardon v. Harcourt-Rivington
(1932)All E.R. Rep. 81, αναφέρεται στη σελίδα 83 η ακόλουθη αρχή:- «The root of this liability is negligence, and what is negligence depends on the facts with which you have to deal. If the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions.» Οι αρχές αυτές έγιναν δεκτές και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων Elpiniki Panayiotou v. Georgios Kyriakou Markos
(1970)1 C.L.R. 215, Christos Charalambides v. Polyvios Michaelides
(1973)1 C.L.R 66, Patsalides v. Yapani and Another
(1969)1 C.L.R 84, Vacanas v. Thomas and Another
(1982)1 C.L.R. 530 και Μαϊττά ν. Γεωργίου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1). Είναι δε σαφώς νομολογημένο ότι το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 178, οι καθοριστικοί παράγοντες για την κατανομή της ευθύνης είναι δύο: «α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727." Αποτελεί γενική αρχή αναφορικά με το καθήκον οδηγών οχημάτων που χρησιμοποιούν τον δρόμο ότι αυτοί είναι αμελείς εκεί όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα εμφανής και δεν λαμβάνουν οποιαδήποτε προφυλακτικά μέτρα. Ένας συνετός άνθρωπος οφείλει να λαμβάνει υπόψη την πιθανή αμέλεια άλλων κυρίως εκεί όπου η εμπειρία δείχνει ότι τέτοια αμέλεια είναι κοινή (βλέπε Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriacou Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215, Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1 Α.Α.Δ. 164 και Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1460). Στο στάδιο των αγορεύσεων ο μεν κ. Δημητριάδης κάλεσε το Δικαστήριο να αποδώσει αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα στον Εναγόμενο, ο δε κ. Χρυσάνθου εισηγήθηκε ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την υπόθεση τους. Ήταν η θέση του, ωστόσο, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Εναγόμενος φέρει ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος, θα πρέπει να αποδοθεί στην Ρωξάνη Κινωσίδη κάποιος βαθμός συντρέχουσας αμέλειας. Εξετάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το επίδικο ατύχημα με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου (όπως καταγράφονται πιο πάνω) κρίνεται ότι ο Εναγόμενος φέρει αποκλειστική ευθύνη για αυτό. Η μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την πλευρά των Εναγόντων και έγινε αποδεκτή δεν αντικρούστηκε από την άλλη πλευρά, η οποία είχε, άλλωστε, και το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας από μέρους της Ρωξάνης Κινωσίδη. Αιτία του δυστυχήματος ήταν η είσοδος του Εναγόμενου στον κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει στη συμβολή των δύο δρόμων και να δώσει προτεραιότητα στο όχημα που οδηγούσε η Ρωξάνη Κινωσίδη που από μόνη της συνιστά αμέλεια. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η γενική αρχή είναι ότι οι οδηγοί επί της κύριας οδού έχουν προτεραιότητα για τη χρήση του δρόμου η οποία πρέπει να γίνει σεβαστή από τους οδηγούς που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από πάροδο (βλέπε μεταξύ άλλων Αριστοδήμου ν. Πέτρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 980). Αποτελεί, συνάμα, νομολογιακή αρχή ότι υπάρχει αμέλεια ακόμα και εκεί όπου ο οδηγός της παρόδου σταματήσει στη συμβολή της με τον κύριο δρόμο και πριν εισέλθει σ' αυτόν δεν βεβαιώνεται ότι ήταν ασφαλές να το κάμει σε σχέση με τα οχήματα που χρησιμοποιούν τον κύριο δρόμο κατά προτεραιότητα (βλέπε Παπαδέτης ν. Αστυνομία
(1991)2 Α.Α.Δ. 279). Να σημειωθεί ότι με δεδομένη την μη προσκόμιση μαρτυρίας από την πλευρά του Εναγόμενου (και ιδιαίτερα από τον ίδιο) αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, οι υποβολές του κ. Χρυσάνθου στην Ρωξάνη Κινωσίδη (Μ.Ε. 2) περί μη χρησιμοποίησης των φρένων της και/ή για ελαττωματικά φρένα στο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΒΖ 598 και/ή για υπερβολική ταχύτητα υπό τις περιστάσεις παρέμειναν μετέωρες και χωρίς τεκμηρίωση. Ως αποτέλεσμα τούτου, ελλείπει, ουσιαστικά, από την πλευρά του Εναγόμενου οποιαδήποτε μαρτυρία για το εάν είδε ή αντελήφθηκε το όχημα της Ρωξάνης Κινωσίδη στην οδό Στασάνδρου και, εάν ναι, σε ποιά απόσταση, για την ταχύτητα του οχήματος της Ρωξάνης, εάν ο ίδιος σταμάτησε στο σημείο Άλτ ή όχι, πότε ακριβώς εισήλθε στον κύριο δρόμο και πως κινήθηκε σε αυτό, κ.ο.κ. Ενόψει δε της μη προσέλευσης του Εναγόμενου στη δίκη προκειμένου να υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσής του (Τεκμήριο 2) και να τοποθετηθεί ανάλογα, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό. Επισημαίνεται, τέλος, ότι η απόδοση οποιουδήποτε ποσοστού συντρέχουσας αμέλειας στην Ρωξάνη Κινωσίδη επί το ότι τα μέτρα που έλαβε για να αποφύγει τη σύγκρουση δεν ήταν επαρκή όπως δεν θα ήταν δυνατή εφόσον ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την κατάσταση που επικρατούσε στο δρόμο και ιδιαίτερα κατά πόσον υπήρχαν στο δρόμο σταθμευμένα ή εξ αντιθέτου ερχόμενα οχήματα, εάν την ακολουθούσαν άλλα οχήματα και σε ποια απόσταση ήταν αυτά, κ.λ.π. Σε σχέση με την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου περί αποκλειστικής ευθύνης του Εναγόμενου για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος γίνεται παραπομπή στις ακόλουθες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Στην υπόθεση Λοίζος Τουμαζή ν. Αλκιβιάδη Κούλα
(1994)1 Α.Α.Δ. 420, αυτοκίνητο οδηγούμενο σε κύριο δρόμο συγκρούστηκε με αυτοκίνητο που μπήκε σ' αυτόν από πλαγιόδρομο χωρίς να σταματήσει. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για απόδοση αποκλειστικής ευθύνης στον οδηγό του αυτοκινήτου που μπήκε στο δρόμο χωρίς να σταματήσει κρίθηκε ορθή από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο υπέδειξε τα ακόλουθα αναφορικά με το επιχείρημα του εφεσείοντα πως ο εφεσίβλητος όφειλε να είχε υποθέσει, από εκείνη τη στιγμή, ότι ενδεχομένως να μην σταματούσε και να είχε λάβει μέτρα αντιμετώπισης του κινδύνου που εύλογα διαφαινόταν: «Δεν προκύπτει από τη νομολογία που αναφέρθηκε, άμεσα ή έμμεσα, αρχή όπως τη διατύπωσε ο εφεσείων. Ο οδηγός σε κύριο δρόμο δεν αναμένεται να προβλέψει ότι οδηγός σε πάροδο, κατά παράβαση του σαφούς του καθήκοντος, θα εισέλθει στον κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει και γενικά χωρίς να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδος του είναι ασφαλής· εκτός αν έχει ένδειξη, ενόψει των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης, πως τέτοια εξέλιξη είναι εύλογα πιθανή. [Βλ. μεταξύ άλλων Varnakides ν. Papamichael and Another
(1970)1 C.L.R. 367, Vakanas v. Thomas and Another
(1982)1 C.L.R. 530, Siakos v. Nikolaou
(1980)1 C.L.R. 333, Neokleous and Another v. Christodoulou
(1979)1 C.L.R. 714, HjiGeorghiou and Another v. Rodinis
(1978)1 C.L.R. 175, Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746, Mαρία Ιωαννίδου ν. Ηλία Αγαθοκλέους
(1990)1 A.A.Δ. 213, Νίκος Παναγιώτου ν. Ιωάννη Χατζηγιάννη
(1994)1 A.A.Δ. 178].» Στην υπόθεση Μάριος Σ. Ουλούπη ν. Γεώργιου Χρίστου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1508, ο εφεσίβλητος 1 οδηγούσε σε κύριο δρόμο κρατώντας το μέσο του δρόμου. Ο εφεσείων εισήλθε με το ποδήλατό του στον κύριο δρόμο από πάροδο στρίβοντας δεξιά και ενώ διασταύρωνε τον κύριο δρόμο κτυπήθηκε στο μέσο του δρόμου από το όχημα ου εφεσίβλητου. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του εφεσίβλητου υπήρχε σταθμευμένο όχημα το οποίο άρχισε να προσπερνά περνώντας το κέντρο του δρόμου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο βρήκε ότι αιτία του ατυχήματος ήταν η αλόγιστη έξοδος του ποδηλάτη από την πάροδο στον κύριο δρόμο και η ανακοπή της πορείας του αυτοκινήτου που οδηγείτο νόμιμα και κανονικά από τον εφεσίβλητο 1. Επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι ο εφεσίβλητος 1, από τη ξαφνική θέα του εφεσείοντα ποδηλάτη που εξήλθε απροειδοποίητα από την πάροδο, δεν είχε χρόνο να αντιδράσει και να αποφύγει τη σύγκρουση. Με την έφεση που ασκήθηκε ο εφεσίοντας προσέβαλε το τελικό συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για απαλλαγή των εφεσιβλήτων από οποιαδήποτε ευθύνη ως λανθασμένο. Στα πλαίσια της έφεσης ο εφεσείοντας προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι ο εφεσίβλητος 1 είχε καθήκον, λόγω της περιορισμένης ορατότητας, να λάβει επί πλέον προφυλάξεις όταν επλησίαζε στη συμβολή, ώστε να αντιμετωπίσει πιθανό κίνδυνο. Απορρίπτοντας τη θέση αυτή, όπως και την έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι ο εφεσίβλητος 1 ο οποίος οδηγούσε στον κύριο δρόμο το αυτοκίνητό του δεν είχε καθήκον να λάβει εξαιρετικές προφυλάξεις εκτός εάν είχε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή ένδειξη ότι άλλος οδηγός που χρησιμοποιεί τον κύριο δρόμο θα εισήρχετο σ' αυτόν από πάροδο απροειδοποίητα και χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει και περαιτέρω επεσήμανε ότι τo καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (σχετική είναι επίσης η υπόθεση Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.ά.
(1996)1 A.A.Δ. 293). Στην υπόθεση Νικόλας Σοφοκλέους ν. Εφραίμη Χαριλάου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1645, η μοτοσυκλέττα του εφεσείοντα, μαθητή ηλικίας δεκαέξι χρόνων κατά το ατύχημα, συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου σε διασταύρωση κυρίου με δευτερεύοντα δρόμο. Ο εφεσείων οδηγούσε τη μοτοσυκλέττα του στον κύριο δρόμο. Δεν είχε την ευκαιρία να δει τον εφεσίβλητο ούτε και να αντιδράσει, δεδομένου ότι η έξοδος του εφεσίβλητου έγινε σε τέτοια απόσταση που δεν του άφηνε περιθώρια αντίδρασης για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ο εφεσείων απώλεσε στη συνέχεια τον έλεγχο της μοτοσυκλέττας του και συγκρούστηκε για δεύτερη φορά με άλλο αυτοκίνητο που κινείτο στον κύριο δρόμο στην αντίθετη κατεύθυνση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καταμέρισε την ευθύνη κατά 80% στον εφεσίβλητο και 20% αφού έκρινε ότι η παράλειψη του εφεσίβλητου να σταματήσει στο Αλτ ήταν η αιτία της σύγκρουσης. Με την έφεση του, ο εφεσείων πρόσεβαλε το εύρημα ως προς τον επιμερισμό της ευθύνης και επίσης το ύψος των επιδικασθεισών αποζημιώσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και απέδωσε πλήρη ευθύνη στον εφεσίβλητο για το ατύχημα ενόψει του ότι η σύγκρουση οφειλόταν στην έξοδο του εφεσίβλητου στον κύριο δρόμο με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του εφεσείοντα και η έξοδος έγινε σε τέτοια απόσταση που δεν άφηνε περιθώρια στον εφεσείοντα να αντιδράσει. Επισημάνθηκε, μάλιστα, ότι πρόσωπο που χρησιμοποιεί κύριο δρόμο δεν αναμένεται να προβλέψει ότι άλλος οδηγός σε πάροδο, κατά παράβαση των οδικών του υποχρεώσεων, θα εισέλθει στον κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει και γενικά χωρίς να βεβαιωθεί ότι η είσοδός του σ' αυτό είναι ασφαλής, εκτός αν έχει κάποια ένδειξη πως τέτοια εξέλιξη είναι εύλογα πιθανή. Αξίζει να σημειωθεί ότι η υπόθεση Ζίκκου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 18 στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κ. Χρυσάνθου στα πλαίσια της αγόρευσής του δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου και όλα όσα καταγράφονται αμέσως πιο πάνω. Η αξίωση των Εναγουσών στις αγωγές 5115/2008, 5117/2008 και 5118/2008 για γενικές αποζημιώσεις Προσκομισθείσα μαρτυρία Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το θέμα της ευθύνης, απομένει να εξεταστεί η αξίωση των Εναγουσών για γενικές αποζημιώσεις στις αγωγές 5115/2008, 5117/2008 και 5118/
- Σε σχέση με το θέμα αυτό μαρτυρία δόθηκε από την κα. Ρωξάνη Κινωσίδη (Μ.Ε. 2), τον Δρα. Χατζηχάννα (Μ.Ε. 3) και την Φωτεινή Μωυσίδη (Μ.Ε. 4), ενώ από την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου (Μ.Υ.) Όπως ανέφερε στα πλαίσια της μαρτυρίας της η κα. Ρωξάνη Κινωσίδη (η οποία ήταν ηλικίας 30 ετών κατά την ημέρα του ατυχήματος), κατά την αρχική της επίσκεψη στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας αμέσως μετά το ατύχημα δεν εξετάστηκε από οποιονδήποτε ιατρό, όπως ούτε και η κόρη της Φωτεινή καθότι δεν ένιωθαν πόνο οπουδήποτε και η μόνη έγνοια τους ήταν στην μικρή Άννα Μαρία η οποία αιμορραγούσε στη μύτη. Αργότερα, όμως, αισθανόταν πόνους στο κεφάλι, στον ώμο μέχρι τον λαιμό προς τα δεξιά και δεν μπορούσε να κοιμηθεί και έτσι την επόμενη μέρα του δυστυχήματος, ήτοι στις 30.4.2008, επισκέφθηκε τις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου υποβλήθηκε σε κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο (το Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρος Δ. Λόρδου, ιατρού Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ημερομηνίας 22.5.2008 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4). Εξήλθε του νοσοκομείου την ίδια ημέρα αλλά λόγω του ότι οι ζαλάδες συνεχίστηκαν επισκέφθηκε αμέσως μετά τον Δρ. Μάριο Χατζηχάννα για δεύτερη γνώμη και περαιτέρω θεραπεία και παρακολούθηση (το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος. Χατζηχάννα ημερομηνίας 7.7.2008 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5). Ακολουθώντας τις συστάσεις του Δρος Χατζηχάννα (τον οποίο επισκέφθηκε στις 30.4.2008, 2.5.2008 και 22.5.2008), φορούσε κολάρο για περίοδο 2 εβδομάδων και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, ενώ της δόθηκε άδεια ασθενείας μέχρι τις 7.5.
- Όπως δε της ανέφερε ο θεράποντας ιατρός της, υπάρχει πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθρίτιδας μελλοντικά. Σε σχέση με τον τραυματισμό των δυο ανήλικων κόρων της, Άννα-Μαρία και Φωτεινή, από το ατύχημα, η μάρτυρας ανέφερε τα εξής: Κατά τον χρόνο του ατυχήματος η Άννα-Μαρία, ήταν 4,5 χρονών. Καθόταν σε παιδικό κάθισμα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Αμέσως μετά το δυστύχημα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου υποβλήθηκε σε κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο (το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος Δ. Λόρδου, ιατρού Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ημερομηνίας 26.5.2008 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6). Πονούσε πάρα πολύ την μύτη της και έτρεχε αίμα. Ο έντονος πόνος διήρκησε 2-3 ημέρες, ενώ υποχώρησε εντελώς σε μια εβδομάδα. Επίσης, φοβήθηκε πάρα πολύ μετά το δυστύχημα και συνεπεία τούτου δεν μπορούσε να κοιμηθεί, έβλεπε συνέχεια εφιάλτες και ξυπνούσε κλαίγοντας για περίοδο 2-3 μηνών μετά το δυστύχημα. Η κόρη της Φωτεινή, η οποία ήταν 15 χρονών όταν επεσυνέβηκε το δυστύχημα, καθόταν στο μπροστινό κάθισμα και φορούσε τη ζώνη της. Κατά την ημέρα του ατυχήματος δεν ένιωθε οποιοδήποτε πόνο και για τον λόγο αυτό δεν εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Την επόμενη ημέρα, όμως, αισθανόταν πόνο στο θώρακα και έτσι επισκέφθηκαν εκ νέου τις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου υποβλήθηκε σε κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο και της συνεστήθη φαρμακευτική αγωγή-παυσίπονα (το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος Π. Κατσιολούδη, ιατρού Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ημερομηνίας 5.6.2008 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8). Ακολούθως, επισκέφθηκαν τον Δρα. Μάριο Χατζηχάννα για δεύτερη γνώμη και περαιτέρω παρακολούθηση, η Ιατρική Έκθεση του οποίου, ημερομηνίας 15.9.2008, παρουσιάστηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η Φωτεινή υπέφερε από πόνους για σχεδόν 1 μήνα. Ο γιατρός της συνέστησε να παραμείνει στο σπίτι για 3 εβδομάδες αλλά επειδή δεν ήθελε να χάσει τα μαθήματα της, η ίδια πήγαινε κανονικά στο σχολείο, παρόλο που δεν μπορούσε να κάνει ούτε γυμναστική, ούτε να παίξει με τα άλλα παιδιά και έμενε στην τάξη από το πρωί μέχρι την ώρα που θα σχολνούσε. Ο Δρ. Χατζηχάννας, Ειδικός Χειρούργος Τραυματιολόγος ο οποίος διατηρεί ιδιωτική κλινική στον Στρόβολο από το 2002 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Μ.Ε.
- Είναι τελειόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών με ειδικότητα και του απονεμήθηκε τίτλος από τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως ορθοπεδικός από τον Μάρτιο του
- Στα πλαίσια της μαρτυρίας του υιοθέτησε το περιεχόμενο των Ιατρικών Εκθέσεων που ετοίμασε σε σχέση με τις Ενάγουσες στις αγωγές 5115/2008, 5117/2008 και 5118/2008 (Τεκμήρια 5, 7 και 9), τις οποίες εξέτασε για πρώτη φορά την 30.4.2008 και έπειτα στις 2.5.2008 και 22.5.
- Κατά την πρώτη εξέταση τέθηκαν υπόψη του ακτινογραφίες που λήφθηκαν από το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Στις 30.4.2008 η Φωτεινή Μωυσίδη παραπονείτο για άλγος θωρακικού τοιχώματος και στην θωρακο-οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Ο ιατρός διαπίστωσε άλγος μετά μυϊκού σπασμού και δυσκαμψία της θωρακο-οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, όπως επίσης άλγος θωρακικού τοιχώματος κατά την πίεση και την εισπνοή και συνέστησε κλινοστατισμό για 3 εβδομάδες καθώς και αναλγητικά - Nurofen. Με βάση τα όσα προκύπτουν από την Ιατρική Έκθεση (Τεκμήριο 9) και τη μαρτυρία του Δρος. Χατζηχάννα, η Φωτεινή Μωϋσίδη υπέστηκε τα ακόλουθα τραύματα:
- Διάστρεμμα θωρακο-οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης 1ου βαθμού με πιθανότητα μελλοντικής ανάπτυξης οστεοαρθρίτιδας.
- Κάκωση στέρνου χωρίς επιπλοκές από τα γειτονικά όργανα όπως πνεύμονες, υπεζωκότα, καρδιά, οισοφάγος. Η Φωτεινή Μωυσίδου υπέφερε έντονα για ένα μήνα περίπου και ακολούθως τα συμπτώματα βελτιώθηκαν. Αναφορικά με την Άννα Μαρία ο Δρ. Χατζηχάννας ανέφερε ότι παραπονείτο για πόνο στην μύτη, ενώ η μητέρα της ανέφερε αϋπνίες, όπως επίσης ότι η μικρή ξυπνούσε το βράδυ και έκλαιγε. Ο ίδιος διαπίστωσε εκδορές και οίδημα ρινός, όπως επίσης επίσταξη ρινός - πήγματα αίματος στους ρώθωνες. Σύμφωνα με το συμπέρασμα του Δρος. Χατζηχάννα, ως αυτό καταγράφεται στην έκθεση Τεκμήριο 7, συνεπεία του ατυχήματος η Άννα Μαρία υπέστηκε ελαφριά κάκωση ρινός και φοβία λόγω της ηλικίας της. Συνέστησε παρακολούθηση της επίσταξης και τα πήγματα από τους ρώθωνες έφυγαν μετά πάροδο 3 ημερών. Ο ιατρός Χατζηχάννας εξέτασε την ίδια ημέρα και την Ρωξάνη Κινωσίδη η οποία παραπονείτο για κεφαλαλγία - ζάλη και περαιτέρω ανέφερε έντονο άλγος αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (η σχετική ιατρική έκθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5). Ως προς τα αντικειμενικά ενοχλήματα, ο Δρ. Χατζηχάννας διαπίστωσε ζάλη που παράγετο κατά την απότομη έγερση της κεφαλής από την κλίνη και η οποία συνοδευόταν από κεφαλαλγία και αυχεναλγία, όπως επίσης άλγος μετά μυϊκού σπασμού και δυσκαμψία της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Συνεστήθηκε η χρήση αυχενικού κολάρου για 2 εβδομάδες και επανεξέταση καθώς και αναλγητικά - αντιφλεγμονώδη, ενώ της χορηγήθηκε άδεια απουσίας από την εργασία της μέχρι 7.5.
- Υπέφερε έντονα από τον τραυματισμό που υπέστηκε για 3 εβδομάδες περίπου και ακολούθως τα συμπτώματα βελτιώθηκαν. Σύμφωνα με τον Δρα. Χατζηχάννα, η κα. Ρωξάνη Κινωσίδη υπέστηκε συνεπεία του ατυχήματος τα ακόλουθα:
- Ελαφριά εγκεφαλική διάσειση.
- Διάστρεμμα αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης 1ου βαθμού, ενώ υπάρχει ενδεχόμενο ανάπτυξης μελλοντικής οστεοαρθρίτιδας στον αυχένα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η Φωτεινή Μωυσίδη (με ημερομηνία γέννησης 25.6.1993), Ενάγουσα στην αγωγή 5115/2008 και συνοδηγός στο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΒΖ 598 το οποίο οδηγούσε η μητέρα της, κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Μ.Ε. 4 και για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής της Δήλωσης (Έγγραφο Β). Όπως ανέφερε, μετά το δυστύχημα, η αδελφή της Άννα-Μαρία έκλαιγε συνέχεια και έτρεχε αίμα από την μύτη της και για το λόγο αυτό επισκέφθηκαν αμέσως μετά το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ώστε η Άννα Μαρία να εξεταστεί. Η ίδια ένιωθε πόνο στον θώρακα αλλά δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό. Την επόμενη μέρα του δυστυχήματος δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι αφού είχε πόνο στον θώρακα και στη μέση της και δεν μπορούσε να πάει σχολείο. Επισκέφθηκαν εκ νέου το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και αργότερα τον Δρα. Χατζηχάννα για δεύτερη γνώμη. Ο πόνος στον θώρακα διήρκησε για ένα περίπου μήνα, ενώ ο πόνος στην μέση έφυγε πιο γρήγορα. Ο γιατρός της συνέστησε παραμονή στο σπίτι για περίοδο 3 εβδομάδων. Λόγω, όμως, του ότι δεν ήθελε να χάσει τα μαθήματα της, πήγαινε στο σχολείο αλλά παρέμενε στην τάξη όλη μέρα. Μετά πάροδο 2-3 εβδομάδων δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα, όπως ούτε και σήμερα. Σύμφωνα με την μάρτυρα, η αδελφή της Άννα-Μαρία φοβήθηκε πάρα πολύ μετά το δυστύχημα. Λόγω του ότι μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο, είχε αντιληφθεί ότι η μικρή δεν μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ, έβλεπε συνέχεια εφιάλτες και ξυπνούσε μέσα στην νύχτα και έκλαιγε. Αυτό συνεχίστηκε για 2-3 μήνες, όχι όμως σε καθημερινή βάση και ακολούθως το πρόβλημα σταμάτησε. Ως Μ.Υ. κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Ειδικός Ορθοπεδικός Χειρούργος Τραυματιολόγος Δρ. Ηλίας Γεωργίου. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το
- Ειδικεύτηκε στην Ορθοπεδική Χειρουργική Τραυματολογία στο Manchester της Αγγλίας για την περίοδο 1969-1977 και εργάστηκε στην ειδικότητά του από τη θέση του ανώτερου επιμελητή. Με την επιστροφή του στην Κύπρο εργάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για ένα περίπου χρόνο και έκτοτε ιδιωτεύει στη Λεμεσό. Ο Δρ. Γεωργίου εξέτασε την Άννα Μαρία Μωυσίδη και την Φωτεινή Μωυσίδη στην παρουσία των γονέων τους στις 24.1.2011 με σκοπό την εκτίμηση της σημερινής τους κατάστασης και την ετοιμασία σχετικών ιατρικών εκθέσεων οι οποίες παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10 και
- Σε σχέση με το ιατρικό τους ιστορικό τέθηκαν ενώπιον του αντίγραφα των ιατρικών πιστοποιητικών του Δρος. Λόρδου (Τεκμήρια 6 και 8) και του Δρος. Χατζηχάννα (Τεκμήρια 7 και 9). Σε σχέση με την Άννα-Μαρία, αποτέλεσε εκτίμηση του Δρος. Γεωργίου από το ιστορικό και τις ιατρικές εκθέσεις που του δόθηκαν ότι η ασθενής παρουσίασε επίσταξη (σταγόνες αίματος στην μύτη) χωρίς οποιοδήποτε κάταγμα και δεν υπέστηκε τραυματισμό σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του σώματός της. Μετά την αρχική επίσταξη η οποία παρουσιάστηκε για κάποια λεπτά μετά το ατύχημα, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε νεότερη επίσταξη και κατά την εξέταση στο Νοσοκομείο Λευκωσίας βρέθηκε στεγνό αίμα στους ρώθωνες. Η κλινική εξέταση της Άννας Μαρίας έδειξε τα πιο κάτω ευρήματα: i. Απουσία παραμόρφωσης της μύτης. ii. Κατά την ψηλάφηση δεν υπήρχε ευαισθησία. iii. Φυσιολογική διάνοιξη και σύγκλιση του στόματος. ίν. Φυσιολογική κινητικότητα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Σύμφωνα δε με τον Δρα. Γεωργίου, η Αννα-Μαρία αποκαταστάθηκε πλήρως και αισθάνεται απολύτως καλά. Σε σχέση με τη θέση που προβλήθηκε από την πλευρά των Μ.Ε. 2, 3 και 4 για φοβία της μικρής Άννας-Μαρίας και για τους εφιάλτες που είχε για περίοδο 2-3 μηνών, ο Δρ. Γεωργίου ανέφερε ότι η φοβία υπό τέτοιες περιστάσεις είναι λογική για όλα τα άτομα (και ιδιαίτερα για τα παιδιά), επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι εάν τα συμπτώματα συνεχίζονταν ο ίδιος θα συνέστηνε παρακολούθηση από κάποιο παιδοψυχολόγο. Σε σχέση με την Φωτεινή Κινωσίδη, ο Δρ. Γεωργίου επεσήμανε αρχικά ότι κατά τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν στην παρουσία των γονέων της για σκοπούς λήψης του ιστορικού της, η ίδια επιβεβαίωσε ότι η ενόχληση πόνου αφορούσε μόνο το πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα και ότι δεν παρουσίασε πόνο σε οποιοδήποτε μέρος της σπονδυλικής στήλης. Η κλινική εξέταση έδειξε τα πιο κάτω ευρήματα: i. Φυσιολογική έκπτυξη και σύμπτυξη του θωρακικού τοιχώματος. ii. Απουσία ευαισθησίας στον θώρακα. ίii. Φυσιολογική κινητικότητα ολόκληρης της σπονδυλικής στήλης. ίν. Φυσιολογική λειτουργικότητα του νευροαγγειακού και μυοσκελετικού της συστήματος. O Δρ. Γεωργίου παρατήρησε περαιτέρω ότι σήμερα δεν παραμένει οποιοδήποτε κλινικό αντικειμενικό ιατρικό εύρημα που να σχετίζεται με τον αναφερόμενο τραυματισμό. Στηριζόμενος, μάλιστα, στα όσα του ανέφερε η Φωτεινή επί το ότι η ενόχληση αφορούσε μόνο το πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα στην περιοχή του στέρνου, ο ίδιος εκτιμά ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε τραυματισμός της σπονδυλικής στήλης. Η θέση του αυτή ενισχύεται, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, και από το γεγονός ότι η Φωτεινή δεν αισθάνθηκε οποιαδήποτε ενόχληση αμέσως μετά από το ατύχημα, συνέχισε να μεταβαίνει κανονικά στο σχολείο της χωρίς να απουσιάσει οποιαδήποτε σχολική ημέρα και δεν χρειάστηκε φυσιοθεραπευτική αγωγή αλλά ούτε και παραμονή της στο κρεβάτι. Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, καταλήγει ότι ο τραυματισμός της Φωτεινής ήταν ελαφράς μορφής - επιφανειακής έντασης και ουδεμία μορφή λειτουργικού κατάλοιπου υφίσταται ή δικαιολογείται. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Δρ. Γεωργίου απέρριψε τη θέση του Δρα. Χατζηχάννα σε σχέση με την πιθανότητα ανάπτυξης μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας στο μέλλον τόσο στην Ρωξάνη όσο και στη Φωτεινή Κινωσίδη εξηγώντας ότι η μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα αναπτύσσεται μόνο σε περιπτώσεις ενδοαρθρικών καταγμάτων ή ενδοαρθρικών τραυματισμών γενικότερα. Αξιολόγηση της επί του θέματος προσκομισθείσας μαρτυρίας Για σκοπούς προσδιορισμού του ποσού που θα αποδοθεί στις Ενάγουσες ως γενικές αποζημιώσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του και στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας να καταλήξει στα ανάλογα ευρήματα. Η αξιολόγηση αυτή γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους και τη στάση και συμπεριφορά τους κατά την κατάθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Θα πρέπει, φυσικά, να σημειωθεί ότι πέραν της προφορικής μαρτυρίας που δόθηκε, ως πιο πάνω καταγράφεται, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ακόλουθα ιατρικά πιστοποιητικά, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται από τις δυο πλευρές, εάν και οι ιατροί που τα συνέταξαν δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο: - Το Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρος. Π. Κατσιολούδη ημερομηνίας 5.6.2008 (Τεκμήριο 8) σε σχέση με την Φωτεινή Μωυσίδη. Από το εν λόγω πιστοποιητικό προκύπτει ότι η εν λόγω ασθενής μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας την 30.4.2008 και ώρα 18:12, αναφέροντας θωρακικό άλγος οπισθοστερνικά. Από την κλινική εξέταση τα παθολογικά ευρήματα ελέγχονταν φυσιολογικά και έγινε ακτινογραφικός έλεγχος θώρακος και στέρνου, χωρίς εμφανή οστική βλάβη. Δόθηκαν οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή και η ασθενής απολύθηκε στις 19:00 της ίδιας ημέρας. - Το Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρος. Λόρδου, Ιατρού Πρώτων Βοηθειών, ημερομηνίας 22.5.2008 (Τεκμήριο 4) αναφορικά με την Ρωξάνη Κινωσίδη στο οποίο αναφέρεται ότι η εν λόγω ασθενής μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας την 29.4.2008 και ώρα 17:02 μετά από ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη. Από την εξέταση δεν παρατηρήθηκαν εξωτερικές κακώσεις ούτε και άλλο οξύ παθολογικό εύρημα. Εξήλθε η ώρα 17:30 με οδηγίες. Να σημειωθεί ότι η κα. Ρωξάνη Κινωσίδη ανέφερε στα πλαίσια της μαρτυρίας της ότι η καταγραφή για εξέταση της ίδιας στις 29.4.2008 είναι λανθασμένη αφού εξετάστηκε για πρώτη φορά την επομένη του ατυχήματος και επομένως, στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία 30.4.2008 ως η ημερομηνία της πρώτης επίσκεψης στο Γενικό Νοσοκομείο. - Το Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρος. Δ. Λόρδου ημερομηνίας 26.5.2008 (Τεκμήριο 6) σε σχέση με την Άννα Μαρία Μωυσίδου. Από το εν λόγω πιστοποιητικό προκύπτει ότι η εν λόγω ασθενής μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας την 29.4.2008 και ώρα 17:03 μετά από ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη. Από την εξέταση δεν παρατηρήθηκε εμφανής οστική κάκωση και το μόνο παθολογικό εύρημα ήταν στεγνό αίμα στους ρώθωνες. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος κρανίου χωρίς εμφανή οστική βλάβη και η ασθενής εξήλθε του νοσοκομείου η ώρα 17:02 της ίδιας ημέρας. Με δεδομένα όλα όσα αναφέρονται αμέσως ανωτέρω, το Δικαστήριο προβαίνει σε ευρήματα ανάλογα του περιεχομένου των πιο πάνω ιατρικών πιστοποιητικών. Αναφορικά με τη μαρτυρία τόσο της κας. Ρωξάνης Κινωσίδη (Μ.Ε. 2) όσο και της Φωτεινής Μωυσίδη (Μ.Ε. 4), παρατηρείται ότι και οι δυο ήταν ειλικρινείς και σαφείς στη μαρτυρία τους. Περιέγραψαν στο Δικαστήριο τη φύση και την έκταση των τραυμάτων τους χωρίς οποιαδήποτε τάση υπερβολής και καθόρισαν τόσο την περίοδο της ταλαιπωρίας τους (η κάθε μια για τον εαυτό της) όσο και της Άννας Μαρίας η οποία κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 4,5 ετών και για ευνόητους λόγους δεν προσήλθε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από συνοχή και σαφήνεια, και ως τέτοια γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Να σημειωθεί ότι η θέση της Ρωξάνης Κινωσίδη ότι κατά την επίσκεψη τους στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας αμέσως μετά το ατύχημα έτρεχε αίμα από τη μύτη της Άννας-Μαρίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή λόγω του ότι επιβεβαιώνεται από την ενώπιον μου ιατρική μαρτυρία και κρίνεται ότι οφείλεται στη σύγχυση που διακατείχε τη μαρτυρία λόγω του τραυματισμού της μικρής της κόρης. Η μαρτυρία των Μ.Ε. 3 και Μ.Υ.1, η οποία αποτελεί ιατρική μαρτυρία, θα πρέπει να αξιολογηθεί στη βάση των αρχών που διέπουν την προσέγγιση της μαρτυρίας ειδικών. Το καθήκον των εμπειρογνωμόνων έναντι του Δικαστήριο κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (βλέπε «Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονιμικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Ηλιάδη και Σάντη, στις σελίδες 580 και 581). Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι άλλοι μάρτυρες. Η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών (βλέπε μεταξύ άλλων Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2298, Καουρής ν Δημητρίου και Άλλης
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 967, Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1077). Εντούτοις, η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχει και τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας τους αν και οπωσδήποτε παραμένει ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη (βλέπε Σιακόλας ν Medousa Constructions Ltd, Ποινική Έφεση με αρ. 161/12, ημερομηνίας 20.5.2014 και Χαραλάμπους ν Αβραάμ και Άλλης
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1441), δίχως όμως αυτό να αφορά αποκλειστικά στην καλή ή κακή εντύπωση που αφήνουν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο. Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι πραγματογνώμονες προσεγγίζουν το έργο τους, έχει ιδιαίτερη σημασία στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τους (βλέπε Μιτσιγιώργη και Άλλος ν. Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811). Η αξιοπιστία της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων δεν κρίνεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, όπως εξάλλου συμβαίνει και με όλους τους άλλους μάρτυρες. Στην Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 614, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τη μαρτυρία πραγματογνωμόνων αλλά και ευρύτερα: «Παρόλο που σε πολλές αγγλικές αποφάσεις γίνεται αναφορά στην απόσειση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων σε συσχετισμό με τη μαρτυρία, σε καμμιά απόφαση δεν αμβλύνεται η διάκριση μεταξύ αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το θέμα άλλωστε της κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκε, πατροπαράδοτα, κατά το κοινοδίκαιο, στους ενόρκους, οι οποίοι αποφάσιζαν, ανάλογα με την κρίση τους, για το πιστευτό των μαρτύρων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν μετράται με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων αλλά, με την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του. Απίθανη, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων εκδοχή, γίνεται παραδεχτή, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος· και αντίθετα, εκδοχή πιθανολογούμενη ως ορθή απορρίπτεται, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος». Εξετάζοντας τη μαρτυρία των δυο ιατρών σημειώνονται τα ακόλουθα: - Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου η σημερινή κατάσταση όλων των Εναγουσών δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε πρόβλημα και τα ευρήματα του Δρος. Γεωργίου σε σχέση με την κλινική εξέταση της Φωτεινής και Άννας Μαρίας Μωυσίδη δεν αμφισβητούνται. - Τα τραύματα τα οποία υπέστηκε η Ρωξάνη Κινωσίδη όπως προκύπτουν από τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4 και 5 δεν αμφισβητούνται από την πλευρά του Εναγόμενου και δη από τη μαρτυρία του Δρα. Ηλία Γεωργίου ο οποίος και δεν την εξέτασε. Η διαφωνία των δυο ιατρών έγκειται στο κατά πόσον η ασθενής θα παρουσιάσει μελλοντικά οστεοαρθρίτιδα (όπως υποστήριξε ο Δρ. Χατζηχάννας) ή όχι (ως ήταν η θέση του Δρα. Γεωργίου). Αναφορικά με το θέμα αυτό, το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση που εκφράσθηκε από τον Δρα. Γεωργίου επί το ότι η μετατραυματική οστεοραρθρίτιδα αναπτύσσεται μόνο στις περιπτώσεις ενδοαρθρικού κατάγματος ή τραυματισμού και ότι υπό τις περιστάσεις η κα. Ρωξάνη Κινωσίδη δεν θα αντιμετωπίσει τέτοιο πρόβλημα πέραν της οστεοαρθρίτιδας που θα παρουσιάσει στα πλαίσια της γήρανσης. Η θέση αυτή δικαιολογήθηκε επαρκώς από τον Δρα. Γεωργίου και σε κάθε περίπτωση παρουσιάζεται λογική έχοντας υπόψη ότι το τραύμα της κας. Ρωξάνης Κινωσίδη ήταν ελαφρύ και η περίοδος πλήρους ανάρρωσής της πολύ μικρή. Η δε θέση του Δρα Χατζηχάννα επί το ότι δεν εισηγήθηκε την υποβολή της ασθενούς σε εξέταση MRI, το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο θα απεικόνιζε την εμφάνιση οστεοραθρίτιδας στο παρόν στάδιο, λόγω της οικονομικής της κατάστασης δεν έπεισε το Δικαστήριο. - Τα τραύματα που υπέστηκε η Άννα Μαρία Κινωσίδη όπως προκύπτουν από το Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρος. Χατζηχάννα (Τεκμήριο 7) δεν αμφισβητούνται από τον Δρα. Γεωργίου. Διάσταση απόψεων, υπάρχει, ωστόσο, σε σχέση με το κατά πόσον η Άννα Μαρία παρουσίασε επίσταξη ή ρινορραγία αμέσως μετά το ατύχημα. Πιο συγκεκριμένα, ο Δρ. Χατζηχάννας υποστήριξε ότι η ρινορραγία και η επίσταξη είναι το ίδιο και το αυτό και αποτελούν ουσιαστικά αιμορραγία από τη μύτη ανεξαρτήτου βαθμού αιμορραγίας (η οποία μπορεί να είναι ακατάσχετη, κατακλισμιαία ή μικρού ή μεγάλου βαθμού). Όταν είναι μετατραυματική σταματά πάντοτε και στα παιδιά διαρκεί 5-10 λεπτά, ενώ χρειάζονται 3 περίπου ημέρες για να φύγουν τα πήγματα αίματος από τους ρώθωνες. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, λόγω των πηγμάτων αίματος που σχηματίστηκαν στα ρουθούνια της μικρής Άννας Μαρίας, η αιμορραγία που παρουσίαζε ήταν αρκετή, η οποία ωστόσο διήρκησε χρονικά όπως συμβαίνει στην πλειοψηφία των παιδιών. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έτυχε άλλης θεραπευτικής αγωγής όταν επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Από την άλλη, ο Δρ. Γεωργίου δέχεται ότι τόσο η ρινορραγία όσο και η επίσταξη είναι έννοιες συνώνυμες όσον αφορά στην έξοδο αίματος από τη μύτη, αλλά διευκρίνισε ότι η μεν επίσταξη παρατηρείται όταν η απώλεια αίματος είναι σε σταγόνες, η δε ρινορραγία όταν υπάρχει τραυματισμός μεγάλου αγγείου. Συμφωνεί δε με τη θέση του θεράποντος ιατρού ότι τα πήγματα χρειάζονται τρείς περίπου ημέρες για να φύγουν από τους ρώθωνες. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, και με δεδομένη τη θέση του Δρα. Γεωργίου ότι η επίσταξη γίνεται πήγμα σε περίπου πέντε λεπτά, όπως επίσης ότι κανένας εκ των ιατρών υποστήριξε ότι η αιμορραγία ήταν μεγάλη ή ακατάσχετη, κρίνεται ότι οι ιατρικές γνώμες συγκλίνουν στο γεγονός αυτό, όπως επίσης και στο ότι όταν η Άννα-Μαρία έφθασε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, η αιμορραγία είχε σταματήσει και υπήρχαν πήγματα αίματος στους ρώθωνες της. Επομένως, υπό αυτές τις συνθήκες και έχοντας υπόψη ότι και ο Δρας. Χατζηχάννας ανέφερε ότι ο όρος «επίσταξη» προέρχεται από το ρήμα «επιστάζει» που υποδηλώνει ότι πέφτει αίμα από ψηλα υπό μορφή σταγόνων, δεν κρίνεται αναγκαίο να καταλήξω στο κατά πόσον η ρινορραγία είναι συνώνυμο της επίσταξης ή όχι. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία της Μ.Ε. 2, η οποία έγινε αποδεκτή για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, αμέσως μετά τον τραυματισμό της Άννας Μαρίας έτρεχε αίμα από τη μύτη της, χωρίς, ωστόσο, να ισχυριστεί ότι αυτό έρεε σε μεγάλη ποσότητα. Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι συνεπεία του τραυματισμού της Άννας-Μαρίας έτρεχε αίμα από την μύτη της για περίπου 5-10 λεπτά, ενώ η αιμορραγία σταμάτησε όταν είχαν επισκεφθεί το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, αφού κατά την κλινική εξέταση είχαν εντοπιστεί μόνο πήγματα αίματος. Η φοβία και η αναστάτωση που παρατηρήθηκε στην Άννα Μαρία συνεπεία του ατυχήματος κρίνεται λογική και αναμενόμενη έχοντας υπόψη την ηλικία της κατά τον ουσιώδη χρόνο, και σε κάθε περίπτωση επιβεβαιώνεται από τις Μ.Ε. 2 και 4 (η μαρτυρία των οποίων έγινε αποδεκτή). Αξίζει δε να λεχθεί ότι ο Δρ. Γεωργίου δεν αμφισβητεί το γεγονός αλλά επισημαίνει ότι εάν τα συμπτώματα συνεχίζονταν θα συνέστηνε επίσκεψη σε παιδοψυχολόγο. Έχοντας υπόψη ότι τα συμπτώματα αυτά διήρκησαν σύμφωνα με τις Μ.Ε. 2 και 4 για περίοδο 2-3 μηνών, τα οποία διελάμβαναν εφιάλτες και αναστάτωση, χωρίς οτιδήποτε σοβαρότερο (όπως για παράδειγμα νυκτερινή ενούρηση ή παρατεταμένη διάρκεια των συμπτωμάτων), κρίνω ότι στο στάδιο εκείνο η παρακολούθηση από παιδοψυχολόγο δεν ήταν αναγκαία. Επομένως, γίνεται αποδεκτή η θέση που προωθήθηκε από την πλευρά των Εναγουσών και του Μ.Ε. 3. - Σε ότι αφορά στα τραύματα που υπέστηκε η Φωτεινή Κινωσίδη, κρίνεται ότι η θέση τους Δρος. Χατζηχάννα για διάστρεμμα θωρακο-οσφυϊκής μοίρας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στην έκταση που αφορά την οσφύ και δεν καλύπτεται από τη μαρτυρία της Μ.Ε. 4. Και αυτό γιατί όπως η ίδια η Φωτεινή κατέθεσε στο Δικαστήριο, επισκεπτόμενη τόσο τις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όσο και τον Δρα. Χατζηχάννα παραπονέθηκε μόνο για πόνο στον θώρακα. Τα ίδια, μάλιστα, ανέφερε και στον Δρα. Γεωργίου κατά τη λήψη του ιστορικού της στην παρουσία των γονέων της. Επιπρόσθετα, στο Ιατρικό Πιστοποιητικό Τεκμήριο 8 δεν αναφέρεται οτιδήποτε από τον Δρα. Κατσιολούδη σε σχέση με πόνο και/ή τραυματισμό της ασθενούς στην οσφύ. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι η Μ.Ε. 4, αντελήφθηκε κάποιο πόνο στη μέση για πρώτη φορά όταν της ζητήθηκε από τον Δρα. Χατζηχάννα να ξαπλώσει και να σηκωθεί. Όπως δε πρόσθεσε, ο πόνος στη μέση δεν ήταν έντονος και έφυγε γρήγορα. Δεν έκανε γυμναστική για περίοδο τριών εβδομάδων, αλλά παρακολουθούσε τα μαθήματα της στο σχολείο κανονικά. Τα δε συμπτώματά της σε σχέση με τον θώρακα διήρκησαν για περίοδο ενός μηνός, ενώ ο πόνος στη μέση για μια εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση, ο Δρ. Χατζηχάννας δεν επιβεβαίωσε τη θέση του παραπέμποντας σε οποιαδήποτε ακτινογραφία, με τρόπο ώστε η θέση του περί διαστρέμματος στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επομένως, από τα ενώπιον μου στοιχεία εξάγεται ότι η Φωτεινή Μωυσίδη υπέστηκε διάστρεμμα θωρακικής μοίρας και κάκωση στέρνου, χωρίς επιπλοκές από τα γειτονικά όργανα όπως πνεύμονες, υπεζωκότα, καρδιά, οισοφάγος. Παράλληλα, αισθανόταν άλγος (χωρίς έντονο πόνο όπως η ίδια ανέφερε) στη μέση για μικρή χρονική περίοδο. Τα όσα καταγράφονται πιο πάνω σε σχέση με την θέση του Δρος. Χατζηχάννα για πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθρίτιδας ισχύουν και σε σχέση με την Φωτεινή Μωυσίδη. Επομένως, σε σχέση με τα τραύματα, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστηκαν οι Ενάγουσες στις αγωγές 5115/2008, 5117/2008 και 5118/2008 το Δικαστήριο προβαίνει σε ευρήματα ανάλογα της μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας και αυτής που έγινε αποδεκτή σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται πιο πάνω. Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να καθορίσει το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν σε αυτές. Νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της επιδίκασης γενικών αποζημιώσεων και κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων Έχει επαρκώς νομολογηθεί ότι οι αποζημιώσεις είναι το μέσο με το οποίο εκτιμάται ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος και για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να αποσκοπούν στην τιμωρία του προσώπου που φέρεται ως νομικά υπεύθυνο για τα τραύματα του θύματος. Το ύψος των αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά στη φύση και έκταση των τραυμάτων και του πόνου του θύματος. Στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και τη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα (βλέπε Fletcher v. Autocar Transporters Ltd
(1968)1 All E.R. 726 και Constantinou v. Slahouris
(1969)1 C.L.R. 416). Σκοπός του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Βλέπε Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014 και Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (βλέπε μεταξύ άλλων Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονιστεί η ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας (βλέπε μεταξύ άλλων Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687, και Βρυωνίδης ν. Σωφρονίου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1181). Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν κατ' ανάγκη δεσμευτικό προηγούμενο (βλέπε G & L Calibers Ltd ν. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948) ενώ η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση (βλέπε Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590). Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος. Τα πιο πάνω υποδείχθηκαν σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολιτική Έφεση αρ. 333/2009, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2014, Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά. και στην υπόθεση Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 384. Σε σχέση με τις αποζημιώσεις που θα αποδοθούν στις Ενάγουσες στις αγωγές με αριθμούς 5115/2008 και 5117/2008 αντλείται καθοδήγηση από τις ακόλουθες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Ιωάννου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 274, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επισδικάστηκε ποσό £800 για διάστρεμμα αυχένα και οσφυϊκής μοίρας, παρόλο που επιδίκασε ποσό £4,000 για τα ψυχικά τραύματα που υπέστηκε συνεπεία του δυστυχήματος. Στις συνεκδικαζόμενες αγωγές Ναυτοδικείου υπ. αριθμούς 79/2020, 80/2002 και 81/2002, στην αγωγή με αριθμό 81/2002, Linda Austin v. Salamis Glory κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1617, ο Δικαστής Νικολαΐδης επιδίκασε ποσό £2,500 στην Ενάγουσα η οποία διαγνώστηκε με διάστρεμμα αυχένα και οσφύος, αιμάτωμα αριστερού μηρού και θλάση κοιλιακού τοιχώματος. Είχε τοποθετηθεί αυχενικό κολάρο και της παρασχέθηκαν αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Μετά την επιστροφή στην πατρίδα της παρακολουθήθηκε από ιατρό και υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία. Ανέπτυξε μετατραυματικό άγχος και παραπέμφθηκε για παρακολούθηση. Στην υπόθεση Κασιάνα Χαραλάμπους ν. Γιαννάκη Αναστασιάδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1709, η εφεσείουσα είχε υποστεί σοβαρή κάκωση και θλαστικό τραύμα της ινιακής χώρας του κρανίου, εγκεφαλική διάσειση, σοβαρά διαστρέμματα και θλάσεις αυχένα, θώρακα, ράχεως και οσφύος. Υπέφερε για αρκετό χρόνο από έντονο πόνο, χρησιμοποιούσε κολλάρο και λάμβανε ισχυρά παυσίπονα. Ένα χρόνο μετά το ατύχημα συνέχιζε να υποφέρει από αυχεναλγίες και μυαλγία της ράχεως κυρίως μετά από χειρονακτική εργασία καθώς και με την αλλαγή του καιρού. Το ποσό των γενικών αποζημιώσεων εκ £3.500 που επιδικάστηκε επί πλήρους ευθύνης επικυρώθηκε κατ' έφεση. Τέλος, στην υπόθεση L.P. Transbeton Ltd ν. Κώστα Σταύρου
(2009)1 Α.Α.Δ. 304, ο εφεσίβλητος/ενάγοντας ήταν οικοδόμος, ηλικίας 37 ετών. Είχε υποστεί αιμάτωμα περιοφθαλμικά του αριστερού ματιού και βλεφάρου, εγκεφαλική διάσειση και διάστρεμμα αυχενικής μοίρας. Είχε ενοχλήσεις και ταλαιπωρία, ζάλη, πονοκέφαλους, δυσκαμψία και αιμωδία του δεξιού άνω άκρου και του δεξιού χεριού. Έμεινε εκτός εργασίας για περίοδο δύο μηνών. Το ποσό των £2,500 που επιδικάστηκε ως γενικές αποζημιώσεις από το πρωτόδικο Δικαστήριο επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σε σχέση με την Ενάγουσα στην αγωγή 5115/2008, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της, την φύση των τραυμάτων που υπέστηκε, την έκταση και διάρκεια του πόνου και της ταλαιπωρίας της, το γεγονός ότι αυτή πήγαινε σχολείο κανονικά και μετά την πάροδο ενός μηνός δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα, κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των €2,000 είναι υπό τις περιστάσεις ικανοποιητικό. Εξετάζοντας την αξίωση της Ενάγουσας στην αγωγή 5117/2008 υπό το φως της φύσης και έκτασης των τραυμάτων που υπέστηκε καθώς επίσης την ηλικία της, τη χρονική διάρκεια του πόνου και της ταλαιπωρίας της, την περίοδο που παρέμεινε εκτός εργασίας, το γεγονός ότι οι ενοχλήσεις της διήρκησαν για περίοδο τριών εβδομάδων μόνο (σύμφωνα με την ίδια στις 22.5.2008 που είχε προγραμματισμένο ραντεβού με τον Δρα. Χατζηχάννα ήταν εντελώς καλά), όπως επίσης την απουσία οποιουδήποτε κατάλοιπου, κρίνω ότι το ποσό των €3.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστηκε συνεπεία των τραυμάτων της θα ήταν δίκαιο και εύλογο. Σε σχέση με την Ενάγουσα στην αγωγή 5118/2008, έχοντας υπόψη την ηλικία της κατά τον χρόνο του ατυχήματος (4,5 ετών), τη φύση και την έκταση των τραυμάτων της (ελαφριά κάκωση ρινός και αιμορραγία που διήρκησε για 5-10 λεπτά μετά το ατύχημα), το γεγονός ότι η αιμορραγία της σταμάτησε αμέσως μετά το ατύχημα και δεν ήταν ακατάσχετη, τη διάρκεια του πόνου στη μύτη, ήτοι έντονος πόνος για περίοδο 2-3 ημερών και συνολικής διάρκειας μιας εβδομάδας, όπως επίσης ότι για χρονικό διάστημα 2-3 μηνών παρουσίαζε αισθήματα φοβίας, διαταραχές στον ύπνο της και εφιάλτες κρίνω ότι το ποσό των €1.500,00 αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Παραπομπή επί του θέματος γίνεται στην υπόθεση Σίμος Λοϊζου και Μαρία Λοϊζου ως Φυσικοί Κηδεμόνες της Χριστιάνας Σίμου ΛοΊζου ν. Ανδρέα Μουρτζή
(1999)1 Α.Α.Δ. 883, όπου η εφεσείουσα, ηλικίας πέντε χρόνων, τραυματίστηκε όταν το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε η μητέρα της ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα. Αμέσως μετά το δυστύχημα φοβήθηκε και άρχισε να κλαίει. Συνεπεία του φόβου αυτού τις πρώτες ημέρες αμέσως μετά το δυστύχημα ήταν ανήσυχη και κάποτε έκλαιγε, όπως επίσης παρουσίασε εγκόσπιση και ενούρηση η οποία οφειλόταν στο φόβο της από το δυστύχημα. Τα συμπτώματα αυτά αραίωσαν με την πάροδο του χρόνου αφού η συχνότητα της εγκόρπισης και ενούρησης δεν ήταν επί καθημερινής βάσεως, ενώ η συνολική περίοδος των πιο πάνω συμπτωμάτων δεν ξεπερνούσε τους πέντε μήνες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε ποσό ₤900 ως γενικές αποζημιώσεις, το οποίο επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της έφεσης. Τελική Κατάληξη Στο σημείο αυτό και με δεδομένη των επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων των αγωγών εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης τους εκδίδονται αποφάσεις ως ακολούθως: Στην αγωγή 5115/2008 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €2.000,00 γενικές αποζημιώσεις και €227,84 ειδικές αποζημιώσεις. Στην αγωγή 5116/2008 εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €3.045,00 ειδικές αποζημιώσεις. Στην αγωγή 5117/2008 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €3.000,00 γενικές αποζημιώσεις και €247,84 ειδικές αποζημιώσεις. Στην αγωγή 5118/2008 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.500,00 γενικές αποζημιώσεις και €97,84 ειδικές αποζημιώσεις. Το συνολικό ποσό των €1.597,84 που επιδικάστηκε υπέρ της Ενάγουσας στην αγωγή 5118/2008 να κατατεθεί σε έντοκο λογαριασμό (τραπεζικού ή συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος) στο όνομα της ανήλικης Ενάγουσας Άννας Μαρίας Μωυσίδη και φωτοαντίγραφο της απόδειξης κατάθεσης να προσκομιστεί στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της κατάθεσης. Σημειώνεται ότι με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η Φωτεινή Μωυσίδη, η οποία ήγειρε την αγωγή 5115/2008 μέσω των φυσικών της γονέων έχει πλέον ενηλικιωθεί και για το λόγο αυτό δεν δίδονται ανάλογες οδηγίες σε σχέση με τις υπέρ της επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Αναφορικά με τον τόκο, όπως είναι γνωστό, το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιδικάζει τόκο ίσο με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί για σωματικές βλάβες ή θάνατο συνεπεία αστικού αδικήματος για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Με την τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (Αρ. 2), Ν. 81(Ι)/2008, δηλαδή την 15.10.2008, ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008 (Ν. 82(Ι)/2008)στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Πρόσφατα, με διάταγμα που εκδόθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(4)του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ο Υπουργός Οικονομικών καθόρισε το ύψος του δικαστικού επιτοκίου στο 4% από 1.1.2015 (βλέπε Κ.Δ.Π. 585/2014). Η νομολογία δεικνύει ότι ο καθορισμός της ημερομηνίας από την οποία θα επιδικαστεί τόκος ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο λαμβάνει υπόψη του διάφορους παράγοντες, όπως για παράδειγμα τον τρόπο με τον οποίο προωθήθηκε η αγωγή. Στην υπόθεση Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1246 ο τόκος επιδικάστηκε από την ημερομηνία καταχώρισης της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της αγωγής. Από την άλλη, καθυστέρηση δύο ετών στην καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης κρίθηκε δικαιολογημένη λόγω της έκτασης και πολλαπλότητας των τραυμάτων του Ενάγοντα (βλέπε Φιλίππου κ.ά. ν. Τσολάκη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1188, Θεοφάνους ν. Κουρουκλά
(2006)1 Α.Α.Δ. 528, όπου ο τόκος επιδικάστηκε από την ημέρα έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος, και Αζόφ ν. Προδρόμου κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 331). Στην προκείμενη περίπτωση, έχοντας υπόψη ότι οι Ενάγουσες στις αγωγές 5115/2008, 5117/2008 και 5118/2008 παρακολουθούνταν για κάποιο διάστημα από τον Δρα. Χατζηχάννα ο οποίος εξέδωσε σχετικές Ιατρικές Εκθέσεις στις 7.7.2008 και 15.9.2008 και οι αγωγές καταχωρήθηκαν δια Ειδικά Οπισθγρασημένο Κλητηρίου Εντάλματος στις 18.9.2008, ήτοι πέντε μήνες μετά το ατύχημα (που υπενθυμίζεται ότι έλαβε χώρα την 29.4.2008), κρίνω ορθό όπως επί των πιο πάνω επιδικασθέντων ποσών επιδικασθεί νόμιμος τόκος από την 29.4.2008 (ημερομηνία του ατυχηματος) μέχρι εξοφλήσεως. Ερχόμενη, τέλος, στο θέμα των εξόδων κρίνω ότι ενόψει του διατάγματος συνένωσης των αγωγών και με δεδομένη την εκπροσώπηση των Εναγόντων από τον ίδιο δικηγόρο, δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων ως ακολούθως: - Στην αγωγή 5115/2008, ως η υπόθεση οδηγός, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. - Στις αγωγές 5116/2008, 5117/2008 και 5118/2008 επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου (τρία σέτ εξόδων) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μόνο, όμως, σε σχέση με τα όσα προέκυψαν κατά την περίοδο από 29.4.2008 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι την 11.5.2009 (ημερομηνία διατάγματος συνένωσης). (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο