← Κύπρος

Γιώργος Νούσκα ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5447/2012, 24/3/2015

Γιώργος Νούσκα ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5447/2012, 24/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5447/2012 Μεταξύ: Γιώργος Νούσκα, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα και

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  2. Marfin CLR (Financial Services) Ltd
  3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  4. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
  5. Ανδρέας Βγενόπουλος
  6. Νεοκλής Λυσάνδρου
  7. Βασίλειος Θεοχαράκης
  8. Ευθύμιος Μπουλούτας
  9. Χρίστος Στυλιανίδης
  10. Παναγιώτης Κουννής
  11. Ελευθέριος Χιλιαδάκης
  12. Πλάτων Ε. Λανίτης
  13. Στέλιος Στυλιανού
  14. Joseph Kamal Eskaner
  15. PricewaterhouseCoopers Ltd
  16. Grant Thornton
  17. Μιχάλης Σαρρής
  18. Κωνσταντίνος Μυλωνάς
  19. Κρίς Παύλου
  20. Μάρκος Φόρος
  21. Fadel ΑΙ Ali
  22. Hesham Al Qassim
  23. Peter Baltussen
  24. Γενικός Εισαγγελέας
  25. Themis Nominees Ltd Εναγομένων Αίτηση των Εναγομένων 8 και 11 ημερομηνίας 15.10.2014 για αναστολή της διαδικασίας της αγωγής μέχρι εκδίκασης της έφεσης με αριθμό Ε63/14 που καταχωρήθηκε εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 19.3.2014 Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Εναγόμενο 8 - Αιτητή 1: κ. Παναγίδης Για τον Εναγόμενο 11 - Αιτητή 2: κ. Παναγίδης για κα Χριστοδούλου Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κα Νικολάου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Το ιστορικό της υπόθεσης Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 3.8.2012 δια Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ο Ενάγοντας αιτείται, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος ακύρωσης των ομολόγων και/ή του δανείου και/ή των αξιόγραφων κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, τα οποία εκδόθηκαν κατά ή περί το έτος 2009 συνεπεία κατ' ισχυρισμό απάτης και/ή δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή δόλιας απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή άσκησης πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης λόγω απειλής, εκβιασμού και οικονομικής πίεσης κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009 και έπειτα. H αγωγή εγείρεται εναντίον είκοσι πέντε συνολικά προσώπων στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Από τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης τον οποίο έχω διεξέλθει όπως άλλωστε είναι επιτρεπτό σε τέτοιου είδους διαδικασίες (βλέπε Κύπρος Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. (αρ.1)

(1999)1 Α.Α.Δ. 956), καθώς επίσης από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τις δύο πλευρές στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, διαπιστώνονται τα ακόλουθα σε σχέση με το τι προηγήθηκε της καταχώρησης της παρούσας αίτησης: Οι Εναγόμενοι 8 και 11 - Αιτητές είναι Έλληνες υπήκοοι και στις 29.4.2013 τους παραδόθηκαν μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών (courier) τα ακόλουθα έγγραφα: 1. Επιστολή των Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε ημερομηνίας 22.4.2013. 2. Πιστό Αντίγραφο Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής. 3. Διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.12.2012 για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατο επίδοση μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 12.12.2012. Στα έγγραφα που επιδόθηκαν δεν περιλαμβανόταν η αίτηση ημερομηνίας 12.12.2012, ενώ αντίγραφο αυτής εξασφαλίστηκε μετά από σχετικό αίτημα των Εναγομένων 8 και 11 προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα. Στις 4.6.2013 οι Εναγόμενοι 8 και 11 - Αιτητές υπέβαλαν αίτηση με την οποία επιδίωκαν, μεταξύ άλλων, τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 19.12.2012 και της επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος σε αυτούς για τους ακόλουθους λόγους:
  1. i)Η νομική βάση της αίτησης ημερομηνίας 12.12.2012 ήταν ανεπαρκής αφού δεν περιελάμβανε τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς ΕΚ44/2001 και ΕΚ 1393/2007. ίί) Η αίτηση ημερομηνίας 12.12.2012 στηρίχθηκε σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που συνεπεία του ΕΚ1393/2007 έχουν καταστεί ανενεργοί αναφορικά με επιδόσεις σε κατοίκους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. iii) Εσφαλμένα δεν επιδόθηκε στους Εναγομένους 8 και 11 το Κλητήριο Ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο (writ of summons or an equivalent document) και αντί τούτου επιδόθηκε Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος.
  2. iv)Δεν υπήρξε συμμόρφωση προς τις πρόνοιες της Δ.48 Θ. 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφού η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 12.12.2012 και η επισυνημμένη σε αυτήν Ένορκη Δήλωση δεν επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 8 και 11. ν) Το διάταγμα ημερομηνίας 19.12.2012 σε σχέση με την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και την υποκατάστατη επίδοση μέσω υπηρεσιών ταχυμεταφοράς αντίκειται στις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού ΕΚ 1393/2007 και του Νόμου 55/84. vii) Δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ΕΚ 1393/2007 και/ή το Νόμο Ν. 55/84σε σχέση με την επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 19.12.2012 αφού αυτή δεν έγινε μέσω των αρμόδιων τοπικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας. viii) Η Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα ημερομηνίας 12.12.2012 που υποστήριζε την μονομερή αίτηση του ίδιας ημερομηνίας είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο αφού δεν αποκαλύπτεται η πηγή της γνώσης του για ουσιώδη θέματα. Με απόφαση του ημερομηνίας 19.3.2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (υπό άλλη σύνθεση) απέρριψε την αίτηση των Εναγομένων 8 και 11 ημερομηνίας 4.6.2013 και εναντίον της εν λόγω απόφασης αυτοί καταχώρησαν την Έφεση με αρ. Ε69/14 (Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση της κας. Στάλως Παπουή ημερομηνίας 15.10.2014), ενώ ο Ενάγοντας προχώρησε με αντέφεση (Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση της κας. Στάλως Παπουή ημερομηνίας 15.10.2014). Οι λόγοι απόρριψης του αιτήματος των Εναγομένων 8 και 11 είναι καταγεγραμμένοι στην απόφαση του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Η παρούσα αίτηση Με την παρούσα αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 15.10.2014 οι Εναγόμενοι 8 και 11 - Αιτητές εξαιτούνται την αναστολή της διαδικασίας της παρούσας αγωγής σε σχέση με αυτούς μέχρι την εκδίκαση της έφεσης με αρ. Ε63/14 που στρέφεται εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημερομηνίας 19.3.2014 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα τους για ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 19.12.2012 και/ή της επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 ΘΘ. 18 και 19, Δ.33 Θ.6, Δ.48 ΘΘ. 1, 2 και 8
(1)(ee) και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ενώ τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται εμφαίνονται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση της κας. Στάλως Παπουή, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Χαβιαράς δε Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων του Αιτητή 1 και εξουσιοδοτημένη τόσο από τον Αιτητή 1 όσο και από τον Αιτητή 2 να προβεί στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση. Σύμφωνα με τα όσα εκεί καταγράφονται, τα θέματα που εγέρθηκαν στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 4.6.2013 είναι καινοφανή αφού αφορούν, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία και εφαρμογή του Κανονισμού ΕΚ1393/2007 σε σχέση με την οποία δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε ουσιαστική νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου της Κύπρου. Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, οι Εναγόμενοι 8 και 11 - Αιτητές προσανατολίζονται στην υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του εν λόγω Κανονισμού. Σύμφωνα δε με νομική συμβουλή που έλαβε η κα Παπουή από τους δικηγόρους των Αιτητών, υπάρχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας στην έφεση τους και για το λόγο αυτό ενδείκνυται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Ένσταση του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση Ο Ενάγοντας - Καθ' ου η αίτηση αντιτίθεται στο αίτημα των Εναγομένων 8 και 11-Αιτητών και προς τούτο καταχώρησε στις 9.2.2015 Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: Η αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα του Ενάγοντα και να παραβιάζεται το συνταγματικό του δικαίωμα όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Με τη συνέχιση της διαδικασίας και την μη παροχή αναστολής, δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές. Η αίτηση αποσκοπεί σε καθυστέρηση και εκτροχιασμό της διαδικασίας. Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και βάσιμους λόγους ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το γεγονός της καταχώρησης έφεσης σε σχέση με απόφαση του Δικαστηρίου για την οποία απορρίφθηκε το αίτημα για παραμερισμό της επίδοσης και/ή του διατάγματος επιτρέπουν την υποκατάστατο επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την αιτούμενη αναστολή της διαδικασίας. Δεν συντρέχουν λόγοι για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για αναστολή της διαδικασίας το οποίο αποτελεί μέτρο εξαιρετικό που ασκείται με φειδώ. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 ΘΘ. 2 και 10, Δ.12, Δ.25 ΘΘ. 1 και 5, Δ.35 ΘΘ. 1-32, Δ.48 ΘΘ. 1-9, Δ.64 ΘΘ. 1-2, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίου Νόμου Ν. 14/1960, στο άρθρο 30 του Συντάγματος καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα ημερομηνίας 9.2.2015, όπου ουσιαστικά υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Ακροαματική Διαδικασία Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και καμία πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνει στη συνέχεια όπου κρίνεται αναγκαίο. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν Θέσεων Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αιτούμενη θεραπεία εδράζεται δικονομικά στη Δ.35 Θ. 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα εξής: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, of a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» To Δικαστήριο έχει, δυνάμει της Δ.35 Θ. 18, διακριτική εξουσία να αναστέλλει διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον του εκκρεμούσης έφεσης. Η εξουσία αυτή δεν είναι γενική και ούτε μπορεί να ασκηθεί σε σχέση με οποιανδήποτε διαδικασία. Ο ίδιος ο Θεσμός 18 ορίζει ρητά τις περιπτώσεις των διαδικασιών οι οποίες δύνανται να ανασταλούν. Πρόκειται για τις διαδικασίες που αφορούν στην εκτέλεση της απόφασης η οποία εφεσιβλήθηκε. Το ενδεχόμενο ένα διάταγμα, δια του οποίου αναστέλλεται μια εκκρεμής δικαστική διαδικασία, να έχει δραστικές συνέπειες καθώς και το ενδεχόμενο ένα τέτοιο διάταγμα να περιορίζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος επιβάλλει την περιορισμένη εφαρμογή του Θεσμού 18 της Διαταγής 35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις περιπτώσεις στις οποίες ο θεσμός αυτός ρητά παραπέμπει (In re E.S (an infart)
(1986)1 C.L.R. 119, 122-3 και Caspi Shipping Ltd κ.α v. Πλοίου Sapphire Sea (Ap.3)
(1998)1 (B) Α.Α.Δ. 994, 999). Στην υπόθεση Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 692 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 693 και 694 σε σχέση με την εμβέλεια της Δ.35 Θ. 18 σε συνάρτηση με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60: «Καταρχήν σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου τον 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει τον Κ. 18 της Δ.35: βλ. Fotiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 CLR 708, In re E.S. (an infant)
(1986)1 CLR 119 και Aflomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 CLR 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε «... stay of... proceedings under the decision appealed from...» δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά novo της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση: παραδείγματα προσφέρονται από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην In re E.S. (an infant) (ανωτέρω). Αντό είναι το ισοζύγιο που διατηρεί η θεσμική ρύθμιση κατά τη στάθμιση μεταξύ αφενός της δέσμευσης που επέρχεται με τη δικαστική απόφαση και αφετέρου τις περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή.» (υπογραμμίσεις δικές μου) Στην υπόθεση Aftοmata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524, κρίθηκε ότι η Δ.35 Θ. 18 δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας προνομιακού εντάλματος τύπου «prohibition» εκδιδόμενο μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας (βλέπε επίσης την απόφαση της Ολομέλειας στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή (αρ. 3) για Certiorari
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 και την απόφαση ημερομηνίας 31.3.2011 στην Πολιτική Έφεση αρ. 294/2010 Μιχάλης Δημητρούδης ν. Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη. Αναφορά θα πρέπει επίσης να γίνει και στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.ά. (αρ. 1)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384 όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε ειδοποίηση τριτοδιάδικου, με αποτέλεσμα η δίκη να διεξαγόταν στην απουσία των τρίτων. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι επεδίωξαν τη συνένωση του τριτοδιάδικου, εφεσίβαλαν την απόφαση και παράλληλα αποτάθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο για την αναστολή της ακυρωτικής απόφασης. Μετά την απόρριψη της αίτησης από το Επαρχιακό Δικαστήριο, επανέλαβαν το αίτημα τους ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ότι η συνένωση του τριτοδιάδικου ήταν αναγκαία για την περιεκτική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονταν μεταξύ εναγόντων και εναγομένων και ότι η συνένωση του τριτοδιάδικου θα επέτρεπε τη σφαιρική αντιμετώπιση όλων των θεμάτων. Απορρίπτοντας την αίτηση το Ανώτατο Δικαστήριο υποδεικνύει τα ακόλουθα στη σελίδα 1386: «Πρώτα, πρέπει να διευκρινιστεί το αντικείμενο της αναστολής. Αυτό είναι, η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η ειδοποίηση τριτοδιάδικου. Η αίτηση ουσιαστικά αποβλέπει στον παραμερισμό τον διατάγματος, μέχρι την ακρόαση της έφεσης, ώστε να παρεμποδιστεί στο ενδιάμεσο, αν προκύψει τέτοια εξέλιξη, η ακρόαση της υπόθεσης στην απουσία των τριτοδιαδίκων. Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, Θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις Fotiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 CLR 708, In re E.S. (an infant)
(1986)1 CLR 119 (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 CLR 524). Η Δ.35 Θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του άρθρου 155.4 του Συντάγματος.» Γενικά το αντικείμενο της αναστολής συναρτάται προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην In re E.S. (an Infant) (πιο πάνω), όπου αίτηση προς αναστολή περαιτέρω διαδικασίας ενόψει άρνησης του Δικαστηρίου να διατάξει τον διάδικο και το παιδί του να υποβληθούν σε αιματολογικό έλεγχο, απορρίφθηκε τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου, λέχθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος διεύρυνσης της εμβέλειας της Δ.35 Θ. 18, η οποία περιορίζεται στην αναστολή θεμάτων συναρτώμενων προς την εκτέλεση απόφασης ή διαταγής του Δικαστηρίου ή της διαδικασίας, συναρτώμενης όμως με διαδικασίες που είναι μόνο παρεμφερείς της απόφασης υποκείμενης σε έφεση. Στην προκείμενη περίπτωση εκείνο το οποίο επιδιώκεται στην ουσία είναι ο παραμερισμός της απορριπτικής απόφασης και η αναστολή της διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, κάτι το οποίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Prohibition. Παράλληλα, είναι φανερό ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.35 Θ. 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Και αυτό γιατί με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.3.2014 απορρίφθηκε το αίτημα των Εναγομένων 8 και 11 για παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 19.12.2012 και της επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε υποχρέωση η οποία να μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής δικονομικής διάταξης. Τυχόν έγκριση του αιτήματος υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται πιο πάνω θα οδηγούσε σε αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε η ενδιάμεση απόφαση, κάτι που δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις στις οποίες αίτημα για αναστολή διαδικασίας εκκρεμούσης έφεσης είναι αποδεκτό (βλέπε Βερεγγάρια Π. Παπακοκκινου κ.ά. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου (πιο πάνω). Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η αναστολή της διαδικασίας είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Στην υπόθεση Merck & Co Inc. κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2184, στη σελίδα 2187, αναφέρεται ότι: «Η εγγενής εξουσία τον Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Βλ. Halbury's Laws of England, 4^ έκδ., τόμος 47, σελ. 323. Η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Βλ. Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrysostomos and Another
(1981)1 CLR 445 στη σελίδα 452.» Επίσης, στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd κ.ά. ν. Πλοίου S.S. Sapphire Seas (Αρ. 2)
(1998)1(B) ΑΑΔ 853 αναφέρεται στη σελίδα 855 πως: «.Έχει επανειλημμένα λεχθεί, και ευθυγραμμιστεί με σαφήνεια στο νομολογία, πως οι υποθέσεις δεν κατακερματίζονται επειδή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μιας υπόθεσης καταχωρούνται εφέσεις εναντίον ενδιάμεσων αποφάσεων ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου.» (βλέπε επίσης Αντζολέττα Χατζηιωσήφ ν. Άννα Πετρίχου
(1998)1 ΑΑΔ 364). Τέλος, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, στη σελίδα 330 όπου γίνεται λόγος στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αναστολής αναφέρεται ότι: «The stay of proceedings is a serious, grave and fundamental interruption in the right that a party has to conduct his litigation towards the trial on the basis of the substantive merits of his case, and therefore the court's general practice is that a stay of proceedings should not be imposed unless the proceedings beyond all reasonable doubt ought not to be allowed to continue» Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ούτε η Δ.33 Θ. 6 επί της οποίας επίσης στηρίζεται η αίτηση μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση αφού η εν λόγω διαταγή δεν δίδει εξουσία στο Δικαστήριο για αναστολή διαδικασίας αγωγής, αλλά για αναβολή της ακρόασης της αγωγής για λόγους που κρίνει δίκαιους. Εξετάζοντας, τέλος, τη θέση των Εναγομένων 8 και 11 περί δυνατότητας του Δικαστηρίου να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα με βάση τη σύμφυτη εξουσία του παρατηρώ τα ακόλουθα: Οι συμφυείς και/ή εγγενείς και/ή σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve powers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα προκαλείτο αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 724, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής αναφερόμενος στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου περιέγραψε αυτές ως «εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών». Η φύση και τα όρια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου εξετάστηκαν και στην υπόθεση Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583, όπου υποδείχθηκε ότι σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς (βλέπε επίσης Τουβολοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Μαρούλας Πολυδώρου Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ. 109). Στην δε υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339, όπου υιοθετείται και προηγούμενη νομολογία, επαναλαμβάνεται ότι οι συμφυείς ή εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του, ούτε έχουν ως λόγο την επέκταση τους. Στην προκείμενη περίπτωση, οι πρόνοιες της Δ.35 Θ. 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες είναι σαφείς σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής τους, δεν αφήνουν περιθώριο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος στα πλαίσια της άσκησης της σύμφυτης εξουσίας του αφού κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν προβλέπεται από τους Θεσμούς αλλά αντίθετα αντιστρατεύεται τις πρόνοιες αυτών. Όπως, μάλιστα, λέχθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, η συμφυής εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ad libitum για να δημιουργεί, στην απουσία σχετικών δικονομικών διατάξεων, μηχανισμούς για να δώσει διέξοδο στο ζητούμενο. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Το δε κατάλοιπο εξουσίας, το οποίο επικαλέστηκε ο συνήγορος, δεν διασώζει την κατάσταση, γιατί δεν μπορεί να δημιουργήσει εκ του μηδενός νέες ατραπούς στο δίκαιο και μάλιστα τόσο θεμελιακές. Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των νφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέονσες και πλαισιούμενες, ως στνλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας, (σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Σε ό,τι Αφορά Αίτημα (Petition) του εφεσείοντα Αχιλλέα Κορέλλη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122).» Ακόμη, όμως, και να μπορούσε να εξεταστεί η αίτηση στη βάση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, η αίτηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει αφού με βάση τα όσα έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Εναγόμενοι 8 και 11 δεν έχουν καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό οποιοιδήποτε λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολή της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή. Τουναντίον, κρίνω ότι η ζημιά που θα προκληθεί στον Ενάγοντα σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος λόγω της καθυστέρησης στην προώθηση της υπόθεσης του είναι μεγαλύτερη από αυτήν που θα υποστούν οι Εναγόμενοι 8 και 11 εάν συνεχιστεί η διαδικασία. Τελική Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, λοιπόν, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 8 και 11 - Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία ωστόσο θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............................................. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.