← Κύπρος

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΧΩ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής 5898/13, 11/3/2015

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΧΩ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής 5898/13, 11/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5898/13 ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΧΩ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 11.3.2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες꞉ κα Βανθούλα Σιηττή Για τους Εναγόμενους꞉ κα Έλενα Τσαρούχη, για Πολλάκης Σαρρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 1.11.2013, οι Ενάγοντες στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αξιώνουν την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης υπέρ τους και εναντίον των Εναγομένων ως η Έκθεση Απαίτησης στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ήτοι για το ποσό των €3.400,00σ. ως οφειλόμενο διοικητικό πρόστιμο, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, με την αιτιολογία ότι οι Εναγόμενοι στερούνται Υπεράσπισης. Η αίτηση στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.θ.1, 2 και Δ.48 θ.1 - 4, 9. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση του κ. Άνθιμου Παπανδρέου από τη Λευκωσία, ημερ. 1.11.2013, ο οποίος ως ενόρκως δηλώνει ότι είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων και υπηρετεί ως Λειτουργός Λογιστής, θέση από την οποία έχει την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού των Εναγομένων και της ετοιμασίας της κατάστασης οφειλομένων ποσών, την οποία και προσυπογράφει. Ως εκ της θέσης αυτής και των καθηκόντων του, ο κ. Παπανδρέου ισχυρίζεται ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην ως άνω υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση για σκοπούς υποστήριξης της υπό κρίση αίτησης. Με την ένορκη δήλωση, ο ομνύων βεβαιώνει ως ορθό και αληθές το ποσό της οφειλής των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες, ήτοι το ποσό των €3400 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, και βεβαιώνει ότι η οφειλή αυτή προκύπτει δυνάμει επιβολής διοικητικού προστίμου ως λεπτομερώς επεξηγείται στην Έκθεση Απαιτήσεως της ως άνω αγωγής της οποίας το περιεχόμενο ο ομνύων υιοθετεί ως ορθό και αληθές. Προς περαιτέρω τεκμηρίωση της οφειλής, ο κ. Παπανδρέου επισυνάπτει στην Ένορκη Δήλωσή του τα ακόλουθα Τεκμήρια: Τεκμήριο Α: Αντίγραφο επιστολής των Εναγόντων, ημερ. 30.5.2013, συνοδευομένης από αντίγραφο της απόφασης ημερ. 15.5.13 στην υπόθεση 1/2013

(16)(ως η αρχειοθέτηση των υποθέσεων των Εναγόντων), δυνάμει της οποίας απόφασης επιβλήθηκε το διοικητικό πρόσωπο. Τεκμήριο Β: Κατάσταση οφειλομένων ποσών η οποία εμφανίζει το ως οφειλόμενο το ποσό των €3.
  1. Ο κ. Παπανδρέου βεβαιώνει, επίσης, ότι το ποσό το οποίο φαίνεται στην κατάσταση οφειλομένων ποσών και το οποίο αξιώνεται με την ως άνω αγωγή και αίτηση, δεν έχει εξοφληθεί και εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο και απαιτητό, παρά το ότι η Εναγόμενη επανειλημμένως εκλήθη να το εξοφλήσει. Βάσει νομικής συμβουλής που λαμβάνει, ο κ. Παπανδρέου εισηγείται προς το Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι ουδεμίαν απολύτως υπεράσπιση έχουν στην ως άνω αγωγή και ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι κατεχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή στις 7.10.2013 μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο κ. Παπανδρέου καλεί το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησης. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στις 10.10.2014 Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση των Εναγόντων. Η ένστασή τους βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ. 1 - 4, 7, 8 και 9, Δ.18 θ.1-3 και 9, Δ.27 θ. 1-3, Δ.39, Δ.59, Δ.64, στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμο 33/64, άρθρα 9 και 11, στον περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ.1 άρθρα 1-4, 12-14, 32, 36, 42 και 43, στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.9, άρθρα 1-3, 23-27, 29, 30 και 34, στη Νομολογία, στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης που δικογραφούνται είναι οι ακόλουθοι:
  2. Η Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση.
  3. Η επίδικη απόφαση είναι άκυρη και δεν παράγει οποιοδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα, γεγονός που δεν μπορεί να κριθεί στα πλαίσια συνοπτικής δίκης.
  4. Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Αιτήτρια αντίκειται στα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος.
  5. Η επίδικη απόφαση δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής καθότι ο Κανονισμός 48 της Κ.Δ.Π. 10/2000 είναι ultra vires του Νόμου 7(Ι)/
  6. Η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή στο όνομα της.
  7. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.
  8. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από πρόσωπο που δεν έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων.
  9. Δεν έχουν προσκομιστεί τα πρωτότυπα έγγραφα.
  10. Εκκρεμεί η προσφυγή υπ' αριθμόν 5858/2013 εναντίον της επίδικης απόφασης. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση των Εναγομένων εκτίθενται σε Ένορκη Δήλωση («Ε/Δ»), ημερ. 10.10.2014, της κας Βαρβάρας Αργυρού, η οποία, ως ενόρκως δηλώνει, είναι στην υπηρεσία των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση και ισχυρίζεται ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα αγωγή και την επίδικη αίτηση, λόγω της επαγγελματικής της ιδιότητας, καθώς και από τα σχετικά έγγραφα τα οποία αυτή έχει στην κατοχή της. Όσον αφορά σε νομικά θέματα, η ομνύουσα δηλώνει ότι έχει λάβει σχετική συμβουλή από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, τους κ.κ. Πολάκης Σαρρής & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Η ομνύουσα δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Εναγόμενους να προβεί στην Ε/Δ προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Καταρχάς, η κα Αργυρού, αμφισβητεί στην παρα. 5 της Ε/Δ της, την ύπαρξη θετικής γνώσης των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης από μέρους του ενόρκως δηλούντα για τους Ενάγοντες, ήτοι του κ. Παπανδρέου. Η αμφισβήτηση αφορά στο ότι, ενώ αυτός αναφέρει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, εντούτοις από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του, αλλά και από τα τεκμήρια τα οποία προσκομίζει, δεν προκύπτει - ως ο ισχυρισμός της κας Αργυρού - ούτε η προσωπική αλλά ούτε και η θετική του γνώση περί των γεγονότων. Επιπρόσθετα, η κα Αργυρού επισημαίνει προς το Δικαστήριο, βάσει νομικής συμβουλής που έχει λάβει, ότι ο κ. Παπανδρέου δεν έχει προσκομίσει τα πρωτότυπα έγγραφα, όπως απαιτείται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και επίσης δεν αναφέρει το λόγο που δεν προσκομίζονται αυτά αλλά και το πού βρίσκονται. Η κα Αργυρού, εισηγείται ότι, εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει την έλλειψη θετικής γνώσης από μέρους του κ. Παπανδρέου, συνεπακόλουθα θα πρέπει να διαπιστώσει ότι δεν επαληθεύεται ούτε η ύπαρξη οφειλής ούτε η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος. Επιπρόσθετα, η κα Αργυρού δηλώνει ότι έχει λάβει νομική συμβουλή ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή και καλόπιστη υπεράσπιση. Προς τούτο αναφέρει τα ακόλουθα: (α) Είναι ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή στο όνομα τους και η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από αυτούς αντίκειται στα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος. (β) Δεδομένου ότι εκκρεμεί η προσφυγή 5858/2013 εναντίον της απόφασης των Εναγόντων η εν λόγω αγωγή είναι πρόωρη και δεν μπορεί να προωθηθεί εφόσον η πράξη επί της οποίας εδράζεται το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων δεν έχει καταστεί τελεσίδικο. (γ) Ο τρόπος με τον οποίο λήφθηκε η απόφαση, μέσω των οργάνων των Εναγόντων, είναι παράνομος με αποτέλεσμα και η ίδια η απόφαση των Εναγόντων να είναι άκυρη και να μην παράγει οποιοδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα. Η κα Αργυρού εισηγείται προς το Δικαστήριο ότι όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί υπό (α) έως (γ) της δεν μπορούν να κριθούν και να αποφασιστούν στα πλαίσια της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση και, βάσει νομικής συμβουλής που έχει λάβει, εισηγείται ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί συνιστούν καλόπιστη υπεράσπιση και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Καταλήγει η κα Αργυρού να εισηγείται ότι η αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών, ημερομηνίας 1/11/2013, θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Εναγομένων - Καθ'ων η αίτηση και ότι θα πρέπει να επιτραπεί σε αυτούς να καταχωρήσουν Υπεράσπιση στην αγωγή. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση στη βάση των προεκτεθέντων εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να υπάρξει αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή για αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία καθορίζονται στη Δ.18 θ.
  11. Συγκεκριμένα, η Δ.18 έχει ως ακολούθως: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων μπορεί σε ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και να πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης με ή χωρίς ενοίκιο ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.». Σε πρόσφατη απόφασή του, ημερομηνίας 4.9.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της πιο πάνω Δ.18, θ.
  12. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεσή του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co. Ltd v Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAD 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v Persona Advertising Ltd
(1996)1 AAD 1074, Subotic v Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν Environvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818). Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18, θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθαː
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο,
  2. Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136 - 138 και Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO. LTD v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co. Ltd, ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18, θ.3(α)).». Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, και πιο πρόσφατα στην απόφαση ημερ. 14.11.2011 στην Πολιτική Έφεση 322/2008, J& M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του. Το τι αναμένεται από έναν εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. A mere general denial that the defendant is indebted will not suffice (Wallingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas., per Lord Blackburn, at p. 704: Re General Rail, Syndicate, Whitsley´s Case,
(1900)1 Ch., per Lindley, M.R., at p. 369; Anon.,
(1875)W.N. 249, per Quain, J., at p. 250), unless the grounds on which the defendant relies as showing that he is not indebted are stated (ibid.)......................................................................................................... If the defence relied on is fraud the affidavit should state the particulars of the fraud (Wellingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas. 685). A mere vague general allegation of fraud is useless (ibid). Similarly, if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν Άριστου Καναουρίδη, Πολ. Έφ.10015, αποφαση ημερ. 26/4/99). Υπεράσπιση που είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστά συζητήσιμη ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας. (βλ. Ανδρέας Ιωάννου και Το Σκάφος «Veronika» Αγωγή Ναυτοδικείου 6302, απόφαση ημερ. 16/4/03, K.C.P. Commission Agents & Importers LTd v Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Κατ' αρχάς, από το περιεχόμενο του ενώπιον μου φακέλου της υπόθεσης, αλλά και του Τεκμηρίου 1 που επισυνάπτεται στην Ε/Δ του κ. Παπανδρέου ανωτέρω, διαπιστώνω ότι, πρώτον, το κλητήριο ένταλμα είναι όντως ειδικά οπισθογραφημένο και, δεύτερον, ότι και οι Εναγόμενοι - Καθ'ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 7.10.2013. Εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσον πληρούται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, θ.1(α), ήτοι κατά πόσον η Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από πρόσωπο που έχει θετική γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης. Το ζήτημα της καταλληλότητας της ομνύουσας, κας. Ειρήνης Ξενοφώντος είναι ζήτημα που αποφασίζεται με γνώμονα τη Δ.18 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη βάση του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο λεκτικό που χρησιμοποιεί ο ομνύων, κ. Άνθιμος Παπανδρέου, διαπιστώνω ότι ρητά αναφέρει ότι αυτός είναι Λογιστής στην υπηρεσία των Εναγόντων και έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, καθώς και ότι έχει την αναγκαία εξουσιοδότηση για να προβεί στην ένορκο δήλωση (βλ. την παρα. 1 της Ε/Δ του). Με δεδομένο ότι οι Ενάγοντες αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (βλ. το άρθρο 3 του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου (Ν.7(Ι)/98έως 86(Ι)/2014), είναι λογικό και αποδεκτό η ένορκη δήλωση να γίνεται από φυσικό πρόσωπο που στην υπηρεσία τους, νοουμένου ότι το φυσικό αυτό πρόσωπο τελεί υπό την εξουσιοδότηση των Εναγόντων. Εφαρμόζεται, εν προκειμένω, η ίδια νομολογιακή αρχή που έχει αναγνωρισθεί όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, την υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd V Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου»
(2006)1.Α.Α.Δ. 223, όπου έγινε παραπομπή στην προμνησθείσα απόφαση Αθηνούλας Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, 790, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι: «Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα.». Ως προς το πότε ένα πρόσωπο έχει θετική γνώση των γεγονότων, δόθηκαν οι εξής κατευθυντήριες γραμμές στην προμνησθείσα απόφαση Αθηνούλας Δημητρίου꞉ «[...] το ζήτημα κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά με τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Η φύση της αξίωσης διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο». Στην παρούσα υπόθεση, υπενθυμίζω ότι η απαίτηση των Εναγόντων ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης που είναι οπισθογραφημένη επί του Κλητηρίου είναι για (βλ. την παρα. 7 της Ε/Α) ποσό €3.400 ως οφειλόμενο διοικητικό πρόστιμο, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Ο ομνύων, κ. Άνθιμος Παπανδρέου, κρίνω ότι έχει επεξηγήσει επαρκώς με ποιον τρόπο απέκτησε θετική γνώση των γεγονότων αφού έχει δηλώσει συναφώς ότι αυτός ως Λογιστής ετοιμάζει την κατάσταση των οφειλόμενων διοικητικών προστίμων και έχει την ευθύνη της παρακολούθησης του λογαριασμού των Εναγομένων. Δεδομένων των πιο πάνω λεπτομερειών ως προς το καθεστώς υπό το οποίο ο ομνύων αναμείχθηκε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως η εκδοχή των Εναγόνων, είμαι ικανοποιημένη ότι πληρούται η έννοια της «θετικής γνώσης». Αξίζει εδώ να επισημάνω ότι, στην περίπτωση νομικών προσώπων, ο όρος «θετική γνώση» τυγχάνει λογικής ερμηνείας και όχι αυστηρής σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και παράλογα αποτελέσματα (βλ. Marketrends v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223). Στην Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obschondi Banka S.A.
(1972)1 CLR 130, 137, λέχθηκε ότι: «The deponent must be clearly in a position to swear positively to the facts and the affidavit must show this. It cannot be an affidavit where the deponent can only depose upon information and belief. Order 39, r.2 which regulates the contents of affidavits, provides that the affidavits shall be confined to such facts as the witness is able on his own knowledge to prove. Statements on information and belief, with the sources and grounds thereof, or allowed only in affidavits for interlocutory applications.». Καταλήγω ότι ο κ. Άνθιμος Παπανδρέου είναι ικανό πρόσωπο, εντός του ορισμού της Δ.18 Θ. 1, για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έχει πράξει. Όσον αφορά την επίκριση που έχει γίνει από πλευράς Εναγομένων για το γεγονός ότι ο ομνύων βασίζει την τεκμηρίωση της οφειλής επί αντίγραφου αντί επί πρωτότυπου της απόφασης της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε το επίδικο ποσό ως οφειλόμενο διοικητικό πρόστιμο και επί αντίγραφου κατάστασης λογαριασμού αντί επί πρωτότυπων, κρίνω ότι δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε νομική προέκταση ή σημασία και εξηγώ γιατί. Εδώ, οι Εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει την έκδοση και ύπαρξη της εν λόγω διοικητικής απόφασης της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης, αλλά αντίθετα - παραδεχόμενοι την ύπαρξή της - έχουν δηλώσει ενόρκως ότι τους έχει γνωστοποιηθεί και έχουν προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος για να ζητήσουν τον έλεγχο της νομιμότητάς της. Παρομοίως, όσον αφορά την κατάσταση λογαριασμού, εδώ οι Εναγόμενοι δεν έχουν στηρίξει την ένστασή τους στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης επικαλούμενοι ανακρίβεια ή σφάλμα στο αξιούμενο ως απλήρωτο ποσό, αλλά αντίθετα - παραδεχόμενοι ότι αυτό ακριβώς είναι το ποσό του διοικητικού προστίμου ως η προαναφερόμενη διοικητική απόφαση της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης - έχουν επεξηγήσει για ποιο λόγο εξακολουθούν να μην το έχουν αποπληρώσει. Επομένως, ουδεμία ανάγκη παρίσταται για παρουσίαση του πρωτότυπου των εν λόγω δύο εγγράφων (διοικητικής απόφασης και κατάστασης λογαριασμού) για σκοπούς απόδειξης του περιεχομένου τους. Προς επίρρωση της πιο πάνω αξιολόγησης και κατάληξής μου, παραπέμπω στα λεγόμενα του Χατζηχαμπή, Δ. στην υπόθεση SIGMA RADIO T.V. PUBLIC LTD -και- Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ. 140, ο οποίος προέβη σε αντίστοιχες επισημάνσεις κα διαπιστώσεις꞉ «Περαιτέρω, στην έκταση που η ένσταση της Εφεσείουσας αφορούσε τη δεκτότητα και αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντος, δεν βλέπουμε λόγο να παρέμβουμε με τη διαπίστωση του ευπαίδευτου δικαστή ότι η μαρτυρία αυτή ήταν και δεκτή και αποτελεσματική. Η ένορκη δήλωση, πέραν των ιδίων των αναφορών της, συνοδεύετο από τεκμήρια τα οποία στοιχειοθετούσαν πλήρως τη λήψη όσο και το περιεχόμενο της απόφασης της Εφεσίβλητης. Εξ άλλου, η ίδια η προσφυγή της Εφεσείουσας εξυπάκουε την ύπαρξη της απόφασης της Εφεσίβλητης, την οποία και προσέβαλλε. Και στο βαθμό λοιπόν που η έφεση αμφισβητεί την κατάληξη του ευπαίδευτου δικαστή ως προς τη δεκτότητα και αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας δεν έχει έρεισμα.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεών μου, κρίνω ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν συμμορφωθεί με τις τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται στη Δ.18, θ.1 και, επομένως, σύμφωνα και με τη νομολογία όπως συνοψίζεται στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ., το βάρος της απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση, να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας (good defence on the merits) ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να τους δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Οι συνήγοροι των Εναγομένων - Καθ'ων η αίτηση με τη γραπτή τους αγόρευση προς το Δικαστήριο ότι υπάρχει διαφορά προς εκδίκαση ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να δώσει την ευκαιρία στους Εναγομένους να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης στην αγωγή. Αναπτύσσουν την επιχειρηματολογία τους περί πρόωρης καταχώρισης της υπό κρίση αγωγής, επικαλούμενοι ότι ενώ δεν αμφισβητείται από τους Ενάγοντες το γεγονός της καταχώρησης της προσφυγής αρ. 5858/2013 κατά της απόφασης επιβολής του επίδικου διοικητικού προστίμου, εντούτοις έσπευσαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αγωγή πριν την πλήρη αποπεράτωση της εκδίκασης της εν λόγω προσφυγής. Προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας περί πρόωρης αγωγής, οι συνήγοροι των Εναγομένων παραπέμπουν το Δικαστήριο στην απόφαση SIGMA RADIO T.V. PUBLIC LTD -και- Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. Επισημαίνω ότι στην προσμνησθείσα υπόθεση, η αγωγή της εφεσίβλητης αφορούσε στην είσπραξη διοικητικού προστίμου £3.000 το οποίο, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η εφεσίβλητη είχε επιβάλει στους εφεσείοντες με απόφασή της ημερομηνίας 9.11.
  2. Στην έκθεση απαίτησης αναφέρετο επίσης ότι η εν λόγω απόφαση δεν είχε προσβληθεί, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, εντός της προθεσμίας των 75 ημερών "με αποτέλεσμα να καταστεί τελεσίδικη διοικητική πράξη". Στο στάδιο καταχώρισης της αίτησης για συνοπτική απόφαση, κατά την 10/5/2006, η εφεσίβλητη - αιτήτρια εδέχθη ότι είχε καταχωρηθεί η εν λόγω προσφυγή, ισχυρίσθηκε όμως ότι δεν είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα επί της αγωγής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε την αίτηση της εφεσίβλητης - ενάγουσας και εξέδωσε συνοπτική απόφαση εναντίον των εφεσειόντων - εναγομένων, κρίνοντας ότι οι τελευταίοι δεν είχαν καταδείξει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή τέτοιων γεγονότων που να δικαιολογείται η παραχώρηση σε αυτούς του δικαιώματος για προώθηση της υπεράσπισής τους. Ο Χατζηχαμπής, Δ., όπως ήταν τότε, εκδίδοντας την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (σύνθεση꞉ Ηλιάδης Δ., Χαζηχαμπής Δ., Ναθαναήλ, Δ.) στο πλαίσιο της έφεσης που ασκήθηκε κατά της εκδοθείσας πρωτοδίκως συνοπτικής απόφασης, διασαφήνισε τα εξής꞉ «Ότι μόνο αρμόδιο να αποφασίσει επί της νομιμότητας διοικητικής πράξης είναι το Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του Άρθρου 146, είναι αναμφισβήτητο. Στην εξέταση της νομιμότητας της απόφασης της Εφεσίβλητης εξ άλλου αποσκοπούσε και η προσφυγή της Εφεσείουσας. Ως εκ τούτου, η υπεράσπιση της Εφεσείουσας, στην έκταση που αφορούσε τη νομιμότητα της απόφασης της Εφεσίβλητης, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη για σκοπούς της αίτησης, όχι διότι δεν ήταν "καλή" υπεράσπιση αλλά διότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να την κρίνει καν. Στο βαθμό λοιπόν που η έφεση αφορά τη νομιμότητα της απόφασης της Εφεσίβλητης δεν έχει έρεισμα. [...] Έχει όμως έρεισμα η έφεση ως προς το ότι ο ευπαίδευτος δικαστής δεν εξέτασε όλη την υπεράσπιση που η εφεσείουσα είχε εγείρει για να αποφανθεί δεόντως κατά πόσο απεκαλύπτετο, για σκοπούς συνοπτικής απόφασης, καλή υπεράσπιση. Η Εφεσείουσα, η οποία είχε ήδη καταχωρίσει την υπεράσπιση της πριν καταχωρηθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση, ήγειρε ειδικά θέμα πρόωρου της αγωγής σε συνάρτηση με την προσβολή, δια της προσφυγής, της νομιμότητας της απόφασης βάσει της οποίας εζητείτο η είσπραξη του προστίμου. Η αίτηση δεν εξετάσθηκε με αναφορά σε αυτή την υπεράσπιση παρά μόνο με αναφορά στη διάσταση που αφορούσε την αμφισβήτηση της νομιμότητας της απόφασης στα πλαίσια της ίδιας της αγωγής. Το "καλό" δε αυτής της υπεράσπισης δεν επηρεάζετο από το ότι, όπως μας ελέχθη, έχει εν τω μεταξύ εκδοθεί απόφαση απορριπτική της προσφυγής, καθόσον το ζητούμενο συναρτάται προς το χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Να σημειώσουμε μάλιστα και μια άλλη "πραγματιστική" διάσταση. Ανεξαρτήτως του ποια θα είναι τελικά η νομική κατάληξη επί του εγειρόμενου θέματος, λογικό και φρόνιμο είναι να μην καταχωρείται αγωγή προς είσπραξη τέτοιου προστίμου ως αστικού χρέους πριν, είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής χωρίς να καταχωρηθεί προσφυγή, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της αποφάσεως με [*144]την οποία επεβλήθη το πρόστιμο. Ουδείς λόγος για σπουδή υφίσταται, απεναντίας δε, όπως δείχνει και η ενώπιον μας έφεση, η αναμονή, την οποία υπαγορεύει η κοινή λογική, προλαμβάνει καθυστέρηση και περιπλοκή των καταστάσεων οι οποίες στο τέλος μπορεί και να ανατραπούν, καθώς και αχρείαστες επιβαρύνσεις εξόδων. Η έφεση επιτυγχάνει και η εφεσιβαλλόμενη απόφαση και διαταγή για έξοδα παραμερίζονται. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στην Εφεσείουσα να υπερασπισθεί στη βάση της ήδη καταχωρηθείσας υπεράσπισής της, αλλά βεβαίως μόνο ως προς την υπεράσπιση την οποία έχουμε επισημάνει. Επιδικάζονται στην Εφεσείουσα και κατά της Εφεσίβλητης €2.500 έξοδα, τόσο της πρωτόδικης όσο και της κατ' έφεση διαδικασίας.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Δεν έχει τεθεί υπόψη μου οποιαδήποτε μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία να έρχεται σε σύγκρουση ή/και αντιδιαστολή με την πιο πάνω προσέγγιση του Χατζηχαμπή, Δ., όπως ήταν τότε, ως προς το ότι συνιστά «καλή υπεράσπιση» ο ισχυρισμός περί πρόωρης αγωγής λόγω εκκρεμούσας προσφυγής ή/και μη τελεσιδικίας σε προσφυγή που έχει ήδη καταχωρηθεί κατά της διοικητικής απόφασης επί της οποίας εδράζεται η οφειλή ως η αξίωση στην αγωγή, εφόσον βεβαίως ο ισχυρισμός αυτός υποστηρίζεται με επαρκείς λεπτομέρειες γεγονότων στις ένορκες δηλώσεις. Απεναντίας, η πρόσφατη απόφαση, ημερ. 11.7.2014, του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Παμπαλλής, Πανιαγή, Λιάτσος, Δ/στές), δοθείσα υπό του Λιάτσου, Δ., στην Πολιτική Έφεση αρ. 348/2010, ΑΟΜΜ ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, δείχνει ότι ένα διοικητικό τέλος καθίσταται απαιτητό εφόσον δεν προσβλήθηκε ή δεν ακυρώθηκε. Τούτο εξυπακούει ότι εφόσον έχει προσβληθεί, δεν θεωρείται αμέσως απαιτητό. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων η παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, λοιπόν, μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146, παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι ανεπίτρεπτη και ο θεσμικός αυτός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Θέματα όπως η ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια άλλης παράλληλης διαδικασίας, πέραν της αναθεωρητικής που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος (James Peter v. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 612, 615). Εφόσον η απόφαση για επιβολή τέλους δεν ακυρώθηκε ή δεν προσβλήθηκε, αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή, στην οποία η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η οφειλή πρέπει να θεωρείται δεδομένη (D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.ά. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος
(2000)1 Α.Α.Δ. 1946, Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1 Α.Α.Δ. 1136, 1138-9).». (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι δική μου.) Στην παρούσα υπόθεση, στην Έκθεση Απαίτησης, και ειδικότερα στην παρα. 5 αυτής, ρητά αναφερόταν στο γεγονός της ήδη καταχωρηθείσας προσφυγής αρ. 5858/13 κατά της διοικητικής απόφασης επί της οποίας στηρίζεται η αξίωση των Εναγόντων. Παρά ταύτα στην ίδια παράγραφο της Ε/Α εγείρετο ο ισχυρισμός ότι «η προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και γι' αυτό με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 47 το διοικητικό πρόστιμο των €3400 εξακολουθεί να είναι απαιτητό καιπληρωτέο και η Εναγόμενη δεν έχει καμιά υπεράσπιση». Παρά το ότι, πράγματι, δεν υφίσταται ζήτημα αναστολής της εκτελεστότητας της διοικητικής απόφασης καθ' ον χρόνο εκκρεμεί η προσφυγή, εντούτοις, υιοθετώντας και ακολουθώντας το σκεπτικό της απόφασης στην SIGMA RADIO T.V. PUBLIC LTD -και- Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ. 140, καταλήγω να κρίνω ότι, στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, ως φαίνονται να είναι παραδεκτά στην όψη των δικογράφων αλλά και των ενόρκων δηλώσεων ως προς την εκκρεμοδικία στην προσφυγή 5858/13, και εφόσον η εκκρεμοδικία της προσφυγής έχει επιβεβαιωθεί στο στάδιο των αγορεύσεων από τους συνηγόρους των διαδίκων, δικαιολογείται να δοθεί άδεια στους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης για να εγείρουν την υπεράσπιση περί πρόωρης αγωγής. Συγχρόνως, διασαφηνίζω ότι δεν παρέχω αντίστοιχη άδεια για έγερση υπεράσπισης που να αφορά σε μη νομιμότητα της διοικητικής απόφασης, εφόσον όπως ο Χατζηχαμπής, Δ., το έθεσε ευθέως, το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να υπεισέλθει σε έλεγχο νομιμότητας των πράξεων της Διοίκησης, εφόσον με βάση τη μέχρι σήμερα κείμενη νομοθεσία αποκλειστική δικαιοδοσία για την άσκηση τέτοιου ελέγχου έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Τέλος, παρατηρώ ότι στην παρούσα υπόθεση, οι Εναγόμενοι επιζητούν να έχουν την άδεια για καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης με σκοπό την έγερση υπεράσπισης που άπτεται της καταλληλότητας των Εναγόντων ως διάδικου ή/και της νομικής δικαιοπραξίας τους να εγείρουν την παρούσα αγωγή εξ ονόματός τους αντί μέσω του Γενικού Εισαγγελέως εξ ονόματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προτίθενται να εγείρουν την υπεράσπιση αυτή με αναφορά στο Άρθρο 165 του Συντάγματος, το άρθρο 41(B)
(3)του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Νόμου (7(Ι)/1998) και του Κανονισμού 48 των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000). Πρόκειται για καθαρά νομικό θέμα, το οποίο θα μπορούσε να εγερθεί ως προδικαστική ένσταση στην Έκθεση Υπεράσπισης και το εμπίπτει στο πεδίο ελέγχου που δύναται να ασκήσει το παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο ακρόασης της αγωγής, όχι όμως στο πλαίσιο διαδικασίας εκδίκασης αίτησης για συνοπτική απόφαση. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 977, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στην κατάληξη της απόφασής του τόνισε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης συνοπτικής αίτησης, πρέπει να εξετάζει τα πραγματικά γεγονότα που παρατίθενται από τους Εναγομένους και όχι νομικά και άλλα θέματα που εγείρονται καθώς αυτά αποτελούν θέματα που το κατάλληλο στάδιο εκδίκασης τους είναι σε κανονική δίκη, όπου δίδεται η ευκαιρία στους διαδίκους να προβάλουν με λεπτομέρεια τις θέσεις τους. Δικαιολογείται επομένως και ως προς αυτό το νομικό ζήτημα να δοθεί στους Εναγόμενους στην παρούσα υπόθεση η δυνατότητα να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης για να το εγείρουν. Κατάληξη Υπό το φως όλων των προεκτεθέντων, η αίτηση των Εναγόντων για συνοπτική απόφαση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια να καταχωρηθεί Έκθεση Υπεράσπισης προς το σκοπό της έγερσης της υπεράσπισης ή/και προδικαστικής ένστασης που έχω κρίνει ανωτέρω ως επιτρεπτή την έγερσή τους. Τα δικηγορικά έξοδα της αίτησης, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών. (υπ.).............................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.