← Κύπρος

Έλλη Κωστουρή Καραολίδου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5454/12, 30/3/2015

Έλλη Κωστουρή Καραολίδου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5454/12, 30/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, πρ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5454/12 Μεταξύ: Έλλη Κωστουρή Καραολίδου Ενάγουσας και

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  2. Marfin CLR (Financial Services) Ltd
  3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  4. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
  5. Ανδρέας Βγενόπουλος
  6. ΝεοκλήςΛυσάνδρου
  7. Βασίλειος Θεοχαράκης
  8. Ευθύμιος Μπουλούτας
  9. Χρίστος Στυλιανίδης
  10. Παναγιώτης Κουννής
  11. Ελευθέριος Χιλιαδάκης
  12. Πλάτων Ε. Λανίτης
  13. Στέλιος Στυλιανού
  14. Joseph Kamal Eskander
  15. Pricewaterhouse Coopers Ltd
  16. Grant Thornton
  17. Μιχάλης Σαρρής
  18. Κωνσταντίνος Μυλωνάς
  19. Κρίς Παύλου
  20. Μάρκος Φόρος
  21. Fadel Al Ali
  22. Hesham Al Qassim
  23. Peter Baltussen
  24. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
  25. Themis Nominees Ltd Εναγομένων ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση από Εναγομένους 8 & 11 ημερομηνίας 12.11.2014 για αναστολή διαδικασίας της Αγωγής. Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2015 Για Αιτητή: κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς& Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η Αίτηση : κα N. Νικολάου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης Δ.Ε.Π.Ε Η παρούσα αγωγή στρεφόταν αρχικά εναντίον είκοσι πέντε συνολικά προσώπων. Καταχωρήθηκε στις 6.8.2012 και με αυτή Ενάγουσα αιτείται, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος ακύρωσης των ομολόγων/δανείου/αξιόγραφων κεφαλαίου της Εναγόμενης αρ. 1, ως και παντός σχετιζόμενου εγγράφου και αποζημιώσεις για απάτη και/ή ψευδείς και/ή δόλιες και/ή αμελείς παραστάσεις και/ή για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων και/ή αμέλεια και/ή συνομωσία των Εναγομένων σε σχέση με τα πιο πάνω. Κατόπιν Αιτήσεως ημερομηνίας 25.1.2013, η Ενάγουσα εξασφάλισε, στις 7.2.2013 άδεια για υποκατάστατο επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος, μεταξύ άλλων και στους Εναγόμενους 8 και
  26. Στις 29.4.13 παραδόθηκε μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών (courier service) στην διεύθυνση Λεωφόρος Θησέως 67 που βρίσκεται στην Νέα Ερυθραία στην Ελλάδα φάκελος στον οποίο εσωκλείονταν δύο έγγραφα περιγραφόμενα στην επιστολή ως «Πιστό Αντίγραφο Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος» και «Διάταγμα Δικαστηρίου». Οι Εναγόμενοι 8 και 11 - Αιτητές, με αίτηση τους ημερομηνίας 4.6.2013 αιτούνταν τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 7.2.2013 καθώς και της πραγματοποιηθείσας επίδοσης. Το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 28.4.2014 απέρριψε την εν λόγω αίτηση. Η απόφαση εφεσιβλήθηκε από τους Εναγόμενους. (Πολιτική Έφεση Ε115/2014). Η έφεση εκκρεμεί προς εκδίκαση. Στις 12.11.2014 οι Εναγόμενοι 8 και 11 - Αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η όλη διαδικασία στην εν τω τίτλω αγωγή σε σχέση με τους Αιτητές μέχρι την εκδίκαση και την έκδοση της απόφασης στην νομοτύπως ασκηθείσα έφεση αρ Ε115/14 που στρέφεται εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 28.4.
  27. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1,2 & 8 Δ.35 θ.18,19, Δ.
  28. Θ.6 στον φάκελο δικογραφίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Στάλως Παπουή ημερομηνίας 12.11.
  29. Στις 6.2.2015 η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης στηριζόμενη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.2, Δ.12, Δ.25 Θ.Θ. 1 &5Δ.35 Θ.Θ. 1 έως 32, Δ.48 Θ.Θ. 1 έως 9, Δ.64 Θ.Θ. 1 & 2,στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60,στο άρθρα 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Γιώργου Καραολίδη συζύγου της Ενάγουσας ημερομηνίας 6.2.2015 ο οποίος επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους Ένστασης. Αυτοί είναι οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. 2) Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα της Ενάγουσας και να παραβιάζεται το συνταγματικό του δικαίωμα όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. 3) Με τη συνέχιση της διαδικασίας και τη μη παροχή αναστολής, δεν θα προκληθεί οιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές. 4) Η Αίτηση αποσκοπεί σε καθυστέρηση και εκτροχιασμό της διαδικασίας. 5) Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 6) Το γεγονός της καταχώρησης έφεσης αναφορικά με απόφαση του Δικαστηρίου για μη παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την αιτούμενη αναστολή της υπόθεσης και/ή των διαδικασιών. 7) Δεν συντρέχουν λόγοι υπέρ της έκδοσης του διατάγματος αναστολής, το οποίο αποτελεί δικαιοδοτικό μέτρο εξαιρετικό της διαδικασίας, ασκούμενο με φειδώ. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 11.3.2015 κατά την οποία κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσονται οι αντίστοιχες θέσεις των διαδίκων και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων και όπου κρίνω σκόπιμο θα προβώ σε αναφορά σε αυτές στην συνέχεια της απόφασής μου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών αναφέρεται αρχικά στην Δ.35 Θ.18 η οποία περιλαμβάνεται και στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης. Σε σχέση με την εμβέλεια της Δ.35 Θ.18 παραπέμπω στην Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη

(2011)1Α Α.Α.Δ 687 όπου λέχθηκε με παραπομπή σε προηγούμενη νομολογία ότι η Δ.35 Θ.18 δεν επιτρέπει την αναστολή περαιτέρω διαδικασιών εκκρεμούσης της έφεσης εφόσον η εν λόγω διάταξη αφορά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστέλλει μόνο εφέσιμα διατάγματα κάτω από τη Δ.35 θ. 2, είτε τελικά, είτε ενδιάμεσα. (βλ. επίσης τις Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524 και Fotiou and another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708). Όπως αναφέρεται ρητά στην απόφαση Aftomata Eleourgia (ανωτέρω) η Δ.35 Θ.18, δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας προνομιακού εντάλματος τύπου «prohibition» εκδιδόμενο μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας. (βλ επίσης Ντίνου Μ. Λύρα ν. ΠετρολίναΛτδ (αρ. 1)
(1997)1 Α.Α.Δ. 1384, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Telec Logistic Company Ltd κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 764. Στην In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119, λέχθηκε ότι η Δ.35 Θ.18 περιορίζεται αποκλειστικά και ρητά σε δύο περιπτώσεις, ήτοι στην αναστολή σε σχέση με την εκτέλεση απόφασης ή διαταγής του Δικαστηρίου αφενός και διαδικασίας η οποία εκπηγάζει από την εφεσιβληθείσα απόφαση αφετέρου. Δεν δικαιολογείται απόδοση στην Δ.35 θ.18 μεγαλύτερης εμβέλειας, αν αναλογιστεί κανείς τις δραστικές επιπτώσεις ενός διατάγματος αναστολής στο δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Στην Παπακόκκινου κ.α. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ 692 η «αναφορά στην Δ.35 Κ.18 σε "... stay of ... proceedings under the decision appealed from ... ..." δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση άλλο μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση». Στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε επίσης σχετικά ότι και με βάση το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Η απόρριψη του Αιτήματος των Εναγομένων 8 και 11 - Αιτητών για παραμερισμό της επίδοσης δεν δημιούργησε ή επέβαλε οποιοδήποτε θετικό καθήκον ή υποχρέωση, ούτε η συνέχιση της διαδικασίας στην αγωγή εκπορεύεται αυτοτελώς από την απόφαση η οποία έχει εφεσιβληθεί. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγούσε σε αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε η ενδιάμεση απόφαση κάτι το οποίο αντίκειται στη νομολογία που εκτέθηκε ανωτέρω. Ως εκ τούτου η Δ.35 Θ. 18 δεν μπορεί να στηρίξει την Αιτούμενη θεραπεία στην παρούσα περίπτωση. Στη συνέχεια, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να διατάξει αναστολή της διαδικασίας όχι μόνο δυνάμει της 35, ΘΘ.18 και 19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αλλά και με βάσει τις συμφυείς του εξουσίες. Σε σχέση με αυτές λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226: «Οι συμφυείς και/ή εγγενείς και/ή σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reservepowers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς.» Στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235 λέχθηκε ότι «Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας.» Στη Μαυρογένη v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α.
(1996)1Α Α.Α.Δ.49, 59): «Οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου συναρτώνται με τη διασφάλιση του χαρακτήρα του ως του φορέα απονομής της δικαιοσύνης - (βλ. Bremer Vulkan v. South India Shipping [1981] 1 All E.R. 289,295 (απόφαση του Λόρδου Diplock) και Corby DC v. Hoist & Co. Ltd. [1985] 1 All E.R. 321). Αποτελούν (οι συμφυείς εξουσίες) τους εφεδρικούς κανόνες για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας του δικαστηρίου και την εκπλήρωση της αποστολής του να απονέμει το δίκαιο εις πάντας σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Ακόμα παρέχεται εξουσία να περιστέλλει κατάχρηση των διαδικασιών, όπου η χρήση τους δεν προάγει τους σκοπούς για τους οποίους παρέχονται - (βλ. Αίτηση Α.Μ. Αρχιεπισκόπων Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου (Αρ.2),
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 και Αίτηση Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1),
(1993)1 Α.Α.Δ. 356). Η εξουσία του δικαστηρίου να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιον του, αναγόμενη στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, δεν αποτελεί μέσο, ούτε παρέχει ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων. Η διεξαγωγή της δίκης σύμφωνα με τους θεσμοθετημένους κανόνες αποτελεί το πρωταρχικό καθήκον του δικαστηρίου.» Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι η συμφυής εξουσία του δικαστηρίου δεν μπορεί να υποκαταστήσει τους εν ισχύει δικονομικούς κανονισμούς. Το Δικαστήριο έχει ως πρωταρχικό καθήκον να παρέχει το δίκαιο εις πάντας σύμφωνα με το Σύνταγμα, τους Νόμους και Κανονισμούς. Οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν ρόλο επικουρικό εκεί όπου η χρήση τους είναι αναγκαία χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιων του διαδικασιών. (βλ. επίσης Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 724) Μέσα στα πιο πάνω πλαίσια, η νομολογία αναγνώρισε μεν ότι υπάρχει εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει τις ενώπιον του διαδικασίες, η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις δε. Στην υπόθεση The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus
(1981)1 CLR 445 την οποία επικαλούνται οι Αιτητές λέχθηκε ότι «Ι would reiterate that unlike the jurisdiction under the Rules of Court, the Court has also an inherent jurisdiction to stay or dismiss proceedings, but such jurisdiction should be sparingly exercised and only in very exceptional cases.» Στην πιο πάνω υπόθεση έγιναν πολλές παραπομπές σε αγγλική νομολογία. Οφείλω να παρατηρήσω ότι η στην Αγγλία η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει εκκρεμείς διαδικασίες είχε λάβει από πολύ παλιά νομοθετική κάλυψη. Στο άρθρο 24
(5)του Judicature Act του 1883 αναφέρεται ότι: «Provided always that nothing in this Act contained shall disable either of the said Courts from directing a stay of proceedings of any cause or matter pending before it if it shall think fit; and any person whether a party or not to any such cause or matter, who would have been entitled, if this Act had not passed to apply to any Court to restrain the prosecution thereof, or who may be entitled to enforce, by attachment or otherwise any judgment decree, rule, or order, contrary to which all or any part of the proceedings in such cause or matter may have been taken, shall be at liberty to apply to the said Courts respectively, by motion in a summary way, for a stay of proceedings in such cause or matter, either generally, or so far as may be necessary for the purposes of justice; and the Court shall thereupon make such Order as shall be just.» Επίσης το άρθρο 49
(3)του Supreme Court Act 1981 προνοεί τα εξής: "Nothing in this Act shall affect the power of the Court of Appeal or the High Court to stay any proceedings before it, where it thinks fit to do so, either of its own motion or on the application of any person, whether or not a party to the proceedings." Δεν έχω εντοπίσει αντίστοιχη πρόνοια στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960. Επίσης, η Δ.33 Θ. 6, η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, αφορά εξουσία του Δικαστηρίου για αναβολή της ακρόασης της αγωγής και όχι αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας της αγωγής. Η αναγνώριση όμως εξουσίας αναστολής της διαδικασίας, όπως φαίνεται από τη νομολογία, αν και δεν πηγάζει από ρητή νομοθετική διάταξη, στηρίζεται ακριβώς στον πυρήνα του ρόλου του Δικαστηρίου το οποίο είναι επιφορτισμένο να απονέμει το Δίκαιο και να αποτρέψει την κατάχρηση των ενώπιον του διαδικασιών. Να απονέμει δηλαδή ουσιαστική δικαιοσύνη. Σχετική είναι η απόφαση στην Γενικός Εισαγγελέας Tης Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG
(1999)1 Α.Α.Δ. 585 όπου και λέχθηκε ότι: «Για τις καταβολές της σύμφυτης εξουσίας και δικαιοδοσίας του δικαστηρίου στο κοινό δίκαιον παραπέμπουμε στο άρθρο του καθηγητή M.S. Dockray "The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings" "The Law Quarterly Review" τόμος 113 (Ιανουάριος 1997), σελ. 124-125. To άρθρο περιέχει απόσπασμα από άρθρο του SirJackI.Η.Jacob
(1970)που αναφέρεται στη θεωρητική υποδομή της εξουσίας αυτής (σελ. 125): "...... the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent".... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute.... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfill the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner. Έχουμε τη γνώμη ότι υπάρχει αυτή η σύμφυτη εξουσία, που είναι λογικά απαραίτητη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.» Παρά την ύπαρξη εγγενούς εξουσίας οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή (βλ. The Municipality of Limassol, ανωτέρω) Η θέση αυτή επαναλήφθηκε στην Merck & Co Inc. κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2184, όπου με παραπομπή στο Halbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ. 323 αναφέρθηκε ότι η εξουσία αυτή εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, στη σελίδα 330 αναφέρεται ότι: «The stay of proceedings is a serious, grave and fundamental interruption in the right that a party has to conduct his litigation towards the trial on the basis of the substantive merits of his case, and therefore the court's general practice is that a stay of proceedings should not be imposed unless the proceedings beyond all reasonable doubt ought not to be allowed to continue» Είναι πράγματι ιδιαίτερα σκληρό να πει κάποιος στον εκάστοτε Ενάγοντα ότι το παράπονο του δεν θα ακουστεί μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Μάλιστα δε ενόψει των επιταγών του άρθρου 30 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd κ.ά. ν. Πλοίου S.S. Sapphire Seas (Αρ. 2)
(1998)1(B) ΑΑΔ 853 αναφέρεται στη σελίδα 855 πως «οι υποθέσεις δεν κατακερματίζονται επειδή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μιας υπόθεσης καταχωρούνται εφέσεις εναντίον ενδιάμεσων αποφάσεων ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου.» Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που πρέπει σύμφωνα με την νομολογία να υπάρχουν για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Έχω μελετήσει τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών και δεν έχω πεισθεί ότι υπάρχουν λόγοι οι οποίοι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, οι Αιτητές εισηγούνται ότι θα ήταν σπατάλη δικαστικού χρόνου και αχρείαστη ταλαιπωρία όλων των παραγόντων της δίκης να εμπλακούν οι διάδικοι σε ανταλλαγή δικογράφων εκκρεμούσης της έφεσης. Ελλοχεύει κατά την άποψη τους ο σοβαρότατος κίνδυνος να ξεκινήσει η ακρόαση της εν τω τίτλω αγωγής ή ακόμα και να εκδοθεί απόφαση και να προκύψει αργότερα ότι δεν υπήρξε νομότυπη και έγκυρη επίδοση στους Αιτητές. Στην παρούσα αγωγή υπάρχουν συνολικά 19 εναγόμενοι (αφού η αγωγή διακόπηκε για τους Εναγομένους 7,14,20,21,22,23) ενώ το θέμα που αφορά η παρούσα Αίτηση προέκυψε μόνο σε σχέση με τους Εναγομένους αρ. 8 και 11 - Αιτητές στην παρούσα Αίτηση και για άλλον ένα, τον Εναγόμενο αρ. 5. Όλοι οι υπόλοιποι Εναγόμενοι πλην των τριών που αφορά το θέμα της αναστολής διαδικασίας έχουν ήδη καταχωρήσει Έκθεση Υπεράσπισης στην αγωγή. Τυχόν αναστολή της διαδικασίας μόνο σε σχέση με τους Εναγόμενους 8 και 11 (ή και 5) θα σήμαινε τον κατατεμαχισμό της αγωγής μεταξύ των διαφόρων Εναγομένων. Θα παρατηρείτο το ανορθόδοξο, κατά την κρίση μου, αποτέλεσμα να προωθηθεί η αγωγή για τους υπόλοιπους εναγομένους ενώ να παραμένει στάσιμη για τους Εναγόμενους 8 και 11 - Αιτητές. Επιπλέον τυχόν αναστολή της διαδικασίας για μερικούς μόνο εναγομένους, θα σήμαινε κατά την κρίση μου σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και αχρείαστων εξόδων καθότι τα επίδικα θέματα που αφορούν τους Εναγομένους 8 και 11 συνδέονται με τα επίδικα θέματα σε σχέση με τους υπόλοιπους εναγομένους και είναι ανεπιθύμητος ο κατακερματισμός της αγωγής. Πρέπει επίσης, να παρατηρήσω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε το οποίο να καταδεικνύει ότι έχουν γίνει διαβήματα ώστε η Έφεση Ε115/2014 να προωθηθεί σε άμεση και γρήγορη εκδίκαση. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του έστω κάποια ένδειξη για πόσο χρονικό διάστημα θα διαρκέσει η αναστολή της διαδικασίας εάν και εφόσον το αίτημα εγκριθεί. Η επ' αόριστον αναστολή της διαδικασίας της Αγωγής, θα σήμαινε ουσιαστικά άρνηση του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή. Κατ' επέκταση θα καταστρατηγείτο το άρθρο 30 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει την πρόσβαση στο Δικαστήριο. Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχουν καταδειχθεί οι εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτούνται ώστε το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας να είναι επιτυχές. Ούτε θα προκύψουν περισσότερα οφέλη σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος των Αιτητών παρά με την απόρριψη του. Απεναντίας, θεωρώ ότι η ζημιά που θα υποστεί η Ενάγουσα εάν το αίτημα εγκριθεί θα είναι μεγαλύτερη από οποιοδήποτε πιθανό κόστος θα επωμιστούν οι Εναγόμενοι 8 και 11 εάν η αγωγή προχωρήσει κανονικά. Πριν την ολοκλήρωση της απόφασης μου, αναφορά πρέπει να γίνει και στην εισήγηση των Αιτητών ότι τα θέματα που εγείρονται στην έφεση Ε115/2014 είναι καινοφανή και αυτή έχει ψηλές πιθανότητες επιτυχίας. Κρίνω, ότι σε κάθε περίπτωση αυτό το θέμα δεν πρέπει να απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο. Πρόκειται για Αίτηση αναστολής διαδικασίας εκκρεμούσης έφεσης η οποία καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο ίδιου βαθμού δικαιοδοσίας με αυτό του οποίου η απόφαση εφεσιβάλλεται. Θεωρώ ότι δεν είναι ορθό το παρόν Δικαστήριο, έστω υπό άλλη σύνθεση, να ενεργήσει ως κριτής του εαυτού του. Η υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 ΑΑΔ 1147 που επικαλούνται οι Αιτητές για να καταδείξουν ότι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι σχετικές, έστω και οριακά, αφορούσε αίτηση για αναστολή δυνάμει της Δ.35 Θ. 18 η οποία όμως υπεβλήθη στο Εφετείο. Όμοια Αίτηση είχε υποβληθεί πρώτα (όπως επιβάλλεται από την Δ.35 Θ.19) στο πρωτόδικο Δικαστήριο και είχε αποτύχει. Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων αρ. 8 και 11 - Αιτητών. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι δε πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.