ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΛΟΥΚΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3171/14, 6/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3171/14 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ Ενάγοντας και
- ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΛΟΥΚΑ
- ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 6.3.2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα꞉ κ. Μάριος Γεωργίου, για Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες Για την Εναγόμενη αρ. 1꞉ κα Μ. Κυπριανίδου, για Μιχαήλ Χ. Σταματάρης και Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση ημερ. 23.9.2014 της Εναγομένης αρ. 1 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή που εκδόθηκε ερήμην της Α. Εισαγωγή Α.1 Οι συνθήκες έκδοσης της απόφασης στην αγωγή Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 4.6.
- Στις 25.6.2014 ο Ενάγων καταχώρισε αίτηση για έκδοση απόφασης ως η Έκθεση απαίτησης εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 λόγω παραλείψεώς τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης παρά το ότι αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκε σε αυτούς στις 6.6.
- Η αίτηση αυτή ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για ακρόαση από το Δικαστήριο στις 3.7.
- Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου και ως είμαι σε θέση να γνωρίζω από το χειρισμό της αίτησης, κατά τη δικάσιμο ημερ. 3.7.2014 προσήλθε στο Δικαστήριο ο δικηγόρος του Ενάγοντος, κ. Άντης Γεωργίου, για το δικηγορικό γραφείο Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες, και δήλωσε έτοιμος να προχωρήσει σε απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντος, καταθέτοντας στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση της κας Λάνας Αλ Ταχέρ, από τη Λευκωσία, ημερ. 3.7.
- Αφ' ότου διαπίστωσα από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι, μέχρι εκείνη τη στιγμή που επιλαμβανόμουν της αίτησης, δεν υπήρχε σημείωμα εμφάνισης για τους Εναγομένους αρ. 1 και 2 καταχωρημένο στο φάκελο του Δικαστηρίου, αποδέχθηκα να παραλάβω την ένορκη δήλωση για σκοπούς απόδειξης και επιφυλάχθηκα να εξετάσω τη δήλωση αυτή και να προχωρήσω στην έκδοση απόφασης, εκτός εάν προέκυπτε κατά τη μελέτη της δήλωσης οποιοδήποτε σημείο που να χρήζει διευκρίνισης. Ο φάκελος της υπόθεσης παρέμεινε στο γραφείο μου προς το σκοπό αυτό και πράγματι, στην πορεία της μελέτης της ένορκης δήλωσης, έκρινα αναγκαίο όπως ειδοποιήσω τον κ. Άντη Γεωργίου να προσέλθει για να λάβει γνώση επί ποιων σημείων θεωρούσα αναγκαίο όπως δοθούν διευκρινίσεις με Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Ειδοποιήθηκε ο κ. Γεωργίου και προσήλθε στις 8.7.2014, ημερομηνία κατά την οποία του έδωσα άδεια όπως διευκρινίσει με Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση δύο σημεία. Όρισα την αίτηση προς το σκοπό αυτό (ήτοι για την καταχώριση της Σ.Ε/Δ) την επόμενη ημέρα, 9.7.2014 (η οποία ήταν, σημειωτέον, η τελευταία ημέρα του δικαστικού έτους πριν την έναρξη των θερινών διακοπών του Δικαστηρίου). Εμφανίστηκε στις 9.7.2014 ενώπιόν μου η κα Δήμου, για το δικηγορικό γραφείο Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες, η οποία και κατέθεσε τη Σ.Ε/Δ της κας Λάνας Αμπού Αλ Ταχέρ, ημερ. 9.7.2014, στην οποία διευκρινίζονταν τα σημεία που υπέδειξε το Δικαστήριο και στα οποία δεν είναι του παρόντος να επεκταθώ. Εφόσον ικανοποιήθηκα για τις δοθείσες διευκρινίσεις, προχώρησα αυθημερόν (ήτοι στις 9.7.2014) στην έκδοση απόφασης επί της αγωγής, ως η αίτηση ημερ. 25.6.2014 εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και
- Προώθησα τότε το φάκελο στο Πρωτοκολλητείο. Η εκδοθείσα στις 9.7.2014 απόφαση, ως συντάχθηκε στις 29.7.14, αναφέρει τα εξής꞉ «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΚΑΖΕΙ όπως ο εναγόμενος αρ. 1 πληρώσει στον ενάγοντα το ποσό των € 42.400,00σ πλέον €26,00σ πλέον τόκο 5,5% το χρόνο από 4.6.2014 μέχρι εξοφλήσεως ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την ανάκτηση κατοχής της οικίας και /ή της οικοδομής και/ή του υποστατικού ½ μεριδίου υπό τα στοιχεία αρ. εγγραφής 3/477, Φύλλο 30 Σχέδιο 12 Ε 1 , τμήμα 3, τεμάχιο 403 Τοποθεσία ΚΟΥΛΟΥΡΟΣ στην ενορία Αγίας Παρασκευής στον Δήμο Λακατάμειας. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την έξωση εναντίον της εναγομένης 1 με το οποίο η εναγομένη 1 παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή της οικοδομής με την πιο πάνω περιγραφή στον ενάγοντα. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ έξοδα, έξοδα επίδοσης , πλέον Φ Π Α.» Α.
- Η υπό κρίση αίτηση αναστολής Ακολούθησε στις 23.9.2014 η καταχώριση της υπό κρίση μονομερούς αίτησης από μέρους της Εναγομένης αρ. 1 με την οποία αυτή ζητούσε Διάταγμα του Δικαστηρίου ως εξής꞉ «(α) Όπως η εκτέλεση της απόφασης η οποία εξεδόθη στις 9.7.2014 στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ανασταλεί μέχρι νεωτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου και/ή μέχρις ότου εκδικαστεί η αίτηση της πιο πάνω αιτήτριας ημερ. 23.9.2014 περί ακύρωσης και/ή παραμερισμού της πιο πάνω απόφασης. (β) Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία την οποία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (γ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ.». Η αίτηση βασίζεται επί των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.40, Θ 7(β), Δ.48 Θ.2, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη σε αυτήν Ένορκη Δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ») της Εναγομένης αρ. 1, κας Αναστασίας Λουκά, ημερ. 23.9.
- Η Εναγόμενη αρ. 1 παραδέχεται ότι το κλητήριο στην αγωγή της επιδόθηκε στις 6.6.2014 και ότι αυτή καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης μόλις στις 3.7.2014 (βλ. την παρα. 2 της Ε/Δ της). Επιβεβαιώνει επίσης (στις παρα. 1 έως 5 της Ε/Δ της) όσα προανέφερα αναφορικά με τη χρονολογική πορεία εκδίκασης από πλευράς Δικαστηρίου της αίτησης του Ενάγοντος για απόφαση λόγω μη καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης. Οι λόγοι για τους οποίους εν τέλει η Εναγόμενη αρ. 1, ως εξήγησε στην Ε/Δ της, ζητούσε το Διάταγμα αναστολής εκτέλεσης, ήταν꞉ (α) ότι αυτή είχε καταχωρήσει από 3.7.2014 Σημείωμα Εμφάνισης, το οποίο κατ' ισχυρισμόν αγνοήθηκε από το Δικαστήριο και από το συνήγορο του Ενάγοντος (βλ. την παρα. 6 της Ε/Δ της Εναγομένης αρ. 1), και (β) ότι αυτή έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. τις παρα. 8 έως 16 της Ε/Δ της), (γ) ότι αν δεν δοθεί η αιτούμενη θεραπεία της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρι να εκδικαστεί η αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 17-9-2014, θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. την παρα. 17 της Ε/Δ της)». Α.
- Η μονομερής έκδοση του Διατάγματος αναστολής Κατά την 1η εμφάνιση εμφάνισης της συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 1 - Αιτήτριας ενώπιον του Δικαστηρίου στις 6.10.2014 αναφορικά με την υπό κρίση αίτηση για έκδοση του Διατάγματος αναστολής, ευθύς επεσήμανα προς την κα Κυπριανίδου (όπως φαίνεται καταγραμμένο επί του πρακτικού ημερ. 6.10.2014 στο φάκελο του Δικαστηρίου) ότι κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης δεν υπήρχε Σημείωμα Εμφάνισης (Σ/Ε) στο φάκελο. Όπως εξάλλου προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, το εν λόγω Σημείωμα Εμφάνισης εμφανίζεται στο φάκελο του Δικαστηρίου να τοποθετήθηκε σε αυτόν μετά το πρακτικό της απόφασης επί της αγωγής, ημερ. 9.7.
- Μέχρι και τις 9.7.2014 δεν μου ελέχθη ούτε από το συνήγορο του Ενάγοντος αν έλαβε αντίγραφο καταχωρημένου Σημειώματος Εμφάνισης. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον διαπίστωσα στις 6.10.2014 ότι υπήρχε πλέον στο φάκελο το σχετικό Σ/Ε με ημερ. 3.7.2014, ήτοι με ημερομηνία προγενέστερη της έκδοσης της απόφασής μου, προχώρησα και εξέδωσα στη βάση της μονομερούς αίτησης το Διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 9.7.
- Εξέδωσα, υπό την ανωτέρω επισήμανση, το αιτούμενο Διάταγμα και το όρισα για επίδοση στον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση στις 24.10.2014, 9 π.μ., ημερομηνία κατά την οποία ήταν ήδη ορισμένη από το Πρωτοκολλητείο για ακρόαση η αίτηση παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης στην αγωγή. Είναι γεγονός ότι δεν διέταξα να παρασχεθεί οποιαδήποτε εγγύηση από μέρους της Εναγομένης αρ. 1 ως όρος για την έκδοση του μονομερώς ζητηθέντος Διατάγματος αναστολής. Α.
- Η Ένσταση στη διατήρηση του Διατάγματος Αναστολής Κατά τη δικάσιμο ημερ. 24.10.2014 εμφανίσθηκε ενώπιόν μου εκ μέρους του Ενάγοντος - Καθ' ου η αίτηση ο κ. Μάριος Γεωργίου ο οποίος και αναγνώρισε ότι έγινε επίδοση του Διατάγματος αναστολής στον πελάτη του και ζήτησε χρόνο για ένσταση στην αίτηση. Διέταξα όπως το Διάταγμα παραμείνει σε ισχύ μέχρι τις 5.11.2014, με οδηγίες όπως καταχωρηθεί τυχόν ένσταση μέχρι τότε. Η ένσταση του Ενάγοντος καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα, στις 3.11.2014, και δικογραφήθηκαν σε αυτήν οι εξής νομικοί λόγοι ένστασης꞉ «(α) Παρόλο που η ένσταση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 το διάταγμα είναι εμφανώς εσφαλμένο καθότι δεν έχει δοθεί καμία εγγύηση σε περίπτωση που κριθεί ότι το διάταγμα εκδόθηκε εσφαλμένα. (β) Η Δ.40, θ.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας πάνω στην οποία στηρίζεται η αίτηση δεν τυγχάνει καίριας εφαρμογής ούτε και μπορεί να τύχει εφαρμογής σε μια τέτοια υπόθεση καθότι αφορά σε αποφάσεις για χρηματικά ποσά. Περαιτέρω δε η Δ.48, θ.2 είναι μόνο διαδικαστικού χαρακτήρα. (γ) Συνεπώς η αίτηση δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση και θα πρέπει να απορριφθεί. (δ) Περαιτέρω η οποιαδήποτε εμφάνιση καταχωρήθηκε, αυτή καταχωρήθηκε στις 3.7.2014 ενώ το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στις 7.6.2014 και είχε καταχωρηθεί στις 4.6.
- Η δε εμφάνιση που καταχωρήθηκε στις 3.7.2014 είναι εμφανώς εκπρόθεσμη και το Πρωτοκολλητείο όφειλε να αρνηθεί να την παραλάβει χωρίς Διάταγμα του Δικαστηρίου για επέκταση του χρόνου καταχώρησης του Σημειώματος Εμφάνισης. Η δε νοοτροπία του πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να παραλαμβάνει και να καταχωρεί στο φάκελο των υποθέσεων εκπρόθεσμα έγγραφα είναι νομικά αβάσιμη και τέτοια έγγραφα θα πρέπει να αγνοούνται. Ακόμη και σήμερα δεν έχει ληφθεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης του Σημειώματος Εμφάνισης και η ορθή νομική θέση είναι ότι το Δικαστήριο είναι νομικά υπόχρεο να το αγνοήσει. Περαιτέρω, δεν δίδεται καμία δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώρηση του. (ε) Η αιτήτρια δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή, παραδέχεται δε στην ένορκη δήλωση της ότι δεν είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου και τα λοιπά που αναφέρει είναι ψεύδη αλλά και αποτελούν σενάριο για πρωταγωνίστρια σε αρχαία τραγωδία. Η πραγματικότητα είναι ότι η εναγόμενη - αιτήτρια δημιούργησε πάρα πολλά χρέη σε διάφορες χαρτοπαικτικές λέσχες για τα οποία συνήψε δάνεια για να τα ξεχρεώσει. Περαιτέρω ο εναγόμενος αρ. 2 αποδέχτηκε την έκδοση απόφασης και οι αιτήσεις της αιτήτριας δεν μπορούν να προχωρήσουν χωρίς τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του ½ μεριδίου του ακινήτου.». Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, θ.θ. 1, 2, 7, Δ.5Β θ.1 - 5, Δ.16 θ.θ. 1-3, 7, Δ.17 θ.θ. 2,3,10, Δ.48 θ.1-3 και 9, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρα 32 και 47, στη Νομολογία και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ενσταση στηρίζεται στην Ε/Δ της κας Λάνας Αλ Ταχέρ από τη Λευκωσία, η οποία ως ενόρκως δηλώνει είναι «η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση» και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην Ε/Δ αυτή. Το πληρεξούσιο έγγραφο επισυνάπτεται στην Ε/Δ της ως Τεκμήριο
- Ουσιαστικά, η ενόρκως δηλούσα υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης και ειδικότερα τους νομικούς λόγους ένστασης που αναφέρονται σε αυτήν, ακολουθώντας τη νομική συμβουλή των δικηγόρων του Ενάγοντος. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ομνυόντων ούτε υπήρξε αίτηση για οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Παρά την εισήγηση του Δικαστηρίου όπως εκδικαζόταν κατά προτεραιότητα η αίτηση παραμερισμού που είχε καταχωρήσει η Εναγόμενη αρ. 1 αντί να εκδικαστεί πρώτη η αίτηση αναστολής, ο συνήγορος του Ενάγοντος επέμεινε κατά τη δικάσιμο ημερ. 12.12.2014 όπως εκδικαστεί κατά προτεραιότητα η αίτηση αναστολής. Ορίστηκε η εν λόγω αίτηση για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 3.2.1015, με το Διάταγμα αναστολής να παραμένει σε ισχύ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Η αίτηση της Εναγομένης αρ. 1 στηριζόταν όπως προανέφερα στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, καθώς επίσης και στη Δ.40 Θ. 7(β) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Θεώρησα άσχετο προς τη φύση του αιτούμενου διατάγματος το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, γι' αυτό και δεν ενήργησα βάσει αυτού. Το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται για την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων (απαγορευτικού, διηνεκούς ή προστακτικού) μέχρι την εκδίκαση της απαίτησης στην αγωγή και όχι για την αναστολή απόφασης ή διατάγματος αφότου εκδικάστηκε η απαίτηση στην αγωγή. Τούτο προκύπτει σαφώς τόσο από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)όσο και από τις διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 32. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 32꞉ «32.—
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δίσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.
(2)Οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1), δύναται να εκδοθή υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριον θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα.
(3)Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι' οιανδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος. Και εάν τοιαύτη αγωγή έχη ήδη εγερθή το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον.». Ενήργησα στη βάση της Δ.40, θ.7(β), η οποία ρητά αναφέρεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης και η οποία προβλέπει τα εξής꞉ «7. Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (
- a)If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (
- b)The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit.» Η πιο πάνω Δ.40, θ.7(β) είναι κατάλληλο να διαβάζεται υπό το φως του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το οποίο καθορίζει την εξουσία Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης των αποφάσεών του ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια «εάν θεωρήσει τούτο πρέπον», για τέτοιο χρονικό διάστημα και υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει ορθόν. Παραθέτω το άρθρο 47꞉ «47. Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή ή εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως διά τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον.». Η πιο πάνω πρόνοια του άρθρου 47 του Ν.14/60 δεν αναφέρεται στην υπό κρίση αίτηση. Θεωρώ ότι η παράλειψη συμπερίληψης στην αίτηση της εν λόγω ορθής δικονομικής διάταξης, ως απαιτείται με βάση τη Δ.48 ΘΘ 1 και 2, συνιστά θεραπεύσιμη παρατυπία. Στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366, στη σελίδα 7 κρίθηκε ότι η μη συμμόρφωση με τη Δ.48 Θ. 1 δεν συνιστά ουσιώδη παράλειψη αλλά ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Εφόσον δεν βλέπω να υπάρχει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του καθ΄ ου η αίτηση και έχοντας υπόψη και το σαφές λεκτικό του αιτητικού εκδίδω διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Ούτε από το πιο πάνω άρθρο 47, αλλά ούτε από τη Δ.40, θ.7(β) προκύπτει η υποχρέωση του Δικαστηρίου να ζητεί την παροχή εγγύησης από το πρόσωπο που αιτείται την έκδοση του διατάγματος αναστολής. Τέτοια υποχρέωση, όμως, προκύπτει - εφόσον το διάταγμα αναστολής εκδίδεται μονομερώς - από τις διατάξεις του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «9.-
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.
(2)Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό· κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά· και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Η χρήση της φράσης «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει» δεν μπορεί παρά να προορίζεται να καλύπτει ακόμη και τα διατάγματα αναστολής. Η χρήση του όρου «πρέπει» δείχνει ότι είναι επιτακτική η διάταξη και με αυτήν θεσπίζεται η υποχρέωση να απαιτείται η παροχή εγγύησης από τον αιτητή ως προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου μονομερούς διατάγματος αναστολής. Η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εναγόμενη αρ. 1 με παρέπεμψε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 26-4-1989, στις Αρ. Αίτ. 54/89 και 53/89, American Express (Europe) Ltd of U.S.A., and of England
(1989)1E Α.Α.Δ 228, για να εισηγηθεί ότι δεν επιφέρει την ακυρότητα του διατάγματος αναστολής ως εκδοθέντος καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας για το μόνο λόγο ότι αυτό εκδόθηκε χωρίς να διαταχθεί η παροχή εγγύησης. Πράγματι, στην εν λόγω υπόθεση, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης επέτυχε αναστολή εκτελέσεως του εντάλματος εκποιήσεως κινητής περιουσίας το οποίον είχε εκδώσει ο εξ αποφάσεως δανειστής προς εκτέλεση της αποφάσεως, που είχε ληφθεί εκ συμφώνου. Ο εξ αποφάσεως δανειστής κατεχώρισε αίτηση για άδεια καταχωρίσεως αιτήσεως προς έκδοση προνομιακού διατάγματος certiorari. Το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε την άδεια, με το σκεπτικό ότι η μη παροχή εγγύησης δεν αφαιρούσε από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία βάσει της Δ.40, θ.7(β) να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς. Παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα꞉ «Το θέμα που πρέπει να εξετάσουμε είναι επομένως αν έχει δικαιοδοσία το Πρωτόδικο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα αναστολής και όχι η ορθότητα του διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει η ορθότητα του διατάγματος θα εξετασθεί όταν το θέμα θα συζητηθεί στις 26.4.89 από το Πρωτόδικο Δικαστήριο και μπορεί αναμφιβόλως να αποτελέσει και το αντικείμενο έφεσης. Εκείνο που πρέπει να εξετάσουμε είναι αν η παράλειψη του Δικαστηρίου να ζητήσει από τον αιτητή να δώσει εγγύηση για αποζημίωση του αντιδίκου του σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι το διάταγμα δεν έπρεπε να είχε εκδοθεί αποστερούσε το Δικαστήριο της δικαιοδοσίας να εκδώσει το υπό κρίση διάταγμα. [...] Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα εξ-πάρτε δεν συναρτάται με την καταβολή εγγύησης παρόλο που η ορθότητα της αποφάσεως τίθεται υπό αμφισβήτηση. Οι σχετικές διατάξεις των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ιδιαίτερα ο θ.40, κ.7(β) παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση για χρονικό διάστημα που ήθελε κρίνει σωστό. Όπως και στην υπόθεση In re Kakos το Δικαστήριο πιθανόν να έσφαλε αλλά δεν υπερέβη, εκδίδοντας το διάταγμα, τα όρια της δικαιοδοσίας του. Τα θέματα που έχουν εγερθεί είναι καθαρά νομικά και γι' αυτό δεν μπορεί να έχουν δύο όψεις όπως αποδεικνύεται στην πρόσφατη απόφαση στην αίτηση αρ. 42/89, ημερ. 5.4.89, που καταχώρισε ο Γενικός Εισαγγελέας για έκδοση διατάγματος σερτιοράρι. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι ο αιτητής έχει αποτύχει να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση που να δικαιολογεί την παραχώρηση άδειας του Δικαστηρίου για υποβολή αιτήσεως σερτιοράρι. Οι αιτήσεις απορρίπτονται.». Πράγματι, με βάση την πιο πάνω τουλάχιστον απόφαση, δεν θα θεωρείτο εξ υπαρχής άκυρο το επίδικο στην παρούσα υπόθεση Διάταγμα Αναστολής για το μόνο λόγο ότι το εξέδωσα χωρίς να διατάξω την παροχή εγγύησης για αποζημίωση προς τον Ενάγοντα. Λαμβάνω υπόψη ότι σε πιο πρόσφατη απόφαση, ημερ. 28 Νοεμβρίου, 2013 στην Πολιτική Έφεση 175/2013, Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για έκδοση Certiorary, Αναφορικά με το Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην Αγωγή 3039/13, το Ανώτατο Δικαστήριο (Παμπαλλής, Δ.) αντιμετώπισε πιο αυστηρά το ζήτημα και ακύρωσε το Διάταγμα αναστολής, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν επίδοσης της μονομερούς αίτησης στην άλλη πλευρά, λέγοντας ότι θα έπρεπε να είχε ζητηθεί η έκδοση εγγύησης τουλάχιστον πριν οριστικοποιηθεί το Διάταγμα αναστολής. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «Η καθ΄ης η αίτηση, με την πιο πάνω αγωγή αρ. 3039/13, επιδιώκει την ακύρωση των εκ συμφώνου εκδοθέντων αποφάσεων, σε πέντε αγωγές, λόγω δόλου/απάτης εκ μέρους των εναγομένων, αιτητών στην παρούσα αίτηση. Υποβλήθηκε μονομερής αίτηση για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης των πέντε αποφάσεων μέχρι τη συμπλήρωση της αγωγής 3039/2013. Η αίτηση ορίστηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2013. Το Δικαστήριο, αρχικώς, δεν ικανοποίησε το αίτημα και έδωσε οδηγίες για επίδοση της αιτήσεως στους νυν αιτητές. Η αίτηση επιδόθηκε. Για λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και δεν είναι του παρόντος να σημειωθούν, οι εναγόμενοι, νυν αιτητές, δεν παρουσιάστηκαν και το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση των ζητηθέντων διαταγμάτων αναστολής. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η μονομερής αίτηση, με την οποία ζητήθηκε από την καθ΄ης η αίτηση η αναστολή, από τη στιγμή που δόθηκαν οδηγίες για επίδοση στην άλλη πλευρά καθίσταται δια κλήσεως, και αν ναι, παύουν να ισχύουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9, παραγρ.2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6; Αναφορικά με το ουσιαστικό θέμα της απουσίας εγγύησης έχω να παρατηρήσω ότι, ναι μεν η μονομερής αίτηση, μετά την επίδοση της στην άλλη πλευρά καθίσταται δια κλήσεως, παρόλο που είναι αντίθετο με τη Δ.48 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, υπερισχύει η γενική αρχή ότι το Δικαστήριο ρυθμίζει τη διαδικασία, είμαι της γνώμης ότι η υποχρέωση που πηγάζει από το άρθρο 9
(2)του Κεφ.6 δεν ατονεί. Σε ανάλογη περίπτωση θα έπρεπε να απαιτηθεί όπως, ο αιτητής αναλάβει τέτοια προσωπική υποχρέωση ώστε να εξασφαλίσει τυχόν ζημιά που θα υποστεί το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται ένα τέτοιο διάταγμα. Η υποχρέωση αυτή διατηρείται καθόλη τη διάρκεια της περιόδου διατήρησης του διατάγματος σε ισχύ. Θα έπρεπε κρινόμενη η αίτηση ως βάσιμη, το διάταγμα να εκδοθεί, όπως και έγινε, στη δε συνέχεια, θα έπρεπε να δοθούν οδηγίες για μη οριστικοποίηση του διατάγματος αν δεν αναλάμβανε προσωπική εγγύηση ο αιτητής. Κάτι τέτοιο, όπως φαίνεται, στο εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 3039/2013 ημερ. 3 Σεπτεμβρίου 2013, δεν έγινε. Το Δικαστήριο αναφέρει ότι «αφού ανεγνώσθη η ένορκος ομολογία η κατατεθείσα υπό/ή εκ μέρους της ενάγουσας αιτήτριας» εκδόθηκαν τα συγκεκριμένα 5 διατάγματα αναστολής συγκεκριμένων και προσδιοριστέων αγωγών χωρίς οποιανδήποτε άλλη αναφορά. Συνακόλουθα, θεωρώ το υποβληθέν παράπονο βάσιμο. [...] Με γνώμονα τα πιο πάνω τα εκδοθέντα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής υπ΄ αριθμό 3039/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερ. 3 Σεπτεμβρίου 2013, ακυρούνται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση.». Εν προκειμένω, στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι θα μπορεί να διασωθεί η εγκυρότητα του εκδοθέντος Διατάγματος Αναστολής, εφόσον διατάξω, νοουμένου ότι ικανοποιηθώ ότι είναι βάσιμη η αίτηση αναστολής, την παροχή εγγύησης αποζημίωσης του Ενάγοντος από την Εναγόμενη αρ. 1, πριν την οριστικοποίηση του εν λόγω Διατάγματος, «για πάσαν και οιανδήποτε ζημίαν αυτός ήθελε υποστεί συνεπεία της μη δικαιολογημένης λήψεως του διατάγματος αναστολής» (βλ. επίσης την CYEMS CO. LTD. ν Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1544). Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω κατά πόσον είναι κατάλληλο να οριστικοποιήσω το Διάταγμα αναστολής ή αν ευσταθούν οι λόγοι ένστασης που εγείρει ο Ενάγων. Κατ' αρχάς, κρίνω ότι η Εναγόμενη αρ. 1 είχε και έχει locus standi να υποβάλει την αίτηση για την έκδοση του επίδικου διατάγματος αναστολής, εφόσον στην όψη του το Διάταγμα απευθύνεται σε αυτήν και ζητά την έξωσή της από την επίδικη οικοδομή ως επίσης τη διατάττει να πληρώσει συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, και είναι αδιάφορο υπό τις περιστάσεις το ότι αυτή δεν είναι, όπως εξάλλου παραδέχτηκε, εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης της οικοδομής ή και της ακίνητης ιδιοκτησίας επί της οποίας είναι κτισμένη η οικοδομή. Το καθοριστικό στοιχείο για τον προσδιορισμό του locus standi είναι σε ποιον απευθύνεται το επίδικο διάταγμα αναστολής. Παραπέμπω προς επίρρωση της θέσης αυτής στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 21.7.1995, στην Ανδρέας Πελεκάνου κ.α. ν Pelmako Development Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ 724. Στην εν λόγω υπόθεση το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας που εκδίκασε την εταιρική αίτηση βρήκε αιτιολογημένο το παράπονο των αιτητών για καταπίεση από την πλειοψηφία και διάταξε την αγορά των μετοχών των αιτητών από την πλειοψηφία σε τιμή την οποία θα καθόριζε ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας. Η εταιρεία Pelmako Development Ltd. καταχώρησε αίτηση για αναστολή εκτελέσεως της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης που καταχώρησε εναντίον της απόφασης, η οποία και δόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε κατ' έφεση ότι το αρχικό διάταγμα του Δικαστηρίου απευθυνόταν προς τους μετόχους της πλειοψηφίας, δηλαδή, τους Χριστόφορο, Γεώργιο και Γιαννάκη Πελεκάνο που διατάχθηκαν να αγοράσουν τις μετοχές των αιτητών και ουδόλως αφορούσε την ίδια την εταιρεία. Ως εκ τούτου, η εταιρεία δεν είχε locus standi στην παρούσα περίπτωση να εφεσιβάλει την απόφαση και κατ' επέκταση να ζητήσει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και εφεσείοντες και αιτητές σε μία τέτοια αίτηση θα έπρεπε να ήταν εκείνοι προς τους οποίους απευθυνόταν το διάταγμα, δηλαδή, οι προμνησθέντες μέτοχοι. Εφόσον εφεσείοντες και αιτητές στην αίτηση για αναστολή ήταν η εταιρεία και όχι οι πιο πάνω μέτοχοι, η αίτηση αναστολής θα έπρεπε να είχε απορριφθεί. Έπειτα, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της εξουσίας που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει της Δ.40, θ.7, έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ Η Διαταγή 40, θ.7 είναι πανομοιότυπη με την παλιά αντίστοιχη των Αγγλικών θεσμών, Δ.42, Θ. 17 πριν αντικατασταθεί με την προσθήκη της προϋπόθεσης των ειδικών περιστάσεων. (Βλ. Thorn Domestic Appliances v. Alpan (Takis Bros) Ltd
(1982)JSC 544). Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.40 Θ. 7 (β) ασκείται κατ΄ αναλογία με βάση τις αρχές που διέπουν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.35 Θ. 18. Βλ. Anderson & Coltman Ltd v. Sonco Canning Ltd
(1982)JSC 325. Ο ρόλος του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αίτησης αναστολής δυνάμει της Δ.35, θ. 18 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978 συνοψίσθηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα αναστολής όπως εκπηγάζουν από τη νομολογία ως ακολούθως: «(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της Έφεσης.». Επίσης, στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 λέχθηκε σχετικά ότι: «Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄ αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Στην απόφαση Πατσαλοσαββής γ. Διευθυντή Τρήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1989)1Ε Α.Α.Δ 45 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα: «Η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους επιδιώκεται η αναστολή. Κλασσική περίπτωση, όπως επεξηγείται στον πιο πάνω τόμο των HALSBURΥ 'S LAWS Of ENGLAND, είναι η αναστολή δικαστικής απόφασης μετά την υποβολή και ενώ εκκρεμεί έφεση.» Κατ' αναλογίαν, στην περίπτωση που η αίτηση αναστολής υποβάλλεται εκκρεμούσης της αίτησης παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εξισορροπήσει αφενός τη διασφάλισης της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την καταχώριση αίτησης παραμερισμού από την Εναγόμενη αρ. 1 και αφετέρου την μη αποστέρηση από του Ενάγοντος τους καρπούς της επιτυχίας του. Το ερώτημα, συνεπώς, που προκύπτει είναι το κατά πόσο υπό το φως των πιο πάνω αρχών με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς όφελος της Εναγομένης αρ. 1 - Αιτήτριας για την οριστικοποίηση του Διατάγματος Αναστολής μέχρι της εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντος ότι εδώ θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αιτήτρια ζητεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. χωρίς κατά την εισήγησή του, να αποκαλύπτει υπεράσπιση σύμφωνα με τη Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εισηγείται ο ίδιος συνήγορος ότι η μη αποκάλυψη Υπεράσπισης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και σε αυτή την αίτηση καθότι η αναστολή εκτέλεσης συναρτάται άμεσα για τους λόγους για τους οποίους επιδιώκεται. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ο συνήγορος του Ενάγοντος ότι είναι η ίδια η αιτήτρια που στην ένορκη δήλωση της παραδέχεται ότι δεν είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου και ούτε αποκαλύπτει καλό λόγο ή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων που να της επιτρέπει την παραμονή της στο επίδικο υποστατικό. Επίσης, εισηγείται ο συνήγορος του Ενάγοντος ότι θα πρέπει να εξεταστεί και το γεγονός του εκπρόθεσμου της καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης από μέρους της Εναγόμενης αρ. 1 αιτήτριας στην αγωγή. Η αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης ήταν ορισμένη στις 3/7/2014 και επαναορίστηκε από το Δικαστήριο με σκοπό να δοθούν διευκρινίσεις σχετικά με την ένορκη δήλωση για απόδειξη που καταχωρήθηκε στις 3/7/2014. Εν πάση περιπτώσει όμως η εμφάνιση της αιτήτριας καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και ήτοι στις 3/7/2014 παρότι το κλητήριο ένταλμα της επιδόθηκε στις 7/6/2014. Η αιτήτρια κανένα καλό λόγο δεν παρουσιάζει τόσο στη παρούσα αίτηση όσο και στην αίτηση για παραμερισμό της απόφασης για το εκπρόθεσμο της καταχώρησης Εμφάνισης. Είναι η εισήγηση του συνηγόρου της Αιτήτριας πως το Δικαστήριο θα πρέπει, ενόψει των ανωτέρω, να προχωρήσει σε απόρριψη της αίτησης και σε ακύρωση του Διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση αλλά και για συνέχιση της ισχύος ενός τέτοιου διατάγματος. Είναι, εξάλλου, η εισήγηση του ιδίου συνηγόρου, πως ακόμα και αν ήθελε το Δικαστήριο κρίνει πως δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος, σίγουρα δεν δικαιολογείται η ισχύς του διατάγματος για το μέρος του διατάγματος που αναφέρεται στην παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής. Εισηγείται, ειδικότερα, ότι η Δ.40, θ.7(β), στην οποία η αιτήτρια στηρίζει την αίτηση της, δεν μπορεί να στηρίξει την αναστολή της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή, εξ ολοκλήρου, παρά μόνο του διατακτικού εκείνης που αφορά στην πληρωμή συγκεκριμένων ποσών ή εξόδων. Λέγει τούτο, λαμβάνοντας προφανώς υπόψη την εισαγωγή πρόταση του θεσμού 7 της Διαταγής 40. Με παρέπεμψε, επιπλέον, προς υποστήριξη της θέσης του, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου
(2000)1Γ Α.Α.Δ.
- Η αιτήτρια στην Παρασκευούς Μάρκου, ανωτέρω, ήταν ιδιοκτήτρια ακινήτου στην Αγία Νάπα και ενάγουσα στην αγωγή 1131/
- Αυτή ενοικίασε το ακίνητο στον εναγόμενο 1 στην Αγωγή 1131/2000, το δε ενοίκιο πληρωνόταν από την εναγομένη
- Η ενοικίαση έληγε στις 30.10.
- Ο εναγόμενος είχε δικαίωμα υπενοικίασης του ακινήτου, το οποίο και έπραξε υπενοικιάζοντας μέρος του στην εταιρεία D. & S. Tourist Enterprises Ltd, που το χρησιμοποιούσε ως εστιατόριο. Στις 2.11.2000 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της αιτήτριας, με την οποία οι εναγόμενοι διατάχθηκαν να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή του ακινήτου και να πληρώσουν ποσό £200 στην ενάγουσα καθώς και £200 ημερησίως ως ενδιάμεσα κέρδη από την 1.11.00 μέχρι παράδοσης των επίδικων υποστατικών. Οι υπενοικιασταί D. & S. Tourist Enterprises Ltd κατεχώρησαν αίτηση δια κλήσεως στις 9.11.00 με την οποία ζητούσαν διάταγμα αναστέλλον την εκτέλεση της απόφασης μέχρι τελικής εκδίκασης άλλης αίτησης που κατεχώρησαν την ίδια μέρα, με την οποία ζητούσαν τον παραμερισμό της απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στην απόφαση του με την οποία έδωσε άδεια για την καταχώρηση αίτησης για έκδοση ενταλμάτων Certiorari και Prohibition, ότι꞉ «Αναφορικά με τη Δ.40 θ. 7 όπως έχει λεχθεί στην Barberi v. Papadopoulou
(1982)J.S.C. 308, ο θεσμός αφορά ειδικά αποφάσεις για συγκεκριμένο ποσό ή για έξοδα και ως εκ τούτου είναι φανερόν ότι δεν μπορεί να καλύπτει την περίπτωση αυτή, όπου το μόνο μέρος της απόφασης που επηρεάζει τους αιτητές είναι εκείνο που διατάσσει παράδοση κατοχής. (Δέστε και Thorn Domestic Appliances (Export) Ltd v. Alpan (Takis Bros) Ltd
(1983)2 J.S.C. 544.).» Από την άλλη, η συνήγορος της Εναγόμενης αρ. 1 αντέταξε την πεποίθησή της ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει αναστολή εκτέλεσης μέρους της απόφασης. Η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης όσον αφορά το χρηματικό μέρος συμπαρασύρει, εισηγείται η εν λόγω συνήγορος, και το μέρος της απόφασης που αφορά ανάκτηση κατοχής του ακινήτου. Συγχρόνως, η εν λόγω συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Κολλάτου vs Παναγιώτου 2003 IB ΑΑΔ 895, όπου αναφέρθηκαν τ' ακόλουθα: «Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί τον σκοπό αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Τα Δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διάδικου ν' ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή.» Κρίνω ότι το εύρος της εξουσίας του Δικαστηρίου να αναστέλλει την εκτέλεση απόφασής του δυνάμει του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 δεν τελεί υπό οποιονδήποτε καθ' ύλην περιορισμόν όπως αυτόν που εισηγείται ο συνήγορος του Ενάγοντος ότι υφίσταται στο πλαίσιο της Δ.40, θ.
- Ούτε και θα μπορούσε η εμβέλεια Νόμου, ο οποίος αποτελεί πρωτογενή πηγή δικαίου, να περιοριστεί με δευτερογενή κανονιστική ή νομοθετική διάταξη, εκτός αν ο ίδιος ο Νόμος το επιτρέψει. Αλλά ακόμη και στο πλαίσιο της ίδιας της Δ.40, θ.7, θεωρώ ότι η εξουσία ενός ενάγοντος να εκτελέσει την απόφαση για ανάκτηση χρηματικών ποσών είναι που τελεί υπό την επιφύλαξη της ευρύτερης εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 47 να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασής του. Πέραν της πιο πάνω θέσης μου, κρίνω ότι θα υποβαθμιζόταν σημαντικά η όποια αξία της απόφασης παραμερισμού, αν πετύγχανε την έκδοσή της η Εναγόμενη αρ. 1, σε περίπτωση που δεν αναστέλλετο πλήρως η εκτέλεση της απόφασης παρά μόνο ένα συγκεκριμένο σκέλος της. Αν ο Ενάγων επιτρεπόταν να προχωρήσει σε έξωση της Εναγομένης αρ. 1 από την οικία της, ενώ εμποδιζόταν μόνο από το να ανακτήσει το χρηματικό ποσό για το οποίο δόθηκε απόφαση στην αγωγή, η Εναγόμενη θα αποστερείτο κατά ουσιαστικό τρόπο των καρπών της απόφασης για παραμερισμό. Εξάλλου, τα ίδια γεγονότα επί των οποίων επιδιώκεται ο παραμερισμός της απόφασης, τόσο όσον αφορά το διατακτικό περί έξωσής της όσο και για το διατακτικό περί πληρωμής του χρηματικού ποσού. Πρώτα και κύρια λαμβάνω υπόψη ότι ο παραμερισμός επιζητείται στη βάση της ισχυριζόμενης καταχώρισης του Σημειώματος Εμφάνισης της Εναγομένης αρ. 1 στην αγωγή πριν την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης στην αγωγή. Ενδεχομένως να μην χρειασθεί να εξετασθεί καθόλου, υπό τις συνθήκες αυτές, στο πλαίσιο της αίτησης παραμερισμού, το κατά πόσον η Εναγόμενη έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Λέγω τούτο έχοντας κατά νου την απόφαση που εκδόθηκε στις 8.7.2014 από το Ανώτατο Δικαστήριο απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 291/2010, Ανθέας Μιχαήλ ν Marfin Popular bank Co. Ltd και την οποία είχα υπόψη μου όταν εξέδιδα μονομερώς το Διάταγμα αναστολής. Στην Πολιτική Έφεση 291/2010, η εφεσείουσα είχε καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης την ίδια ημέρα που είχε εκδοθεί η Απόφαση και όταν στις 3.3.10 πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό, καταχώρισε αίτηση βάσει της Δ.17, θ.10 και Δ.26, θ.14 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών για παραμερισμό της. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι - «Έχοντας αποφασίσει ότι ορθώς το Δικαστήριο αποφάσισε ότι το σημείωμα εμφανίσεως καταχωρήθηκε πριν την έκδοση της Απόφασης, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με τον συνήγορο της εφεσείουσας ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να ενεργήσει στη βάση των προνοιών της Δ.16, θ.7 θ.
- Να προχωρήσει, δηλαδή στον παραμερισμό της Απόφασης με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα και όχι να ασχοληθεί με το κατά πόσο η εφεσείουσα απέδειξε ή όχι καλή υπεράσπιση, ζήτημα που θα έχρηζε εξέτασης στην περίπτωση που θα τύγχανε εφαρμογής η Δ.17, θ.10.». Δεν επιθυμώ να πω οτιδήποτε περαιτέρω για την εφαρμογή της ως άνω απόφασης στην Πολιτική Έφεση στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, για να μην θεωρηθεί ότι αποφαίνομαι τώρα επί της αίτησης παραμερισμού. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εξετάζει κατά πόσον ο Αιτητής έχει υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της αναφέρονται πολλές λεπτομέρειες της υπεράσπισης της οι οποίες είναι τεκμηριωμένες. Κατάληξη Το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα καθίσταται απόλυτο και παραμένει σε ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού, ημερ. 23.9.2014, υπό την προϋπόθεση ότι η Εναγόμενη αρ. 1 θα υπογράψει εγγύηση για το ποσό των €45000 προς κάλυψη κάθε ζημιάς που δυνατόν να υποστεί ο Ενάγων σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι λανθασμένα εδόθη το Διάταγμα. (υπ.).............................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο