Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd) ν. FEDERN INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3265/2012, 27/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3265/2012 ΜΕΤΑΞΥ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd) Εναγόντων και 1. FEDERN INVESTMENTS LIMITED, εκ Λεμεσού 2. Γεώργιος Λάμπρου, εκ Λευκωσίας 3. Άρτεμης Λάμπρου, εκ Λεμεσού Εναγομένων Ημερομηνία: 27.3.2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η αίτηση: κα Μ. Σκαρπάρη, για Δ. Χατζηνέστορος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 2 - Αιτητή: κα Ν. Αμπίζα, για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση του Εναγομένου 2, ημερ. 6.11.2013, για παραμερισμό της ερήμην του εκδοθείσας απόφασης Με την υπό κρίση αίτηση, ο Εναγόμενος 2 ζητεί - 1. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set-aside) την εκδοθείσαν υπ' αυτού απόφαση ημερομηνίας 18.9.12 εναντίον του Εναγόμενου 2, εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγήν. 2. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, άλλη θεραπεία την οποίαν το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπο τις περιστάσεις. 3. Εξοδα, πλέον Φ.Π.Α. Η αίτηση αυτή βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 17 θεσμός 10, Διαταγή 26 θεσμός 14, Διαταγή 48 θεσμοί 2-4,9 (h), επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος, επί της πρακτικής και των γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση, ημερ. 6.11.2013 (στο εξής «η αρχική Ε/Δ»), του κ. Γεώργιου Λάμπρου από τη Λευκωσία, που είναι ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής και ο οποίος, ως δηλώνει, έχει άμεση, θετική και προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Συνοπτικά αναφέρω ότι η εκδοχή που εκθέτει ο Εναγόμενος 2 στην αρχική Ε/Δ του προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού έχει τα εξής τρία σκέλη꞉ Πρώτον, ο Εναγόμενος 2 αμφισβητεί το νομότυπο της επίδοσης του κλητηρίου σε αυτόν. Bάσει της ενόρκου δηλώσεως του επιδότη, η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και η οποία είναι ημερομηνίας 25.6.2012, το Κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο 2 στις 19.6.2012 δια αφέσεώς του στην παρουσία της κας Βασιλικής Κλεάνθους έναντι της υπογραφής της, η οποία κα Κλεάνθους περιγράφεται από τον επιδότη ως «σύζυγος και συγκάτοικος» του Εναγομένου 2. Λέγει ο Εναγόμενος 2 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης η σύζυγός του διέμενε μόνη της στην διεύθυνση που αναφέρεται στο Κλητήριο ένταλμα ως η διεύθυνση του Εναγομένου 2 και που επιδόθηκε το κλητήριο (δηλ. στη Θεόδωρου Κολοκοτρώνη 107, Δάλι), καθ' ότι βρίσκονται σε διάσταση. Σχετική η παρα. 5 της αρχικής Ε/Δ του Εναγομένου 2. Ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 2 ότι η δική του ορθή διεύθυνση ήταν άλλη (Τρικούπη 85, Διαμ. 101, Ομεριέ 1016 Λευκωσία) και ότι αυτή ήταν σε γνώση των Εναγόντων καθ'ότι εξασφάλισαν διάταγμα υποκατάστατου επίδοσης κλητηρίου άλλης αγωγής (αρ. 2926/12) σε εκείνην τη διεύθυνση. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, ο Εναγόμενος 2 παρουσιάζει ως Συνημμένο Α στην αρχική Ε/Δ του, το Διάταγμα Υποκατάστατου Επίδοσης που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 24.5.2013 στην αγωγή 2926/12 και με το οποίο Διάταγμα δόθηκε άδεια στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως Διάδοχος της πρώην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd να προβεί όσον αφορά τον εκεί Εναγόμενο αρ. 1 επ' ονόματι Γεώργιος Θεοδώρου Λάμπρου» σε επίδοση του κλητηρίου δια «θυροκόλλησης στην πόρτα της κατοικίας αυτού, ήτοι Τρικούπη 85 (Διαμ. 101 - 1ος όροφος) Ομεριέ 1016 Λευκωσία». Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 αμφισβητεί ουσιαστικά το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του επιδότη ως αναληθές, περιγράφοντας εντελώς διαφορετικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η επίδοση του κλητηρίου στη σύζυγό του. Συγκεκριμένα, στην παρα.5 της αρχικής Ε/Δ του, ο Εναγόμενος 2 λέει πως με βάση τα όσα του εξιστόρησε η σύζυγός του, περί τα μέσα Ιουνίου του 2012 ένα πρόσωπο επιχείρησε να της παραδώσει κάποια χαρτιά Δικαστηρίου ζητώντας της να τα υπογράψει, αλλά εκείνη αρνήθηκε να τα παραλάβει εφόσον δεν προορίζονταν για την ίδια. Μετά από λίγες μέρες, κάποιος της πέταξε τα εν λόγω χαρτιά κάτω από την πόρτα της. Δεύτερον, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο δεν ήταν σκόπιμη, ούτε κακόπιστη και πως, ως εκ τούτου, είναι ορθό να παραμεριστεί η πρωτόδικη απόφαση. Ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 2 ότι αυτός «πρόσφατα» έμαθε για πρώτη φορά για την έκδοση απόφασης εναντίον του στην παρούσα αγωγή, όταν επιχείρησε να πουλήσει ένα ακίνητό του και τότε του είπαν ότι ήταν επιβαρυμένο με ΜΕΜΟ δυνάμει της εν λόγω απόφασης. Σχετική η παρα. 3 της αρχικής Ε/Δ του Εναγομένου 2. Μετά από το εν λόγω συμβάν, αυτός επικοινώνησε με τη σύζυγό του και πληροφορήθηκε τα τεκταινόμενα όσον αφορά την επίδοση του κλητηρίου. Είναι ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι η σύζυγός του του είπε πως είχε φυλάξει τα συγκεκριμένα έγγραφα που της αφέθηκαν και ξέχασε να αναφέρει το συμβάν σε οποιονδήποτε. Για να αιτιολογήσει αυτή τη συμπεριφορά της συζύγου του, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, η σύζυγός του δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη σημασία των εγγράφων που παρέλαβε. Σχετική η παρα. 5 της αρχικής ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 2. Απεναντίας, αποδίδει σκοπιμότητα στην Ενάγουσα ο Εναγόμενος 2 λέγοντας ότι η όλη συμπεριφορά της δείχνει πρόθεση να του αποστερήσει το δικαίωμά του να υπερασπισθεί τα δικαιώματά του. Ισχυρίζεται συναφώς ο Εναγόμενος 2 ότι δεδομένης της γνώσης που είχε η Ενάγουσα για το ποια ήταν η ορθή του διεύθυνση, αυτός θεωρεί ότι σκόπιμα η Ενάγουσα επέδωσε την αγωγή σε άλλη διεύθυνση ή/και στη διεύθυνση της συζύγου του, έτσι ώστε αυτός να μην λάβει έγκαιρα γνώση για να μπορέσει να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να υποστηρίξει τα δικαιώματά του. Σχετική η παρα. 6 της αρχικής Ε/Δ του Εναγομένου 2. Την ύπαρξη τέτοιας σκοπιμότητας ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι υποστηρίζει και το γεγονός ότι η Ενάγουσα δια του υπαλλήλου της κ. Χρίστου Πηγασίου απέκρυψε από την κόρη του Εναγομένου 2, κα Άρτεμις Λάμπρου, κατά τη συνομιλία τους κατά ή περί τις 15.6.2012 (ήτοι λίγες μέρες πριν την επίδικη επίδοση του κλητηρίου της παρούσας αγωγής) ότι η Ενάγουσα είχε ήδη καταχωρίσει την παρούσα αγωγή (βλ. ημερομηνία καταχώρισης 17.5.2012) και αντ' αυτού έδινε διαβεβαιώσεις στην κόρη του Εναγομένου 2 που είναι και η ίδια Εναγόμενη 3 στην παρούσα αγωγή, ότι δεν θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους, αφού είχε μόλις εξοφληθεί πλήρως η άλλη συμφωνία ενοικιαγοράς και αναγνώριζε η τράπεζα την πρόθεση τους να διευθετήσουν τις εκκρεμότητές τους και σε ό,τι αφορά την ενοικιαγορά στην οποία αφορά η παρούσα υπόθεση. Σχετική η παρα. 7 της αρχικής Ε/Δ του Εναγομένου 2. Τρίτον, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση και πως προτίθεται να καταχωρήσει και ανταπαίτηση. Είναι η θέση του ότι τα γεγονότα όπως τα παρουσιάζει ο ίδιος εγείρουν σοβαρά νομικά και πραγματικά ζητήματα προς εκδίκαση. Η Υπεράσπιση του Εναγομένου 2 στηρίζεται στην ακόλουθη εκδοχή꞉ Ο Εναγόμενος ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως εγγυητής της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, ημερ. 9.9.2008, που επισυνάπτεται ως το Συνημμένο Γ στην αρχική Ε/Δ του Εναγομένου 2. Σχετική η παρα. 9 της ιδίας Ε/Δ. Η εν λόγω συμφωνία ενοικιαγοράς είναι, κατά τον ισχυρισμό του Εναγομένου 2, εικονική και μεγάλο μέρος των αντικείμενων στα οποία αφορά η επίδικη συμφωνία είναι ανύπαρκτα. Ισχυρίζεται ειδικότερα ο Εναγόμενος 2 ότι η συμφωνία έγινε εικονικά για να μπορέσει η Τράπεζα να υπερπηδήσει ορισμένους περιορισμούς της Κεντρικής Τράπεζας και να παραχωρήσει επιπλέον χρηματοδότηση €100.000 στην πρωτοφειλέτιδα Εναγόμενη 1, ως της είχε υποσχεθεί ή/και διαβεβαιώσει παλαιότερα προφορικά. Τα εικονικά αντικείμενα της ενοικιαγοράς αποτελούν γραφειακό εξοπλισμό που ως ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 δεν ήταν δυνατό να τα έχει στην κατοχή της η Εναγόμενη 1 εφόσον αυτή ασχολείται με τη λειτουργία υπεραγοράς και λιανικού εμπορίου. Για τα υπόλοιπα αντικείμενα που αναγράφονται στο τιμολόγιο ως το Συνημμένο Δ στην αρχική Ε/Δ του Εναγομένου 2 τιμολογήθηκαν από την Ενάγουσα με πλασματικά ποσά, χωρίς να τα επιθεωρήσουν οι Εναγόμενοι ή από εκτιμητή. Λέγει ο Εναγόμενος 2 ότι, εφόσον πρόκειται για εικονική συμφωνία ενοικιαγοράς, αυτή είναι και παράνομη και άκυρη. Σχετικές οι παρα. 12 - 16 της αρχικής ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 2. Επικαλείται ο Εναγόμενος 2 ότι υπήρξε εξαναγκασμός της Εναγόμενης 1 - πρωτοφειλέτιδας από την Ενάγουσα να υπογράψει την εν λόγω συμφωνία ενοικιαγοράς. Εξαιτίας τούτου ισχυρίζεται ότι είναι ακυρώσιμη συμφωνία. Σχετική η παρα. 17 της αρχικής Ε/Δ του Εναγομένου 2. Ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 2 ότι και ο ίδιος παραπλανήθηκε από την Ενάγουσα ως προς τους όρους της εγγύησης και την έκταση της ευθύνης του ως εγγυητής της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Σχετική η παρα. 18 της αρχικής Ε/Δ του Εναγομένου 2. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 2 απαριθμεί όρους της σύμβασης εγγύησης που είναι καταχρηστικοί και άκυροι, χωρίς κανένα νομικό αποτέλεσμα. Σχετική η παρα. 19 της αρχικής Ε/Δ του Εναγομένου 2. Είναι η θέση του Εναγομένου 2 ότι το αξιούμενο ποσό ως αναγράφεται στο Κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής περιέχει παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις, οι οποίες δεν αφαιρέθηκαν και επιτόκιο 12,75%, ενώ το συμφωνημένο επιτόκιο ήταν κατά πολύ χαμηλότερο. Σχετική η παρα. 35 της αρχικής Ε/Δ του Εναγομένου 2. Τέλος, ο Εναγόμενος 2 χαρακτηρίζει τον τερματισμό της σύμβασης και την αύξηση του επιτοκίου ως αντισυμβατικό, κακόπιστο και καταχρηστικό. Σχετική η παρα. 36 της αρχικής Ε/Δ του Εναγομένου 2. Η ισχυριζόμενη ανταπαίτηση του Εναγομένου αρ. 2 στηρίζεται στην ακόλουθη εκδοχή γεγονότων. Κατά ή περί τα μέσα του 2009 οι Εναγόμενοι ζήτησαν από την τράπεζα αναδιάρθρωση των δανείων που είχαν με την τράπεζα (όχι μόνον του ποσού της συμφωνίας ενοικιαγοράς). Υπήρξαν σχετικές συναντήσεις και επαφές με την Ενάγουσα κατά ή περί τον Ιούνιο του 2010 κατά τις οποίες οι Εναγόμενοι υπέβαλαν την εισήγησή τους και οι υπάλληλοι της Ενάγουσας συμφώνησαν. Αντί αναδιάρθρωσης των δανείων, ως ανέμεναν οι Εναγόμενοι, η Ενάγουσα απροειδοποίητα διέκοψε τη χρηματοδότηση της Εναγομένης 1 και σταμάτησε τις πληρωμές των επιταγών της. Προκάλεσε κατ' αυτόν τον τρόπο η Ενάγουσα οικονομική ζημιά στους Εναγομένους. Εξανάγκασε η Ενάγουσα τους Εναγομένους σε συμφωνία δανείου για ποσό €70.000, το οποίο παράνομα τοποθέτησε σε άλλο λογαριασμό της Εναγομένης 1. Αναγκάστηκαν εν τέλει οι Εναγόμενοι να πωλήσουν την επιχείρησή τους ως δρώσα οικονομική μονάδα σε ποσό που αρκούσε μόνο για την κάλυψη κάποιων εξόδων τους, σε ζημιά τους. Σχετικές οι παράγραφοι 23 έως 33 της αρχικής Ε/Δ του Εναγομένου 2. Πρόσθετη βάση ανταπαίτησης κατ' ισχυρισμό του Εναγομένου 2 αποτελεί η εισαγωγή των στοιχείων του Εναγομένου 2 στην εταιρεία Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Λτδ, η οποία κατά τον ίδιο αποτελεί καταχρηστική και παράνομη συμπεριφορά εν είδη απειλής. Σχετική η παρα. 34 της αρχικής Ε/Δ του Εναγομένου 2. Οι Ενάγοντες - Καθ'ων η αίτηση ενίστανται στο αίτημα του Εναγομένου 2 για παραμερισμό της ερήμην του εκδοθείσας απόφασης στην παρούσα αγωγή. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.5, Δ.17, θ.θ. 2, 3, 4, 5, 6, και 10, Δ.26, Θ.14, Δ.5, θ.θ.1, 2 και 7, Δ.16, θ.9, Δ.40, θ.θ.2, 3, 7 και 11 Δ.48, θ.θ. 1, 2, 3, 4 και 9(
- h)και Δ.64, θ.θ.1 και 2, επί της πρακτικής, της νομολογίας, της διακριτικής ευχέρειας και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, επί των γενικών αρχών του Νόμου και επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «Α. Ο Αιτητής/Εναγόμενος 2, δεν απέδειξε καθόλου λόγο και δεν έδωσε επαρκή αιτιολογία για την παράλειψη του να εμφανισθεί και υπερασπισθεί στην διαδικασία της αγωγής πριν ή και κατά την 18/9/12, ημερομηνία κατά την οποία εξεδόθη απόφαση στην εν λόγω αγωγή. Β. Ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 δεν δίνει καμιά δικαιολογία και/ή η δικαιολογία που δίνει είναι γενική και αόριστη σχετικά με την καθυστέρηση υποβολής της παρούσας αίτησης, η οποία υποβλήθηκε ένα και πλέον χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης. Γ. Η πιο πάνω αγωγή καταχωρήθηκε στις 17/5/2012 και επιδόθηκε στις 19/6/2012 νομότυπα στη δοθείσα κατά την υπογραφή του συμβολαίου ενοικιαγοράς, διεύθυνση του Εναγομένου 2, στην οδό Θεόδωρου Κολοκοτρώνη 101, στο Δάλι. Ο Εναγόμενος 2 όφειλε δυνάμει των θεσμών να καταχωρούσε εμφάνιση σε 10 ημέρες κάτι το οποίο δεν έπραξε χωρίς καλή αιτία. Δ. Η πιο πάνω αγωγή επιδόθηκε στις 19/06/2012 στην σύζυγο/συγκάτοικο του Αιτητή/Εναγομένου 2, η οποία υπέγραψε ότι παρέλαβε το Κλητήριο Ένταλμα υπό την ιδιότητας της ως σύζυγος/συγκάτοικος. Ε. Ο Αιτητής/ Εναγόμενος 2 δεν έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση και η Ένορκη του δήλωση είναι γενική και αόριστη χωρίς να δίνει συγκεκριμένες λεπτομέρειες με την υπεράσπιση του. Περαιτέρω η υπεράσπιση του Αιτητή/Εναγομένου 2 είναι αναξιόπιστη. ΣΤ. Τυχόν επικρότηση της αίτησης του Εναγομένου 2 θα επιφέρει πλήγμα στις ανάγκες για τελεσιδικία των αποφάσεων (Finality of Judgment) και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των Εναγόντων κ. Χρίστου Πηγασίου, από την Λευκωσία, ημερ. 6.3.2014. Ο κ. Πηγασίου δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι για τα νομικά θέματα έχει πάρει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των Εναγόντων. Έχει διαβάσει προσεκτικά τόσο την Αίτηση παραμερισμού (Set Aside) ημερομηνίας 6/11/13 του Εναγομένου 2 όσο και την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση παραμερισμού καθώς και την ένσταση των Εναγόντων σε εκείνην, ημερ. 6/3/14. Αναφέρει ο κ. Πηγασίου τα εξής꞉ Ο Αιτητής κανένα στοιχείο δεν έχει προσκομίσει για να αποδείξει είτε την ισχυριζόμενη διάσταση είτε τα σοβαρά προβλήματα υγείας της πρώην συζύγου του. Ούτε η αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη δήλωση της συζύγου του, η οποία να αναφέρει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του. Ο Αιτητής απλώς ψεύδεται ασύστολα. Ενώ ο Αιτητής λέγει ότι ο ίδιος έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απόφασης και της αγωγής για πρώτη φορά όταν επιχείρησε να πουλήσει ακίνητο που ήταν στο όνομα του, εντούτοις πουθενά ο Αιτητής δεν αναφέρει ποιο ακίνητο επιχείρησε να πωλήσει, τον χρόνο που θα γινόταν η πώληση, τον προτιθέμενο αγοραστή καθώς επίσης το αγοραπωλητήριο έγγραφο βάσει του οποίου θα πραγματοποιείτο η πώληση. Απορρίπτει ο κ. Πηγασίου τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι η καθ' ης η Αίτηση /Ενάγουσα γνώριζε ότι δεν διέμενε στην διεύθυνση της οδού Κολοκοτρώνη 101 στο Δάλι. Αυτό που ο κ. Πηγασίου γνωρίζει είναι ότι τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι τον Μάιο 2012 που καταχωρήθηκε η αγωγή, ο Εναγόμενος 2 διέμενε στην πιο πάνω διεύθυνση όπου νομότυπα του έγινε επίδοση της αγωγής. Στην ίδια διεύθυνση είχαν σταλεί οι Ειδοποιήσεις προς τον πρωτοφειλέτη ημερ. 12/4/2011 και ημερ. 9/11/2011, με κοινοποίηση στους Εναγομένους 2 και 3. Οι επιστολές ημερ.12/4/2011 και 9/11/2011 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 2. Απορρίπτει ο κ. Πηγασίου κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Αιτητή που περιέχονται στην παρα.7 της Ε/Δ του, πλην του ισχυρισμού ότι η Εναγόμενη 3 πράγματι στις 15/6/2012 εξόφλησε την απαίτηση στην αγωγή 3068/12, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3. Υπεύθυνος για τον χειρισμό τόσο της αγωγής 3068/12 ήταν ο ίδιος ο κ. Πηγασίου, ο οποίος και αρνείται ότι δήθεν διαβεβαίωσε την Εναγόμενη 3 πως δεν θα προχωρούσε η Ενάγουσα με δικαστικά μέτρα σχετικά με την επίδικη ενοικιαγορά. Απεναντίας, είναι η θέση του κ. Πηγασίου ότι η Εναγόμενη 3 γνώριζε πολύ καλά ότι είχε ήδη καταχωρηθεί η αγωγή στις 17/5/2012 και μάλιστα υποσχέθηκε ότι θα διευθετούσε σύντομα τρόπους εξόφλησης της. Αντ' αυτού, η Εναγομένη 3, που είναι θυγατέρα του Εναγομένου 2 αλλά και μοναδική μέτοχος της Εναγομένης 1, για ενάμιση χρόνο απέφευγε την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, με αποτέλεσμα να δοθεί από το Δικαστήριο στις 4/11/13 Διάταγμα υποκατάστασης επίδοσης δια θυροκόλλησης του κλητηρίου εντάλματος τόσο στην ίδια την Εναγομένη 3 όσο και στην Εναγομένη 1. Αντίγραφο του Διατάγματος ημερ.4/11/13 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4. Απορρίπτει περαιτέρω ως ψευδείς και εκτός πραγματικότητας τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 2 που περιέχονται στις παρα.9,10,11,12,13,14,15 και 16 της Ε/Δ του. Όπως ειδικότερα αναφέρει ο κ. Πηγασίου- Στην επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς η Εναγομένη 1 είναι Εταιρεία της οποίας μοναδική μέτοχος είναι η Εναγομένη 3. Αντίγραφο Έρευνας του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ημερ.25/2/13 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5. Η διεύθυνση του Εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1 είναι η οδός Μίλτωνος 83, 3047 στη Λεμεσό. Αντίγραφο από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6. Σύμφωνα με τη δικαστική επιδότη Αρετή Νούρουππου, στη συγκεκριμένη διεύθυνση είναι το κρεοπωλείο Μελή. Επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 7 οι ειδοποιήσεις της κ. Αρετής Νούρουππου ημερ. 11/6/12, 12/9/13 και 3/10/13 σύμφωνα με τις οποίες στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1 είναι το κρεοπωλείο "ΜΕΛΗΣ". Τα αντικείμενα ενοικιαγοράς όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 7 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή αποτελούν εξοπλισμό Mini Market και ψυγεία καθώς και ψυκτικούς θαλάμους κρεοπωλείου, αξίας €120.000 πλέον €42,906.19 δικαιώματα ενοικιαγοράς. Αρνείται ο κ. Πηγασίου τον ισχυρισμό του Εναγομένου 2 περί εικονικής ενοικιαγοράς και ανύπαρκτων αντικειμένων ή πλασματικών και επαναλαμβάνει ότι η αγωγή αφορά ενοικιαγορά για ποσό €120.000 πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς. Αντικείμενο της ενοικιαγοράς ήταν τα αντικείμενα που αναφέρονται στα τιμολόγια 2154 2155, που αποτελούν εξοπλισμό κρεοπωλείου αξίας €100,000 πλέον έπιπλα αξίας €20,000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Το συνολικό ποσό των €163,091.61 οι Εναγόμενοι ανέλαβαν να πληρώσουν με μηνιαίες δόσεις εκ €2,265.17 από 9/10/2000. Οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν αδιαμαρτύρητα τις δόσεις από 9/10/2008 έως 5/3/2011 (μέρος). Το γεγονός αυτό ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι κατέβαλαν τις δόσεις τους για περίοδο 3 σχεδόν χρόνων, χωρίς να προβάλλουν τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην Ε/Δ του ο Εναγόμενος 2 για δήθεν παρατυπίες κατά τη σύναψη της επίδικης ενοικιαγοράς και για δήθεν εικονική ενοικιαγορά, αποδεικνύουν κατά τον κ. Πηγασίου ότι αυτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή αποτελούν σκέψεις εκ των υστέρων για να αποφύγει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Αρνείται ο κ. Πηγασίου τον ισχυρισμό περί αυθαίρετου ή αντισυμβατικού ή παράνομου τερματισμού της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Παραπέμπει σε ρητούς όρους της επίδικης ενοικιαγοράς και συγκεκριμένα τους όρους 4 και 6, βάσει των οποίων, εάν οι Εναγόμενοι καθυστερήσουν την πληρωμή οποιασδήποτε δόσεως ή μέρους αυτής, οι Ενάγοντες δύνανται να τερματίσουν πάραυτα τη συμφωνία της ενοικιαγοράς και δικαιούνται στην άμεση επιστροφή και κατοχή του αντικειμένου. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 9/11/2011 τερμάτισαν την πιο πάνω συμφωνία λόγω του ότι οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν τις δόσεις τους από 5/3/2011 μέρος έως-5/11/2011 συμποσούμενες στο ποσό των €17,435.99. Η επιστολή ημερ. 9/11/2011 στάλθηκε και στον Εναγόμενο 2. Καταλήγει ο κ. Πηγασίου να εισηγείται ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει σοβαρό λόγο γιατί δεν εμφανίστηκε στην αγωγή και περαιτέρω ότι έχει καλόπιστη συζητήσιμη υπεράσπιση. Η υπεράσπιση που παραθέτει με την Ε/Δ του αφ' ενός στερείται λεπτομερειών και αφετέρου είναι αναξιόπιστη και ψευδής. Μετά την καταχώρηση της πιο πάνω Ένστασης της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 2 επιχείρησε να αντικρούσει ή/και να απαντήσει στους ισχυρισμούς του κ. Πηγασίου. Με ενδιάμεση απόφασή μου ημερ. 2.10.2014, έδωσα άδεια στον Εναγόμενο 2 να καταχωρίσει προς τούτο Συμπληρωματική Ε/Δ, η οποία και καταχωρήθηκε στις 14.10.2014. Με αυτήν, ο Εναγόμενος 2 - (α) Παρουσίασε ως Τεκμήριο Α λογαριασμό της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, στον οποίο φαίνεται ότι την εν λόγω περίοδο διέμενε στην οδό Τρικούπη 85, 10ς όροφος, 1016 Λευκωσία και όχι στην οδό στην οποία έγινε η επίδοση. (β) Παρουσίασε ως Τεκμήριο Β βεβαίωση του θεράποντος ιατρού της εν διαστάσει συζύγου του, κ Νικόλα Νικολάου, την οποία της εξέδωσε σε πρόσφατη επίσκεψη της. Βάσει της διάγνωσης του προαναφερόμενου γιατρού, η κα Βασιλική Κλεάνθους πάσχει από άγχος και κατάθλιψη από το 2003 και προς τούτο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Επιπλέον, παρουσίασε ως Τεκμήριο Γ το αντίγραφο του Βιβλιάριου Υγείας της εν διαστάσει συζύγου του για την περίοδο 2012 - 2014, βάσει του οποίου φαίνεται πως λαμβάνει χρόνια ιατροφαρμακευτική αγωγή. (γ) Διευκρίνισε ότι έλαβε γνώση για πιθανή ύπαρξη απόφασης εναντίον του κατά ή περί τις 20 Οκτωβρίου 2013, όταν αυτός επιχείρησε να πωλήσει το ακίνητο του στην οδό Μιχαλάκη Καραολή Αρ.3 Φελίτσια Court, Αριθμός Διαμερίσματος 2 στην Λευκωσία. Αμέσως επικοινώνησε μαζί με τους δικηγόρους του, οι οποίοι του ζήτησαν να συλλέξει όλα τα σχετικά στοιχεία ούτως ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν με αίτηση παραμερισμού. (δ) Επέμεινε ότι κατά τον χρόνο αποπληρωμής της δεύτερης ενοικιαγοράς στις 15/06/2012, οι Εναγόμενοι δεν γνώριζαν ότι εκκρεμούσε η αγωγή υπ αριθμό 3068/12. Το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκαν από την ένορκη δήλωση του κ Πηγασίου στην παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη 3 μετέβηκε στο υποκατάστημα της Ενάγουσας για να πληρώσει το εν λόγω υπόλοιπο, χωρίς να γνωρίζει πως εκκρεμούσε η προαναφερόμενη αγωγή. (ε) Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι στεγάζεται το κρεοπωλείο «ΜΕΛΗΣ» στη διεύθυνση της Εναγομένης 1. Το εν λόγω κρεοπωλείο βρίσκεται στην οδό Μίλτωνος 59 και όχι στην Μίλτωνος 83. Επισύναψε ως Τεκμήριο Δ σχετική απόδειξη από το κρεοπωλείο, στην οποία φαίνεται η διεύθυνση στην οποία στεγάζεται. Σήμερα στην οδό Μίλτωνος 83, στεγάζεται το κατάστημα C & C Express Discount Shop, με το οποίο η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν έχει απολύτως καμία σχέση και οποιαδήποτε επίδοση στην εν λόγω διεύθυνση είναι παράτυπη. Συγχρόνως, οι ισχυρισμοί του κ Πηγασίου ότι τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς αφορούν εξοπλισμό κρεοπωλείου, υπονοώντας πως ο εν λόγω εξοπλισμός χρησιμοποιείται από το κρεοπωλείο «ΜΕΛΗΣ» που δήθεν στεγάζεται στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 1, είναι εντελώς αβάσιμοι. Η εν λόγω ενοικιαγορά είναι εικονική και τα εν λόγω αντικείμενα δεν υπάρχουν. Εκ συμφώνου, στις 14.10.2014 δόθηκε άδεια για καταχώριση Συμπληρωματικής Ε/Δ και από πλευράς του κ. Πηγασίου, η οποία καταχωρήθηκε στις 30.10.2014 και λέγει τα εξής꞉ 1. Η ιατρική βεβαίωση ως το Τεκμήριο Β στη Συμπληρωματική Ε/Δ του Εναγομένου 2, δεν αποδεικνύει τον προβαλλόμενο από τον Αιτητή ισχυρισμό ότι η σύζυγος του λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί την σημασία της γενομένης επίδοσης. 2. Ο Εναγόμενος 2 ακόμη και με τη Συμπληρωματική Ε/Δ του σκόπιμα παραλείπει να αναφέρει τον προτιθέμενο αγοραστή και να επισυνάψει ως Τεκμήριο το αγοραπωλητήριο έγγραφο βάσει του οποίου θα πραγματοποιείτο η δήθεν πώληση του ακινήτου. Και ενώ ο ίδιος λέγει ότι επιχείρησε να πωλήσει το ακίνητο περί τις 20/10/2013, δηλαδή προ της καταχώρησης της αρχικής του Ένορκης δήλωσης, η οποία καταχωρήθηκε τον Νοέμβριο 2013, εντούτοις ο Εναγόμενος 2 απέφυγε να δώσει εξηγήσεις για ποιο λόγο παράλειψε να το αναφέρει στην αρχική του Ε/Δ. 3. Το τι είχε λεχθεί στην συνάντηση που είχε ο κ. Πηγασίου μαζί με την Εναγομένη 3 δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ο Εναγόμενος 2, ο οποίος δεν ήταν παρών στη συνάντηση και ούτε είναι διάδικος στην αγωγή 3068/12, την οποία ξόφλησε η Εναγομένη 3 στις 15/6/2012. 4. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2/Αιτητή ότι το Κρεοπωλείο Μελή στεγάζεται στην οδό Μίλτωνος 59 παραθέτοντας προς τούτο απόδειξη του κρεοπωλείου με την πιο πάνω διεύθυνση είναι επίσης αόριστος και ατεκμηρίωτος δεδομένου ότι είναι άγνωστο η εταιρεία που αναγράφεται στην απόδειξη Τεκμήριο Δ πόσα μαγαζιά διαθέτει στην Λεμεσό και σε ποιες περιοχές. Εν πάση περιπτώσει οι οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με το κρεοπωλείο Μελή προέρχονται από ειδοποιήσεις της Δικαστικής Επιδότου, σύμφωνα με την Δέσμη Τεκμηρίων 7 στην αρχική Ε/Δ του κ. Πηγασίου. Δεν υπήρξε αίτημα αντεξέτασης οποιουδήποτε εκ των δύο ομνυόντων. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης στη βάση των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων. Στη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος του Εναγομένου 2 - Αιτητή έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου στα εξής꞉ «Στα πιο πάνω πλαίσια, ο Αιτητής εξήγησε επαρκώς γιατί δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν οι Θεσμοί, επομένως δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι η συμπεριφορά του είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας, ως απαιτείται από την νομολογία ούτως ώστε να του αποστερηθεί το δικαίωμα του να ακουστεί. Αξίζει να σημειωθεί, πως ο Αιτητής ήταν τυπικός και επέδειξε σεβασμό στις δικαστικής διαδικασίες, καταχωρώντας άμεσα σημείωμα εμφάνισης, σε άλλη αγωγή, την υπ' αριθμό 2926/12 την οποία του επιδόθηκε και την οποία παρουσίασε ως τεκμήριο. Ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να επεξηγηθεί με άλλο τρόπο το γιατί ο Αιτητής να επιλέξει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην μια αγωγή και όχι στην άλλη. Το μόνο λογικό συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι στο να αποδεχθεί τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης της Αγωγής λόγω του ότι επιδόθηκε στην εν διαστάσει σύζυγο του. Ο Αιτητής μετά που πληροφορήθηκε για την εκδοθείσα απόφαση, μόλις μάζεψε όλα τα στοιχεία, που απαιτούντο για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, προχώρησε στην καταχώρηση αυτής. Δεδομένων των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν πρέπει να βιαστεί να στερήσει το δικαίωμα του Αιτητή ν' ακουστεί στην υπόθεση του εφ' όσον γίνει αποδεκτό ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσία της υπόθεσης. Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του συνταγματικού δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Τέλος να αναφέρω ότι με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα της Ενάγουσας ούτε επιβαρύνεται το πρόγραμμα του Δικαστηρίου, αφού η Εναγόμενη 3 έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση και η εκδίκαση της υπόθεσης εναντίον της Εναγόμενης 3 θα προχωρήσει κανονικά.». Από την άλλη, η συνήγορος της Ενάγουσας επεσήμανε στο Δικαστήριο ότι η αρχική ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 διανθίστηκε με ψεύδη όσον αφορά τις συνθήκες επίδοσης και περιείχε υπεκφυγές και κενά (όπως για παράδειγμα, η παράλειψή του να πει εξ υπαρχής πότε έλαβε 1η φορά γνώση για την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης). Πέραν αυτού, η υπεράσπιση του στερείται αξιοπιστίας ή/και καμία υπεράσπιση αποκαλύπτεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10096, Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, ο Ηλιάδης Δ. κατέγραψε τα εξής, τα οποία απηχούν μέχρι σήμερα τη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίουː «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που λήφθηκε λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανισθεί αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων. (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρο)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Στην Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίσθηκαν στην απόφαση Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204,210, που τονίζουν αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουσθεί και αφετέρου την ανάγκη διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Ταυτόχρονα σημειώθηκε ότι όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως εξηγεί ο Πικής, Π., που έδωσε την απόφαση του Εφετείου, "Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης." Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω),"Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του."». Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλης Περατικός (5788/2005, απόφαση ημερομηνίας 05/08/2013): «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. lason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13).». Υπό το φως των πιο πάνω νομολογηθέντων είναι που θα πρέπει να διαβάζεται η Διαταγή 17, Θ.10, η οποία προβλέπει ότιː «10. Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου, δυνάμει της Δ.17 θ.10 ανωτέρω, συνοψίσθηκαν πρόσφατα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.». Ως προς το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, παραπέμπω στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 όπου λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης ... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.». Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατουρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των αιτητών. Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά. v. ΥΡ Trade & Service Ltd, 3225/2011, απόφαση ημερ. 12 Ιουνίου 2013). Στην απόφαση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθος Κούρτη
(1997)1B ΑΑΔ 941, επεξηγήθηκε η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στη σελ. 945, αναφέρεται: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου [...]. [...] Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν με την εξής επισήμανση του Ναθαναήλ, Δ., στην προμνησθείσα απόφαση στην Πολιτική Έφεση 205/2010ː «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Επομένως, όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Με βάση τη δοθείσα μαρτυρία, ως αξιολογείται στην όψη των ενόρκων δηλώσεων και δεδομένου ότι δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, έχω ικανοποιηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγομένους έγινε νομότυπα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναλύω το σκεπτικό μου ως εξής꞉ (α) Η Διαταγή 5 καθορίζει τα εξής꞉ "1. Every defendant named on the writ of summons shall, except a Judge otherwise orders, be served in the manner provided in Rule 2 of this Order with an office copy of the writ, and such service shall be deemed good service of the writ. 2.-
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is lefl- (i) with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or [...]. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment. (Form 5) " (β) Στην παρούσα υπόθεση, η ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου στον Εναγόμενο 2 αναφέρει ότι το κλητήριο επιδόθηκε δια της αφέσεως του κλητηρίου στην παρουσία της συζύγου και συγκάτοικού του έναντι της υπογραφής της. Δεν υπήρξε ρητή άρνηση της γνησιότητας της υπογραφής που υπάρχει επί του κλητηρίου ως προερχόμενης από τη σύζυγο του Εναγομένου
- Ούτε ηγέρθη ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 2 αρνήθηκε να παραλάβει τα έγγραφα από τον επιδότη επικαλούμενη ρητά ή/καi γνωστοποιώντας ή/και προειδοποιώντας τον επιδότη ότι η ίδια δεν ήταν συγκάτοικος του Εναγομένου 2 ή/και λέγοντάς του ότι ήταν σε διάσταση. Επομένως, δεν ηγέρθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να αντιστρατεύεται ευθέως όσα έγραψε ο επιδότης στην ένορκη δήλωση επίδοσης. (γ) Ο ισχυρισμός από μέρους του Εναγομένου 2 ότι η σύζυγος του αρνήθηκε να παραλάβει τα έγγραφα επειδή δεν την αφορούσαν και ότι ο επιδότης τα άφησε κάτω από την πόρτα συγκρούεται και αναιρείται από το γεγονός της υπογραφής της συζύγου του επί του κλητηρίου που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση επίδοσης. Η σύζυγός του δεν προέβη σε ένορκη δήλωση για να αμφισβητήσει ότι της ανήκει η συγκεκριμένη υπογραφή και συνεπώς δεν μπορεί να μην τα παρέλαβε αφού τα υπέγραψε, ούτε θα βρίσκονταν υπογραμμένα στη διάθεση του επιδότη, αν τα είχε αφήσει απλώς κάτω από την πόρτα της, όπως διατείνεται ο Εναγόμενος
- Αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν επιχειρήθηκε να κλητευθεί ο επιδότης από τον Εναγόμενο 2 για να αντεξετασθεί, αποδυναμώνουν την εκδοχή του όσον αφορά τις συνθήκες επίδοσης. Το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών του Εναγομένου περί του αναληθούς της ένορκης δήλωσης του επιδότη το φέρει ο ίδιος ο Εναγόμενος. Το Δικαστήριο δεν δύναται με δική του πρωτοβουλία να αμφισβητήσει το αληθές του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Εναπόκειται στον επηρεαζόμενο διάδικο (ήτοι τον αιτούντα τον παραμερισμό) να ζητεί την αντεξέταση του επιδότη αν αμφισβητεί την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης (βλ.. απόφαση ημερ. 9.7.2012, του Χατζηχαμπή, Δ., στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλας Γεωργίου Κωστή). (δ) Δεν μπορεί να αναμένεται από το Δικαστήριο να διακριβώσει αν ο Εναγόμενος 2 και η σύζυγός του ήταν πράγματι σε διάσταση καθ' ον χρόνο επιδόθηκε σε εκείνην για εκείνον το κλητήριο. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 επιμελώς απέφυγε ή/και παρέλειψε να προσδιορίσει πότε άρχισε να είναι σε διάσταση με τη σύζυγό του. (ε) Το ότι η Ενάγουσα έδωσε οδηγίες στον επιδότη να επιδώσει στη διεύθυνση του Εναγομένου 2 που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα και η οποία είναι η ίδια με εκείνην που αναγράφετο στην επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς την οποία εκείνος εγγυήθηκε, ήταν το ορθό και αναμενόμενο βάσει των όρων της σύμβασης. Αν ο Εναγόμενος έπαυσε από 1/3/2010 να κατοικεί στην εν λόγω διεύθυνση, όπως επιχείρησε να πείσει το Δικαστήριο παρουσιάζοντας το λογαριασμό της ΑΗΚ ως το Τεκμήριο Α της Συμπληρωματικής Ε/Δ του Εναγομένου 2, ήταν δική του υποχρέωση να ενημερώσει περί της αλλαγής της διεύθυνσής του την Ενάγουσα, πράγμα που αυτός ουδέποτε έπραξε μέχρι και την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Τράπεζα γνώριζε για την αλλαγή της διεύθυνσής του, ως ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2, αφού όπως αποδεικνύεται από τη δέσμη προειδοποιητικών επιστολών που επισύναψε ο κ. Πηγασίου ως Τεκμήριο 2 στην αρχική Ε/Δ του, η Ενάγουσα τις απέστειλε στην ίδια διεύθυνση. (στ) Από την άλλη, το Συνημμένο Α στην αρχική Ε/Δ του Εναγομένου 2, ήτοι το Διάταγμα υποκατάστατου επίδοσης στην αγωγή 2926/12 στο οποίο στηρίζεται ο Εναγόμενος 2 για να προσδώσει στην Ενάγουσα γνώση περί της αλλαγής της διεύθυνσής του, φανερώνει τα εξής σημαντικά꞉ Το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε στις 24.5.2013 στη βάση μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 13.5.2013, που είναι και οι δύο μεταγενέστερες ημερομηνίες από την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου της παρούσας αγωγής στη σύζυγό του. Εξάλλου, μεταξύ της ημερομηνίας επίδοσης του κλητηρίου για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής (ήτοι από 19.6.2012) και μέχρι την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση σε εκείνην την άλλη αγωγή (13.5.2013), μεσολάβησε χρονικό διάστημα έντεκα
(11)μηνών. Ο Εναγόμενος δεν προσδιόρισε χρονικά στην αρχική Ε/Δ του ή/και στη Συμπληρωματική Ε/Δ από πότε άρχισε να βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του και από πότε αυτός έπαυσε να συγκατοικεί μαζί της, έτσι ώστε να μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να εξακολουθούσαν να ήταν συγκάτοικοι καθ' ον χρόνο έγινε η επίδοση του κλητηρίου της παρούσας αγωγής στη σύζυγό του. (ζ) Από τον λογαριασμό της ΑΗΚ και μόνον, δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, αφού ουδείς μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο το διαμέρισμα στην άλλη διεύθυνση που επικαλείται ο Εναγόμενος, να κατοικείτο από τρίτο πρόσωπο, αλλά να εκδίδετο ο λογαριασμός στο όνομα του Εναγομένου αν ήταν περιουσιακό στοιχείο δικό του. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων, κρίνω ότι δεν υπάρχει αξιόπιστο και επαρκές πραγματικό υπόβαθρο ώστε να μπορεί το Δικαστήριο βάσιμα να αμφισβητήσει την αλήθεια της εκδοχής του επιδότη ως προς τις συνθήκες επίδοσης του κλητηρίου στον Εναγόμενο. Καταλήγω ότι, εφόσον η επίδοση του κλητηρίου ήταν νομότυπη και εφόσον παρήλθε άπρακτη από πλευράς του Εναγομένου 2 η προβλεπόμενη από τη Διαταγή 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 10ήμερη προθεσμία για την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης, η Ενάγουσα νομιμοποιείτο να αιτηθεί και να λάβει απόφαση επί της αγωγής. Συνεπώς, δεν υφίσταται οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να δικαιολογεί τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ex debito justitiae. Δεν έχουν δοθεί από τον Εναγόμενο 2 επαρκή στοιχεία ώστε να μπορούσα να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι η σύζυγος του Εναγομένου 2 πράγματι στερείτο της ικανότητας να αντιληφθεί τη σημασία των εγγράφων που της επιδόθηκαν, ώστε να κρίνει ότι έπρεπε να του το αναφέρει. Η ιατρική βεβαίωση δεν περιέχει διάγνωση ως προς την κριτική ικανότητα και αντίληψη της ασθενούς. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά το αν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από πλευράς του Εναγομένου 2 να καταχωρίσει εμφάνιση αφ' ότου έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, η εκδοχή την οποία καταληκτικά προώθησε ο Εναγόμενος 2 είναι ότι αυτός έλαβε γνώση κατά ή περί τις 20.10.2013, όταν πληροφορήθηκε για το ΜΕΜΟ που καταχώρισε η Ενάγουσα επί ενός ακινήτου που επιχείρησε να πωλήσει. Η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε στις 18.9.2012, ήτοι ένα ολόκληρο χρόνο προηγουμένως. Παρά το γεγονός ότι όπως εύστοχα παρατήρησε ο κ. Πηγασίου, ο Εναγομένος 2 παρέλειψε να προβάλει εξ υπ' αρχής την πλήρη εκδοχή του όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες έμαθε για την εκκαλούμενη απόφαση, στοιχείο που δημιουργεί ερωτηματικά για την αξιοπιστία της συγκεκριμένης εκδοχής, εντούτοις λαμβάνω υπόψη δύο στοιχεία που κατά την κρίση μου στηρίζουν την εκδοχή ως αληθοφανή꞉ πρώτον, ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οτιδήποτε που να δείχνει ότι είχαν ληφθεί οποιαδήποτε άλλα μέτρα εκτέλεσης της εκκαλούμενης δικαστικής απόφασης προηγουμένως, ώστε να είχε επιδοθεί προγενέστερα στον Εναγόμενο 2 και να καθυστέρησε να αντιδράσει· δεύτερον, δεν αμφισβητήθηκε από την Ενάγουσα μέσω του κ. Πηγασίου ότι καταχωρήθηκε ΜΕΜΟ στο συγκεκριμένο ακίνητο που ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι επιχείρησε να πωλήσει· τρίτον, δεν είχε γίνει μέχρι τις 20.10.2013 επίδοση του κλητηρίου της παρούσας αγωγής στους άλλους δύο Εναγομένους της παρούσας υπόθεσης με τους οποίους ο Εναγόμενος 2 συνδέεται. Επομένως, θα ήμουν διατεθειμένη να δεχθώ ότι αυτός έλαβε 1η φορά γνώση για την εκκαλούμενη απόφαση κατά ή περί τις 20.10.
- Η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε την 6.11.
- Επομένως, παρήλθε χρονικό διάστημα μόνο ενός μηνός από την ημερομηνία που έλαβε γνώση της έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, χρονικό διάστημα που δεν συνιστά υπέρμετρη καθυστέρηση. Το επόμενο ζήτημα που εξετάζεται αφορά στο κατά πόσον ο Εναγόμενος έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλή και καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός της νομότυπα εκδοθείσας απόφασης επί της αγωγής. Επ' αυτού του σημείου, κρίνω κατάλληλο να λάβω υπόψη ότι ο Εναγόμενος έδωσε διάφορες λεπτομέρειες για να δείξει το σύνθετο των γεγονότων όσον αφορά τις συναλλαγές των Εναγομένων με την Ενάγουσα και για τις πολλαπλές ή/και παράλληλες συμφωνίες χρηματοδότησης. Δόθηκαν λεπτομέρειες για την εκδοχή περί εικονικότητας της συμφωνίας ενοικιαγοράς, στις οποίες η ίδια η Ενάγουσα χρειάστηκε να απαντήσει προσκομίζοντας μέσω του κ. Πηγασίου τεκμήρια για να δείξει στο Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη 1 λειτουργούσε ή/και λειτουργεί ως κρεοπωλείο και πως συνεπακόλουθα τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς είναι συναφή προς τη λειτουργία της και υπαρκτά, όχι πλασματικά και ανύπαρκτα. Η προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας από την Ενάγουσα δείχνει αφ' εαυτής ότι υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση. Περαιτέρω, όσον αφορά το ποσοστό επιτοκίου που επιβλήθηκε κατά τον τερματισμό της σύμβασης, η Ενάγουσα επικαλείται συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας ενοικιαγοράς, που παρέχουν διακριτική ευχέρεια στην ίδια και που δείχνουν ότι είναι ζήτημα αιτιολόγησης η ορθή εφαρμογή τους. Καταλήγω να κρίνω ότι είναι ορθό όπως δώσω στον Εναγόμενο 2 την ευκαιρία να καταχωρήσει υπεράσπιση για να αναπτύξει την εκδοχή του. Όσον αφορά την πρόθεση του Εναγομένου 2, θα συμφωνήσω ότι εκ πρώτης όψεως φαίνονται γενικοί και αόριστοι οι ισχυρισμοί του περί ζημιάς που υπέστη λόγω της συμπεριφοράς της Ενάγουσας, αλλά δεδομένης της απόφασης μου να δώσω στον Εναγόμενο 2 το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση, δεν θα του στερήσω την ευχέρεια να εγείρει και την ανταπαίτησή του. Συνεπώς, η απόφαση ημερ. 18.9.2012 παραμερίζεται. Δίδονται οδηγίες όπως η Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου αρ. 2 καταχωρηθεί εντός 1 μηνός από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 2 - Αιτητή και εναντίον της Ενάγουσας - Καθ'ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο