Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα ν. CK RESTAURANT SYSTEM FRANCHISERS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης Εταιρείας: 385/2014, 24/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Εταιρείας: 385/2014 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 202 και 211(στ) και Αναφορικά με την εταιρεία CK RESTAURANT SYSTEM FRANCHISERS LIMITED Μεταξύ: Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα, από τη Λευκωσία Αιτήτριας και 1. CK RESTAURANT SYSTEM FRANCHISERS LIMITED 2. Χριστίνας Παρασκευαΐδου, από τη Λευκωσία 3. Κυριάκου Ανδρέου, από τη Λευκωσία Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση ημ. 15 Μαΐου 2014 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Γ. Μούντης για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ'ων η Αίτηση: κ. Κ. Μιχαηλίδης για Κυριάκος Μιχαηλίδης & Σια Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια, ισχυριζόμενη καταπιεστική συμπεριφορά εις βάρος της ως μετόχου μειοψηφίας, καταχώρισε την κυρίως Αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για την αγορά των μετοχών της στην καθ΄ ης η αίτηση 1 (εφεξής καλουμένη η εταιρεία) από τους μετόχους πλειοψηφίας και διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των εργασιών της εταιρείας. Η Αίτηση εδράζεται βασικά στα άρθρα 202 και 211(στ) και άλλα σχετικά άρθρα του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Με την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης καταχώρισε και μονομερή Αίτηση (η παρούσα Αίτηση) δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους καθ΄ ων η αίτηση 1-3 η λήψη απόφασης για την παύση της αιτήτριας από μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας μέχρι την τελική αποπεράτωση της διαδικασίας της κυρίως Αίτησης και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Με την παρούσα Αίτηση ζητείτο επίσης διάταγμα για τον διορισμό του κ. Μιχάλη Αβραάμ, εγκεκριμένου λογιστή, ως προσωρινού διαχειριστή και παραλήπτη για να αναλάβει, μεταξύ άλλων, τον χειρισμό κάποιων υφιστάμενων αγωγών και άλλων μελλοντικών δικαστικών διαδικασιών για λογαριασμό και εκ μέρους της εταιρείας και οι οποίες εγείρονται από εταιρείες συμφερόντων των μετόχων πλειοψηφίας, και για να επιθεωρεί και έχει πρόσβαση στα βιβλία της εταιρείας για τον σκοπό αυτό. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την επίδοση της αίτησης αναφορικά με αυτό το αιτητικό. Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 202-204, 209, 211, 213-215, 233 και 235 του Κεφ. 113, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στη Δ.48 Θθ. 1-13 και Δ.64 Θθ. 1-2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή μακροσκελή ένορκη δήλωση της αιτήτριας, Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα. Η αιτήτρια αρχικά αναφέρει τη δομή και τις δραστηριότητες της εταιρείας και ειδικότερα ότι συστάθηκε στις 27.9.1993, είναι δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται μεταξύ άλλων με την εκμετάλλευση της αλυσίδας εστιατορίων KFC σε διάφορες πόλεις της Κύπρου. Οι μέτοχοι αυτής είναι οι Κυριάκος Ανδρέου (ΚΑ) και η αιτήτρια, οι οποίοι κατέχουν 45.000 μετοχές έκαστος, και η αδελφή της αιτήτριας, Χριστίνα Παρασκευαΐδου (ΧΠ), η οποία κατέχει 60.000 μετοχές. Οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας ήταν οι τρεις μέτοχοι αυτής μέχρι τις 28.5.13, όταν και διορίστηκε ο κ. Πανίκος Αριστοτέλους (ΠΑ) στη θέση του ΚΑ. Σημειωτέον ότι η αιτήτρια αμφισβητεί τη νομιμότητα του διορισμού του ΠΑ. Η ΧΠ και ο ΚΑ έχουν την πλειοψηφία των μετοχών και τον έλεγχο του ομίλου εταιρειών Ανδρέου & Παρασκευαΐδης. Η εταιρεία A&P (Andreou & Paraskevaides) Enterprises Public Company Ltd (εφεξής καλουμένη A&P Enterprises) και η θυγατρική της εταιρεία A&P (Andreou & Paraskevaides) Food & Beverages Ltd (εφεξής καλουμένη A&P F&B) είναι μέλη του ομίλου. Η A&P Enterprises είναι δημόσια εταιρεία. Το 60% των μετοχών της ανήκει στην εταιρεία A&P (Andreou & Paraskevaides) Holdings Ltd (εφεξής καλουμένη A&P Holdings) η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στους ΧΠ και ΚΑ. Οι διοικητικοί σύμβουλοι της A&P Enterprises είναι η ΧΠ, ο ΚΑ και ο ΠΑ. Οι διοικητικοί σύμβουλοι της A&P F&B ήταν οι ΧΠ και ΚΑ μέχρι τις 3.4.13 όταν ο ΠΑ διορίστηκε μέλος του διοικητικού συμβουλίου στη θέση του ΚΑ. Η A&P F&B πωλεί στην εταιρεία διάφορα προϊόντα, όπως κατεψυγμένες πατάτες (McCain), σιταροπούλα, μηλόπιτες και χυμούς. Η A&P Enterprises πωλεί στην εταιρεία τα αναψυκτικά pepsi και 7up. Ακολούθως, η αιτήτρια επικαλείται γεγονότα τα οποία, κατ΄ ισχυρισμόν της, συνιστούν καταπιεστική συμπεριφορά των μετόχων της πλειοψηφίας προς την ίδια ως μετόχου μειοψηφίας και είναι εις βάρος των συμφερόντων της, με αποτέλεσμα την προσπάθεια των μετόχων της πλειοψηφίας για απομάκρυνση της από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να διαχωριστούν, συνοψιστούν και παρατεθούν ανά θέμα ως ακολούθως: 1) Απαιτήσεις των εταιρειών A&P Enterprises και A&P F&B εναντίον της εταιρείας - Καταχώρηση αγωγών εναντίον της εταιρείας Στους πρόσφατους ελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας για το 2010 παρουσιάζεται ότι η εταιρεία οφείλει το ποσό των €759,555 στην εταιρεία A&P F&B και το ποσό των €225.337 στην εταιρεία A&P Enterprises. Η δε τελευταία απέστειλε επιστολή ημ. 11.10.13 προς την εταιρεία με την οποία απαιτεί την αποπληρωμή οφειλομένων ποσών ύψους €3.8 εκατ. Τελικώς οι δύο εταιρείες καταχώρησαν αγωγές (η A&P Enterprises την 9151/14 και η A&P F&B την 9152/14) αξιώνοντας το συνολικό ποσό των €4.4 εκατ. περίπου. Στη συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ημ. 17.10.13 η αιτήτρια, μέσω του αντικαταστάτη συμβούλου της κ. Γ. Μούντη (ΓΜ), ζήτησε να της δοθεί ανάλυση του ισχυριζόμενου χρέους λόγω της ύπαρξης σύγκρουσης συμφέροντος των άλλων δύο μελών του διοικητικού συμβουλίου (ΧΠ και ΚΑ). Πέραν του ότι τα πρακτικά των συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου δεν τηρούνται ορθά και περιέχουν ανακρίβειες, κατ΄ ουσίαν η εταιρεία ουδέποτε ικανοποίησε το αίτημα της αιτήτριας. Επισημαίνεται επίσης ότι στις συνεδρίες η ΧΠ εκπροσωπείται από τον κ. Κυριάκο Μιχαηλίδη (ΚΜ) επίσης ως αντικαταστάτη σύμβουλο, τον διορισμό του οποίου και πάλι η αιτήτρια αμφισβητεί ως προς το νομότυπο αυτού. Η αιτήτρια αποτάθηκε στους ελεγκτές της εταιρείας για να διενεργήσουν έλεγχο για το θέμα. Αυτοί απάντησαν ότι προέβησαν σε σύγκριση των υπολοίπων των εταιρειών, ότι αυτά συμφωνούν και ότι οι ίδιοι προβαίνουν σε δειγματοληπτικό έλεγχο από τον οποίο δεν έχει διαφανεί να έχουν γίνει αγορές από την εταιρεία με μη εμπορικούς όρους. Η αιτήτρια ζήτησε πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία και έγγραφα της εταιρείας, κάτι το οποίο ουδέποτε της επιτράπηκε, παρόλο που της αναγνωρίστηκε τέτοιο δικαίωμα. Κατόπιν λήψης επιστολών από τις δύο εταιρείες απαιτώντας αποπληρωμή των οφειλομένων ποσών από την εταιρεία, συγκλήθηκε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου, στην οποία βασικά δεν υπήρξε διάθεση για διερεύνηση του θέματος παρά μόνο αποδοχή των οφειλομένων ποσών και προσπάθεια εξεύρεσης τρόπου αποπληρωμής τους. Σε αυτή τη συνεδρία ο ΠΑ αρνήθηκε την ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων, λέγοντας ότι ο ίδιος απείχε από τις συνεδρίες των δύο εταιρειών (A&P Enterprises και A&P F&B) όταν λαμβάνονταν αποφάσεις για το θέμα αυτό. Ενώ η αιτήτρια αμφισβητούσε την εν λόγω οφειλή και ζητούσε διερεύνηση του θέματος, κάτι το οποίο η εταιρεία αρνήθηκε, καταχωρήθηκαν οι δύο αγωγές. Αφού η αιτήτρια διαπίστωσε ότι η εταιρεία δεν καταχώρησε εμφάνιση στις αγωγές, ζήτησε όπως εξουσιοδοτηθεί η ίδια να λάβει μέτρα προς υπεράσπιση της εταιρείας στο πλαίσιο των αγωγών. Αντί αυτού η αιτήτρια έλαβε ειδοποίηση για σύγκληση συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου στις 11.4.14 με σκοπό τη λήψη απόφασης για τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας για την απομάκρυνση της από το διοικητικό συμβούλιο κατόπιν αιτήματος της αδελφής της (ΧΠ), ημερ. 9.4.14. 2) Υπερχρεώσεις της εταιρείας και προσπάθεια απόκρυψης των ενεργειών αυτής Περί τον Απρίλιο του 2011 η αιτήτρια πληροφορήθηκε από τον κ. Άλκη Χρυσοστόμου (ΑΧ), πρώην γενικό διευθυντή της A&P (Andreou & Paraskevaides) Ltd (εφεξής καλουμένη A&P), ότι είχε ρητές οδηγίες από τον ΚΑ όπως υπερχρεώνει την εταιρεία για τα προϊόντα που της πωλούσε η A&P F&B σε σύγκριση με άλλες εταιρείες στις οποίες πωλούσε επίσης τα ίδια προϊόντα. Η εταιρεία A&P ανήκει στους ΧΠ και ΚΑ και είναι μέρος του ομίλου εταιρειών Ανδρέου & Παρασκευαΐδης. Ο ΑΧ παρέδωσε στην αιτήτρια καταστάσεις των υπερχρεώσεων για τα έτη 2000-2002 (Τεκμήριο 36), ενώ τέτοιες καταστάσεις ετοιμάζονταν μέχρι και το 2004. Το γεγονός των υπερχρεώσεων επιβεβαίωσε στην αιτήτρια και ο κ. Κωνσταντινίδης, υπάλληλος της εταιρείας μέχρι και το 2007, ο οποίος λάμβανε και μελετούσε τέτοιες καταστάσεις με σκοπό τον υπολογισμό του πραγματικού κόστους. Από το 2005 και μετά παράγονταν ετήσιες εκθέσεις λειτουργίας στις οποίες καταγράφονταν, μεταξύ άλλων, οι υπερχρεώσεις και γινόταν ο διαχωρισμός του κέρδους ή της ζημιάς πριν και μετά τις υπερχρεώσεις. Τέτοιες εκθέσεις επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 37. Επίσης γίνονταν χρεώσεις για έξοδα διανομής, οι οποίες σύμφωνα με τον ΑΧ ήταν παράνομες καθότι δεν δικαιολογείτο τέτοια χρέωση. Ο ΑΧ ήταν με την εντύπωση ότι αυτές οι χρεώσεις ήταν εν γνώσει της αιτήτριας. Ο ΑΧ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και προσέφυγε στο Δικαστήριο, ενώ έχει προσληφθεί από εταιρεία στην οποία η αιτήτρια είναι μέτοχος και διοικητική σύμβουλος. Σύμφωνα με την αιτήτρια, από τα πιο πάνω φαίνεται ότι οι καταστάσεις λογαριασμού παράγονταν δόλια και με σκοπό την εξαπάτηση της εταιρείας, καθότι κάποιες παρουσιάζουν τις υπερχρεώσεις και κάποιες όχι. Η αιτήτρια ζήτησε επανειλημμένως να ελέγξει τα τιμολόγια για να εξακριβώσει κατά πόσον πράγματι γίνονταν υπερχρεώσεις, και μετά δυσκολίας διευθετήθηκε συνάντηση με τον κ. Σπύρου (γενικό διευθυντή) και την κα Έλενα Κυριάκου (οικονομική διευθύντρια). Ο κ. Σπύρου πληροφόρησε την αιτήτρια ότι ο ίδιος έλεγξε τα τιμολόγια και δεν βρήκε οποιαδήποτε υπερχρέωση ούτε χρέωση για έξοδα διανομής. Η αιτήτρια επέμενε στη λήψη των απαραίτητων πληροφοριών, με αποτέλεσμα τη διευθέτηση νέας συνάντησης μεταξύ αυτής και του κ. Σπύρου στις αποθήκες της εταιρείας, και μετά από τη μεταφορά κάποιων φακέλων στο γραφείο του, τελικώς ο κ. Σπύρου αρνήθηκε οποιαδήποτε πρόσβαση στην αιτήτρια σε αυτά. Μάλιστα ο κ. Σπύρου, επικαλούμενος την εξευτελιστική συμπεριφορά της αιτήτριας προς αυτόν, υπέβαλε την παραίτηση του. Η αιτήτρια ζήτησε όπως το θέμα της πρότασης της για λήψη αντιγράφων από τους φακέλους της εταιρείας συμπεριληφθεί σε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου στις 7.7.11, η οποία πρόταση δεν έγινε δεκτή. Στην εν λόγω συνεδρία η αιτήτρια δέχθηκε την εισήγηση του ΠΑ όπως με επιστολή ζητηθεί από τον κ. Σπύρου να ανακαλέσει την απόφαση για παραίτηση του, παρόλο που επισήμανε την απαράδεκτη συμπεριφορά του ιδίου και του ΠΑ αναφορικά με την κατακράτηση και απόκρυψη των εγγράφων της εταιρείας. Στις 7.7.11 η αιτήτρια έλαβε επιστολή για σύγκληση συνεδρίας την επομένη στην οποία θα εξεταζόταν το θέμα παράδοσης σε αυτήν των εγγράφων και πληροφοριών που επιθυμούσε. Όμως, επειδή η εταιρεία έχει υποστεί ζημιά πέραν των €4 εκατ., στις 8.7.11 η αιτήτρια καταχώρησε την παράγωγη αγωγή 4817/11 για την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος της εταιρείας. Στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και Anton Piller, δυνάμει αίτησης της αιτήτριας. Κατόπιν ακρόασης, το Δικαστήριο ακύρωσε τα εν λόγω διατάγματα καθότι δεν υπήρχε πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων από πλευράς αιτήτριας. Η αιτήτρια έχει καταχωρήσει έφεση κατά της εν λόγω απόφασης. Η αιτήτρια επίσης αναφέρεται στη ρήξη των σχέσεων μεταξύ των αδελφών με αποτέλεσμα την ύπαρξη αρκετών δικαστικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένης καταχώρησης από τους ΧΠ, ΚΑ και A&P Holdings αίτησης διάλυσης εναντίον της οικογενειακής εταιρείας G Paraskevaides 1966 Ltd (εφεξής καλουμένη GP66). 3) Άρνηση πρόσβασης στα βιβλία της εταιρείας Μέσα από αυτά τα γεγονότα προβάλλεται η άρνηση πρόσβασης στην αιτήτρια από πλευράς της εταιρείας στα βιβλία αυτής, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της προς τούτο. Μάλιστα, ενώ της αναγνωρίστηκε τέτοιο δικαίωμα εν τούτοις προβλήθηκαν κάποιες προφάσεις, όπως ότι το δικαίωμα της δεν μπορεί να αφορά περίοδο πέραν των 6 ετών και ότι σκοπός της είναι η αλίευση μαρτυρίας για την αγωγή 4817/11, με αποτέλεσμα να μην της έχει δοθεί πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορία. 4) Σχεδιασμός απομάκρυνσης της αιτήτριας από το διοικητικό συμβούλιο Η αιτήτρια θεωρεί ότι τα πιο πάνω γεγονότα καταδεικνύουν σχεδιασμό απομάκρυνσης της από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, ο οποίος είναι πρόδηλος από νομική γνωμάτευση δικηγόρου προς τον ΠΑ που λήφθηκε στο γραφείο της αιτήτριας στις 19.7.11, Τεκμήριο 33. Η αιτήτρια ζήτησε εξηγήσεις και ο ΠΑ της απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα επιβεβαιώνοντας το αληθές του περιεχομένου της γνωμάτευσης, Τεκμήριο 34. 5) Αγορά γεννητριών ρεύματος Περί τα μέσα Ιουλίου του 2011 μετά τα συμβάντα στο Μαρί, σε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου, ο ΠΑ παρουσίασε τρεις τρόπους χρηματοδότησης για την αγορά γεννητριών. Η αιτήτρια εισηγήθηκε τον ένα από αυτούς, ήτοι τη χρηματοδότηση από την A&P Holdings, η οποία όφειλε χρήματα στην εταιρεία, ενώ τελικώς η ΧΠ επέμενε στη χρηματοδότηση από τους μετόχους της εταιρείας. Η επιμονή της, ενώ υπήρχαν άλλοι τρόποι χρηματοδότησης, συνιστά μέρος του σχεδίου των μετόχων πλειοψηφίας να καλούν την αιτήτρια να προβαίνει σε ενέργειες και, σε περίπτωση άρνησης της, να το χρησιμοποιούν για να την απομακρύνουν από το συμβούλιο της εταιρείας. 6) Παραίτηση των ελεγκτών Η ΧΠ και ο ΚΑ επέμεναν όπως οι ελεγκτές της εταιρείας, Grant Thornton Cyprus, που είναι ελεγκτές και της GP66, αλλάξουν τους λογαριασμούς της GP66 ούτως ώστε να παρουσιάζονται ως οφειλόμενα τα ποσά που απαιτούσαν από την εταιρεία οι ίδιοι και η εταιρεία τους A&P Holdings. Οι εν λόγω απαιτήσεις αποτέλεσαν το αντικείμενο αιτήσεων εκκαθάρισης της εταιρείας, 432/11 και 433/11. Η τελευταία έχει ήδη απορριφθεί από το Δικαστήριο ως καταχρηστική. Για το θέμα υπήρξε έντονη διαμάχη μεταξύ του ΠΑ, ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους των ΧΠ και ΚΑ, και των ελεγκτών, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να παραιτηθούν από ελεγκτές της εταιρείας. Ενώ στην επιστολή παραίτησης τους επικαλούνται λόγους ανεξαρτησίας και αντικειμενικότητας, η παραίτηση τους ήταν αποτέλεσμα της πίεσης και των απειλών των ΧΠ, ΚΑ και ΠΑ. Παρά τη διαφωνία της αιτήτριας και την εισήγηση της για άλλον ανεξάρτητο λογιστικό οίκο, τελικώς λήφθηκε απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο για τον διορισμό της KPMG. Η KPMG Λονδίνου έχει διοριστεί και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της A&P Holdings αναφορικά με τις απαιτήσεις της εν λόγω εταιρείας και των ΧΠ και ΚΑ, επομένως η απόφαση για τον διορισμό των συγκεκριμένων ελεγκτών δεν είναι αντικειμενική αλλά εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα και όχι της εταιρείας. 7) Φορολογία Στις 2.11.12 έγινε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, κατά την οποία συζητήθηκε το θέμα της επιβολής φορολογίας στην εταιρεία ύψους €1.531.801,22, κατόπιν σχετικής καταγγελίας στον Φόρο Εισοδήματος. Η ειδοποίηση για τη σύγκληση αυτής στάληκε μία μέρα προηγουμένως στα γραφεία της αιτήτριας, ενώ οι ΧΠ και ΚΑ γνώριζαν ότι αυτή απουσίαζε. Η ίδια δεν έλαβε μέρος στην εν λόγω συνεδρία με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε απόφαση λήφθηκε να είναι άκυρη. Η αιτήτρια ζήτησε να της αποσταλούν τα πρακτικά της συνεδρίας και όλα τα σχετικά έγγραφα, αλλά της στάληκαν μόνο δύο επιστολές του Φόρου προς τον κ. Τεμπριώτη (ελεγκτή) και τους KPMG, Τεκμήριο 58. Αυτή η τακτική είναι κακόπιστη και σκοπό έχει τον αποκλεισμό της αιτήτριας από τη συμμετοχή της στη διοίκηση της εταιρείας. 8) Διορισμός ΠΑ Παρά τις αντιρρήσεις της αιτήτριας, σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση στις 28.5.13, στην οποία δεν ήταν παρούσα, αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία η εκλογή του ΠΑ ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου. Η αιτήτρια αμφισβητεί τη νομιμότητα της ειδοποίησης που δόθηκε για τη σύγκληση της Συνέλευσης, γεγονός το οποίο γενικότερα φαίνεται να αποδέχεται και ο αντικαταστάτης σύμβουλος της ΧΠ, ήτοι ο ΚΜ, σε παλαιότερη επιστολή του (αφορώσα τη GP66) ημ. 27.9.10, Τεκμήριο 60. Η αιτήτρια θεωρεί ότι στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας συμμετείχαν για πολλά χρόνια μόνον οι τρεις μέτοχοι αυτής και επομένως ο διορισμός του ΠΑ χωρίς τη συγκατάθεση της είναι παράνομος και αντίθετος με τον χαρακτήρα και τη φύση της εταιρείας. Παρά τη μη αναγνώριση του διορισμού του ΠΑ από την αιτήτρια, η παρουσία του στις συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου έχει 'επιβληθεί' με την παρότρυνση του ΚΜ. 9) Ανάπτυξη καινούργιων καταστημάτων Ο ΠΑ έλαβε επιστολή τον Οκτώβριο του 2012 για την ανάπτυξη καταστήματος drive through από την εταιρεία. Το θέμα θεωρήθηκε επείγον τον Αύγουστο του 2013, όταν και συγκλήθηκε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου στην οποία η αιτήτρια δεν παρευρέθηκε λόγω απουσίας της για διακοπές, κάτι το οποίο ήταν εις γνώσιν των μετόχων πλειοψηφίας. Το θέμα είχε τεθεί παλαιότερα, τον Ιούλιο του 2011, όμως μεσολάβησαν τα γεγονότα του Μαρί, και έτσι αυτό δεν είχε συζητηθεί στη συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου. Στις 10.9.2013 η αιτήτρια μέσω του δικηγόρου της πληροφόρησε το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ότι ήταν πρόθυμη να εξετάσει το ενδεχόμενο παροχής προσωπικής εγγύησης της ύψους €621,000, όπως της ζητήθηκε, αφού της δίδονταν τα σχετικά έγγραφα και οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας. Ακολούθησαν η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του ΓΜ εκ μέρους της αιτήτριας και του ΠΑ καθώς και συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου, με αποτέλεσμα την παραχώρηση λιγοστών πληροφοριών για το θέμα. Όμως διαφάνηκε ότι η ανάπτυξη του εν λόγω καταστήματος είχε ήδη γίνει από το 2012, με την ενοικίαση του χώρου και την πληρωμή από την εταιρεία του ποσού των €96.600 για την ανάπτυξη αυτού. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 70 και 71, στα οποία περιλαμβάνεται συμφωνία δανειοδότησης της εταιρείας από την A&P Holdings. Στο μεταξύ η απαίτηση είχε μετατραπεί από παροχή προσωπικής εγγύησης σε καταβολή ποσού €57.000 ως εξασφάλιση για δάνειο της εταιρείας. Στη συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου στις 2.10.13, ο ΓΜ ανέφερε ότι η αιτήτρια ήταν πρόθυμη να δώσει το εν λόγω ποσό με παράλληλη δέσμευση λήψης των σχετικών στοιχείων και της απρόσκοπτης πρόσβασης στα βιβλία της εταιρείας και στους λογαριασμούς αυτής, κάτι το οποίο οι υπόλοιποι διοικητικοί σύμβουλοι αρνήθηκαν. Έτσι λήφθηκε απόφαση για τη 'δήθεν' εγκατάλειψη των εργασιών ενώ αυτές είχαν ήδη ξεκινήσει. Το θέμα συζητήθηκε στη συνεδρία του συμβουλίου ημ. 17.10.13, στην οποία λήφθηκε απόφαση για σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για την υλοποίηση του έργου και τον τρόπο χρηματοδότησης αυτού. 10) Κατάστημα στο Κίτι Η αιτήτρια προβάλλει ως ακόμα μία ένδειξη της καταπιεστικής και καταχρηστικής συμπεριφοράς προς αυτήν το άνοιγμα νέου καταστήματος στο Κίτι, χωρίς τη λήψη σχετικής απόφασης από το διοικητικό συμβούλιο και χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση της. Το μόνο που της παρουσιάστηκε, κατόπιν αιτήματος της, είναι η αναφορά ότι το κατάστημα είναι προσοδοφόρο, ενώ η ίδια, μέσω του ΓΜ, δήλωσε έτοιμη να υπογράψει τη σχετική συμφωνία νοουμένου ότι της δοθεί ανάλυση για τα αποτελέσματα και την κερδοφορία του καταστήματος. Στο πλαίσιο αυτό έγινε εισήγηση για την αλλαγή των προσώπων που υπογράφουν εκ μέρους της εταιρείας, χωρίς να υπήρχε λόγος, κάτι το οποίο ενισχύει την προετοιμασία απομάκρυνσης της αιτήτριας από το διοικητικό συμβούλιο και την αποφυγή δυνατότητας της για έλεγχο των λογαριασμών της εταιρείας. Τελικώς, κατόπιν απαίτησης της εταιρείας Yum, ιδιοκτήτριας της εταιρείας KFC παγκοσμίως, η αιτήτρια υποχρεώθηκε να υπογράψει τη συμφωνία, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, καθότι της λέχθηκε ότι τυχόν άρνηση της θα σήμαινε την ανάκληση του δικαιώματος franchise στο Κίτι. Παρόλο που οι υπόλοιποι σύμβουλοι δήλωσαν ότι θα της έδιναν όλη τη σχετική αλληλογραφία με τη Yum, εν τούτοις αυτό δεν έγινε ποτέ. 11) Παραίτηση του κ. Σπύρου και ανάληψη της διαχείρισης της εταιρείας από τον ΠΑ Ο κ. Σπύρου παραιτήθηκε τελικώς χωρίς η αιτήτρια να ενημερωθεί για τους λόγους. Σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου ημερ. 1.11.13, ο ΠΑ ανέφερε ότι με την αποχώρηση του κ. Σπύρου ο ίδιος ανέλαβε πιο ενεργά τη διαχείριση της εταιρείας, χωρίς όμως απόφαση του συμβουλίου προς τούτο. Η ανάληψη καθηκόντων γενικού διευθυντή από τον ΠΑ χωρίς την έγκριση του συμβουλίου συνιστά ακόμα ένα βήμα για την απομάκρυνση της αιτήτριας από τις εργασίες της εταιρείας σύμφωνα με το καλά οργανωμένο σχέδιο των μετόχων πλειοψηφίας να εκμεταλλευτούν την εταιρεία προς εξυπηρέτηση προσωπικών τους συμφερόντων. 12) Λογαριασμοί Η εταιρεία δεν διατηρεί συστηματικά ελεγμένους λογαριασμούς και αυτό οφείλεται στην προσπάθεια μη πλήρους και έγκαιρης ενημέρωσης για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας προς την αιτήτρια. Ειδικότερα παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην ετοιμασία και παράδοση αυτών. Ο εσωτερικός ελεγκτής κ. Σπυρίδης υπέγραψε τους λογαριασμούς του 2007 και 2008 τον Ιούλιο του 2010 χωρίς να τους ελέγξει και εν πάση περιπτώσει στους ελεγμένους λογαριασμούς δεν μπορούσαν να φανούν υπερχρεώσεις. Η αιτήτρια έθετε ζήτημα άρνησης πρόσβασης στα λογιστικά βιβλία αλλά και επί του περιεχόμενου των οικονομικών καταστάσεων και λογαριασμών που τίθεντο στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση. Χωρίς να γίνει έλεγχος για τις ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις και χωρίς να δοθούν όλες οι σχετικές πληροφορίες στην αιτήτρια, οι λογαριασμοί εγκρίνονταν, εξουδετερώνοντας έτσι οποιαδήποτε δυνατότητα συζήτησης και ελέγχου αυτών. Τέλος, στη συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας στις 2.4.14, η αιτήτρια δήλωσε ότι, ελλείψει της αναγκαίας πληροφόρησης, είναι πρόθυμη να ψηφίσει υπέρ της αύξησης κεφαλαίου της εταιρείας νοουμένου ότι της επιτραπεί πρόσβαση στα στοιχεία της εταιρείας. Επίσης ψήφισε εναντίον δανεισμού της εταιρείας από την Α&P Holdings σε σχέση με την αγορά γεννητριών και τη δημιουργία καταστήματος drive through μέχρι να της δοθούν οι απαραίτητες διευκρινίσεις. Άλλωστε η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η απόφαση για δανεισμό αφορούσε τους ΧΠ και ΚΑ προσωπικά και όχι την εταιρεία (επί τούτου σημειώνω ότι η παραπομπή της αιτήτριας στην παρ. 132 της ένορκης της δήλωσης στο Τεκμήριο 64 είναι προφανώς λανθασμένη και αυτή αφορά το Τεκμήριο 71 που είναι η συμφωνία δανειοδότησης.) 13) Σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για την απομάκρυνση της αιτήτριας Όπως αναφέρεται ανωτέρω, στις 9.4.14 η ΧΠ κάλεσε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου με σκοπό τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για την απομάκρυνση της αιτήτριας από το διοικητικό συμβούλιο. Η αιτήτρια ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η εταιρεία δημιουργήθηκε κυρίως με την οικονομική στήριξη του πατέρα της και ενώ αρχικά οι μετοχές ανήκαν μόνο στον ΚΑ και στη ΧΠ, μεταβιβάστηκαν και σε αυτήν οι μετοχές που αναφέρονται ανωτέρω. Με βάση το καταστατικό της εταιρείας και τον τρόπο λειτουργίας της μέχρι πρόσφατα, προκύπτει ότι πρόκειται για μίαν εταιρεία στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας συμμετείχαν μόνο οι τρεις μέτοχοι της. Στην ουσία είναι οιονεί συνεταιρισμός και λειτουργούσε στη βάση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των μετόχων με γνώμονα το καλώς νοούμενο συμφέρον αυτής. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, είναι ισχυρισμός της αιτήτριας ότι το κοινό έδαφος και ο κοινός σκοπός για προώθηση των συμφερόντων της εταιρείας δεν υφίσταται πλέον και ότι οι ενέργειες των μετόχων της πλειοψηφίας επιβεβαιώνουν την κακοπιστία και την καταχρηστική τους συμπεριφορά. Επίσης η αιτήτρια θεωρεί ότι οι ΧΠ, ΚΑ και ΠΑ έχουν παραβεί τα καθήκοντα τους καλής πίστης προς την εταιρεία. Τέλος, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση νομική βάση της οποίας αποτελούν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 136, 141, 178, 202 και 211 (στ), και ο Κανονισμός 96 του Πρώτου Μέρους του Πίνακος 'Α' του Κεφ. 113. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1) Η εταιρεία έχει το απόλυτο και νομοθετικό δικαίωμα με βάση το Καταστατικό της να απομακρύνει οποιονδήποτε διοικητικό σύμβουλο. Επομένως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να απαγορεύσει με προσωρινό διάταγμα στην εταιρεία την άσκηση των εκ της νομοθεσίας απορρεόντων δικαιωμάτων της. 2) Το μόνο δικαίωμα εκ του νόμου ενός συμβούλου (που είναι και μέτοχος) ο οποίος απομακρύνεται από την εταιρεία είναι να ζητήσει την εκκαθάριση της δυνάμει του άρθρου 211(στ) του Κεφ. 113. 3) Η αιτήτρια έλαβε ειδική ειδοποίηση δυνάμει των άρθρων 136 και 178 του Κεφ. 113 στην οποίαν αναφέρονταν οι λόγοι για τους οποίους ζητείτο η απομάκρυνση της και η ίδια δεν άσκησε το δικαίωμα της να στείλει στην εταιρεία τις παρατηρήσεις της και να προβάλει λόγο γιατί δεν έπρεπε να απομακρυνθεί από το διοικητικό συμβούλιο. 4) Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 (είναι προφανές ότι η αναφορά στον περί Εταιρειών Νόμο είναι λανθασμένη) δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση αλλά ούτε και συντρέχουν, και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αίτησης. Για να δικαιούται η αιτήτρια στη διαζευκτική θεραπεία αγοράς των μετοχών της, θα πρέπει να αποδείξει και ζητήσει ότι δικαιούται σε διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 202 του Κεφ. 113, κάτι το οποίο δεν έχει πράξει. 5) Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη διαζευκτική θεραπεία δυνάμει του άρθρου 202 του Κεφ. 113 χωρίς να εκδικαστεί πλήρως η αίτηση. 6) Επιπρόσθετα η αιτήτρια θα πρέπει να καταδείξει ότι οι εργασίες της αιτήτριας διεξήγοντο κατά τρόπο καταπιεστικό προς την ίδια κατά την ημέρα της ακρόασης της κυρίως Αίτησης, και επομένως δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. 7) Η κυρίως Αίτηση είναι ελαττωματική καθότι η αιτήτρια ζητά εναλλακτική θεραπεία χωρίς να ζητά από το Δικαστήριο να αποφασίσει ότι οι εργασίες της εταιρείας διεξήγοντο με καταπιεστικό τρόπο προς την αιτήτρια. Επομένως δεν υφίσταται εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60. 8) Η αιτήτρια βασίζεται σε ισχυρισμούς ότι οι εργασίες της εταιρείας διεξήγοντο κατά τρόπον καταπιεστικό προς αυτή ως διοικητική σύμβουλο και όχι ως μέτοχο. 9) Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ της εταιρείας να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα της και έτσι το τρίτο κριτήριο, ότι δεν μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν η αιτήτρια απομακρυνθεί από το διοικητικό συμβούλιο, δεν ικανοποιείται. 10) Από τη στιγμή που η αιτήτρια ζητά στην κυρίως Αίτηση την αναγκαστική πώληση των μετοχών της, το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να παρεμποδίσει την απομάκρυνση της καθότι η αγορά των μετοχών της είναι άσχετη και ασύνδετη με τη διατήρηση του αξιώματος της ως διοικητικής συμβούλου. 11) Η αιτήτρια γνώριζε από τις 9.4.14 ότι τίθετο θέμα απομάκρυνσης της και από τις 11.4.14 ότι το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για τις 19.5.14 για την απομάκρυνση της. Συνεπώς είχε επαρκή χρόνο να λάβει τα κατάλληλα μέτρα δίνοντας ειδοποίηση και στην άλλη πλευρά για να ακουστεί. 12) Δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος και το Δικαστήριο όφειλε να διατάξει την επίδοση της Αίτησης. 13) Εν όψει της φύσης της Αίτησης το Δικαστήριο όφειλε να διατάξει την άμεση επίδοση αυτής. 14) Λόγω του μακροσκελούς της Αίτησης και του όγκου των τεκμηρίων ήταν αδύνατο για το Δικαστήριο να βρει ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα και να βεβαιωθεί ότι η αιτήτρια είχε δικαίωμα να ζητήσει οποιανδήποτε θεραπεία, εξ ου και το Δικαστήριο εξαπατήθηκε στην έκδοση του διατάγματος μονομερώς. 15) Αν οι καθ΄ ων η αίτηση ακούγονταν, όπως είχαν το συνταγματικό δικαίωμα, το Δικαστήριο θα αποφάσιζε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει μονομερώς το διάταγμα το οποίο εξέδωσε. 16) Το διάταγμα επιδόθηκε μόνο στην καθ΄ ης η αίτηση 1, ενώ δεν έγινε κανονική επίδοση στους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3. Αυτοί είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού και έτσι η Αίτηση έπρεπε να είχε σφραγιστεί πριν την καταχώρηση της. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΠΑ, στην οποία αρχικά και πάλι αναφέρεται στο ιστορικό ίδρυσης και στη δομή της εταιρείας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΠΑ, η εταιρεία ιδρύθηκε το 1993 από τη ΧΠ και τον ΚΑ με σκοπό τη λειτουργία των εστιατορίων KFC στην Κύπρο. Η ΧΠ κατείχε 51 μετοχές και ο ΚΑ κατείχε 49. Λίγους μήνες αργότερα, κατόπιν επιθυμίας της μητέρας της ΧΠ, η τελευταία μεταβίβασε 19 από τις δικές της μετοχές στην αδελφή της, αιτήτρια, και ο ΚΑ 11 από τις δικές του μετοχές στην αιτήτρια. Παρόλο που το έγγραφο μεταβίβασης αναφέρει ως αξία πώλησης το ποσό των Λ.Κ.10, εν τούτοις επρόκειτο περί δωρεάν μεταβίβασης. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αυξήθηκε δύο φορές και σήμερα οι μετοχές ανήκουν στους τρεις μετόχους αυτής ως περιγράφονται και από την αιτήτρια στη δική της ένορκη δήλωση. Ο ΠΑ αρνείται τον ισχυρισμό της αιτήτριας περί οικονομικής βοήθειας του πατέρα της προς την εταιρεία και αναφέρει ότι τέτοια βοήθεια, η οποία θα έπρεπε να παρουσιάζεται ξεχωριστά, δεν περιέχεται στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας από της ιδρύσεως της μέχρι το 2010. Σύμφωνα με τον ΠΑ, οι ΧΠ και ΚΑ είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού και γι΄ αυτό ο ΚΑ παραιτήθηκε από διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας στις 29.5.13. Οι ΧΠ και ΚΑ δεν αναμειγνύονταν στις τρέχουσες εργασίες της εταιρείας, ενώ στα αρχικά στάδια αυτής η αιτήτρια ασχολείτο με την έγκριση τιμολογίων, υπογραφή επιταγών και άλλα, μέχρι την ίδρυση της ανταγωνιστικής εταιρείας εστιατορίων Goody's από αυτή και τον σύζυγο της. Ακολούθως ο ΠΑ, στην ένορκη του δήλωση, παραθέτει ένα σύντομο ιστορικό γεγονότων από το οποίο προκύπτει η στάση και τα κίνητρα που αποδίδονται από τους καθ΄ ων η αίτηση στην αιτήτρια στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Αυτό έχει ως ακολούθως: Οι λογαριασμοί για τα έτη 2007 και 2008 υπογράφηκαν από τον κ. Σπυρίδη μετά από αναλυτική εξέταση των οικονομικών καταστάσεων, στις σημειώσεις των οποίων αναφέρεται ότι η φύση των συναλλαγών της εταιρείας με συγγενικές εταιρείες ήταν με εμπορικούς όρους και προϋποθέσεις ('on an arm's length basis'). Ο κ. Σπυρίδης είχε ειδικό πληρεξούσιο από την αιτήτρια να την εκπροσωπεί στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και ασχολείται με την εταιρεία Goody's. Μετά τον θάνατο του πατέρα της το 2007 η αιτήτρια άρχισε να δημιουργεί κακές σχέσεις με τη μητέρα και την αδελφή της. Οι σχέσεις της αιτήτριας με τους ΧΠ και ΚΑ άρχισαν να διασαλεύονται όταν οι τελευταίοι άρχισαν να ζητούν από την εταιρεία της αιτήτριας L.A.N.I. (η οποία έχει τα Goody'
- s)τα οφειλόμενα ποσά από διάφορες δοσοληψίες μεταξύ τους. Η αιτήτρια και ο σύζυγος της προέβαλλαν διάφορες δικαιολογίες για να αποφύγουν να πληρώσουν και έτσι η A&P Enterprises κίνησε δύο αγωγές εναντίον της εταιρείας L.A.N.I. Restaurants Ltd για περίπου €2 εκατ. ενώ η A&P F&B καταχώρησε δύο αιτήσεις διάλυσης των εταιρειών L.A.N.I. Restaurants Ltd και L.A.N.I. Restaurants (Limassol) Ltd λόγω του ότι οφείλουν το συνολικό ποσό των €650,000 περίπου το οποίο δεν πλήρωσαν. Οι προσπάθειες εξεύρεσης λύσης μεταξύ της αιτήτριας και του κ. Σπυρίδη, από τη μια, και αντιπροσώπων της προαναφερόμενων εταιρειών της A&P, από την άλλη, απέτυχαν. Μετά την κατάρρευση των συνομιλιών η αιτήτρια άρχισε να προβαίνει σε εχθρικές ενέργειες εναντίον της αδελφής και της μητέρας της. Εξ ου και η καταχώρηση διάφορων δικαστικών διαδικασιών μεταξύ τους, μεταξύ των οποίων και η αίτηση εκκαθάρισης 433/11 (όπως αναφέρεται πιο πάνω) η οποία απορρίφθηκε γιατί το Δικαστήριο αποφάσισε ότι το χρέος αμφισβητείτο. Εναντίον της εν λόγω απόφασης καταχωρήθηκε έφεση. Είναι μετά την κατάρρευση των συνομιλιών επίσης που η αιτήτρια ζητά φορτικά πληροφορίες και αναλύσεις των λογαριασμών της εταιρείας με την πρόφαση των υπερχρεώσεων. Στο πλαίσιο της αγωγής 4817/11 και της μονομερούς αίτησης της αιτήτριας δυνάμει της οποίας εκδόθηκαν μονομερώς διατάγματα Norwich Pharmacal και Anton Piller, προβλήθηκαν οι ίδιοι ισχυρισμοί περί πληροφόρησης της από τον ΑΧ για υπερχρεώσεις. Ο ΑΧ βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη με την εταιρεία ενώ σήμερα εργοδοτείται ως γενικός διευθυντής της εταιρείας Goody's. Κατόπιν ακρόασης τα διατάγματα ακυρώθηκαν λόγω επίδειξης κακής πίστης από την αιτήτρια. Η δε προβολή ψευδών ισχυρισμών και μάλιστα σε δύο διαφορετικές διαδικασίες συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. O ΠΑ στη συνέχεια προβάλλει πιο εξειδικευμένα τους δικούς του ισχυρισμούς όσον αφορά τις θέσεις της αιτήτριας. Θεωρώ ότι η κατάταξη και παράθεση αυτών ανά θέμα όπως αυτά προσδιορίστηκαν ανωτέρω είναι χρήσιμη και βοηθητική για να δώσει μία πιο σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα των θέσεων των δύο πλευρών. 1) Απαιτήσεις των εταιρειών A&P Enterprises και A&P F&B εναντίον της εταιρείας - Καταχώρηση αγωγών εναντίον της εταιρείας Τα όσα επικαλείται η αιτήτρια αναφέρονται σε παράπονα της υπό την ιδιότητα της ως διοικητικής συμβούλου και όχι μετόχου της εταιρείας. Με βάση δε το συμφέρον των ΧΠ και ΚΑ (60% στις πωλήτριες εταιρείες και 70% στην εταιρεία) η πληρωμή των οφειλόμενων ποσών από την εταιρεία θα τους προκαλούσε ζημιά και όχι όφελος, όπως ισχυρίζεται η αιτήτρια. Οι οφειλές της εταιρείας προς τις A&P Enterprises και A&P F&B είναι υπαρκτές. Η αιτήτρια δεν δεχόταν τις προσπάθειες διαπραγμάτευσης για την εξεύρεση λύσης αποπληρωμής τους εκτός αν της δινόταν ανάλυση του λογαριασμού των δανειστριών εταιρειών και εκτός αν πληροφορείτο ότι οι εν λόγω εταιρείες δεν πωλούσαν σε τρίτες εταιρείες προϊόντα στις ίδιες ή χαμηλότερες τιμές. Οι πωλήτριες εταιρείες δεν είχαν τέτοιαν υποχρέωση καθότι η εμπορική πολιτική καθεμιάς είναι εμπιστευτικό θέμα. Ο ΠΑ και πάλι παραπέμπει στο περιεχόμενο των ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων και στην ενέργεια της αιτήτριας, εν αγνοία των υπολοίπων συμβούλων της εταιρείας, να ζητά από τους ελεγκτές της εταιρείας να προβούν σε έλεγχο των υπολοίπων που διεκδικούν οι προαναφερόμενες εταιρείες, και ειδικότερα στη διεξαγωγή έρευνας της ορθότητας των οφειλόμενων ποσών και κατά πόσο οι εν λόγω εταιρείες δεν πωλούσαν σε τρίτες εταιρείες προϊόντα στις ίδιες ή χαμηλότερες τιμές. Αυτό που ζητά από τους ελεγκτές είναι πρωτοφανές, οι οικονομικές καταστάσεις διαψεύδουν την αιτήτρια και η στάση της καταδεικνύει την κακοπιστία και ανεντιμότητα της σε μία προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας για την παράγωγη αγωγή. Στις δύο αγωγές η εταιρεία δεν έχει υπεράσπιση και η αιτήτρια επιδιώκει να υποβάλει καταχρηστικά υπεράσπιση, χωρίς να αποκαλύπτει ποια είναι αυτή. Η αιτήτρια δεν μπορεί να επικαλείται σύγκρουση συμφερόντων και καταπίεση της, όταν η εταιρεία επιδιώκει αναγνώριση των οφειλών της και εξασφάλιση αποπληρωμής τους σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και με χαμηλό τόκο, ενώ μάλιστα διατρέχει τον κίνδυνο άμεσης εκκαθάρισης αν το ζητήσουν οι δύο εταιρείες. 2) Υπερχρεώσεις της εταιρείας και προσπάθεια απόκρυψης των ενεργειών αυτής Αυτό το θέμα καλύπτεται από τους ισχυρισμούς του ΠΑ, οι οποίοι παρατίθενται ανωτέρω, σχετικά με το ιστορικό των γεγονότων. 3) Άρνηση πρόσβασης στα βιβλία της εταιρείας Σύμφωνα με το άρθρο 141 του Κεφ. 113 η εταιρεία υποχρεούται να φυλάττει τα λογιστικά βιβλία και αρχεία της για περίοδο 6 ετών, και τα λογιστικά βιβλία είναι ανοικτά για επιθεώρηση στους διοικητικούς συμβούλους. Όμως οι μέτοχοι δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα. Επομένως η άρνηση προς ένα διοικητικό σύμβουλο να επιθεωρήσει τα λογιστικά βιβλία δεν αποτελεί καταπίεση της αιτήτριας ως μετόχου. 4) Σχεδιασμός απομάκρυνσης της αιτήτριας από το διοικητικό συμβούλιο Το σχέδιο απομάκρυνσης της αιτήτριας από την εταιρεία είναι δική της φαντασία, καθότι η ίδια φέρνει συνεχώς προσκόμματα και δημιουργεί προβλήματα επιδιώκοντας την καταστροφή της εταιρείας. Ήταν ο ισχυρισμός του ΠΑ ότι η αιτήτρια δημιουργεί κακόπιστα θέμα καταπίεσης της για να πάρει χρήματα από τους άλλους μετόχους. 5) Αγορά γεννητριών ρεύματος Από τις 8.7.11 τόσο η στάση της αιτήτριας όσο και του ΓΜ ήταν συνεχώς αρνητική και η αιτήτρια δεν συνεργαζόταν ως διοικητική σύμβουλος σε οποιονδήποτε τομέα. Ακολουθούσε μία συγκρουσιακή πορεία με την πρόφαση ότι ζητούσε πληροφορίες και ότι δεν της δίνονταν. Ενώ η εισήγηση για τη χρηματοδότηση της αγοράς των γεννητριών ήταν η συνεισφορά και των τριών μετόχων και διοικητικών συμβούλων ανάλογα με το μερίδιο τους, τελικώς η αιτήτρια αρνήθηκε να συνεισφέρει υποχρεώνοντας τους άλλους δύο να πληρώσουν τα χρήματα δανείζοντες την εταιρεία. Ουσιαστικά η αιτήτρια δεν πρόβαλε βάσιμο λόγο για την άρνηση της αυτή, ενώ όφειλε εντίμως να αναγνωρίσει την οικονομική της αδυναμία ή τη μη ύπαρξη ενδιαφέροντος από πλευράς της για το καλό της εταιρείας, η οποία ανταγωνίζεται τη δική της. Ο ΠΑ ισχυρίζεται επίσης ότι η αιτήτρια προσέφερε βοήθεια μόνο στη δική της εταιρεία με την ενεχυρίαση μετοχών της στην οικογενειακή εταιρεία GP66. 6) Παραίτηση των ελεγκτών Ο ΠΑ ισχυρίζεται ότι ενώ οι ΧΠ και ΚΑ δάνεισαν μεγάλα ποσά στην εταιρεία, η αιτήτρια τους υπονομεύει αποδίδοντας τους έλλειψη καλής πίστης και επιμέλειας. Σε βαθμό που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι πρώην ελεγκτές εξαναγκάστηκαν σε παραίτηση. 7) Φορολογία Το θέμα προέκυψε από τους ισχυρισμούς της αιτήτριας για υπερχρεώσεις και μειώσεις των κερδών της εταιρείας, χωρίς να σκεφθεί τις συνέπειες της φορολογίας €1,5 εκατ. και επικαλούμενη καταπίεση της από τους μετόχους πλειοψηφίας. Η εταιρεία υπέβαλε ένσταση προσλαμβάνοντας ειδικούς συμβούλους έναντι σημαντικής αμοιβής, και κατόπιν ενδελεχούς έρευνας και εξονυχιστικού ελέγχου των βιβλίων της εταιρείας και των προμηθευτριών της A&P Enterprises και A&P F&B, το γραφείο του Φόρου Εισοδήματος ακύρωσε την επιβληθείσα φορολογία. Σύμφωνα με τον ΠΑ, η αιτήτρια με τις ενέργειες της ήθελε να καταστρέψει την εταιρεία. 8) Διορισμός ΠΑ Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά από τον ΠΑ για το εν λόγω θέμα. 9) Ανάπτυξη καινούργιων καταστημάτων Και για το θέμα αυτό η αιτήτρια προφασίστηκε την άρνηση παροχής πληροφοριών για να μην συνεισφέρει οικονομικά με αποτέλεσμα τη λήψη απόφασης (με μειοψηφία την αιτήτρια) όπως οι άλλοι δύο μέτοχοι δανείσουν και πάλι την εταιρεία. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν αποδεικνύουν κατάχρηση ή καταπίεση αλλά επιβεβαιώνουν τα αλλότρια κίνητρα της. 10) Κατάστημα στο Κίτι Η διεύθυνση της εταιρείας αποφάσισε την ίδρυση του και προς τούτο έπρεπε να υπογραφούν τα σχετικά έγγραφα από τους τρεις μετόχους που απαιτούσε πάντοτε η Yum, όπως γινόταν στο παρελθόν. Η αιτήτρια πρόβαλε ως δικαιολογία για την άρνηση της να υπογράψει, τη μη πληροφόρηση της από τα άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου για την κερδοφορία του καταστήματος και ότι αυτό λειτούργησε χωρίς η ίδια να ενημερωθεί. Η αιτήτρια εισηγήθηκε να υπογράψουν μόνο οι άλλοι δύο σύμβουλοι και μόνο κατόπιν απειλής της Yum για διακοπή της συμφωνίας δέχθηκε να υπογράψει. Κάθε διοικητικός σύμβουλος είχε το δικαίωμα να υπογράφει ξεχωριστά, όμως αυτό το δικαίωμα δεν ασκείτο στην πράξη. Επειδή οι δύο σύμβουλοι διέμεναν στο εξωτερικό το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να τους αλλάξει όλους και εξουσιοδότησε τη διεύθυνση να υπογράφει. 11) Παραίτηση του κ. Σπύρου και ανάληψη της διαχείρισης της εταιρείας από τον ΠΑ Μετά την παραίτηση του γενικού διευθυντή της εταιρείας, ο ΠΑ ανέλαβε περισσότερα καθήκοντα αφιερώνοντας πολύ από τον χρόνο του και αμισθί. 12) Λογαριασμοί Οι λογαριασμοί για τα έτη 2009 και 2010 τέθηκαν στο διοικητικό συμβούλιο για έγκριση και η αιτήτρια αρνήθηκε να το πράξει με τη δικαιολογία ότι δεν γνώριζε κατά πόσον ήταν ορθοί. Ενώ μάλιστα καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον της εταιρείας για παράλειψη καταχώρησης των λογαριασμών για τα έτη αυτά, η αιτήτρια δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον. Οι ανεξάρτητοι ελεγκτές KPMG ήλεγξαν τους λογαριασμούς και μάλιστα πιστοποιούν ότι η εταιρεία βασίζεται στη συνεχή χρηματοοικονομική στήριξη των μετόχων της A&P Holdings. H αιτήτρια όμως αρνήθηκε να υπογράψει παρόμοια επιστολή οικονομικής στήριξης προς την εταιρεία όπως υπέγραψαν οι άλλοι δύο μέτοχοι. Και αντί αυτού η αιτήτρια ισχυρίζεται μάλιστα ότι οι δύο μέτοχοι έχουν σκοπό τη λεηλάτηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. 13) Σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για την απομάκρυνση της ΛΜ Στις 21.2.14 η αιτήτρια απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 5, η οποία σημειώνω ότι φέρει ημ. 21.2.13) με την οποία ζητούσε, όχι μόνο πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία, αλλά να ελέγξει όλα τα βιβλία, έγγραφα, συμφωνίες, τιμολόγια, επιταγές κ.ά. από το 2000 μέχρι το 2010 (σημειώνω και πάλι ότι η επιστολή αναφέρεται στα στοιχεία για τα έτη 2000 μέχρι 2013). Και αυτό για αλλότριους σκοπούς και για αλίευση μαρτυρίας. Αυτό αποτέλεσε και την κορωνίδα της ενόχλησης, κατάχρησης και της έλλειψης κάθε προσπάθειας συνεργασίας της με τους άλλους διοικητικούς συμβούλους και καλής πίστης εκ μέρους της. Είναι πρόδηλο από το 2011 ότι η αιτήτρια αποτελεί μία διαρκή άρνηση και πρόκληση καταλήγοντας στο Δικαστήριο, έχει παντελή έλλειψη καλής θέλησης και επιθυμεί την καταστροφή της εταιρείας στην οποία δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό μέχρι σήμερα. Γι΄ αυτό η ΧΠ ζήτησε σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου για τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για την απομάκρυνση της αιτήτριας. Οι λόγοι για τους οποίους ζητείτο η απομάκρυνση της περιέχονται στην επιστολή της ΧΠ ημ. 9.4.14, Τεκμήριο 6. Ενώ δόθηκε στην αιτήτρια η νενομισμένη προθεσμία, αυτή δεν απέστειλε τις παρατηρήσεις και τα σχόλια της σύμφωνα με το Νόμο και καταχώρησε την κυρίως Αίτηση. Τέλος, ο ΠΑ ισχυρίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας αποφάσιζε πάντοτε διά πλειοψηφίας, και ουδεμία απόφαση λήφθηκε από τους μετόχους ή το διοικητικό συμβούλιο που να αποδεικνύει καταπίεση της αιτήτριας εν τη εννοία του άρθρου 202 του Κεφ. 113. Πέραν του γεγονότος ότι η αιτήτρια με τη βασική/αρχική ένορκη δήλωση και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της προς υποστήριξη της αίτησης, επισυνάπτει σωρεία εγγράφων ως τεκμήρια (συνολικά 86), και οι αγορεύσεις των δύο πλευρών ήταν ιδιαίτερα μακροσκελείς. Τούτου λεχθέντος θεωρώ ορθότερο όπως η παραπομπή τόσο στα τεκμήρια όσο και στις θέσεις των δικηγόρων γίνεται στο κατάλληλο στάδιο όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον σκοπό έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης, θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ αρχικά με τον τελευταίο λόγο ένστασης. Η θέση ότι η Αίτηση έπρεπε να είχε σφραγιστεί πριν την καταχώρηση αυτής καθότι οι καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού δεν ευσταθεί. Ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής των καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3, επισημαίνω ότι η Αίτηση στρέφεται εναντίον και της καθ΄ ης η αίτηση 1, εταιρείας, η οποία εδρεύει στην Κύπρο, και επομένως δεν χρειαζόταν η σφράγιση της Αίτησης ως προαπαιτούμενο για την έγκυρη καταχώρηση της, κατ΄ αναλογίαν προς όσα ισχύουν για κλητήριο ένταλμα. Εκείνο όμως που ενδεχομένως απαιτείτο ήταν η χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ή για υποκατάστατη επίδοση. Σχετική είναι η υπόθεση Τηλέτυπος Α.Ε. v. Mega Channel Management Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1863. Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου προκύπτει ότι, δυνάμει σχετικής αίτησης, στις 2.6.14 το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα για σφράγιση και υποκατάστατη επίδοση της κυρίως Αίτησης, της παρούσας Αίτησης και του εκδοθέντος μονομερούς διατάγματος στους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 με την παράδοση πιστών αντιγράφων αυτών στον δικηγόρο κ. Κυριάκο Μιχαηλίδη. Στον φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχουν καταχωρημένες ένορκες δηλώσεις επίδοσης ημ. 13.6.14, με βάση τις οποίες φαίνεται η επίδοση των εν λόγω εγγράφων στον κ. Μιχαηλίδη για τους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Με αυτά τα δεδομένα ικανοποιούμαι ότι έχει γίνει κανονική επίδοση τόσο της Αίτησης όσο και του εκδοθέντος διατάγματος στους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3, και έτσι ο τελευταίος λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος. Η παραπομπή, μέσα από τον λόγο ένστασης, στην απόφαση Capman Holdings Ltd v. Zayniyevich, Πολ. Έφεση αρ. 136/11, ημ. 28.5.13, δεν υποστηρίζει την εισήγηση διότι διακρίνεται ως προς τα γεγονότα της καθότι σε εκείνη την υπόθεση όχι μόνο δεν είχε γίνει επίδοση των διαταγμάτων σε όλους τους εναγόμενους, και ειδικότερα στον εναγόμενο 1 αλλά ούτε καν προσπάθεια προς τούτο. Αντιθέτως στην υπό κρίση περίπτωση υπάρχει επίδοση σε όλους τους καθ΄ ων η αίτηση. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, και ειδικότερα από το πρακτικό ημ. 17.6.14, ο κ. Μιχαηλίδης εμφανίστηκε μόνο για την καθ΄ ης η αίτηση 1 αμφισβητώντας την επίδοση στους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3, και έτσι δεν υπήρξε εμφάνιση για αυτούς. Το Δικαστήριο όρισε την Αίτηση για οδηγίες για όλους τους καθ΄ ων η αίτηση και έδωσε οδηγίες όπως η καθ΄ ης η αίτηση 1 καταχωρήσει ένσταση. Τελικώς, καταχωρήθηκε ένσταση και από τους τρεις καθ΄ ων η αίτηση. Τόσο τα διατάγματα όσο και οι επιδόσεις θα μπορούσαν να ακυρωθούν μόνο κατόπιν αίτησης για παραμερισμό τους - S.P.P. Projects Ltd v. Integra Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ. 762. Όχι μόνο δεν καταχωρήθηκε τέτοια αίτηση αλλά αντιθέτως οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση κατά τρόπον που υποδηλοί ότι τελικά αποδέχθηκαν τις επιδόσεις όπως έγιναν. Με δεδομένη τη νομότυπη επίδοση και την καταχώρηση εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 ένστασης, θεωρώ ότι και οι τρεις καθ΄ ων η αίτηση λαμβάνουν μέρος στην παρούσα διαδικασία μέσω δικηγόρου, και έτσι η εκδίκαση της Αίτησης αφορά και τους τρεις καθ΄ ων η αίτηση. Άλλο θέμα που απασχόλησε τους δικηγόρους των δύο πλευρών είναι το ποιο αιτητικό αφορά η εκδίκαση της παρούσας Αίτησης. Ήταν η θέση του δικηγόρου της αιτήτριας ότι στην ένσταση δεν προβάλλονται οποιοιδήποτε λόγοι που να αφορούν το δεύτερο αιτητικό της Αίτησης για τον διορισμό του κ. Αβραάμ ως προσωρινού διαχειριστή και παραλήπτη, και έτσι στην απουσία νομότυπης ένστασης το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 με βάση το περιεχόμενο της Αίτησης και των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν. Αντίθετη ήταν η θέση του δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση, ο οποίος επισήμανε ότι μόνο η Αίτηση και το εκδοθέν διάταγμα επιδόθηκαν σε αυτούς, και όχι το πρακτικό του Δικαστηρίου από το οποίο να φαίνονται οι οδηγίες για την επίδοση της Αίτησης αναφορικά με το εν λόγω αιτητικό, παράλειψη η οποία αποτελεί εξ ολοκλήρου ευθύνη του δικηγόρου της αιτήτριας. Έτσι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν μπορούσαν να είχαν γνώση της διαδικασίας και δεν έχουν θέση για να τοποθετηθούν επί αυτού του αιτητικού. Αυτή η θέση του δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, διαφαίνεται ότι στην ένορκη δήλωση επίδοσης των σχετικών εγγράφων στον κ. Μιχαηλίδη για τον καθ΄ ου η αίτηση 3 επισυνάπτεται επιστολή των δικηγόρων της αιτήτριας ημ. 6.6.14 προς τον κ. Μιχαηλίδη στην οποία, μεταξύ άλλων, γίνεται ρητή αναφορά στην πορεία της Αίτησης και κυρίως στο ότι το εκδοθέν διάταγμα είναι επιστρεπτέο για τους καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 και ότι η αίτηση ορίστηκε για επίδοση σε σχέση με το δεύτερο αιτητικό της. Επομένως, θεωρώ ότι οι καθ΄ ων η αίτηση γνώριζαν ή τουλάχιστον όφειλαν να γνωρίζουν για την πορεία της Αίτησης. Άλλωστε σημειώνω ότι στο συνταχθέν διάταγμα του Δικαστηρίου δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο δεύτερο αιτητικό (π.χ. ότι αυτό απορρίφθηκε). Η θέση του κ. Μιχαηλίδη στην αγόρευση του ότι οι καθ΄ ων η αίτηση θεώρησαν ότι αυτό το αιτητικό απορρίφθηκε από το Δικαστήριο δεν αποτελεί μαρτυρία στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης και έτσι δεν μπορεί να ληφθεί υπ΄ όψιν. Κρίνεται λοιπόν πως οι καθ΄ ων η αίτηση όφειλαν να καθορίσουν τη θέση τους και εν σχέσει με το δεύτερο αυτό αιτητικό. Παρά ταύτα είναι πρόδηλο από μίαν ανάγνωση της ένστασης και των λόγων αυτής ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στο εν λόγω (δεύτερο) αιτητικό. Η εξειδίκευση των λόγων ένστασης είναι επιτακτική δυνάμει της Δ.48 Θ. 4
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έτσι ώστε τόσο ο αντίδικος όσο και το Δικαστήριο να πληροφορούνται για τους ακριβείς λόγους στους οποίους στηρίζεται η ένσταση. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Σοφοκλέους v. Ταβελούδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 92 και Yugos Finance BV κ.ά. v. Halebay Holdings Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 180/09, ημ. 8.3.13. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, παρόλο που ελλείπουν λόγοι ένστασης αναφορικά με το δεύτερο αιτητικό της Αίτησης, εντούτοις στην ένορκη δήλωση του ΠΑ η οποία συνοδεύει την ένσταση γίνεται εκτενής αναφορά σε γεγονότα τα οποία αφορούν και τα δύο αιτητικά καθότι αυτά είναι αλληλένδετα. Τα γεγονότα αυτά βασικά εστιάζονται στις απαιτήσεις των A&P Enterprises και A&P F&B εναντίον της εταιρείας, στην αγωγή αρ. 4817/11 και στις ισχυριζόμενες από πλευράς αιτήτριας υπερχρεώσεις στην εταιρεία. Τέτοια γεγονότα στην ένορκη δήλωση και μαρτυρία δεν υπήρχαν στην υπόθεση Yugos (ανωτέρω), η οποία αφορούσε αίτηση παρακοής διατάγματος, στοιχεία τα οποία διακρίνουν την υπό κρίση περίπτωση. Αναφορικά με την εισήγηση του δικηγόρου της αιτήτριας, θεωρώ ότι στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης όσον αφορά το εκδοθέν διάταγμα είναι ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και από τις δύο πλευρές. Επίσης το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τη μαρτυρία της αιτήτριας αναφορικά με το δεύτερο αιτητικό για να καταλήξει κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του. Από τη στιγμή όμως που η μαρτυρία των καθ΄ ων η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορά κοινό υπόβαθρο γεγονότων για τα δύο αιτητικά, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαχωρίσει τη μαρτυρία και να την εξετάσει απομονωμένα για το κάθε μέρος της Αίτησης. Αντιθέτως θεωρώ ότι το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ΄ όψιν το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του για τον σκοπό εξέτασης τόσο του εκδοθέντος διατάγματος όσο και του δεύτερου αιτητικού της Αίτησης. Με άλλα λόγια, η απουσία λόγων ένστασης για το δεύτερο αιτητικό δεν αναιρεί την υποχρέωση του Δικαστηρίου, εξετάζοντας τις προϋποθέσεις έκδοσης του δεύτερου διατάγματος, να συνεκτιμήσει και τη μαρτυρία των καθ΄ ων η αίτηση εν σχέσει με τα διαδραματισθέντα. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει εξουσία για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος και διατάγματος διορισμού παραλήπτη όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιον. Ήταν η εισήγηση του δικηγόρου της αιτήτριας ότι στην παρούσα περίπτωση πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος και την έκδοση διατάγματος ως το δεύτερο αιτητικό της Αίτησης. Αντίθετη ήταν η θέση του δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση, ο οποίος αμφισβήτησε ακόμη και τη γενικότερη εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει τέτοια διατάγματα. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερθείσες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο στο οποίο το Δικαστήριο, στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Ακόμα όμως και όταν διαπιστωθεί η συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα, ούτε προβαίνει σε πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διερεύνηση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R. 417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Διαφωτιστικό επί τούτου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Με βάση το περιεχόμενο της κυρίως Αίτησης, ζητούνται διαζευκτικές θεραπείες, και συγκεκριμένα είτε η αγορά των μετοχών της αιτήτριας από τους μετόχους πλειοψηφίας είτε η ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των εργασιών της εταιρείας, στη βάση των άρθρων 202 και 211 του Κεφ. 113. Από αυτό και μόνο συνάγεται ότι με την κυρίως Αίτηση η αιτήτρια επικαλείται καταπιεστική συμπεριφορά εις βάρος της ως μετόχου μειοψηφίας από τους μετόχους πλειοψηφίας έτσι ώστε να ζητά την προστασία των συμφερόντων της με μία από τις αιτούμενες θεραπείες. Με βάση το περιεχόμενο της κυρίως Αίτησης, την ένορκη δήλωση της αιτήτριας που τη συνοδεύει, και τη φύση των αιτούμενων θεραπειών, ικανοποιούμαι ότι η αιτήτρια έχει αποκαλύψει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στο πλαίσιο εξέτασης της δεύτερης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση, εμπίπτουν οι πλείστοι λόγοι ένστασης, τους οποίους θα εξετάσω, όχι απαραιτήτως με τη σειρά που τίθενται στην ένσταση, σε συνάρτηση και με την προσαχθείσα μαρτυρία των δύο πλευρών μέσω των ενόρκων δηλώσεων. Το άρθρο 202, στο οποίο βασικά στηρίζεται η κυρίως Αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Οποιοδήποτε µέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται µε τρόπο καταπιεστικό µέρους των µελών (περιλαµβανοµένου του ιδίου), ή, σε περίπτωση που εµπίπτει στο εδάφιο
(3)του άρθρου 163, το Υπουργικό Συµβούλιο, δύναται να µεριµνήσει για την υποβολή αίτησης στο ∆ικαστήριο για διάταγµα σύµφωνα µε το άρθρο αυτό.
(2)Αν σε τέτοια αίτηση το ∆ικαστήριο έχει τη γνώµη - (α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε· και (β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσµενώς εκείνο το µέρος των µελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγµατος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύµφωνα µε τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το ∆ικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεµάτων αναφορικά µε εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγµα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθµιση της µελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των µετοχών οποιωνδήποτε µελών της εταιρείας από άλλα µέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη µείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά.» Από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου, προκύπτει ότι η οποιαδήποτε αιτούμενη θεραπεία δυνάμει αυτού δεν είναι η εκκαθάριση της εταιρείας αλλά είτε η αγορά των μετοχών είτε η ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας. Καθίσταται σαφές ότι οποιοδήποτε μέλος εταιρείας, το οποίο έχει παράπονο, μπορεί να υποβάλει τέτοια αίτηση προς το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο με την τελική του απόφαση δύναται να εκδώσει μίαν από τις αιτούμενες θεραπείες νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό προς το μέλος και ότι η εκκαθάριση θα το επηρέαζε δυσμενώς, αλλά τα γεγονότα είναι τέτοια που θα καθιστούσαν δίκαιον να εκκαθαριστεί η εταιρεία. Η αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση ζητά ακριβώς τις θεραπείες (διαζευκτικά) οι οποίες προβλέπονται ρητώς από το άρθρο
- Το κατά πόσον οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με καταπιεστικό τρόπο προς αυτήν αποτελεί ένα από τα βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως Αίτησης. Αυτό όμως δεν αποτελεί μέρος του αιτητικού τέτοιας φύσης Αίτησης, καθότι δεν είναι μία εκ των αιτούμενων θεραπειών, αλλά μία εκ των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο
- Υπό το φως των όσων αναφέρονται πιο πάνω, θεωρώ ότι ο έβδομος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί, καθότι στο πλαίσιο της κυρίως Αίτησης η αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι οι εργασίες της εταιρείας διεξάγονται με καταπιεστικό τρόπο προς αυτήν. Οι θεραπείες του άρθρου 202 του Κεφ. 113 μπορούν να ζητηθούν αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 211(στ). Η θεραπεία για εκκαθάριση της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(στ) αποτελεί εναλλακτική και ξεχωριστή θεραπεία, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του άρθρου 202, θα πρέπει να καταλήξει κατά πόσο τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης καθιστούν δίκαιον να εκκαθαριστεί η εταιρεία. Σχετική είναι η υπόθεση Re Pelmaco Development Ltd
(1999)1(B) A.A.Δ. 1369. Αυτή η προσέγγιση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Acts, 12η έκδοση, σελ. 423-424, όπου γίνεται αναφορά στις αντίστοιχες αγγλικές νομοθετικές πρόνοιες των άρθρων 210 και 225
(2). Επομένως, ο τέταρτος λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος, καθότι στο πλαίσιο της κυρίως Αίτησης δεν είναι αναγκαίο όπως περιληφθεί η εκκαθάριση της εταιρείας ή το δικαίωμα της αιτήτριας σε διάταγμα εκκαθάρισης ως αιτούμενη θεραπεία. Είναι και πάλι στο πλαίσιο εξέτασης των προϋποθέσεων του άρθρου 202 που το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει κατά πόσο τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Με δεδομένες τις αιτούμενες θεραπείες στην κυρίως Αίτηση, είναι προφανές ότι η αιτήτρια δεν επιδιώκει μόνο την απομάκρυνση της από την εταιρεία (μέσω της αγοράς των μετοχών της) αλλά διαζευκτικά επιθυμεί όπως παραμείνει στην εταιρεία με τρόπο που να διασφαλίζεται η προστασία των δικών της συμφερόντων ως μετόχου μειοψηφίας (μέσω της δεύτερης αιτούμενης θεραπείας). Η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση αμφισβητεί την οποιανδήποτε εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει την απομάκρυνση της αιτήτριας από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Υπάρχουν διάφοροι συναφείς λόγοι ένστασης, ένας εκ των οποίων είναι ότι παρόλο που η αιτήτρια έλαβε ειδική ειδοποίηση δυνάμει των άρθρων 136 και 178 του Κεφ. 113, στην οποίαν αναφέρονταν λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους ζητείτο η απομάκρυνση της, αυτή δεν άσκησε το δικαίωμα της να αποστείλει στην εταιρεία τις παρατηρήσεις της και να προβάλει λόγο γιατί, κατά την άποψη της, δεν πρέπει να απομακρυνθεί από το διοικητικό συμβούλιο. Πράγματι και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι η αιτήτρια έλαβε την επιστολή της ΧΠ ημ. 9.4.14 (Τεκμήριο 25 στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας) στην οποίαν αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους η τελευταία ζήτησε τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης με σκοπό την απομάκρυνση της αιτήτριας από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Επί του θέματος υπάρχει η επιπρόσθετη μαρτυρία από την πλευρά της αιτήτριας, η οποία δεν αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση, ότι στις 9.4.14 συγκλήθηκε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου για τις 11.4.14 με θέμα τη σύγκληση της προαναφερομένης Συνέλευσης και ότι στην εν λόγω συνεδρία ο ΓΜ, εκπροσωπώντας την αιτήτρια, κατέθεσε σχετικό memo ημ. 11.4.14 (Τεκμήριο 27 στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας) στο οποίο αναφέρονται οι θέσεις της αιτήτριας επί του θέματος της απομάκρυνσης της από το διοικητικό συμβούλιο. Στις 11.4.14 δόθηκε και η ειδοποίηση για τη σύγκληση της εν λόγω Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης (Τεκμήριο 28) και στις 14.4.14 η αιτήτρια έλαβε επιστολή εκ μέρους του γραμματέα της εταιρείας ΠΑ στην οποία, μεταξύ άλλων, επαναλαμβάνει τη λήψη της επιστολής της ΧΠ (Τεκμήριο 29). Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 178 του Κεφ. 113 ο σύμβουλος του οποίου ζητείται η παύση, στην προκειμένη περίπτωση η αιτήρια, δύναται να ακουστεί στη Συνέλευση σε σχέση με το ψήφισμα για την παύση της. Με βάση τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, η αιτήτρια, μέσω του memo, έθεσε τις απόψεις της στο διοικητικό συμβούλιο περί του παράνομου της απομάκρυνσης της, της καταπίεσης της ως μετόχου μειοψηφίας και του ότι δικαιολογείται η εκκαθάριση της εταιρείας. Μέσα από το memo ήταν επίσης πρόδηλη η θέση της αιτήτριας ότι οι λοιποί διοικητικοί σύμβουλοι θα προχωρήσουν στην απομάκρυνση της για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα, ανεξαρτήτως της αντίθετης θέσης της αιτήτριας. Θεωρώ ότι με αυτά τα δεδομένα, το γεγονός ότι η αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του άρθρου 178 του Κεφ.113 δεν την εμποδίζει από του να λάβει άλλα (νομικά) μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων της. Με αυτή τη διαπίστωση του Δικαστηρίου, και ο τρίτος λόγος ένστασης θεωρείται αβάσιμος. Είναι αδιαμφισβήτητο το δικαίωμα που έχει μία εταιρεία με βάση το Νόμο, και ειδικότερα το Κεφ.113, να παύει διοικητικούς συμβούλους σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καταστατικού της. Αυτό αναγνωρίζεται στα συγγράμματα Palmer's on Company Law, Τόμος 1, 22η έκδοση, παρ. 59-25 και Halsbury's Laws of England, Τόμος 7
(1), 4η έκδοση, παρ. 639, στα οποία παρέπεμψε ο δικηγόρος των καθ΄ ων η αίτηση. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση του ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επεμβαίνει στην άσκηση του νομοθετικού δικαιώματος της εταιρείας απαγορεύοντας την παύση συμβούλων και ότι το μόνο δικαίωμα που έχει ένας σύμβουλος που έχει απομακρυνθεί είναι να ζητήσει την εκκαθάριση της εταιρείας με βάση το άρθρο 211(στ). Στα εν λόγω συγγράμματα γίνεται επίκληση της αγγλικής υπόθεσης Bentley-Stevens v. Jones
(1974)1 W.L.R. 638, στην οποία ο ενάγων και οι δύο εναγόμενοι ήταν διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας H Ltd. Υπήρχε και τρίτη εναγομένη εταιρεία, η οποία ανήκε εξ ολοκλήρου στην H Ltd. Ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος είχαν το 42% των μετοχών ενώ ο δεύτερος εναγόμενος το 16%. Κατόπιν διαφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και των δύο εναγομένων οι τελευταίοι συγκάλεσαν συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου για τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης στην οποία αποφασίστηκε η απομάκρυνση του ενάγοντος από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Η ειδοποίηση για τη σύγκληση της συνεδρίας του συμβουλίου είχε σταλεί στον ενάγοντα, ο οποίος όμως δεν την παρέλαβε έγκαιρα. Ο ενάγων ήγειρε αγωγή ζητώντας διάφορες θεραπείες και με αίτηση ζήτησε την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει την απομάκρυνση του από το συμβούλιο, επικαλούμενος παρατυπίες οι οποίες κατ΄ ισχυρισμόν του καθιστούσαν την απόφαση άκυρη. Το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τα θέματα των παρατυπιών που επικαλέστηκε ο ενάγων και κατέληξε ότι, ακόμα και στην περίπτωση που το παράπονο του ενάγοντα για τις παρατυπίες είναι ορθό, η περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη για να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα καθότι οι παρατυπίες μπορούσαν να θεραπευθούν με τις κατάλληλες διαδικασίες και το αποτέλεσμα προφανώς θα παρέμενε το ίδιο. Έγινε παραπομπή στην υπόθεση Browne v. La Trinidad
(1887)37 Ch. D. 1 η οποία υποστηρίζει τη θέση ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επεμβαίνει για να επιβάλλει σε εταιρείες πώς να χειρίζονται τις υποθέσεις τους όπου η παρατυπία για την οποία υπάρχει παράπονο μπορεί να διορθωθεί ανά πάσα στιγμή. Ο ενάγων επίσης είχε εισηγηθεί ότι η εταιρεία αποτελεί οιονεί συνεταιρισμό και επικαλέστηκε την υπόθεση In re Westbourne Galleries Ltd
(1973)A.C. 360 για να υποστηρίξει τη θέση ότι το Δικαστήριο οφείλει να απαγορεύσει στους δύο εναγόμενους - συνεταίρους από του να απομακρύνουν τον ενάγοντα από την εταιρεία. Αναφορικά με αυτό τον ισχυρισμό, το Δικαστήριο ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν αποφασίστηκε ότι ο ενάγων δικαιούται σε προσωρινό διάταγμα με το οποίο να γίνεται επέμβαση στο νομοθετικό δικαίωμα της εταιρείας να απομακρύνει ένα σύμβουλο, αλλά ότι όταν ένας σύμβουλος απομακρυνθεί δυνάμει νόμιμης νομικής βάσης τότε, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, δικαιούται σε διάταγμα για την εκκαθάριση της εταιρείας νοουμένου ότι αυτό είναι ορθό και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας (just and equitable). Πράγματι μία ανάγνωση της τελευταίας απόφασης (Westbourne) επιβεβαιώνει ότι σ΄ αυτή δεν απασχόλησε καθόλου το θέμα της δυνατότητας έκδοσης προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει τη μη απομάκρυνση συμβούλου. Αντίθετα αφορούσε την ουσία εκδίκασης αίτησης συμβούλου (ο οποίος είχε απομακρυνθεί από την πλειοψηφία) για εκκαθάριση της εταιρείας ως οιονεί συνεταιρισμού δυνάμει του άρθρου 222(f) του Companies Act 1948 (που είναι το ίδιο με το άρθρο 211(στ) του Κεφ. 113. Επί τούτου δεν υιοθετώ τη θέση του δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι δύο προαναφερόμενες υποθέσεις (Bentley-Stevens και Westbourne) αποτελούν αυθεντίες που υποστηρίζουν τη θέση ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει την παύση ενός συμβούλου η οποία έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 178 του Κεφ. 113. Μάλιστα το Δικαστήριο στην υπόθεση Bentley-Stevens άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο έκδοσης τέτοιου διατάγματος και απλώς αποφάσισε ότι τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν την έκδοση του. Ο κ. Μιχαηλίδης παρέπεμψε επίσης στην κυπριακή υπόθεση Acropol Tourist Development Ltd
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 57, η οποία όμως δεν αποτελεί καθοδήγηση στην παρούσα καθότι εκεί λέχθηκε ότι δεν ήταν καθαρό κατά πόσο τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του ενάγοντος ως διευθύνοντος συμβούλου και συμβούλου, και ότι μόνο στη δεύτερη περίπτωση θα ίσχυαν οι πρόνοιες του άρθρου 178 του Κεφ.
- Ο δικηγόρος της αιτήτριας, εκφράζοντας την άποψη ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα παρέπεμψε το Δικαστήριο στο σύγγραμμα Minority Shareholders, Law, Practice and Procedure, των Joffe QC, Drake, Richardson, Lightman και Collingwood, 4η έκδοση, σελ. 363, και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα: «It is not only the petitioner's status as a shareholder which can be protected under CA2006, s.
- An interim injunction can also be granted at least in some cases to restrain his removal as a director or employee of the company (assuming that the petitioner can establish that there is a serious issue to be tried as to the existence of a quasi-partnership which would enable the court to apply equitable considerations to control the exercise of the power of the majority to remove him). In William v. Brinkman [2004] EWHC 601 (Ch), the petitioner applied for an interim injunction restraining the respondents from taking any further steps to remove him as managing director by dismissing him as an employee or removing him as a director, or from interfering with his day-to-day conduct of the company's business as its managing director. The respondents relied on Bentley-Stevens v. Jones [1974] 1 WLR 638 as authority for the proposition that even in the case of a quasi-partnership the court should not, other than in exceptional circumstances, interfere with the respondents' statutory right to remove the petitioner from the board where there may be justifiable grounds for doing so. However, granting the injunction Charles Aldous QC (sitting as deputy High Court Judge, [2004] EWCH 601, [47]-[48], distinguished Bentley Stevens v Jones on the grounds that the only relief sought in that case was a winding-up order, whereas in the present case the petitioner sough an order that he be entitled to purchase the respondent's shares and continue to run the company as a going concern; and in those circumstances held that the position was governed by the guidance given by Harman J in Re A Company (No 002612 of 1984) [1985] BCLC 80, 82i-83b - to the effect that the existing position should be preserved pending trial. Mr Aldous QC also derived support for the proposition that the court will protect the director's position pending the hearing of the petition from Re Sticky Fingers Restaurant Ltd [1992] BCLC 84, where the court permitted an application to appoint additional directors on terms that the directors would not vote to dismiss the minority shareholder as director or interfere in his day-to-day conduct of the company's affairs. The limits of this decision are unclear. Reliance was placed on the fact that the petitioner sought to purchase the majority's shares and thereby conduct the company's business, but it is difficult to see why an injunction restraining the petitioner's removal as director or employee should be granted where all he seeks is an order for the purchase of his shares, thereby indicating that he wished to sever his connections with the company, or where a petitioner's presence would demonstrably disrupt the company's business.» Ο κ. Μιχαηλίδης σχολιάζοντας τις υποθέσεις (Re A Company, Williams v. Brinkman, και Sticky Fingers) ισχυρίστηκε ότι αυτές αφορούν άλλο άρθρο, και ειδικότερα το άρθρο 75 του Companies Act 1980 (η πρώτη) και το άρθρο 459 του Companies Act 1985 (οι άλλες δύο και το οποίο είναι το ίδιο με το άρθρο 75) και επομένως δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις περιπτώσεις απομάκρυνσης συμβούλου. Πράγματι αυτές οι υποθέσεις αφορούν τα εν λόγω άρθρα που προνοούν για άδικη και επιζήμια συμπεριφορά (unfair prejudicial conduct). Στην πρώτη ο αιτητής ζήτησε την αγορά των μετοχών του και τη συνέχιση της διοίκησης της εταιρείας, ενώ στις άλλες δύο ο αιτητής ζήτησε την αγορά των μετοχών ή την εκκαθάριση της εταιρείας. Θεωρώ ότι οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος ισχύουν κατ΄ αναλογίαν στην υπό κρίση περίπτωση για τον απλούστατο λόγο ότι στην κυρίως Αίτηση η αιτήτρια δεν ζητά μόνο την αγορά των μετοχών της αλλά διαζευκτικά τη ρύθμιση των εργασιών της εταιρείας, με την παραμονή της στο διοικητικό συμβούλιο αυτής. Αυτό θεωρώ ότι είναι και το στοιχείο που διαχωρίζει την υπό κρίση περίπτωση από τις υποθέσεις Bentley-Jones και Westbourne, καθότι σε εκείνες δεν τέθηκε θέμα παραμονής του ενάγοντος ή αιτητή στο συμβούλιο της εταιρείας με τις αιτούμενες θεραπείες και περαιτέρω στην πρώτη υπόθεση υπήρχε η δυνατότητα θεραπείας των παρατυπιών. Στην παρούσα περίπτωση λαμβάνω υπ΄ όψιν τη φύση των αιτούμενων θεραπειών στην κυρίως Αίτηση, η μία εκ των οποίων συνεπάγεται την παραμονή της αιτήτριας στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, και η οποία προβλέπεται από το άρθρο
- Επομένως θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρέμβει με την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει την απομάκρυνση της αιτήτριας από το συμβούλιο ακριβώς για να διατηρηθεί το υφιστάμενο καθεστώς μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Σε διαφορετική περίπτωση, το ίδιο το Δικαστήριο θα καθόριζε στο παρόν στάδιο και πρόωρα εν μέρει την πορεία και τύχη της κυρίως Αίτησης καθιστώντας πλέον ανέφικτη τη δεύτερη αιτούμενη θεραπεία και προδιαγράφοντας ότι σε περίπτωση επιτυχίας αυτής η μόνη θεραπεία που παρέχεται στην αιτήτρια είναι η αγορά των μετοχών της καθ΄ ον χρόνον η ίδια έχει και διαζευκτική θεραπεία την οποία το Δικαστήριο, ενδεχομένως στο τέλος κρίνει ως πιο κατάλληλη. Και αυτό βεβαίως νοουμένου ότι το Δικαστήριο καταλήξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εν λόγω διατάγματος. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος λόγος ένστασης κρίνονται αβάσιμοι. Επίσης ούτε και ο δέκατος λόγος ευσταθεί, καθότι, ως αναφέρεται ανωτέρω, η αιτήτρια ζητά διαζευκτικές θεραπείες σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 202, και επομένως το διάταγμα για τη μη απομάκρυνση της ως συμβούλου ουδόλως αφορά τη θεραπεία για την αγορά των μετοχών της αλλά αφορά την αιτούμενη θεραπεία για τη ρύθμιση διεξαγωγής των εργασιών της εταιρείας. Οι θέσεις της αιτήτριας για τον τρόπο με τον οποίο θεωρεί ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας ενεργούν με καταχρηστικό και καταπιεστικό τρόπο προς την ίδια ως μέτοχο μειοψηφίας, εκτίθενται πιο πάνω με αντίστοιχη αναφορά στους ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση. Στο πλαίσιο εξέτασης της ουσίας των ισχυρισμών της αιτήτριας και με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσον αυτοί ικανοποιούν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω αρχικά ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να επέμβει στις εργασίες της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 202 εφόσον τηρούνται οι πρόνοιες αυτού. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's on Company Law (ανωτέρω), παρ. 57-04, με αναφορά στο αντίστοιχο αγγλικό άρθρο 210 του Companies Αct 1948, οι προϋποθέσεις εφαρμογής (του άρθρου 210) είναι οι ακόλουθες: «
(1)Τhe matters complained of must affect the petitioner in his character as a member of the company: harsh or unfair treatment in any other capacity, e.g. as a director or creditor, cannot entitle him to relief under the section.
(2)The matters complained of must relate to the conduct of the affairs of the company.
(3)They must be such as not only to make the winding up of the company just and equitable, but also to lead to the conclusion that the affairs of the company are being conducted in a manner which can properly be described as "oppressive" of the petitioner, and, it may be, other members.» Ο κ. Μιχαηλίδης στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι η παραπομπή σε πιο πρόσφατη αγγλική νομολογία από τον κ. Μούντη επί της ερμηνείας των προνοιών του άρθρου 202 δεν μπορεί να αποτελέσει καθοδήγηση προς το Δικαστήριο καθότι αυτή βασίζεται στο νέο άρθρο 459 του Companies Act 1985 το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 75 του Companies Act 1980 και το οποίο αναφέρεται σε άδικη επιζήμια συμπεριφορά (unfair prejudicial conduct) και όχι σε καταπίεση (oppression). Εν μέρει η θέση του κ. Μιχαηλίδη με βρίσκει σύμφωνη, καθότι ο κ. Μούντης στην αγόρευση του παραπέμπει σε αγγλική νομολογία βασιζόμενη στο άρθρο 210 αλλά εισαγάγει και νομολογία βασιζόμενη στο νέο άρθρο 459 το οποίο όντως δεν περιέχει πλέον τη λέξη «καταπίεση» και η οποία διαφέρει ως προς την έννοια και ερμηνεία της από τη φράση «άδικη επιζήμια συμπεριφορά». Επομένως, για τον σκοπό της παρούσας Αίτησης, το Δικαστήριο θα αντλήσει καθοδήγηση από τη σχετική αγγλική αλλά και κυπριακή νομολογία και συγγράμματα αναφορικά με το παλαιό αγγλικό άρθρο 210 που είναι το ίδιο με το δικό μας άρθρο 202. Υπενθυμίζω βεβαίως ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελική απόφαση επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων της παρούσας Αίτησης, παρά μόνο περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι το Δικαστήριο περιορίζεται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του μέσω των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος των καθ΄ ων η αίτηση προβάλλει θέσεις οι οποίες, κατά την άποψη μου, αποτελούν μαρτυρία και η οποία δεν μπορεί να παρουσιάζεται μέσω του δικηγόρου στο στάδιο της αγόρευσης του. Ενδεικτικά παραπέμπω στη σελ. 149 όπου γίνεται αναφορά στις συνθήκες διορισμού του οίκου KPMG Λονδίνου, στη σελ. 153 όπου αναφέρεται ότι ο ΚΑ παραιτήθηκε και λόγω των πολλών ασχολιών του στο εξωτερικό, και στη σελ. 165 όπου γίνεται αναφορά στην κερδοφορία του καταστήματος drive through και στην τρομερή του επιτυχία που εντυπωσίασε τη YUM σε τέτοιο βαθμό που το τίμησε. Όσον αφορά τις πρόνοιες του άρθρου 202, συνοπτικά αναφέρω ότι ο όρος 'καταπίεση' έχει ερμηνευτεί στην υπόθεση In re H. R. Harmer Ltd
(1959)1 W.L.R. 62, η οποία υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν στην Elder v. Elder and Watson Ltd
(1952)S.C. 49. Ειδικότερα αποφασίστηκε ότι το κατά πόσο υπάρχει καταπίεση εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και δεν εξετάζονται οι περιπτώσεις της ισχυριζόμενης καταπίεσης μεμονωμένα αλλά ως μέρος μίας συνεχούς διαδικασίας, και ότι: «It is not lack of confidence between shareholders per se that brings section 210 into play, but lack of confidence springing from oppression of a minority by a majority in the management of the company's affairs and oppression involves, I think, at least an element of probity or fair dealing to a member in the matter of his proprietary right as a shareholder.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση In re Five Minute Car Wash Service Ltd
(1966)1 W.L.R. 745, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «The mere fact that a member of a company has lost confidence in the manner in which the company's affairs are conducted does not lead to the conclusion that he is oppressed; nor can resentment at being outvoted; nor mere dissatisfaction with or disapproval of the conduct of the company's affairs, whether on grounds relating to policy or to efficiency, however well founded.» Στην υπόθεση In re Pelmaco Development Ltd
(1999)1 A.Α.Δ. 246 γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd v. Meyer
(1958)3 All E.R. 66 για την ερμηνεία του όρου καταπίεση, όπου δόθηκε η γραμματική έννοια της λέξης ως «burdensome, harsh and wrongful». Στην κυπριακή υπόθεση λέχθηκε ότι ο όρος καταπίεση περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity), ή δίκαιης μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σε σχέση με τα δικαιώματα τους ως μετόχων. Ανεπάρκεια (inefficiency) ή αμέλεια ως προς τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά. Στην υπόθεση In re Five Minute Car Wash Service Ltd (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης ότι το παράπονο θα πρέπει να αφορά το άτομο υπό την ιδιότητα του ως μέλους της εταιρείας, και ειδικότερα ότι: «..the matters complained of must affect the person or persons alleged to have been oppressed in his or their character as a member or members of the company. Harsh or unfair treatment of the petitioner in some other capacity, as, for instance, a director or a creditor of the company, or as a person doing business or having dealings with the company, or in relation to his personal affairs apart from the company, cannot entitle him to any relief under section 210.» Η φράση 'εργασίες της εταιρείας' έχει ερμηνευτεί σε αγγλική νομολογία με αναφορά στο άρθρο 165 του Companies act 1948, όμως θεωρώ ότι η ίδια ερμηνεία ισχύει και για σκοπούς του άρθρου 210. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση R. v. Board of Trade, ex p. St. Martin Preserving Co Ltd
(1965)1 Q.B. 603, «the company's affairs included its goodwill, its profits or losses, its contracts and assets including its shareholding in and ability to control the affairs of a subsidiary.» Τέλος, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι θα ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως εκκαθαριστεί η εταιρεία. Η έννοια του όρου αυτού αναλύεται στην υπόθεση Westbourne (ανωτέρω) και στην κυπριακή υπόθεση In re Pelmaco Development Ltd (ανωτέρω). Τα ακόλουθα αποσπάσματα από την υπόθεση Westbourne είναι διαφωτιστικά: «The 'just and equitable' provision .It does, as equity always does, enable the court to subject the exercise of legal rights to equitable considerations; considerations, that is, of a personal character arising between one individual and another, which may make it unjust, or inequitable, to insist on legal rights, or to exercise them in a particular way.. The just and equitable provision nevertheless comes to his assistance if he can point to, and prove, some special underlying obligation of his fellow member(s) in good faith, or confidence, that so long as the business continues he shall be entitled to management participation, an obligation so basic that, if broken, the conclusion must be that the association must be dissolved.» Τα θέματα τα οποία επικαλείται η αιτήτρια για να καταδείξει ότι υπάρχει καταπιεστική συμπεριφορά εις βάρος της ως μετόχου μειοψηφίας εκτίθενται ανωτέρω. Αυτά αποτελούν, μεταξύ άλλων, τη σύναψη συμβολαίων, τη λειτουργία νέων καταστημάτων, τον δανεισμό της εταιρείας, τον χειρισμό απαιτήσεων και αγωγών εναντίον της εταιρείας και άλλων υποχρεώσεων της (π.χ. φορολογικών) και τον διορισμό ελεγκτών και διευθύνοντος συμβούλου. Αυτά, ως εκ της φύσεως τους, αποτελούν εργασίες της εταιρείας, σύμφωνα με την ερμηνεία του όρου που περιέχεται στο άρθρο
- Αυτό άλλωστε δεν απασχόλησε τους καθ΄ ων η αίτηση, παρά μόνον ο δικηγόρος τους εξέφρασε αντίθετη άποψη, την οποία το Δικαστήριο δεν υιοθετεί στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Ήταν μάλιστα βασική θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η αιτήτρια αναφέρεται σε εργασίες της εταιρείας που την αφορούν υπό την ιδιότητα της ως διοικητικού συμβούλου και όχι ως μετόχου. Αυτός είναι και ο όγδοος λόγος ένστασης. Επί τούτου, καθοδηγούμενη από τη σχετική νομολογία, θεωρώ ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο τα θέματα τα οποία εγείρει η αιτήτρια και ειδικότερα αυτά που αφορούν συναλλαγές της εταιρείας με υπερχρεώσεις και τον χειρισμό αγωγών εναντίον της εταιρείας προς προσωπικό όφελος των μετόχων πλειοψηφίας και ή την απόκτηση κάποιου άδικου πλεονεκτήματος έναντι της αιτήτριας, και η επιμονή των μετόχων πλειοψηφίας για την παροχή δανειοδότησης από τους μετόχους αντί από εταιρεία (που ανήκει στους μετόχους πλειοψηφίας) η οποία οφείλει χρήματα προς την εταιρεία αφορούν εργασίες της εταιρείας που επηρεάζουν την αιτήτρια ως μέτοχο της εταιρείας και όχι ως διοικητική σύμβουλο αυτής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις In re Five Minute Car Wash Service Ltd και Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd v. Meyer (ανωτέρω), στις οποίες, αξίζει να σημειωθεί ότι, οι μέτοχοι ήταν και διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας, όπως και στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου ο όγδοος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Όπως ήδη επισημαίνεται, στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης απομένει να αποφασίσω κατά πόσο οι ισχυρισμοί της αιτήτριας καταδεικνύουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως Αίτηση. Γι΄ αυτό δεν υιοθετώ τον πέμπτο και έκτο λόγο ένστασης. Στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο περιορίζεται να κρίνει κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση, ενώ κατά την εκδίκαση αυτής (της κυρίως Αίτησης) θα αποφασίσει πλέον τελικά κατά πόσον η κυρίως Αίτηση επιτυγχάνει και σε ποιον βαθμό. Ο έκτος λόγος ένστασης, ο οποίος προφανώς βρίσκει έρεισμα σε πανομοιότυπο απόσπασμα στην απόφαση στην υπόθεση In re Five Minute Car Wash Service Ltd (ανωτέρω) στη σελ. 751, αφορά το στάδιο εκδίκασης της κυρίως Αίτησης όταν και το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 202, κάτι το οποίο αναμφίβολα θα ισχύσει και στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Βρισκόμαστε τώρα όμως στο στάδιο εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης όπου η κυρίως Αίτηση δεν αποφασίζεται επί της ουσίας της. Για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση, θα πρέπει να εξεταστούν οι ισχυρισμοί που εγείρει για τα θέματα όπως εκτίθενται ανωτέρω, σε συνάρτηση πάντοτε με τις αντίστοιχες θέσεις των καθ΄ ων η αίτηση. Προτού προβώ στην εξέταση καθενός από αυτά, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στις θέσεις των δύο πλευρών αναφορικά με τον τρόπο σύστασης της εταιρείας. Η μεν αιτήτρια ισχυρίζεται ότι λόγω της οικονομικής στήριξης της εταιρείας από τον πατέρα της, δόθηκαν σε αυτή μετοχές, ενώ οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι αρχικώς η εταιρεία ιδρύθηκε από τους ΧΠ και ΚΑ και λίγους μήνες αργότερα, κατόπιν επιθυμίας της μητέρας της αιτήτριας, δόθηκε αριθμός μετοχών και σε αυτή. Οι τρεις μέτοχοι αποτελούσαν το διοικητικό συμβούλιο αυτής μέχρι και τις 28.5.13 όταν διορίστηκε ο ΠΑ εις αντικατάσταση του ΚΑ. Ο ΠΑ στην ένορκη του δήλωση (παρ. 12), με την οποία απορρίπτει τον ισχυρισμό της αιτήτριας περί οικονομικής βοήθειας στην εταιρεία από τον πατέρα της, παραπέμπει στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις από το έτος ιδρύσεως της 1993 μέχρι και το 2010 στις οποίες δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε οφειλή ή συναλλαγή της εταιρείας με τον πατέρα της αιτήτριας. Θεωρώ ότι η αναφορά της αιτήτριας σε οικονομική βοήθεια από τον πατέρα της δεν καταδεικνύει απαραίτητα οφειλή ή συναλλαγή με συγγενικό πρόσωπο, όπως το θέτει ο ΠΑ, έτσι ώστε αυτή να έπρεπε να παρουσιαζόταν στις οικονομικές καταστάσεις. Επομένως, θεωρώ ότι αυτή η θέση του ΠΑ από μόνη της δεν είναι ικανή να αντικρούσει τη θέση της αιτήτριας. Ανεξαρτήτως όμως του τρόπου παραχώρησης μετοχών και συμμετοχής της αιτήτριας στην εταιρεία, είναι προφανές ότι αυτή έγινε μέτοχος και διοικητική σύμβουλος λίγους μήνες μετά την ίδρυση της εταιρείας, κατόπιν επιθυμίας ή συνεισφοράς των γονιών της, και ότι η εταιρεία από την ίδρυση της το 1993 μέχρι και το 2013 είχε ως μέτοχους και συμβούλους αυτής τις δύο αδελφές, τη ΧΠ και την αιτήτρια, και τον ΚΑ. Αναφορικά με τα θέματα τα οποία η αιτήτρια επικαλείται προς υποστήριξη της θέσης της περί καταπιεστικής συμπεριφοράς εις βάρος της ως μετόχου μειοψηφίας αναφέρω τα ακόλουθα: 1) Απαιτήσεις των εταιρειών A&P Enterprises και A&P F&B εναντίον της εταιρείας - Καταχώρηση αγωγών εναντίον της εταιρείας Μέσα από τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών διαφαίνονται οφειλές της εταιρείας προς τις εταιρείες A&P Enterprises και A&P F&B, οι οποίες κατέληξαν στην καταχώρηση αγωγών εναντίον της εταιρείας και αφορούν το συνολικό ποσό των €4.4 εκατ. περίπου. Στη συνεδρία της εταιρείας ημ. 17.10.13 ο ΚΜ αναγνώρισε την προσωπική ανάμειξη της ΧΠ στη δανείστρια εταιρεία, ενώ η αιτήτρια, μέσω του ΓΜ, ζήτησε να της δοθεί ανάλυση του ισχυριζόμενου χρέους από τις δανείστριες εταιρείες. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας. (Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι η αναφορά σε τεκμήρια γίνεται σε σχέση με την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, εκτός όπου ρητώς αναφέρεται διαφορετικά). Όπως διαφαίνεται από τα Τεκμήρια 8 - 10, εκείνο που ζητούσε η αιτήτρια ήταν ανάλυση των οφειλόμενων ποσών από τον όμιλο Α&Ρ για να επιβεβαιώσει το ισχυριζόμενο χρέος της εταιρείας προς αυτήν. Η θέση του ΠΑ στην ένορκη του δήλωση (παρ. 55) ότι η αιτήτρια ζητούσε ανάλυση του λογαριασμού των δανειστριών εταιρειών και κατά πόσο αυτές πωλούσαν σε τρίτες εταιρείες προϊόντα στις ίδιες ή χαμηλότερες τιμές δεν επιβεβαιώνεται από τα προαναφερόμενα έγγραφα στα οποία διατυπώνεται το αίτημα της αιτήτριας. Ούτε και η θέση του ΠΑ ότι οι πωλήτριες εταιρείες δεν είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν την εμπορική πολιτική τους κρίνεται βάσιμη, καθότι η αιτήτρια δεν είναι αυτό που ζήτησε. Μέσα από τα πρακτικά των συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου και τις σχετικές επιστολές, Τεκμήρια 11-13, καταδεικνύεται ότι όχι μόνο το αίτημα της αιτήτριας δεν έγινε δεκτό αλλά η εταιρεία προχώρησε σε προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβασμού αποπληρωμής της οφειλής της εταιρείας προς τον όμιλο Α&Ρ. Αίτημα της αιτήτριας, επικαλούμενης σύγκρουση συμφερόντων των ΧΠ και ΚΑ, για τον διορισμό ελεγκτών για να εξακριβωθεί το ύψος και η βασιμότητα των απαιτήσεων του ομίλου Α&Ρ και πάλι δεν έγινε δεκτό από την εταιρεία - Τεκμήρια 14-
- Μάλιστα στο Τεκμήριο 15, επιστολή του ΠΑ προς τον ΓΜ, αναφέρεται ότι ανατέθηκε στους ελεγκτές της εταιρείας να επιβεβαιώσουν αν τα υπόλοιπα που διεκδικεί ο όμιλος A&P είναι ορθά. Η αιτήτρια επίσης αποτάθηκε στους ελεγκτές της εταιρείας για το θέμα αυτό, οι οποίοι απάντησαν (αναφερόμενοι και στην εν λόγω επιστολή του ΠΑ προς αυτούς) ότι τα λογιστικά υπόλοιπα της εταιρείας προς τις δύο εταιρείες A&P Enterprises και A&P F&B, όπως φαίνονται στα βιβλία και των τριών εταιρειών, συμφωνούν μεταξύ τους, και ότι οι ίδιοι προβαίνουν μόνο σε δειγματοληπτικό έλεγχο ο οποίος δεν κατέδειξε ότι έγιναν αγορές με μη εμπορικούς όρους. Αναφέρεται επίσης ότι η διεξαγωγή εργασίας ελέγχου των υπολοίπων δεν αποτελεί εργασία του ετήσιου ελέγχου των λογαριασμών της εταιρείας που γίνεται από τους ελεγκτές, Τεκμήριο
- Επί τούτου η παραπομπή στην απάντηση των λογιστών, στην παρ. 20 της ένορκης δήλωσης του ΠΑ, αφ΄ εαυτής δεν καταδεικνύει την ορθότητα των απαιτούμενων υπολοίπων, καθότι οι ίδιοι οι λογιστές αναγνωρίζουν ότι δεν προέβησαν σε έλεγχο αυτών. H αναφορά (στην παρ. 19 της ένορκης δήλωσης του ΠΑ) στη βεβαίωση του εσωτερικού ελεγκτή της εταιρείας, κ. Σπυρίδη, ο οποίος ενεργούσε και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της αιτήτριας, καταδεικνύει την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2006-2008 μετά από τον δικό του έλεγχο. Η αιτήτρια δίνει τη δική της θέση επί τούτου (παρ. 161 της ένορκης της δήλωσης), λέγοντας ότι ο κ. Σπυρίδης υπέγραψε τους λογαριασμούς για τα έτη 2007 και 2008 εκ μέρους της τον Ιούλιο του 2010, χωρίς να προβεί σε έλεγχο αυτών και πριν να εγερθούν οι υποψίες για παράνομες χρεώσεις. Επίσης σύμφωνα με την αιτήτρια, οι υπερχρεώσεις δεν μπορούσαν να διαφανούν στους ελεγμένους λογαριασμούς καθότι σε αυτούς δεν γίνεται σύγκριση τιμών. Ενδεικτικά επισυνάπτονται οι μη ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για το 2010 - Τεκμήριο 84Α. Επομένως η υπογραφή των λογαριασμών από τον κ. Σπυρίδη από μόνη της δεν αποκλείει την ύπαρξη υπερχρεώσεων. Εξακολουθεί βεβαίως να παραμένει αναπάντητη η παράλειψη της εταιρείας να εφοδιάσει την αιτήτρια με τα απαραίτητα στοιχεία. Η παράλειψη αυτή φαίνεται μέσα και από τα Τεκμήρια 21 και 22, memo του κ. Μούντη και πρακτικά συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου ημ. 28.3.
- Πέραν αυτής της παράλειψης, η αιτήτρια ζήτησε να εξουσιοδοτηθεί για να εκπροσωπήσει την εταιρεία στις αγωγές με επιστολή της ημ. 9.4.14, Τεκμήριο 24, και την ίδια μέρα έλαβε την ειδοποίηση σύγκληση συνεδρίας για το θέμα της απομάκρυνσης της από το συμβούλιο. Ο ΠΑ στην παρ. 54 της ένορκης δήλωσης του ισχυρίζεται ότι το συμφέρον των ΧΠ και ΚΑ, με βάση το ποσοστό συμμετοχής τους τόσο στις εταιρείες A&P Enterprises και A&P F&B όσο και στην εταιρεία, δεν μπορεί να συνεπάγεται ζημιά στην τελευταία. Αυτός ο ισχυρισμός όμως δεν είναι ικανός να αντικρούσει τις θέσεις της αιτήτριας για το εν λόγω θέμα, καθότι οι καθ΄ ων η αίτηση αναγνωρίζουν ότι η εταιρεία είναι σχετικά μικρή σε σχέση με τις υπόλοιπες εταιρείες των ΧΠ και ΚΑ (παρ. 16). Επίσης, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, προκύπτει ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας επιδίωκαν τη διάλυση της εταιρείας υποχρεώνοντας την αιτήτρια να προβεί σε τέτοιο διάβημα. Σχετικό είναι το Τεκμήριο
- 2) Υπερχρεώσεις της εταιρείας και προσπάθεια απόκρυψης των ενεργειών αυτής Η πληροφόρηση της αιτήτριας για τις υπερχρεώσεις προέρχεται από πρώην διευθυντή της Α&Ρ, τον ΑΧ, ο οποίος μάλιστα έδωσε κάποιες λεπτομέρειες για τον τρόπο που αυτές γίνονταν (κατόπιν οδηγιών του ΚΑ) και παρουσιάζονταν. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 36-
- Μάλιστα στην παρ. 79 της ένορκης της δήλωσης η αιτήτρια παραθέτει και στοιχεία για το ύψος και τη διαφορά των χρεώσεων (π.χ. αντί Λ.Κ.0.80σ το κιλό η εταιρεία χρεωνόταν Λ.Κ.1.65), επισυνάπτοντας επίσης τιμολόγια προς τρίτη εταιρεία στα οποία φαίνεται χρέωση σε ακόμα χαμηλότερη τιμή (Λ.Κ.0.66σ.) - Τεκμήριο
- Δεν μου διαφεύγει η ρήξη των σχέσεων του ΑΧ με την εταιρεία και η πρόσληψη του από εταιρεία της αιτήτριας. Η αιτήτρια ζήτησε επανειλημμένα να ελέγξει τα τιμολόγια για να εξακριβώσει κατά πόσον πράγματι γίνονταν υπερχρεώσεις και το μόνο που έλαβε ήταν μία βεβαίωση από τον κ. Σπύρου και την τελική του άρνηση να της επιτρέψει πρόσβαση στους φακέλους της εταιρείας. Η αιτήτρια αναφέρει στην παρ. 70 της ένορκης της δήλωσης ότι ποτέ δεν ζήτησε να ελέγξει τιμολόγια στο παρελθόν λόγω της εμπιστοσύνης που είχε στους ΧΠ και ΚΑ. Η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση αποδίδει τη στάση της αιτήτριας στη διασάλευση των σχέσεων μεταξύ των τριών μετόχων λόγω της απαίτησης των ποσών που οφείλονται από την εταιρεία L.A.N.I. στις εταιρείες των ΧΠ και ΚΑ και της μη εξεύρεσης λύσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έγερση πολλών δικαστικών διαδικασιών, κάτι το οποίο αποτελεί κοινό έδαφος και από τις δύο πλευρές. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι η αιτήτρια καταχώρησε την παράγωγη αγωγή αρ. 4817/
- Ο ΠΑ επικαλείται κακοπιστία εκ μέρους της αιτήτριας όπως αναφέρεται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση για έκδοση διαταγμάτων Anton Piller στην εν λόγω αγωγή (παρ. 41) και ισχυρίζεται ότι η προβολή των ίδιων ισχυρισμών τόσο σε εκείνη όσο και στην παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (παρ. 44). Βεβαίως επισημαίνω ότι η αιτήτρια αμφισβητεί την ορθότητα της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου και έχει καταχωρήσει έφεση. Θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή αρ. 4871/11 δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο αλλά ούτε και μπορούν αυτόματα να αποδώσουν κακή πίστη στην αιτήτρια στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην απόφαση (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΠΑ) το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η αιτήτρια δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, ενώ αυτά έχουν παρουσιαστεί από την ίδια στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Η προβολή των ιδίων θέσεων στις δύο αυτές διαδικασίες δεν θεωρώ ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, καθότι αυτές είναι διαφορετικής φύσης και εξυπηρετούν άλλο σκοπό. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Mammous κ.ά. v. Willstrop κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 90, η παράγωγη αγωγή εγείρεται για την προστασία των συμφερόντων της εταιρείας και δεν συνιστά «διαφορά μεταξύ μετόχων», κάτι το οποίο υποστηρίζεται και από τις θεραπείες που ζητούνται σε αυτή. Περαιτέρω η ύπαρξη διαφόρων διαδικασιών μεταξύ των μερών φαίνεται να είναι απότοκο της ρήξης των σχέσεων μεταξύ τους και της προσπάθειας επίλυσης των διαφορών τους. 3) Άρνηση πρόσβασης στα βιβλία της εταιρείας Όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 30-32, η αιτήτρια ζητούσε επανειλημμένα πρόσβαση σε έγγραφα της εταιρείας και με την επιστολή, Τεκμήριο 17, ζήτησε πρόσβαση στα βιβλία της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 141 του Κεφ.
- Ενώ της αναγνωρίστηκε τέτοιο δικαίωμα, αυτό ουδέποτε της παραχωρήθηκε. Μάλιστα η αιτήτρια, στην παρ. 55 της ένορκης της δήλωσης αναφέρει ότι, κατόπιν επιμονής της προς τούτο και ανάληψης κάλυψης των εξόδων που τέτοια πρόσβαση συνεπαγόταν, η δικαιολογία που προβλήθηκε ήταν ότι αυτή προσπαθούσε να αλιεύσει μαρτυρία για την αγωγή 4817/
- Αυτός ο ισχυρισμός πράγματι αποτελεί θέση των καθ΄ ων η αίτηση και περιέχεται στην παρ. 68 της ένορκης δήλωσης του ΠΑ. Εν όψει της φύσης της εν λόγω αγωγής και του σκοπού καταχώρησης της, αδυνατώ να αντιληφθώ το βάσιμο της θέσης των καθ΄ ων η αίτηση. Αυτό φαίνεται και από τις αιτούμενες θεραπείες στην αγωγή, οι οποίες ζητούνται προς όφελος της εταιρείας, Τεκμήριο
- Η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση αναγνωρίζει ότι τα λογιστικά βιβλία των τελευταίων έξι ετών είναι πάντοτε ανοικτά για επιθεώρηση από τους διοικητικούς συμβούλους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το δικαίωμα επιθεώρησης των βιβλίων της εταιρείας παρέχεται σε συμβούλους και όχι μετόχους και επομένως τέτοιος ισχυρισμός της αιτήτριας δεν εμπίπτει εντός του πλαισίου της παρούσας αίτησης (παρ. 94-96 ένορκης δήλωσης του ΠΑ). Έστω και με βάση τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι το δικαίωμα σε πρόσβαση στα βιβλία της εταιρείας αφορά την αιτήτρια υπό την ιδιότητα της ως συμβούλου, αυτό δεν μπορεί να απομονωθεί αλλά συνεκτιμάται ως στοιχείο της όλης στάσης των μετόχων πλειοψηφίας και διοικητικών συμβούλων προς την αιτήτρια με τη συνεχή άρνηση τους να της παρέχουν οποιαδήποτε στοιχεία και πληροφορίες επιθυμεί. 4) Σχεδιασμός απομάκρυνσης της αιτήτριας από το διοικητικό συμβούλιο Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 33, προκύπτει ότι υπήρχε πρόθεση από πλευράς των μετόχων πλειοψηφίας να οδηγήσουν την εταιρεία σε διάλυση και πρόκληση της αιτήτριας να αντιδράσει και αρνηθεί να συνεργαστεί ούτως ώστε «να διαφανεί ότι είναι η ίδια που δεν επιθυμεί να λαμβάνει μέρος στη διοίκηση της Εταιρείας». Ο ΠΑ εξέφρασε την έκπληξη του για το πώς βρέθηκε το εν λόγω έγγραφο στην κατοχή της αιτήτριας, επιβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο και το περιεχόμενο του, Τεκμήριο
- Ο ισχυρισμός του ΠΑ ότι το σχέδιο απομάκρυνσης της αιτήτριας από την εταιρεία είναι δική της φαντασία, καθότι η ίδια φέρνει συνεχώς προσκόμματα και δημιουργεί προβλήματα επιδιώκοντας την καταστροφή της εταιρείας (παρ. 90) δεν μπορεί να αντικρούσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- 5) Αγορά γεννητριών ρεύματος Το Τεκμήριο 54 επιβεβαιώνει τη θέση της αιτήτριας ότι στη συνεδρία του συμβουλίου είχαν προταθεί τρεις τρόποι χρηματοδότησης, και ενώ η αιτήτρια εισηγήθηκε τον ένα από αυτούς, ήτοι τη χρηματοδότηση από την A&P Holdings, η οποία όφειλε χρήματα στην εταιρεία, τελικώς η ΧΠ επέμενε στη χρηματοδότηση από τους μετόχους της εταιρείας. Μάλιστα στην εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 54) η αιτήτρια εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η ίδια εισηγήθηκε τον συγκεκριμένο τρόπο χρηματοδότησης, αποδίδοντας στους μετόχους πλειοψηφίας το σχέδιο απομάκρυνσης της από την εταιρεία. Πέραν του ότι σε εκείνο το στάδιο η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν προτίθετο να καταχωρήσει αίτηση για διάλυση της εταιρείας, δήλωσε την ετοιμότητα της να υπογράψει τα έγγραφα χρηματοδότησης νοουμένου ότι αυτά υπογράφονταν και από τους άλλους μετόχους. Η άρνηση της αιτήτριας να χρηματοδοτήσει την αγορά των γεννητριών την οποία επικαλείται ο ΠΑ (παρ. 70) δεν συνάδει με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης επιστολής της αιτήτριας, αλλά ούτε και ο ΠΑ δίνει οποιαδήποτε εξήγηση για την άρνηση της αυτή. Μάλιστα η απορία του ΠΑ για τη χρηματοδότηση από την αιτήτρια της δικής της εταιρείας Goody's κρίνεται άσχετη καθότι η αιτήτρια προβάλλει συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο δεν ήθελε να συνεισφέρει προσωπικά στην εταιρεία για το θέμα των γεννητριών και ουδέποτε επικαλέστηκε οικονομική αδυναμία της (ή έστω και απροθυμία της) να πράξει τούτο. 6) Παραίτηση των ελεγκτών Η αιτήτρια αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους η ίδια θεωρεί ότι οι ελεγκτές της εταιρείας παραιτήθηκαν, παρόλο που συμφωνεί ότι στην επιστολή παραίτησης τους οι ελεγκτές επικαλούνται λόγους αντικειμενικότητας και ανεξαρτησίας. Οι δε αμφιβολίες της για την ανεξαρτησία των νέων ελεγκτών της εταιρείας δεν έχουν αντικρουστεί με οποιονδήποτε τρόπο από την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση. Ο μόνος ισχυρισμός που προβάλλει ο ΠΑ στην παρ. 87 της ένορκης του δήλωσης είναι ότι η αιτήτρια έφθασε στο σημείο να ορκίζεται ότι οι ελεγκτές αναγκάστηκαν να υποβάλουν την παραίτηση τους, ενώ η επιστολή παραίτησης τους, Τεκμήριο 4 στην εν λόγω ένορκη του δήλωση, τη διαψεύδει. Θεωρώ ότι το περιεχόμενο της επιστολής δεν μπορεί να αποκλείσει εκ προοιμίου ότι άλλοι είναι οι λόγοι που πραγματικά ώθησαν τους ελεγκτές στην παραίτηση τους, και με δεδομένο τον ισχυρισμό της αιτήτριας περί της μη ανεξαρτησίας των νέων ελεγκτών και του σκοπού διορισμού αυτών, ο οποίος δεν αντικρούστηκε, αυτή η θέση της αιτήτριας δεν έχει καταδειχθεί ως αβάσιμη. 7) Φορολογία Για το θέμα αυτό η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι συγκλήθηκε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου ενώ γνώριζαν ότι αυτή απουσίαζε. Αυτή η θέση της δεν αντικρούστηκε από την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι το όλο θέμα προέκυψε κατόπιν σχετικής καταγγελίας της ίδιας της αιτήτριας στην προσπάθεια της να καταστρέψει την εταιρεία και χωρίς επίδειξη ενδιαφέροντος εκ μέρους της για την πορεία της όλης διαδικασίας (παρ. 63 και 65 της ένορκης δήλωσης του ΠΑ). Η θέση του κ. Μιχαηλίδη κατά την αγόρευση του ότι η επιθυμία της αιτήτριας να διορίσει άτομα της δικής της έγκρισης αποσκοπούσε στην επικύρωση της φορολογίας δεν αποτελεί μέρος της μαρτυρίας που έχει τεθεί από πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση και έτσι δεν μπορεί να ληφθεί υπ΄ όψιν. Από την αλληλογραφία, Τεκμήριο 57, συνάγεται ότι η αιτήτρια απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η ίδια προέβη σε καταγγελία στον Φόρο, όπως αναφέρει και στην παρ. 105 της ένορκης της δήλωσης. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι ζήτησε όπως τύχουν της έγκρισης της τα άτομα που θα διορίζονταν για τον χειρισμό του θέματος και όπως ενημερωθεί και λάβει αντίγραφα των πρακτικών της συνεδρίας του συμβουλίου και τα σχετικά έγγραφα, τα οποία δεν της στάληκαν παρά μόνο δύο επιστολές, Τεκμήριο 58, και ότι εσκεμμένα δεν ενημερώθηκε και δεν της επιτράπηκε να συμμετέχει για το εν λόγω θέμα. Η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια επέδειξε παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος (παρ.65 της ένορκης δήλωσης του ΠΑ) για το όλο θέμα και ότι εν τέλει το Γραφείο του Φόρου ακύρωσε την επιβληθείσα φορολογία κατόπιν εξονυχιστικού ελέγχου και μη διαπίστωσης υπερχρεώσεων (παρ. 66). Οι θέσεις των καθ΄ ων η αίτηση ήδη απαντώνται μέσα από τα όσα προβάλλει η αιτήτρια στη δική της ένορκη δήλωση, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί της αιτήτριας να μην κρίνονται αβάσιμοι. Άλλωστε εκείνο που η αιτήτρια επιδιώκει να καταδείξει είναι τον συνεχή αποκλεισμό της από τη συμμετοχή της στην εταιρεία, κάτι το οποίο δεν σχετίζεται άμεσα με το αποτέλεσμα της ακύρωσης της φορολογίας. Με βάση τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών δεν έχει διαφανεί η κακοπιστία της αιτήτριας και η απόδοση σε αυτή των κινήτρων τα οποία επικαλούνται οι καθ΄ ων η αίτηση. 8) Διορισμός ΠΑ Αποτελεί κοινό έδαφος των δύο πλευρών η παραίτηση του ΚΑ από σύμβουλος της εταιρείας και η εκλογή του ΠΑ ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου στις 28.5.
- Ο ΠΑ στην παρ. 14 της ένορκης του δήλωσης επικαλείται τη μόνιμη διαμονή του ΚΑ στο εξωτερικό εδώ και χρόνια ως λόγο για την παραίτηση του. Στην επιστολή του ΚΜ ημ. 28.5.13, Τεκμήριο 61, αναφέρεται ως λόγος για τον διορισμό του ΠΑ στη θέση του ΚΑ η μόνιμη εγκατάσταση του τελευταίου στο εξωτερικό. Η αιτήτρια είχε ένσταση στον διορισμό του ΠΑ χωρίς τη δική της συγκατάθεση καθότι, εν όψει του ιστορικού και της φύσης της εταιρείας, στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας συμμετείχαν για πολλά χρόνια μόνον οι τρεις μέτοχοι αυτής. Η αντίδραση της αιτήτριας εκφράζεται στην επιστολή ημ. 27.5.13, στην οποία αμφισβητεί τη νομιμότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και του διορισμού του ΠΑ. Το Τεκμήριο 61 (επιστολή του ΚΜ ημ. 28.5.13) αποτελεί απάντηση στην επιστολή της αιτήτριας ημ. 27.5.13, στην οποία ο ΚΜ, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι η συνεδρία νομίμως συνεκλήθη και διεξήχθη και ότι η απόφαση για τον διορισμό του ΚΑ ως διοικητικού συμβούλου λήφθηκε νόμιμα. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται περαιτέρω ότι η συγκατάθεση της αιτήτριας δεν ήταν αναγκαία για τον διορισμό του ΠΑ. Η επίκληση του Τεκμηρίου 60 (επιστολή του ΚΜ ημ. 27.9.10) στην παρ. 112 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας ως αναγνώριση από την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση για τη μη νομιμότητα της ειδοποίησης που δόθηκε για τη σύγκληση της Συνέλευσης δεν υποστηρίζει τη θέση της. Η εν λόγω επιστολή αφορά άλλη εταιρεία, τη GP66, ενώ για την υπό κρίση εταιρεία στο Τεκμήριο 61 εκφράζεται ακριβώς η αντίθετη άποψη. Η αιτήτρια απάντησε επιμένοντας στις θέσεις της με επιστολή ημ. 4.6.13, Τεκμήριο
- Ακολούθησε και άλλη αλληλογραφία των μερών στην οποία εκφράζονται οι ίδιες θέσεις τους αντίστοιχα, Τεκμήριο
- Αναφορικά με τον διορισμό του ΠΑ, περιορίζομαι στο παρόν στάδιο να αναφέρω ότι πράγματι από ιδρύσεως της εταιρείας οι μέτοχοι αυτής ήταν και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Η αιτήτρια εξέφρασε τη διαφωνία της με τον διορισμό του ΠΑ ως διοικητικού συμβούλου, εντούτοις οι μέτοχοι πλειοψηφίας προχώρησαν στον διορισμό αυτού. 9) Ανάπτυξη καινούργιων καταστημάτων Μέσα από το σύνολο των ισχυρισμών της αιτήτριας και τα Τεκμήρια 63-78 προκύπτει ότι η αιτήτρια δεν τύγχανε ενημέρωσης για την ανάπτυξη καταστήματος drive through από την εταιρεία, ότι η ίδια εξέφρασε την προθυμία της να παράσχει προσωπική εγγύηση νοουμένου ότι της δοθούν τα απαραίτητα στοιχεία που να δείχνουν την βιωσιμότητα του έργου, και ότι αυτά δεν της δόθηκαν παρά μόνο λιγοστές πληροφορίες. Διαφαίνεται δε στο τέλος ότι ενώ το θέμα τέθηκε προς συζήτηση σε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου το 2013 και μάλιστα τον Αύγουστο που η αιτήτρια απουσίαζε, είχε ήδη προχωρήσει η ανάπτυξη από το 2012 και μάλιστα η εταιρεία έχει ήδη πληρώσει ποσό χρημάτων στους εργολάβους του έργου, όπως φαίνεται από παράρτημα της συμφωνίας δανειοδότησης μεταξύ της εταιρείας και της A&P Holdings, Τεκμήριο
- Ο ΠΑ στις παρ. 71 - 73 επικαλείται την επιμονή της αιτήτριας να της δοθούν στοιχεία και συγκεκριμένα «καταχρηστικές λεπτομέρειες και στοιχεία που αυτή εζητούσε δήθεν διά να εξακριβώσει αν γίνονται υπερχρεώσεις στις πατάτες .. Έτσι αναγκάστηκαν οι άλλοι δύο μέτοχοι να δανείσουν και πάλιν την Εταιρείαν δια να συμπληρώσει τις εργασίες της εις το κατάστημα τούτο. Ελήφθη απόφασις του διοικητικού συμβουλίου μειοψηφούντος της Αιτήτριας» (παρ. 72). Έτσι ο ΠΑ ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια είναι κακόπιστη και ότι τελικώς και πάλι οι δύο μέτοχοι δάνεισαν την εταιρεία (παρ. 73). Αρχικά επισημαίνω ότι αδυνατώ να αντιληφθώ τη σχετικότητα της αναφοράς του ΠΑ στην απαίτηση της αιτήτριας να της δοθούν στοιχεία για τις υπερχρεώσεις των πατατών. Επίσης, με βάση το memo ημ. 17.10.13, Τεκμήριο 77, συνάγεται η σαφής θέση και προθυμία της αιτήτριας να ψηφίσει υπέρ της πρότασης για την ανάπτυξη καταστήματος drive through νοουμένου ότι της δοθεί πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας. Τέτοια πρόσβαση όμως ουδέποτε επιτράπηκε στην αιτήτρια, και επομένως ο ισχυρισμός του ΠΑ στην παρ. 73 περί άρνησης της να πληρώσει για το κατάστημα drive through δανείζοντας την εταιρεία, δεν είναι απόλυτα ορθός. 10) Κατάστημα στο Κίτι Ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι το άνοιγμα νέου καταστήματος στο Κίτι έγινε χωρίς τη λήψη σχετικής απόφασης από το διοικητικό συμβούλιο και χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση της αιτήτριας (Τεκμήριο 11 - πρακτικά συνεδρίας διοικητικού συμβουλίου ημ. 1.11.13 στην οποία ο ΓΜ εξέφρασε αυτή τη θέση), αντικρούστηκε εν μέρει από τους καθ΄ ων η αίτηση με την αναφορά ότι αυτό αποφασίστηκε από τη διεύθυνση (παρ. 74 της ένορκης δήλωσης του ΠΑ) χωρίς όμως να αναφέρεται ότι οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας είχαν ενημερωθεί προς τούτο. Η αιτήτρια δήλωσε πρόθυμη να υπογράψει τη σχετική συμφωνία νοουμένου ότι της δοθεί ανάλυση για τα αποτελέσματα και την κερδοφορία του καταστήματος. Το αίτημα της δεν ικανοποιήθηκε καθότι το μόνο που λέχθηκε ήταν ότι αυτό ήταν προσοδοφόρο, όμως όταν το θέμα κατέστη αναγκαίο, εν όψει της επιμονής της Yum για την υπογραφή και από τους τρεις μετόχους, αυτή υπέγραψε με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της - Τεκμήρια 81 και
- Στην παρ. 74 της ένορκης του δήλωσης ο ΠΑ δεν δέχεται τη θέση της αιτήτριας περί μη πληροφόρησης της για την κερδοφορία του καταστήματος και της μη ενημέρωσης της για τη λειτουργία αυτού, όμως δέχεται ότι η αιτήτρια υπέγραψε τα έγγραφα, έστω και την υστάτη, ακριβώς για να μην προκαλέσει τη διακοπή του franchise για το Κίτι. Αυτό μάλλον δείχνει την προθυμία της αιτήτριας να βοηθήσει και στηρίξει την εταιρεία και όχι να συνδράμει στην καταστροφή της. Ο λόγος που προβάλλεται από τον ΠΑ (παρ. 75) για την αλλαγή στα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να υπογράφουν εκ μέρους της εταιρείας, ότι δηλαδή οι δύο σύμβουλοι διέμεναν στο εξωτερικό και κανείς εκ των τριών δεν ασκούσε ποτέ αυτό το δικαίωμα, θεωρώ ότι είναι εύλογος. Αυτή η θέση, ότι δηλαδή και οι τρεις μέτοχοι δεν άσκησαν τέτοιο δικαίωμα τους για πάρα πολλά χρόνια, καταγράφεται και στα πρακτικά της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου ημ. 1.11.13, Τεκμήριο
- Εκείνο όμως που παραμένει αναπάντητο είναι γιατί αυτή η αλλαγή να κριθεί αναγκαία ειδικά σε εκείνη τη χρονική περίοδο, από τη στιγμή που η κατάσταση πραγμάτων ήταν η ίδια εδώ και πολλά χρόνια, και κυρίως γιατί να προταθεί ο ΠΑ (ο οποίος είχε ήδη διοριστεί και σύμβουλος της εταιρείας, με τη διαφωνία της αιτήτριας) και μάλιστα να εγκριθεί με πλειοψηφία και πάλι με τη διαφωνία της αιτήτριας. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί των καθ΄ ων η αίτηση δεν είναι ικανοί να αντικρούσουν τη θέση της αιτήτριας ότι αυτή η αλλαγή εντάσσεται στο σχέδιο απομάκρυνσης της. 11) Παραίτηση του κ. Σπύρου και ανάληψη της διαχείρισης της εταιρείας από τον ΠΑ Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι η ίδια δεν ενημερώθηκε για τους λόγους παραίτησης του κ. Σπύρου και ότι ο ΠΑ ανέλαβε πιο ενεργά τη διαχείριση της εταιρείας χωρίς απόφαση του διοικητικού συμβουλίου δεν αντικρούονται με οποιονδήποτε τρόπο από τους καθ΄ ων η αίτηση. Το μόνο που προβάλλει ο ΠΑ (στην παρ. 76) είναι ότι μετά την παραίτηση του κ. Σπύρου ο ίδιος ανέλαβε πιο ενεργά τη διαχείριση της εταιρείας, και προς τούτο είναι καταγραμμένη σχετική δήλωση του στη συνεδρία του συμβουλίου ημ. 1.11.13, Τεκμήριο
- Ο ΠΑ αρνείται τη θέση της αιτήτριας ότι η ανάληψη καθηκόντων γενικού διευθυντή από αυτόν χωρίς την έγκριση του συμβουλίου συνιστά ακόμα ένα βήμα για την απομάκρυνση της αιτήτριας από τις εργασίες της εταιρείας και ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια ασχολείται μόνο με την ανταγωνιστική της εταιρεία Goody's. Αυτή είναι μία γενική άρνηση η οποία δεν είναι ικανή ως τέτοια να αντικρούσει την πεποίθηση της αιτήτριας για την προσπάθεια απομάκρυνσης της, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο προκύπτει και μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. 12) Λογαριασμοί Η θέση της αιτήτριας ότι η εταιρεία δεν διατηρεί συστηματικά ελεγμένους λογαριασμούς και ότι παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην ετοιμασία και παράδοση αυτών δεν αντικρούεται από την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση. Μάλιστα αναντίλεκτος παρέμεινε και ο ισχυρισμός της ότι οι λογαριασμοί για τα έτη 2009 και 2010 δόθηκαν σε αυτή με την ειδοποίηση για τη σύγκληση συνεδρίας 10 μέρες πριν από τη συνεδρία (παρ. 162 και 163) με αποτέλεσμα να μην της είχε παρασχεθεί επαρκής χρόνος για μελέτη αυτών. Η αιτήτρια έθετε ζήτημα άρνησης πρόσβασης στα λογιστικά βιβλία αλλά και επί του περιεχόμενου των οικονομικών καταστάσεων και λογαριασμών που τίθεντο προς έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο, όπως επιβεβαιώνουν τα memo του ΓΜ ημ. 28.3.14 και 2.4.14 στις δύο συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου στις οποίες συζητείτο το θέμα έγκρισης των λογαριασμών, Τεκμήρια 21 (η αναφορά στο Τεκμήριο 18 στην παρ. 164 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας είναι προφανώς λανθασμένη) και
- Λόγω ελλιπούς πληροφόρησης της η ίδια δεν ενέκρινε τους λογαριασμούς, οι οποίοι όμως εγκρίθηκαν διά πλειοψηφίας. Η θέση του ΠΑ στην παρ. 77 της ένορκης του δήλωσης ότι η αιτήτρια δεν έδειξε ενδιαφέρον σε σχέση με τους λογαριασμούς, παρόλο που εκκρεμούσε και ποινική υπόθεση εναντίον της εταιρείας για τη μη καταχώρηση αυτών, δεν προκύπτει από την όλη στάση της αιτήτριας, η οποία ζητούσε στοιχεία για να μπορέσει να προβεί σε έγκριση αυτών. Επίσης δεν παρέχονται επαρκή στοιχεία αναφορικά με την εν λόγω ποινική υπόθεση για να καταφανεί οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη της αιτήτριας λόγω της στάσης της σε σχέση με την καταχώρηση ή ολοκλήρωση της ποινικής υπόθεσης. Τέλος, η αιτήτρια προβάλλει λόγους για την άρνηση της να ψηφίσει υπέρ της αύξησης κεφαλαίου της εταιρείας ή υπέρ του δανεισμού αυτής από την εταιρεία A&P Holdings. Αυτοί είναι η μη πρόσβαση της στα στοιχεία της εταιρείας, ειδικότερα εν όψει της θέσης της για το θέμα των υπερχρεώσεων, η ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων των μετόχων πλειοψηφίας και το γεγονός ότι η απόφαση για τον δανεισμό αφορούσε τους ΧΠ και ΚΑ προσωπικά και όχι την εταιρεία A&P Holdings (παρ. 170-172). Ο ισχυρισμός του ΠΑ ότι η αιτήτρια αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία δανεισμού θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με τα όσα αναφέρει η αιτήτρια. Ο ισχυρισμός του περί οικονομικής αδυναμίας της αιτήτριας να συνεισφέρει στις υποχρεώσεις της εταιρείας είναι γενικός και αόριστος και ως τέτοιος δεν είναι ικανός να αντικρούσει τη θέση της αιτήτριας (παρ. 84 και 85). 13) Σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για την απομάκρυνση της ΛΜ Η σύγκληση συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου με σκοπό τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης με σκοπό την απομάκρυνση της αιτήτριας είναι δεδομένη. Επίσης οι καθ΄ ων η αίτηση καθιστούν σαφές ότι επιθυμούν την απομάκρυνση της αιτήτριας από το συμβούλιο της εταιρείας, καθότι θεωρούν ότι αυτή από το 2011 αρνείται να στηρίξει την εταιρεία και επιζητεί την καταστροφή της (παρ. 97 ένορκης δήλωσης του ΠΑ). Οι καθ΄ ων η αίτηση χαρακτηρίζουν γενικά τη στάση της αιτήτριας ως κακόπιστη και θεωρούν ότι ενώ αυτή προφασίζεται την άρνηση παροχής πληροφοριών, είναι η ίδια που επιδεικνύει άρνηση και αποτελεί πρόκληση με αποτέλεσμα να δημιουργεί μίαν απαράδεκτη κατάσταση για την εταιρεία. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι θέσεις της αιτήτριας αναφορικά με τα πιο πάνω θέματα είναι αβάσιμες και χωρίς οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο τρόπος σύστασης και δημιουργίας της εταιρείας, το Καταστατικό της εταιρείας και ο τρόπος λειτουργίας της μέχρι πρόσφατα, δείχνουν ότι πρόκειται για μίαν εταιρεία οιονεί-συνεταιρισμό στην οποία οι μέτοχοι αυτής αποτελούν και το διοικητικό συμβούλιο της και η οποία λειτουργούσε στη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι με αυτή τη νόμιμη προσδοκία (legitimate expectation) ότι όλα τα μέλη της θα λάμβαναν μέρος και στη διοίκηση της, είναι πρόδηλο ότι ο κοινός σκοπός έχει παύσει να υφίσταται και ότι η απομάκρυνση της από το συμβούλιο καταδεικνύει την κακοπιστία και τη καταχρηστική συμπεριφορά των μετόχων πλειοψηφίας. Οι καθ΄ ων η αίτηση δεν σχολιάζουν αυτές τις θέσεις της αιτήτριας περί οιονεί-συνεταιρισμού, παρά μόνο ισχυρίζονται ότι οι ΧΠ και ΚΑ δεν ασχολούνταν με τις τρέχουσες εργασίες της εταιρείας σε αντίθεση με την αιτήτρια, η οποία σταμάτησε όταν ίδρυσε την ανταγωνιστική εταιρεία Goody's με τον σύζυγο της (παρ. 15 και 17 της ένορκης δήλωσης του ΠΑ). Καθοδηγούμενη κυρίως από την υπόθεση Westbourne (ανωτέρω), την οποία επικαλέστηκαν οι δύο δικηγόροι, θεωρώ ότι η θέση της αιτήτριας για τη φύση της εταιρείας και τις δικές της προσδοκίες είναι βάσιμη. Κατόπιν της πιο πάνω αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και χωρίς βεβαίως να υπεισέρχομαι επί της ουσίας των διαφόρων γεγονότων ή σε τελικά συμπεράσματα, καταλήγω ότι η αιτήτρια έχει καταφέρει να καταδείξει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της στην κυρίως Αίτηση όσον αφορά την ύπαρξη καταπιεστικής συμπεριφοράς εις βάρος της ως μετόχου μειοψηφίας στη διαχείριση της εταιρείας μέσα από τις ενέργειες των μετόχων πλειοψηφίας αναφορικά με τα θέματα που εξετάζονται ανωτέρω, και τελικώς με την προσπάθεια απομάκρυνσης της από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, σε βαθμό που καθιστούν εύλογο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, ενώ η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς την αιτήτρια. Το τελευταίο προκύπτει μέσα από το ύψος των υποχρεώσεων της εταιρείας αλλά και τον ισχυρισμό της αιτήτριας για υπερχρεώσεις, που επηρεάζουν το σύνολο και την αξία της περιουσίας της εταιρείας και κατά συνέπεια την αξία των μετοχών σε αυτήν. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι αν δεν οριστικοποιηθεί το προσωρινό διάταγμα, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί στο μέλλον πλήρης δικαιοσύνη. Η αιτήτρια επικαλείται τη φύση της εταιρείας ως οιονεί - συνεταιρισμού, στην οποία επιθυμεί να συμμετέχει, εξ ου και η διαζευκτική αιτούμενη της θεραπεία για τη ρύθμιση των εργασιών της εταιρείας. Σε περίπτωση που το εν λόγω διάταγμα δεν παραμείνει σε ισχύ, τότε το υφιστάμενο καθεστώς της εταιρείας διαφοροποιείται και η αιτήτρια, άνκαι μέτοχος αυτής, θα χάσει την ιδιότητα της ως διοικητικής συμβούλου την οποία κατείχε σχεδόν από της ιδρύσεως της εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Σε περίπτωση δε, επιτυχίας της αναφορικά με την αιτούμενη θεραπεία για ρύθμιση των εργασιών της εταιρείας, τότε θα επανέλθει στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Αυτό όμως εκ των πραγμάτων θα γίνει μετά από ένα σημαντικό χρονικό διάστημα απουσίας της από τη διεύθυνση και συμμετοχή της στις εργασίες της εταιρείας. Με την παραμονή της αιτήτριας στο συμβούλιο της εταιρείας, αυτή θα έχει τη δυνατότητα να ενημερώνεται για τις εργασίες της εταιρείας, να συμμετέχει σε αυτές, να εκφράζει την άποψη της και να λαμβάνει μέρος στη λήψη αποφάσεων. Τυχόν απομάκρυνση της στο παρόν στάδιο θα της αποστερήσει αυτό το δικαίωμα και θα επηρεάσει σε τέτοιον βαθμό τα συμφέροντα της που θεωρώ ότι θα προκληθεί σε αυτήν ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Στο πλαίσιο εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ΄ όψιν και τον παράγοντα καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, κάτι το οποίο αποτελεί και ξεχωριστό λόγο ένστασης. Σύμφωνα με την υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες αποτελεί εμπόδιο για τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος, και ακόμα το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα. Βέβαια η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Είναι γεγονός ότι η αιτήτρια πληροφορήθηκε για την πρόθεση παύσης της από το διοικητικό συμβούλιο στις 9.4.14. Στην παρ. 221 της ένορκης της δήλωσης, αναφέρει ότι χρειάστηκε πάρα πολύς χρόνος για την ετοιμασία της παρούσας αίτησης «λόγω του όγκου των τεκμηρίων και των πολλών γεγονότων που ήταν απαραίτητο να συμπεριληφθούν. Επίσης χρειάστηκε πολύς χρόνος για την εξεύρεση του προσώπου ο οποίος προτείνεται για διορισμό ως παραλήπτης.» Ήταν η θέση της αιτήτριας ότι η καθυστέρηση ενός μηνός περίπου για την καταχώρηση της παρούσας είναι απολύτως δικαιολογημένη. Με γνώμονα τον όγκο των γεγονότων αλλά και των εγγράφων που έπρεπε να παρουσιαστούν στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, και την αναγκαιότητα εξεύρεσης κατάλληλου προτεινόμενου ως παραλήπτη, κρίνω ότι πράγματι ο ένας μήνας για την ετοιμασία και καταχώρηση της παρούσας