L.C.A. DOMIKI LIMITED ν. KOTSONIS ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 6911/2013, 31/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6911/2013 Μεταξύ: L.C.A. DOMIKI LIMITED Εναγόντων -και- KOTSONIS ENTERPRISES LTD Εναγομένων Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 29.10.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Π. Πετράκης Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Ιωαννίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των Εναγόντων και το ιστορικό της υπόθεσης Με την παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 30.10.2013 δια Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους το ποσό των €2.010,02 ως οφειλόμενο για εμπορεύματα πωληθέντα και παραδοθέντα, πλέον τόκους και έξοδα. Οι λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης έχουν ως εξής: «1. Οι ενάγοντες είναι Εγγεγραμμένη Εταιρεία με Εγγεγραμμένο Γραφείο στην οδό Βιολέττας 10, Βιομηχανική Περιοχή Στροβόλου, Επαρχίας Λευκωσίας. 2. Κατά διαφόρους ημερομηνίας μεταξύ 7.1.13 και 31.1.13 οι ενάγοντες επώλησαν και παρέδωσαν στους εναγομένους διάφορες ποσότητες σιδήρου οικοδομών αντί της συμφωνηθείσης και/ή ευλόγου συνολικής αξίας των €9722.02. 3. Έναντι του ως άνω ποσού οι εναγόμενοι επλήρωσαν στους ενάγοντες, και/ή ο λογαριασμός των επιστώθη, κατά διαφόρους ημερομηνίας με το συνολικό ποσό των €7712.- αφήνοντας χρεωστικό υπόλοιπο €2010.02.-. 4. Οι εναγόμενοι ειδοποίησαν τους εναγομένους επανειλημμένως όπως εξοφλήσουν το χρέος των αλλά αυτοί παρέλειψαν να πράξουν τούτο. 5. Και οι ενάγοντες αξιούν εναντίον των εναγομένων :- (α) €2010.02.- ως οφειλόμενο ποσό για πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα. (β) Έξοδα & Φ.Π.Α. (γ) Νόμιμο τόκο.» Μετά την επίδοση της αγωγής, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης και στις 13.11.2013 οι Ενάγοντες προχώρησαν με αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτησή τους επί του Κλητηρίου Εντάλματος. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση και αφού ακούστηκαν οι δυο πλευρές, με απόφαση του ημερομηνίας 22.7.2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (υπό άλλη σύνθεση) απέρριψε την αίτηση και έδωσε άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης εντός 21 ημερών από την έκδοση της απόφασης, όπως και έπραξαν. Όπως προκύπτει από την απόφαση ημερομηνίας 22.7.2014, η αίτηση απορρίφθηκε λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε σε σχέση με την επαλήθευση της αξίωσης των Εναγόντων. Και τούτο γιατί ενώ στην Έκθεση Απαίτησης και στην Ένορκη Δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά σε πώληση και παράδοση εμπορευμάτων στους Εναγόμενους κατά την περίοδο 7.1.2013 - 31.1.2013, στην κατάσταση λογαριασμού που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο δεν παρουσιάζονταν πωλήσεις κατά την εν λόγω περίοδο ούτε και πληρωμές σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, οι Ενάγοντες προχώρησαν με αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ώστε οι ημερομηνίες στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης να αντικατασταθούν σε 16.1.2012-31.1.2013. Το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε με την συγκατάθεση της άλλης πλευράς και το Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 24.10.2014 σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Η παρούσα αίτηση Στις 29.10.2014 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν εκ νέου την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτησή τους σύμφωνα με το Κλητήριο Ένταλμα. Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Ευτύχιου Παπαευτυχίου ο οποίος είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων - Αιτητών και ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η εποπτεία όλων των χρεωστικών λογαριασμών των πελατών των Εναγόντων, περιλαμβανομένου και αυτού των Εναγομένων. Αφού υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης ο κ. Παπαευτυχίου αναφέρει ότι όλες οι πωλήσεις προς τους Εναγομένους ελάμβαναν χώρα μέσω του και εκτελούνταν πάντοτε σύμφωνα με τις οδηγίες των Εναγομένων τόσο αναφορικά με την τιμή όσο και τον τόπο και τρόπο παράδοσης και παραλαβής των εμπορευμάτων. Μετά από κάθε παράδοση ο ίδιος επικοινωνούσε με τους Εναγόμενους οι οποίοι του επιβεβαίωναν ότι τα εμπορεύματα πράγματι παραλήφθηκαν από αυτούς. Επιπλέον, στο τέλος κάθε μήνα οι Εναγόμενοι εφοδιάζονταν με αντίγραφο της κατάστασης του λογαριασμού τους και ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με οποιαδήποτε πώληση, ενώ κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες προέβηκαν σε τέσσερεις πληρωμές συνολικού ποσού €4000.- και πάντοτε συμφωνούσαν με το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού τους. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, οι Εναγόμενοι συνεχίζουν μέχρι σήμερα να οφείλουν στους Ενάγοντες το ποσό που αναφέρεται στη Έκθεση Απαίτησης για πώληση και παράδοση σιδήρου (η σχετική κατάσταση λογαριασμού και τα τιμολόγια επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1). Εξ' όσων δε πιστεύει και συμβουλεύεται από τον δικηγόρο των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή και για το λόγο αυτό οι Ενάγοντες δικαιούνται σε συνοπτική απόφαση υπέρ τους και εναντίον των Εναγομένων ως η απαίτησή τους επί του Κλητηρίου Εντάλματος. Η Ένσταση των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση Στις 13.1.2015 οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 ΘΘ. 1 - 9 και Δ.48 ΘΘ. 1 - 4 και 9, όπως επίσης στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (
- i)Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. (
- ii)Η προηγούμενη αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 13.11.2013 έχει απορριφθεί με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.7.2014 και δόθηκε άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης εντός 21 ημερών. Συνεπεία τούτου υπάρχει δεδικασμένο και οι Ενάγοντες εμποδίζονται στην καταχώρηση και προώθηση νέας αίτηση για συνοπτική απόφαση. (iii) Η απόφαση ημερομηνίας 22.7.2014 με την οποία δόθηκε άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους δεν έχει εφεσιβληθεί. (
- iv)Με την τροποποίηση των δικογράφων δεν ακυρώνεται η προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, ούτε χάνονται τα δικόγραφα ώστε να δικαιούνται οι Ενάγοντες να καταχωρήσουν νέα αίτηση για συνοπτική απόφαση. (
- v)Η τροποποίηση των δικογράφων δεν ακυρώνει το δεδικασμένο. (
- vi)Στην Ένορκη Δήλωση του κ. Παπαευτυχίου δεν αποκαλύπτεται η απόρριψη της προηγούμενης αίτησης για συνοπτική απόφαση. (vii) Η αίτηση είναι δικονομικά απαράδεκτη, παράτυπη, αντικανονική και/ή αντίθετη προς τις πρόνοιες που καθορίζονται από τους σχετικούς δικονομικούς θεσμούς. (viii) Άνευ βλάβης των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν πως δεν οφείλουν το αξιούμενο ποσό αφού αυτό έχει εξοφληθεί, ενώ μέρος των εμπορευμάτων που αναγράφονται στα τιμολόγια δεν έχει παραληφθεί. (
- ix)Οι Εναγόμενοι - Kαθ' ων η αίτηση έχουν βάσιμες και/ή καλές και/ή καλόπιστες υπερασπίσεις, οι οποίες δύνανται να διαπιστωθούν αποκλειστικά και μόνο με την προσαγωγή μαρτυρίας, ενώ παράλληλα εγείρονται θέματα που χρήζουν εκδίκασης ώστε να πρέπει να δοθεί στους Εναγόμενους το δικαίωμα να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Ανδρέα Οικονομίδη, ο οποίος είναι Υπεύθυνος του Λογιστηρίου των Εναγομένων, επίσης ημερομηνίας 13.1.2015, στην οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης. Ακροαματική Διαδικασία Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών υιοθέτησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσονται οι αντίστοιχες θέσεις τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις των συνηγόρων είναι καταγεγγραμμένες και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή H έκδοση συνοπτικής απόφασης έχει ως βάση τη Δ.18 Θ. 1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «1.(
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Ουσιαστικά, η διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία με αυτήν που προβλέπεται στην παλαία αγγλική Ο. 14, παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση και για το λόγο αυτό θα ήταν άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπισή του μόνο για σκοπούς καθυστέρησης. Οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση τη Δ.18 όπως επίσης ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου έχουν εξεταστεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenka Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 και Ανδρονίκου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 977). Ειδικότερα στην υπόθεση Νεάρχου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω στη σελίδα 824: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπιστεί την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1-5., όπως αυτά επεξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου». Περαιτέρω, στο Annual Practice 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 243 αναφέρονται τα πιο κάτω στα πλαίσια της αγγλικής O. 14: «The purpose of O.14 is to enable a plaintiff to detain a summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly; and if the defendant is unable to set up a bona fide defence or raise an issue against the claim which ought to be tried (Rodsents v. Plant
(1985)1 Q.B.597). .................................................................................... The summary jurisdiction conferred by this Order must be used with great care. A defendant ought not to be shut out from defending unless it is very clear indeed that he has no case in the action under disctission". (See Sheppards v. Wilkinson, 6 T.L.R. 18). Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict as to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R. Ir. 238; Electric & General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc., Co., 10 T.L.R. 103").» Η ιδιαίτερη φύση της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης έχει τονιστεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239 όπου επισημαίνονται τα ακόλουθα στη σελίδα 244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD ν. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 A.A.D. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση J & M. Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1280 (απόφαση πλειοψηφίας) και έχουν ως ακολούθως: «Σκοπός των προνοιών της Δ.18 είναι να δώσουν στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πάρει απόφαση, χωρίς να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (trial of the action). Αυτό καθίσταται εφικτό μόνο αν αποδείξει την υπόθεση του καθαρά και ο εναγόμενος αναμφίβολα αδυνατεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Με άλλα λόγια ο εναγόμενος δεν αποκλείεται από του να προβάλει υπεράσπιση εκτός και αν η εν λόγω υπεράσπιση προβάλλεται αποκλειστικά για σκοπούς καθυστέρησης και όχι για σκοπούς δικαιοσύνης. Είναι επομένως φανερό ότι η διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.18 είναι μια ξεχωριστή διαδικασία, μοναδική θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος στο είδος της, με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται από τους Θεσμούς αναφορικά με τη διακρίβωση της ουσίας των επίδικων διαφορών και αποκλείοντας τον εναγόμενο από του να προβάλει υπεράσπιση στην αξίωση του ενάγοντα, ή να την αμφισβητήσει, επιτυγχάνει την έκδοση απόφασης υπέρ του τελευταίου.» Από τη γραμματική ερμηνεία της Δ.18 Θ. 1 καθώς και από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, προκύπτει ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει τις θέσεις του εναγόμενου ως προς την ύπαρξη υπεράσπισης στην αγωγή, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ. 6, (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης, και (γ) Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται αλλά και να δηλώνει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων είναι επιτακτική και σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων την υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenka Obchondi Banka A.S. (πιο πάνω)). Αξιολόγηση των θέσεων των δυο πλευρών Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης και των προϋποθέσεων που τάσσει η Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κρίνω ορθό να εξετάσω τον λόγο ένστασης περί δεδικασμένου και ταυτόχρονα κατάχρησης της διαδικασίας. Αποτελεί θέση των Εναγομένων ότι με δεδομένη την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.7.2014 με την οποία τους δόθηκε δικαίωμα για καταχώρηση υπεράσπισης, η οποία απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε, οι Ενάγοντες εμποδίζονται λόγω δεδικασμένου στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης. Παράλληλα, προβάλλεται από την πλευρά τους ότι η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας αφού η τροποποίηση των δικογράφων μετά την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 22.7.2014 δεν ανατρέπει την εν λόγω απόφαση, όπως ούτε και ακυρώνει το δεδικασμένο. Έχοντας εξετάσει με προσοχή τα όσα καταγράφονται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.7.2014 σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, κρίνω ότι η θέση των Εναγομένων περί δεδικασμένου δεν μπορεί να επιτύχει για τους ακόλουθους λόγους: Σύμφωνα με καλά καθιερωμένες αρχές (βλέπε μεταξύ άλλων Χριστοφορίδης κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2166, Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα
(2008)1 Α.Α.Δ. 1125 και Πανέρας ν. Πανέρα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1684), η εφαρμογή του δεδικασμένου προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών όρων: (
- i)H απόφαση να είναι τελεσίδικη. (
- ii)Να υπάρχει ταύτιση διαδίκων. (iii) Να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων. (
- iv)Να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Είναι απαραίτητο όπως οι λόγοι αυτοί συντρέχουν, διαφορετικά δεν μπορεί να υπάρξει δεδικασμένο (βλέπε μεταξύ άλλων Κανάρης ν. Λοϊζου κ.ά,
(2006)1 Α.Α.Δ. 599 και Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92). Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η πρώτη προϋπόθεση δεν πληρείται στην προκειμένη περίπτωση. Και αυτό γιατί η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.7.2014 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ημερομηνίας 13.11.2013 για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί τελεσίδικη. Παραπομπή επί του θέματος γίνεται στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.4.2014 στην Πολιτική Έφεση με αριθμό 71/2011, Recnex Trading Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, όπου υποδεικνύεται ότι οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Όπως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata
(1996), στη σελίδα 82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument. Orders granting interlocutory applications in matters of practice and procedure, such as an interlocutory injunction, remain under the control of the court, subject to review. Such orders do not decide any question finally, not even whether there should be an interlocutory injunction, or its terms. Buttes Gas and Oil Co v. Hammer (No.3)
(1982)A.C. 888.» (Παραπομπή γίνεται επίσης στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata
(2009)στις σελίδες 65-67, όπως επίσης στην παράγραφο 966 του συγγράμματος Halsbury's Law of England, Vol. 16
(2), 4th edition (reissue)). Σύμφωνα, μάλιστα, με τα όσα υποδείχθηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης άλλου ζητήματος στην Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, η απορριπτική απόφαση αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν είναι καθοριστική των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Στη βάση των πιο πάνω, λοιπόν, η θέση των Εναγομένων περί δεδικασμένου δεν μπορεί να επιτύχει, ενώ η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου συμπαρασύρει και την θέση τους περί κατάχρησης της διαδικασίας. Το δε γεγονός ότι η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.7.2014 με την οποία δόθηκε άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης δεν εφεσιβλήθηκε δεν αλλοιώνει την εικόνα με δεδομένη την απόρριψη της αίτησης για τους λόγους που καταγράφονται πιο πάνω και την προσκόμιση νέας μαρτυρίας η οποία συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και τα κατατεθειμένα τεκμήρια. Θα πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω ότι σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στη σελίδα 174 του Annual Practice 1954, όπου παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κ. Πετράκης, σε περίπτωση που εντοπίζεται κάποιο λάθος στην οπισθογράφηση το οποίο είναι τυπικό και όχι ουσίας (where the defect in the indorsement is one of form and not of substance) το Δικαστήριο μπορεί στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση να διατάξει τροποποίηση και να προχωρήσει με την έκδοση απόφασης, με τρόπο ώστε η θέση περί κατάχρησης να μην μπορεί να επιτύχει ούτε για αυτό το λόγο. Σε σχέση με τη θέση των Εναγομένων επί το ότι η έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.7.2014 δεν αποκαλύπτεται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Παπαευτυχίου που συνοδεύει την αίτηση, παρατηρείται ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο αφού προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης στον οποίο το Δικαστήριο μπορεί να ανατρέξει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (βλέπε Κύπρος Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. (αρ.1)
(1999)1 Α.Α.Δ. 956). Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση ενός αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του, την οποία επικαλείται η πλευρά των Εναγομένων, τυγχάνει εφαρμογής στα πλαίσια αιτήσεων που καταχωρούνται μονομερώς. Προχωρώντας, τώρα, στην ουσία της αίτησης θα πρέπει καταρχήν να λεχθεί ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 Θ. 1(α) πληρούνται στην προκείμενη περίπτωση αφού το Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε ήταν Ειδικά Οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 Θ. 6 και οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης μέσω δικηγόρου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το θέμα της επάρκειας της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Ceskoslovenska (πιο πάνω), Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168. Ουσιαστικά, ο αιτητής στα πλαίσια μιας τέτοιας διαδικασίας θα πρέπει μόνο να επιβεβαιώσει την απαίτησή του. Όπως υποδεικνύεται και στο Annual Practice 1958, στη σελίδα 247: «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: ¨The defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £.............../ for ................ and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action. Τhe affidavit need not set out all the particulars, nor verify the notice of dishonour averred in the statement of claim (May v. Chidley, [1894] 1 Q.B. 451, and see Murphy v. Nolan, 18 L. R. Ir. 468). If the writ be accompanied by a statement of claim the facts therein contained must similarly be verified by affidavit.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (πιο πάνω) γίνεται διάκριση αφενός μεν των προσώπων που μπορούν να ορκιστούν θετικά για τα γεγονότα μιας υπόθεσης και αφετέρου των προσώπων που ορκίζονται με βάση τα όσα πληροφορούνται και πιστεύουν. Τονίζεται δε ότι η Δ.39 Θ. 2 αφορά μόνο τις ενδιάμεσες αιτήσεις όπου μπορεί κάποιος ενόρκως δηλών να κάνει αναφορά σε γεγονότα που είναι εξ΄ ακοής. Επιβεβαιώνεται, επίσης, από την πιο πάνω απόφαση η λογική αναγκαιότητα ότι εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, η ένορκη δήλωση γίνεται από κάποιο φυσικό πρόσωπο το οποίο όμως γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι το ζήτημα του κατά πόσον ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και εντός της έννοιας της Δ.18 Θ. 1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης καθώς και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η φύση της αξίωσης. Με την ένστασή τους οι Εναγόμενοι προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή ελλειπής και ότι εν πάση περιπτώσει δεν είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρόλα αυτά, έχοντας εξετάσει την αίτηση και την συνοδεύουσα αυτήν Ένορκη Δήλωση του κ. Παπαευτυχίου, η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Επί τούτου σημειώνεται ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από εξουσιοδοτημένο υπάλληλο των Εναγόντων ο οποίος προβαίνει σε ρητή δήλωση ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Κρίνεται, μάλιστα, ότι με βάση τα όσα καταγράφονται στις παραγράφους 2-4 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Παπαευτυχίου, και πιο συγκεκριμένα οι αναφορές του ότι μεταξύ των καθηκόντων του είναι η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η εποπτεία του λογαριασμού των Εναγομένων και ότι ο ίδιος προσωπικά επικύρωνε κάθε φορά με τους Εναγόμενους ότι τα εμπορεύματα παραλήφθηκαν από αυτούς (θέσεις επί των οποίων και δεν αντεξετάστηκε), ο ομνύοντας είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα με βάση τα οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στη βάση, επίσης, των όσων καταγράφονται στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση όπου επαναλαβάνεται στην ουσία το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και των εγγράφων που επισυνάπτονται ως τεκμήρια, μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι τόσο η αιτία της αγωγής όσο και τα αξιούμενα ποσά επαληθεύονται πλήρως. Σαν αποτέλεσμα τούτου, καταλήγω ότι και οι τρείς προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ. 1 έχουν ικανοποιηθεί, με τρόπο ώστε το βάρος απόδειξης να μετατοπίζεται πλέον στους ώμους των Εναγομένων να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που να της δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Προτού, όμως, εξεταστούν οι επί τούτου ισχυρισμοί και τις θέσεις των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ότι εκεί όπου ένας εναγόμενος που μπορεί να δημιουργήσει μέσω γεγονότων που αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την ένστασή του, την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πρέπει να πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλέπε μεταξύ άλλων Jacobs v. Booths Distillery Co.
(1901)85 L.T.262 και Knapp -Fisher v. Crish
(1936)3 All E.R.560). Όπως έχει νομολογηθεί, όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέτασή τους εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του προκειμένου να ετύγχαναν εξέτασης με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια. Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο το λεκτικό της Δ.18 Θ. 1(α) ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγόμενου («condescend upon particulars») (βλέπε μεταξύ άλλων Cyems Co Ltd v. Central Co. Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ''Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Χριστάκης Αυγουστή κ.ά. ν. Γ. Πίριλλου
(1997)1 Α.Α.Δ. 5, Ευάγγελος Λαζάρου κ.ά. ν. Γιάννη Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 418 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 A.A.Δ. 837). Επομένως, εκείνο το οποίο απομένει να αποφασιστεί είναι κατά πόσον οι Εναγόμενοι έχουν αποσείσει το βάρος το οποίο έχει εναποτεθεί στους ώμους τους ώστε να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Ως προς τούτο, στο μεν σώμα της Ένστασης των Εναγομένων καταγράφεται στις παραγράφους 8(α) και (β)ότι το αξιούμενο ποσό έχει εξοφληθεί και ότι μέρος των εμπορευμάτων που αναγράφονται στα τιμολόγια δεν έχουν παραληφθεί, στην δε Ένορκη Δήλωσή του κ. Ανδρέας Οικονομίδης αναφέρει ότι τα επισυνημμένα στην Ένορκη Δήλωση του κ. Παπαευτυχίου τιμολόγια δεν ανταποκρίνονται στην ποσότητα και αξία των παραδοθέντων εμπορευμάτων. Οι πιο πάνω γενικές και αόριστες, κατά την κρίση μου, θέσεις του κ. Οικονομίδη δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκείς ώστε να δοθεί στους Εναγόμενους το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Ειδικότερα, παρατηρείται ότι ενώ οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εξόφλησαν το αξιούμενο ποσό, δεν δίδουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ούτε προσκομίζουν οποιεσδήποτε σχετικές προς τούτο αποδείξεις πληρωμής, όπως ούτε και προβάλλουν θέση περί μη έκδοσης αποδείξεων από τους Ενάγοντες. Παρομοίως, ουδεμία λεπτομέρεια δίδεται από την πλευρά των Εναγομένων προς επιβεβαίωση και υποστήριξη της θέσης τους επί το ότι μέρος των εμπορευμάτων που αναγράφονται στα τιμολόγια δεν έχουν παραληφθεί. Κρίνεται, λοιπόν, ότι οι Εναγόμενοι δεν προέβαλαν τέτοια γεγονότα που θα μπορούσαν να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή, αφού παρά το ότι αναφέρουν συνοπτικά τις υπερασπίσεις τους, εντούτοις δεν παρουσιάζουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή στοιχεία ώστε να καταδεικνύουν το βάσιμο ή το καλόπιστο τούτων. Κάτι, τέτοιο, όμως, δεν είναι αρκετό σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα. Όπως υποδεικνύεται και στην υπόθεση J & M. Loizides Agencies Ltd (πιο πάνω): «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 A.A.Δ. 239 και Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. ................................................................................................................................. Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχηρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Επί του ίδιου θέματος σημειώνονται τα ακόλουθα στο The Αnnual Practice 1958 στη σελίδα 250: «Where there is a triable issue, the defendant is entitled to leave to defend, without being put upon terms to pay money into Court, even though it may appear that the defendant is not likely to succeed (Jacobs v. Booth's Distillery Co., 85 L.T. 262, H.L; Runnacles v. Mesquila, 1 Q. B. D. 416; And see Ward v. Plumbley, infra). "Defence on the Merits" includes any legal defence, e.g., Statute of Limitation (Lord Bellew v. Markey, 2 L.R. Ir. 185; 4 L.R. Ir. 747), but does not extend to unsupported by valuable consideration (Woolston v. Baines, [1876] W.N. 74); mere inability to pay (Desart v. Townsend, 22 L.R. Ir. 389), nor to cases where the plaintiff is alleged to have given time for payment, which, of course, constitutes no defence unless there be consideration (Hookham v. Mayle
(1905), 22 T.L.R. 241). A complete defence need not be show. Where there is "a fair probability of a defence" unconditional leave to defend ought to be given ... Even though the defence is not clearly established, but only reasonable probability of there being a real defence, leave to defend should be given (Manager v. Cash, 5 T.L.R. 271). ................... The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App. Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Horrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362; Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6 (n)).» Είναι, λοιπόν, έκδηλο από τα πιο πάνω ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταφέρει να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην απαίτηση των Εναγόντων ή σε οποιοδήποτε μέρος της ή ότι θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη για κάποιο βάσιμο λόγο. Συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €2.010,02 με νόμιμο τόκο επ' αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο