← Κύπρος

Σάββα Ρασπόπουλου, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Χάρπα ν. Κυπριανής Πιερίδου, Αρ. Αγωγής: 2323/2008,

Σάββα Ρασπόπουλου, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Χάρπα ν. Κυπριανής Πιερίδου, Αρ. Αγωγής: 2323/2008, 16/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2323/2008 Μεταξύ: Χαράλαμπου Χάρπα, εκ Λευκωσίας Ενάγοντος - και - Κυπριανής Πιερίδου Εναγομένης Και δια τροποποιήσεως την 9.5.2011 συμφώνως διατάγματος ημερομηνίας 3.5.2011: Μεταξύ: Σάββα Ρασπόπουλου, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Χάρπα Ενάγοντος - και - Κυπριανής Πιερίδου Εναγομένης Ημερομηνία: 16.3.2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Ρασπόπουλος (για ν' ακούσει την απόφαση, ο κ. Πλαστήρας) Για την Εναγόμενη: κα Γιόλα Στυλιανίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στις 27.5.2010 ο Ενάγων, ως το αρχικώς καταχωρηθέν κλητήριο ένταλμα, κ. Χαράλαμπος Χάρπας, απεβίωσε λόγω εμφράγματος του μυοκαρδίου (βλ. το αντίγραφο του πιστοποιητικού θανάτου του που βρίσκεται κατατεθειμένο στο φάκελο της ως άνω αγωγής ως Τεκμήριο 2).. Στις 3.1.2011 επικυρώθηκε η τελευταία διαθήκη του αποβιώσαντος, στο πλαίσιο της Αίτησης 350/2010 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, Δικαιοδοσία Επικυρώσεως Διαθηκών και η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος παραχωρήθηκε στον κ. Σάββα Ρασπόπουλο (βλ. το αντίγραφο του Διατάγματος Διαχείρισης βρίσκεται κατατεθειμένο στο φάκελο της ως άνω αγωγής ως Τεκμήριο 3).. Ακολούθησε η τροποποίηση των δικογράφων της παρούσας αγωγής δυνάμει του Δικαστικού Διατάγματος ημερ. 3.5.2011, και, όπως αναφέρεται στον τίτλο του τροποποιηθέντος κλητηρίου, ο Ενάγων προωθεί την αγωγή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Χάρπα και/ή λόγω καθήκοντος και/ή ευθύνης προς προστασία των δικαιωμάτων και/ή περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντος. Α.

  1. ΑΞΙΩΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει θεραπεία ως εξής꞉ «Α. €8.550 (οκτώ χιλιάδες πεντακόσια πενήντα Ευρώ) ήτοι ΛΚ £5.000 (πέντε χιλιάδες Λίρες Κύπρου) ως ποσού καταβληθέντος άνευ ανταλλάγματος και/ή δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή αχρεωστήτως καταβληθέντος. Β. Δίκαιες και/ή εύλογες αποζημιώσεις και/ή άλλη δίκαιη θεραπεία κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στα πλαίσια του συνόλου των γεγονότων, και/ή ενόψει του διαφυγόντος κέρδους του Χαράλαμπου Χάρπα και /ή παραπλάνησης του Χαράλαμπου Χάρπα από την Εναγομένη και/ή αυθαίρετης αθέτησης συμφωνίας και/ή ως αποζημιώσεις λόγω διάρρηξης συμφωνίας και/ή άλλως πώς. Γ. Τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις ένεκα της όλης συμπεριφοράς της Εναγομένης. Δ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ή/και Διαταγή το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει. Ε. Νόμιμο τόκο και/ή τόκο 8%. ΣΤ. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης.». Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ηγέρθηκε στις 6.5.
  2. Α.
  3. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ Η πιο πάνω αναφερόμενη αξίωση του Ενάγοντος στηρίζεται στην ακόλουθη εκδοχή γεγονότων ως έχει δικογραφηθεί στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα꞉
  4. Η Εναγόμενη κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής Β-567, Φύλλο/Σχέδιο 30/25Ε2, Τμήμα Β, Τεμάχιο 571, Τοποθεσία Αμμάτι, Χωριό Ανάγεια της επαρχίας Λευκωσίας (στο εξής «το επίδικο ακίνητο»).
  5. Κατά ή περί την 15 Ιουλίου 2005, η Εναγόμενη συμφώνησε προφορικά με τον Χαράλαμπο Χάρπα την πώληση του επίδικου ακινήτου, με την εντός αυτού οικία, ως επίσης των δικαιωμάτων και δουλειών αυτού, συμπεριλαμβανομένων της άδειας οικοδομής και του δικαιώματος χρήσης διάτρησης, έναντι του συνολικού ποσού των ΛΚ£130.000 (εκατό τριάντα χιλιάδων Λιρών Κύπρου) ήτοι €222,118,19 (διακόσες είκοσι δυο χιλιάδες εκατόν δέκα οκτώ Ευρώ και 19 Σεντς).
  6. Έναντι του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου, η Εναγόμενη έλαβε από τον Χαράλαμπο Χάρπα την 15.7.2005 το ποσό των ΛΚ 5.000 (πέντε χιλιάδων Λιρών Κύπρου) ήτοι € 8.550 (οκτώ χιλιάδες πεντακόσια πενήντα Ευρώ) δι' επιταγής της Ελληνικής Τράπεζας αρ. 98898481). Η Εναγόμενη εξέδωσε και υπόγραψε, προς το σκοπό αυτό, σχετική απόδειξη είσπραξης με ημερομηνία 15 Ιουλίου 2005, με σαφή αναφορά ότι το εν λόγω ποσό των ΛΚ£5.000, το έλαβε έναντι του τιμήματος πώλησης του ακινήτου.
  7. Το υπόλοιπο του τιμήματος, δυνάμει της προαναφερόμενης προφορικής συμφωνίας, θα καταβαλλόταν από τον Χαράλαμπο Χάρπα στην Εναγόμενη με τη μεταβίβαση επ' ονόματι του Χαράλαμπου Χάρπα του ακινήτου μόλις ο Χαράλαμπος Χάρπας επέστρεφε από το εξωτερικό. Ο Χαράλαμπος Χάρπας είχε πληροφορήσει την Εναγόμενη στις 15.7.2005 ότι την επομένη θα αναχωρούσε για δουλειές στο εξωτερικό και θα επέστρεφε στις 23.7.2005 και συμφωνήθηκε ότι θα επικοινωνούσαν στις 24.7.2005 για να διευθετήσουν τα της μεταβίβασης του ακινήτου.
  8. Στις 24.7.2005 ο Χαράλαμπος Χάρπας επικοινώνησε με την Εναγόμενη και τον σύζυγο της προς τον σκοπό διευθέτησης της ημερομηνίας μεταβίβασης του ακινήτου αλλά συνάντησε διάφορες δικαιολογίες και προφάσεις με σκοπό προφανώς την αποφυγή ή καθυστέρηση υλοποίησης της συμφωνίας.
  9. Παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές οχλήσεις του Χαράλαμπου Χάρπα προς την Εναγόμενη που ακολούθησαν, η Εναγόμενη απέφυγε την ολοκλήρωση της συμφωνίας, κατακρατώντας μέχρι και την ημερομηνία έγερσης της αγωγής το προαναφερθέν ποσό των ΛΚ 5.000 (πέντε χιλιάδων Λιρών Κύπρου), παραβιάζοντας τα συμφωνηθέντα.
  10. Κατόπιν των ανωτέρω ο Χαράλαμπος Χάρπας αναγκάστηκε να απευθυνθεί σε δικηγόρο και απέστειλε, μέσω του δικηγόρου του, συστημένη επιστολή ημερομηνίας 1.2.2008 η οποία λήφθηκε από την Εναγομένη στις 15.2.2008, και με την οποία επέδειξε την καλή του θέληση, καλώντας την Εναγόμενη εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της επιστολής να εκτελέσει την συμφωνία πώλησης του ακινήτου ή διαζευκτικά, εάν πρόθεση της Εναγομένης ήταν να διαρρήξει την γενόμενη συμφωνία, να επιστρέψει στον Χαράλαμπο Χάρπα εντός της ίδιας προθεσμίας το καταβληθέν ποσό των ΛΚ£5.000 (πέντε χιλιάδων Λιρών Κύπρου) ήτοι €8.550 (οκτώ χιλιάδες πεντακόσια πενήντα Ευρώ) πλέον νόμιμο τόκο 8%.
  11. Δεν υπήρξε ανταπόκριση στις απαιτήσεις του Χαράλαμπου Χάρπα και ως εκ τούτου ο Χαράλαμπος Χάρπας απευθύνθηκε εκ νέου με συστημένη επιστολή, μέσω του δικηγόρου, του ημερομηνίας 26.3.08 η οποία λήφθηκε από την Εναγόμενη στις 9.4.2008, με την οποία ο Χαράλαμπος Χάρπας τερμάτισε την συμφωνία πώλησης του ακινήτου και κάλεσε την εναγόμενη να του επιστρέψει την καταβληθείσα προκαταβολή πλέον νόμιμο τόκο. Μέχρι την ημερομηνία έγερσης της αγωγής ο Χαράλαμπος Χάρπας δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό προς αποκατάσταση της ζημιάς του.
  12. Η υπαναχώρηση της Εναγόμενης από τα συμφωνηθέντα δημιούργησε ζημιά στον Χαράλαμπο Χάρπα αφού από την σύναψη της συμφωνίας έως τον τερματισμό της η αξία του ακινήτου ανέβηκε κατακόρυφα.
  13. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ο Χαράλαμπος Χάρπας διεκδικεί τα ως η αξίωση ποσά από την Εναγόμενη με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή τις αρχές που διέπουν την παροχή αποζημιώσεων λόγω διάρρηξης συμφωνίας. Α.3 Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Η Εναγόμενη απορρίπτει την αξίωση του Ενάγοντος και ζητά απόρριψη της με έξοδα εις βάρος αυτού. Εγείρει ανταπαίτηση και εξαιτείται την έκδοση απόφασης ως η ανταπαίτηση αυτής. Η Εναγόμενη παραδέχεται ρητά στην Έκθεση Υπεράσπισής της (στο εξής «η Ε/Υ») μόνο το περιεχόμενο των παραγράφων 1, 2 και 3, ανωτέρω, από την έκδοχή του Ενάγοντος. Κατά τα λοιπά, η Εναγόμενη ισχυρίζεται - για σκοπούς υπεράσπισης - ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως εξής (βλ. την παρα. 4 της Ε/Υ): (α) Το ποσό που ο Χαράλαμπος Χάρπας κατέβαλε στην Εναγόμενη κατά/ή περί τις 15/7/05 ως προκαταβολή, ήτοι το ποσό των Λ.Κ.5,000.-, σαφέστατα διευκρινίστηκε από την Ενάγουσα ότι αποτελούσε «μη επιστρεπταία προκαταβολή». (β) Μεταξύ άλλων, ο Χαράλαμπος Χάρπας ανάφερε στην Εναγόνενη ότι ανέμενε να εισπράξει εντός της ημέρας (15.7.2005) μεγάλο χρηματικό ποσό το οποίο θα έφερνε στο Κτηματολόγιο στις 16/7/2005 για εξόφληση του τιμήματος πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου και έτσι έπεισε την Εναγομένη να συμφωνήσει στην πώληση του εν λόγω ακινήτου σε ΛΚ 10,000 ή σε €17,086 χαμηλότερα από τη πραγματική του αξία. (γ) Αντί αυτού, ο Χαράλαμπος Χάρπας το ίδιο βράδυ ανέβαλε την αποπληρωμή προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες. (δ) Η Εναγόμενη ανάφερε στον Χαράλαμπο Χάρπα τόσο προφορικά όσο και γραπτώς ότι θα του δώσει 5 μέρες προθεσμία και ότι στις 20/07/2005 θα βρισκόταν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο για εξόφληση του τμήματος πώλησης και μεταβίβαση του ακινήτου. (ε) Η Εναγόμενη στις 20/7/2005 παρουσιάστηκε στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, ο Χαράλαμπος Χάρπας όμως δεν παρουσιάστηκε χωρίς καμία ειδοποίηση ως αποτέλεσμα η Εναγόμενη τις 21/7/2005 τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία. (ζ) Ο Χαράλαμπος Χάρπας στη συνέχεια ενημέρωσε την Εναγομένη ότι δεν προτίθεται να προχωρήσει με την εκτέλεση της μεταξύ τους συμφωνίας. (η) Έκτοτε, ο Χαράλαμπος Χάρπας ουδέποτε επικοινώνησε με την Εναγόμενη παρά μόνο μέσω του δικηγόρου του την 1ην Φεβρουαρίου 2008, τρία σχεδόν χρόνια από την συμφωνημένη ημερομηνία αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης. Η Εναγόμενη παραδέχεται, συναφώς, ότι έλαβε τις δύο επιστολές ημερ. 1.2.2008 και 26.3.2008 του δικηγόρου του Χαράλαμπου Χάρπα, πλην όμως ισχυρίζεται ότι ήταν άνευ αντικειμένου, καθότι η ίδια είχε ήδη τερματίσει την εν λόγω συμφωνία με επιστολή της ημερ.21/7/2005 προς τον Χαράλαμπο Χάρπα συνεπεία της διάρρηξης της από τον τελευταίο. Η ανταπαίτηση της Εναγομένης στηρίζεται στην ακόλουθη εκδοχή γεγονότων꞉ (α) Αυτή, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας πώλησης του επίδικου ακινήτου που είχε συνάψει προφορικά με τον Χαράλαμπου Χάρπα, προσπάθησε να πωλήσει το επίδικο ακίνητο. (β) Τελικά, αυτό πωλήθηκε στις 17/11/2005 για το ποσό των Λ.Κ 102,000.00 ή το αντίστοιχο σε € 174,277,
  14. (γ) Η Εναγόμενη ζήμιωσε έτσι κατά Λ.Κ 28,000 ή το αντίστοιχο σε €47,821, ποσό το οποίο αξιοί ανταπαιτητικά. (δ) Η Εναγόμενη διατηρεί λογαριασμό σε Τράπεζα και λαμβάνει τόκο 6% επί της κατάθεσης της. Και η Εναγόμενη ανταπαιτεί꞉ «Α. €47.821,00σ. ως αποζημίωση για την ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης της συμφωνίας. Β. Τόκο 6% από 16/07/05 μέχρι Εξοφλήσεως. Γ. Διαζευκτικό νόμιμο τόκο. Δ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου 00712733L)». Α.
  15. ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Μέσα από το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, ο Ενάγων δεν παραδέχθηκε ή και αρνήθηκε και απέρριψε την εκδοχή της Εναγομένης, αναδεικνύοντας ως επίδικα τα εξής σημεία꞉ (α) Αρνείται ότι στις 15.7.2005 συμφωνήθηκε να γίνει στις 16.7.2005 η αποπληρωμή και εξόφληση του τιμήματος της συμφωνίας και κατ' επέκταση η μεταβίβαση. Αντιτάσσει ότι στις 16/7/2005 ο Χαράλαμπος Χάρπας είχε, εν γνώση της Εναγομένης και/ή των αντιπροσώπων της, προγραμματισμένο ταξίδι στην Λευκορωσία το οποίο και πραγματοποιήθηκε. (β) Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Χαράλαμπος Χάρπας ουδέποτε ειδοποιήθηκε είτε προφορικά είτε γραπτώς από την Εναγόμενη να προσέλθει στο Κτηματολόγιο για ολοκλήρωση της συμφωνίας και καλεί την Εναγόμενη σε αυστηρή απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού. (γ) Καλεί την Εναγόμενη σε αυστηρή απόδειξη του ισχυρισμού της περί «μη επιστρεπτέας προκαταβολής». (δ) Αγνοεί το ποσό για το οποίο η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι πώλησε τελικά το επίδικο ακίνητο ως επίσης και το ποσοστό επιτοκίου που λάμβανε η Εναγόμενη επί των καταθέσεών της, την καλεί σε αυστηρή απόδειξη και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν ήταν δυνατόν για την Εναγόμενη να πωλήσει το ακίνητο σε χαμηλότερη τιμή λαμβανομένης υπόψη της κατακόρυφης ανόδου που είχε η αξία της γης και των κατοικιών κατά την υπό αναφορά περίοδο. Β. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Μοναδικός μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν ο ίδιος ο Ενάγων, κ. Σάββας Ρασπόπουλος (στο εξής «ο ΜΕ1»). Για την υπεράσπιση κατέθεσε ως πρώτος μάρτυρας ο κ. Παναγιώτης Κωνσταντίνου (στο εξής «ο ΜΥ1»), ο οποίος διευκρίνισε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι προσήλθε ως μάρτυρας υπεράσπισης, υπό την ιδιότητά του, όχι απλώς ως σύζυγός της Εναγόμενης, αλλά και ως το πρόσωπο που διαχειρίστηκε την όλη υπόθεση με τον Χάρπα ως πληρεξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη. Ως δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης προσήλθε η ίδια η Εναγόμενη. Β.
  16. Η μαρτυρία του ΜΕ1 Ο ΜΕ1, θέτοντας το υπόβαθρο όσον αφορά τη σχέση του με τον Χαράλαμπο Χάρπα (στο εξής «ο Χάρπας») αμέσως προ της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, δήλωσε ενόρκως ότι είχε ανέκαθεν στενή φιλική σχέση με τον αποβιώσαντα, τον οποίο και συμβούλευε μεταξύ άλλων, και σε νομικά θέματα, όπως στην παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι ενημερώθηκε για πρώτη φορά από τον Χάρπα περί τα τέλη του 2007, σε μια από τις φιλικές τους συναντήσεις. Προσήλθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας για να αναφέρει όσα αυτός άκουσε από τον ίδιο τον Χάρπα και τα οποία δήλωσε ότι θυμάται πάρα πολύ καλά διότι τα συζητούσαν αρκετές φορές από τα τέλη του 2007 μέχρι και τον θάνατο του Χάρπα. Συγκεκριμένα, η εκδοχή που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΕ1, του εξιστόρησε ο Χάρπας περί τα τέλη του 2007 ήταν αυτή ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης. Αφετηρία αυτής αποτελεί το γεγονός ότι, κατά ή περί τις 15/07/2005, ο Χάρπας συμφώνησε προφορικά με την Εναγόμενη την αγορά του επίδικου ακινήτου έναντι του συνολικού ποσού των Λ.Κ 130.000,
  17. Παρουσιάζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Χάρπας του μίλησε για την παρούσα υπόθεση, ο ΜΕ1 δήλωσε τα εξής꞉ «Ο ενάγοντας, αφού με ενημέρωσε για τα πιο πάνω, μου ανέφερε πως αντιλήφθηκε ότι η Εναγόμενη δεν προτίθετο να του μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο και εγώ του σύστησα να αποταθεί σε δικηγόρο προς λήψη νομικών μέτρων. Τον παρέπεμψα στον Δικηγόρο Χρίστο Ρασπόπουλο πράγμα το οποίο και έπραξε.» Προς απόδειξη του ισχυρισμού του Ενάγοντος ότι ο Χάρπας κατέβαλε στις 15/07/2005 στην Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ5.000,00, ήτοι €8.550,00, δι' επιταγής της ελληνικής τράπεζας υπ' αριθμό 98898481, ως προκαταβολή, έναντι του τιμήματος αγοράς, ο ΜΕ1 παρουσίασε την «Απόδειξη Είσπραξης» που είχε στην κατοχή του και την οποία, ως ισχυρίστηκε, είχε εκδώσει και παραδώσει ενυπόγραφα η Εναγόμενη προς τον Χάρπα. Η εν λόγω Απόδειξη Είσπραξης κατατέθηκε από τον ΜΕ1 και βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  18. Η απόδειξη αυτή αναφέρει τα εξής꞉ «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ Εγώ η υποφαινόμενη Κυπριανή Πιερίδου Α.Δ.Τ. [...][1] έλαβα το ποσό από τον κ. Χαράλαμπο Χάρπα Α.Δ.Τ. [...][2] των ΛΚ5.000 (πέντε χιλιάδων λιρών) έναντι πώλησης της οικίας και κτήματος αρ. Εγγραφής Β-567 που κατέχω στο χωριό Ανάγυα στο οποίο υπάρχει Άδεια Οικοδομής από την Πολεοδομία και το δικαίωμα χρήσης διάτρησης για το υφιστάμενο τεμάχιο. (υπ.)........................ Κυπριανή Πιερίδου 15/07/2005» Πάνω στο ίδιο έγγραφο όπου είναι δακτυλογραφημένη η πιο πάνω απόδειξη είσπραξης, υπάρχει χειρόγραφη σημείωση ως εξής «#98898481 (Η.Β.)». Αντιστοιχεί στον αριθμό επιταγής που, ως ισχυρίζεται ο ΜΕ1, εξέδωσε ο Χάρπας για καταβολή του ποσού της προκαταβολής. Προς απόδειξη της εκδοχής του Ενάγοντος ότι ο Χάρπας είχε συμφωνήσει με την Εναγομένη να καταβληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος με τη μεταβίβαση επ' ονόματι του Ενάγοντος του ακινήτου σε μελλοντική ημερομηνία μετά την επιστροφή του από προγραμματισμένο ταξίδι στο εξωτερικό, και όχι στις 16.7.2005 όπως διατείνεται η Εναγόμενη, ο ΜΕ1 αφενός δήλωσε ότι ο Χαράλαμπος Χάρπας είχε ενημερώσει την Εναγομένη ότι είχε προγραμματισμένο ταξίδι από τις 16/07/2005 μέχρι τις 23/07/2005 και αφετέρου δήλωσε ότι το εν λόγω ταξίδι πραγματοποιήθηκε, και ο Χάρπας επέστρεψε στην Κύπρο στις 23/07/
  19. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5 το ίδιο το διαβατήριο του Χάρπα, το οποίο φέρει ημερ. έκδοσης 9/4/2003 και το οποίο στη σελ. 20 φέρει σφραγίδα ημερ. 16/07/2005 ως ημέρας εισόδου του Χάρπα στη Λευκορωσία και σφραγίδα ημερ. 23/07/2005, ως ημέρας εξόδου του Χάρπα από την εν λόγω χώρα και επιστροφής του στην Κύπρο. Όσον αφορά τα γεγονότα όπως τα έζησε ο Χάρπας μετά την επιστροφή του από το εξωτερικό και όπως τα διηγήθηκε στον ΜΕ1, ο ΜΕ1 δήλωσε τα εξής꞉ Ότι ο Χάρπας επικοινώνησε με την Εναγόμενη και τον σύζυγό της αμέσως μετά την επιστροφή του από το εξωτερικό, για να διευθετηθεί η ημερομηνία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, αλλά συνάντησε διάφορες δικαιολογίες και προφάσεις από μέρους τους, με σκοπό την αποφυγή ή καθυστέρηση υλοποίησης της μεταβίβασης. Μια από τις δικαιολογίες που πρόβαλλε η Εναγομένη ήταν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΕ1, ότι ήθελε οι £30.000 να δοθούν σε μετρητά ή όπως λέγονται «μαύρα» για να γλυτώσει φόρο. Ο Χάρπας δεν δεχόταν αυτή την πρόταση και ενώ αυτός επικοινώνησε αρκετές φορές αργότερα με την Εναγομένη με σκοπό την ολοκλήρωση της συμφωνίας, η Εναγόμενη το απέφευγε, ενώ συνέχιζε να κατέχει τα χρήματα της προκαταβολής. Όσον αφορά τις επιστολές, που ως είναι δικογραφημένο, απέστειλε ο Χάρπας μέσω του συνηγόρου του την 1/2/2008 και την 26.3.2008, ο ΜΕ1 τις παρουσίασε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 6 και 8, αντίστοιχα. Υπενθυμίζω ότι η παραλαβή αυτών των επιστολών από την Εναγόμενη ήταν παραδεκτή στην Ε/Υ της. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήρια 7 και 9, αντίστοιχα, την απόδειξη παραλαβής των επιστολών που εξέδωσε το Ταχυδρομείο στις 15/2/2008 και στις 9/4/2008, αντίστοιχα. Με την επιστολή, ημερ. 1.2.2008, ως το Τεκμήριο 6, ο συνήγορος του Χάρπα, αφού εξέφρασε την απαρέσκεια του πελάτη του για την συμπεριφορά της Εναγόμενης, εξέφρασε για άλλη μια φορά την επιθυμία του να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση και να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος της αγοράς του ακινήτου, ήτοι Λ.Κ125.000,
  20. Διαζευκτικά, εξέφρασε την ετοιμότητα του να παραιτηθεί του δικαιώματος του για διεκδίκηση αποζημιώσεων για αθέτηση συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι η Εναγόμενη θα του επέστρεφε το καταβληθέν από αυτόν ποσό των Λ.Κ 5.000,00, και κάλεσε την Εναγόμενη όπως εντός 30 ημερών από τη λήψη της εν λόγω επιστολής δηλώσει την πρόθεση της είτε προς εκτέλεση και ολοκλήρωση της συμφωνίας, είτε προς την διάρρηξή της, οπόταν και θα έπρεπε να του επιστρέψει το ποσό των Λ. Κ 5.000,00 που της κατέβαλε. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση στην εν λόγω επιστολή από την Εναγομένη, παρά μόνο ένα τηλεφώνημα του συζύγου της Εναγομένης προς τον Δικηγόρο του Χάρπα με το οποίο τον πληροφόρησε ότι το ακίνητο πωλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο και πρότεινε να επιστρέψει το ποσό Λ.Κ1.500,00 στον Χάρπα. Ο Χάρπας μέσω του δικηγόρου του απέρριψε την πρόταση και απευθύνθηκε εκ νέου στην Εναγόμενη με νέα συστημένη επιστολή μέσω του δικηγόρου του, ημερομηνίας 26/03/2008, μέσω της οποίας τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία, εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης, και κάλεσε την Εναγόμενη να του επιστρέψει την πιο πάνω καταβληθείσα προκαταβολή πλέον νόμιμο τόκο. Την ίδια ημέρα που παραλήφθηκε η δεύτερη αυτή επιστολή, ήτοι στις 9.4.2008, η Εναγομένη μέσω της Δικηγόρου της επικοινώνησε με τον Δικηγόρο του Χάρπα στέλνοντας σε τηλεομοιότυπο επιστολή ημερομηνίας 9/4/2008 επισυνάπτοντας σε αυτή δύο επιστολές που κατά τον ισχυρισμό της η Εναγομένη είχε αποστείλει στον Χάρπα. Η πρώτη επιστολή είναι ημερομηνίας 18/7/2005 και η δεύτερη επιστολή είναι ημερομηνίας 21/7/
  21. Ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο την επιστολή της δικηγόρου της Εναγομένης, κας Γιόλας Στυλιανίδη, ημερ. 9/4/2008, ως δέσμη περιλαμβάνουσα τις δύο συνημμένες σε αυτή επιστολές, ως Τεκμήριο
  22. · Η επιστολή ημερ. 18/7/2005 αναφέρει ως εξής꞉ «18 Ιουλίου 2015 Προς Χαράλαμπο Χάρπα Κύριε, Θέμα꞉ Αγοραπωλητήριο Έγγραφο κτήματος με αρ. Εγγραφής Β-567 Φύλλο/Σχέδιο 30.25 Ε.2 Τεμάχιο 571, Τοποθεσία Αμμάτι, Χωριό Ανάγυα Σε καλώ όπως στις 20 Ιουλίου 2005 μεταξύ 08꞉30 - 11꞉00 παρουσιαστείς στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας με σκοπό την εξόφληση του τιμήματος πώλησης του πιο πάνω κτήματος και την μεταβίβαση αυτού επ' ονόματί σου. Με τιμή Κυπριανή Πιερίδου» · Η επιστολή ημερ. 21/7/2005 αναφέρει ως εξής꞉ «21 Ιουλίου 2005 Προς Χαράλαμπο Χάρπα Κύριε Θέμα꞉ Αγοραπωλητήριο Έγγραφο κτήματος με αρ. Εγγραφής Β-567 Φύλλο/Σχέδιο 30.25 Ε.2 Τεμάχιο 571, Τοποθεσία Αμμάτι, Χωριό Ανάγυα Παρά το γεγονός ότι στις 20 Ιουλίου 2005 μεταξύ 8꞉30 - 11꞉00 ευρισκόμουν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας δεν εμφανιστήκατε για εξόφληση του τιμήματος πώλησης και μεταβίβασης του πιο πάνω κτήματος. Λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς σας προβαίνω στον τερματισμό της μεταξύ μας συμφωνίας και επιφυλάσσω τα δικαιώματα μου να απαιτήσω αποζημιώσεις για ζημιές που θα υποστώ λόγω της συμπεριφοράς σου. Με τιμή Κυπριανή Πιερίδου»». Ήταν ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι οι επιστολές της Εναγομένης, ημερομηνίας 18.7.2005 και 21.7.2005, υποδείχθηκαν στον Χάρπα στην παρουσία του ΜΕ
  23. Ο Χάρπας αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έλαβε οποτεδήποτε τις επιστολές αυτές και είπε στον ΜΕ1 ότι πρώτη φορά τις έβλεπε. Το γεγονός αυτό ο Χάρπας το έθεσε υπόψη της Εναγομένης με επιστολή ημερομηνίας 10.4.2008 μέσω του Δικηγόρου του προς την Δικηγόρο της. Την επιστολή αυτή κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ΜΕ1 ως Τεκμήριο
  24. Κατόπιν των πιο πάνω ο Χαράλαμπος Χάρπας προχώρησε με καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Β.
  25. Η μαρτυρία του ΜΥ1 Ο ΜΥ1 διηγήθηκε πώς κατέληξαν στη συνάντησής τους με το Χάρπα στις 15.7.2005 ως εξής꞉ Η Εναγόμενη έβαλε αγγελία στις «Χρυσές Ευκαιρίες» για πώληση του επίδικου ακινήτου. Ο Χάρπας επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί με τον ΜΥ1 και τη σύζυγό του γύρω στις 6 - 7 μέρες πριν την ημερομηνία που τους πλήρωσε την προκαταβολή. Πήγαν να του δείξουν το σπίτι και του άρεσε πολύ. Επειδή στην αγγελία αναφερόταν ότι οι πωλητές ήταν πρόθυμοι να συζητήσουν ακόμη και το ενδεχόμενο ανταλλαγής του επίδικου ακινήτου με εξοχική κατοικία, ο Χάρπας τους πρότεινε το διαμέρισμα που είχε ο ίδιος στη Λευκωσία. Πήγε ο ΜΥ1 μαζί με την Εναγόμενη για να το δουν, αλλά δεν ενδιαφέρονταν τελικά για αυτήν την ανταλλαγή. Δεν καταλήξαν σε συμφωνία εκείνη την ημέρα. Ο Χάρπας ξαναπήρε τηλέφωνο τον ΜΥ1 μετά από μία - δύο μέρες και του είπε ότι βρήκε κάποιον να πουλήσει το διαμέρισμά του και ζήτησε από τον ΜΥ1 και την Εναγόμενη να πάνε Λευκωσία σε κάποιο εστιατόριο που είχε εκείνος πίσω από τις δισκοθήκες στη Λευκωσία, όπου και τους έδωσε προκαταβολή ΛΚ5000 για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Και στις δύο συναντήσεις ήταν παρόντες μόνο ο Χάρπας, ο ΜΥ1 και η Εναγόμενη. Ο ΜΥ1 έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Χάρπας τους έδωσε την προκαταβολή. Παραθέτω αυτούσια τη μαρτυρία του ΜΥ1 επί του θέματος꞉ «Μας είχε πει ότι πώλησε το διαμέρισμα εκείνη την ημέρα και θα έπαιρνε τα λεφτά κατά τη διάρκεια της ημέρας πιο ύστερα. Ενώ εγώ αρχικά εζητούσα για το σπίτι ΛΚ150.000, όταν το είδε, με ρωτούσε την μέρα που το είδε αν μπορούσα να το δώσω πιο χαμηλά και του είπα ΛΚ140.000 είναι η πιο χαμηλή μου και εκείνη τη μέρα όταν πήραμε την προκαταβολή μου πρότεινε για ΛΚ130.000 για μετρητά, δίχως να κάμει δάνειο ή οτιδήποτε, για να κάμναμε τη μεταβίβαση μετά από 1 ή 2 μέρες. Εσυμφώνησα για τις ΛΚ130.000, αν μου τις έφερνε την επόμενη το πρωί, με την προϋπόθεση ότι δεν θα ήταν μέσω τράπεζας, που να καθυστερούσαμε κανένα μήνα μέχρι να πάρουμε το δάνειο. Η προκαταβολή δεν ήταν επιστρεπτέα. Εδιαπραγματεύουμουν εκείνες τις ημέρες με δύο αγοραστές και μάλιστα ο ένας με πήρε τηλέφωνο, ήθελε να βρεθούμε να γίνει η πώληση και του είπα ότι επωλήθηκε, διότι υποσχέθηκα στο Χάρπα ότι θα βρεθούμασταν για να κλείσουμε τη συμφωνία. Επικοινωνούσαν μαζί μου τρία άτομα, ενδιαφερόμενοι αγοραστές. Ο κ. Χάρπας και δύο άλλοι. Ο ένας ήταν ο γνωστός ραλλίστας, κ. Φασαρίας. Μου είπε «πάρ' τις πέντε χιλιάδες τώρα και αύριο θα σου δώσω τη διαφορά, σίγουρα» λέει μου, και τον ρώτησα εγώ, «αν δεν πουληθεί το διαμέρισμά σου τί θα γίνει, θα χάσω εγώ τον άλλο πελάτη;». Και μου είπε, «Έχεις την προκαταβολή, εν να χάσω και εγώ τις πέντε χιλιάδες». Την επομένη το πρωί με πήρε τηλέφωνο και μου είπε τελικά δεν έγινε η πώληση του διαμερίσματος και θα είναι δύσκολο να βρει τα λεφτά. Μου είπε θα έλειπε για 2 ημέρες και σε περίπτωση που έβρισκε τα λεφτά, «θα σε πάρω τηλέφωνο», μου λέει. Τον ξαναρώτησα τότε για την προκαταβολή, μου ανάφερε μάλλον ο ίδιος, «είναι ο λόος του ανθρώπου, αν δεν βρω τα λεφτά, χάνω την προκαταβολή», μου λέει. Μου είπε ο ίδιος, αν σε περίπτωση που δεν βρω άλλον να το αγοράσει το σπίτι, τότε θα επανέλθει και μου ζήτησε αρχικά και λίγες ημέρες, 4 - 5 ημέρες για να δει αν μπορεί να έβρει τα λεφτά από αλλού, το οποίο θεώρησα λογικό να περιμένω, σε περίπτωση που δεν βρω άλλο να το πουλούσα. Με επήρε τηλέφωνο από το εξωτερικό νομίζω και μου είπε θα έρθω τη Δευτέρα και τον έπαιρνα τηλέφωνο εγώ μετά για να κανονίσουμε αν βρήκε τα λεφτά. Δεν απαντούσε. Αυτό ήταν βασικά.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Εξήγησε ο ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη προχώρησε σε κατάθεση και εξαργύρωση της επιταγής για το ποσό της προκαταβολής μετά από 2 - 3 μέρες, βασιζόμενη στη διαβεβαίωση του αποβιώσαντος ότι «ήταν ο λος του ανθρώπου» ότι δεν ήταν επιστρεπτέα. Αν ήθελε ο Χάρπας να σταματήσει την πληρωμή της (κατά την έκφραση του ΜΥ1 «να την κάνει "stop payment"»), θα μπορούσε να το έκανε, δήλωσε εμφαντικά ο ΜΥ
  26. Ερωτηθείς ο ΜΥ1 να πει γιατί δεν καταγράφηκε πάνω στην Απόδειξη Είσπραξης ως το Τεκμήριο 4 η φράση «μη επιστρεπτέα», για να φαίνεται ότι ο Ενάγων δεν θα δικαιούταν να απαιτήσει την επιστροφή της προκαταβολής, ο ΜΥ1 εξήγησε ότι την απόδειξη την ετοίμασε ο Χάρπας στον 1ο όροφο του γραφείου του φαστφουντάδικου του και το υπέγραψε η Εναγόμενη, αλλά λέχθηκε αρκετές φορές από τον ίδιο ότι χάνει την προκαταβολή και ότι «εν ο λός του ανθρώπου». Όσον αφορά τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ανταπαίτηση της Εναγομένης και την ισχυριζόμενη ζημιά που αυτή υπέστη λόγω της υπαναχώρησης του Χάρπα από την προφορική συμφωνία και τη μείωση στην τιμή για την οποία πωλήθηκε τελικά το επίδικο ακίνητο, ο ΜΥ1 εξιστόρησε τα εξής꞉ Το επίδικο ακίνητο πουλήθηκε από την Εναγόμενη σε τρίτο πρόσωπο στις 17.11.2005 κατόπιν νέας αγγελίας πώλησης που δημοσιεύθηκε στις Χρυσές Ευκαιρίες. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 12 και 13, αντίστοιχα, τα έντυπα δημοσίευσης στην εν λόγω εφημερίδα, ημερ. 28.10.2005 και 11.11.
  27. Η αγγελία, η οποία ήταν διατυπωμένη κατά τον ίδιο τρόπο και στις δύο ημερομηνίες δημοσίευσης, έλεγε τα εξής꞉ «ΟΙΚΙΑ ΣΤΑ ΑΝΑΓΥΙΑ 330τμ, χτισμένη μέσα σε 8σκ., μερικώς δεντροφυτευμένα στο χωριό Ανάγυια, 3 μεγάλα υπν., με μεγάλη κουζίνα και σαλοτραπεζαρία, υπάρχει πρόνοια κ/θ. Τιμή πώλησης £150.
  28. Δεκτή και ανταλλαγή με εξοχική οικία, στις Πλάτρες ή Κακοπετριά. Τηλ.꞉99636170, 99408419, Λ/σια.». Ο ΜΥ1 παρουσίασε επίσης και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 14 το αντίγραφο του πωλητήριου εγγράφου, ημερ. 17.11.2005, προς απόδειξη της ημερομηνίας πώλησης και της τιμής πώλησης. Συγκεκριμένα, το ακίνητο πωλήθηκε στις 17.11.2005 για το ποσό των ΛΚ102,000 και είναι υπογραμμένο από τον ΜΥ1 ως πληρεξούσιο της ΜΥ2 και από τον αγοραστή, ενώπιον δύο μαρτύρων. Εξήγησε ο ΜΥ1 ότι η ανάγκη που αυτός είχε για χρήματα τους οδήγησε να πέσουν τόσο χαμηλά. Επανέλαβε ο ΜΥ1 ότι μέχρι την ημερομηνία πώλησης του ακινήτου, αυτός δεν θυμόταν να είχε λάβει οποιοδήποτε τηλεφώνημα από τον αποβιώσαντα αναφορικά με την επίδικη συμφωνία τους. Β.
  29. Η μαρτυρία της Εναγομένης Η Εναγόμενη εξιστόρησε την ακόλουθη εκδοχή (ως οι σημειώσεις του Δικαστηρίου)꞉ «Ο κ. Χάρπας ήταν πάρα πολύ πιεστικός στο ότι θα ελάμβανε χρήματα άμεσα και προσπάθησε να μας παζαρέψει και άλλο την τιμή. Έριξε μας περίπου στις 130 χιλιάδες, με την προϋποθεση ότι θα μας έδινε τα χρήματα μέχρι την επομένη γιατί επερίμενε να εισπράξει μέχρι την επομένη από την πώληση του διαμερίσματος του. Βασικά στα πολλά πολλά επέμενε να δώσει 5000 προκαταβολή για να μας δεσμεύσει λόγω του ότι είχαμε και άλο ενδιαφερόμενο, επέμενε πάνω στο να δώσει την προκαταβολή, αφού μας έπεισε να δώσουμε πιο χαμηλά το σπίτι, για να μην έχουμε λόγο να προχωρήσουμε ή να πουλήσουμε το σπίτι ή οτιδήποτε. Για να μας δεσμεύσει. Εγώ επέμενα, ότι αφού ήταν να είναι την επόμενη ημέρα, θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε να τα ετοιμάσουμε όλα, τη σύνταξη του εγγράφου της πώλησης ή οτιδήποτε. Επέμενε όμως να μας δώσει την προκαταβολή επειδή ήταν τόσο σίγουρος. Ήμασταν στο γραφείο του στο μεσοπάτωμα του φαστφουντάδικου που ανήκε στον ίδιο και το έγγραφο της προκαταβολής ετοιμάστηκε από τον ίδιο. Δώσαμε τα χέρια, χειραψία. Συμφωνήσαμε ότι θα γινόταν την επομένη στην τιμή των 130000 αν θα πληρώνετο όλο το ποσό, και αναχωρήσαμε. Είχε υποσχεθεί ότι θα λαμβάναμε άμεσα τα χρήματα μας, χωρίς τράπεζες. Την προκαταβολή των ΛΚ5000 ήθελε να μας τη δώσει για να είναι σίγουρος ότι η πράξη θα γίνετουν και ότι σοβαρομιλούσε για την πράξη. Ήταν τόσο σίγουρος ότι θα γινόταν η πράξη, που έλεγε δεν θα σας έδινα πέντε χιλιάδες αν δεν ήμουν σίγουρος. Επικοινώνησε μαζί με το σύζυγο μου ότι τελικά δεν κατάφερε να βρει τα χρήματα με την πώληση του διαμερίσματος του και ότι δυστυχώς δεν θα μπορούσε να προχωρήσει με την αγορά του δικού μου ακινήτου. Δεν ζήτησε επιστροφή της προκαταβολής του.». Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε η Εναγόμενη, από την περίοδο που ναυάγησε η πράξη με τον κ. Χάρπα μέχρι τον Νοέμβριο του 2005 που πωλήθηκε τελικά το ακίνητο δεν είχαν καθόλου επικοινωνία μαζί του. Η ΜΥ2 κατέθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια προς απόδειξη της υπόθεσής της- (α) ως Τεκμήριο 15, το πρωτότυπο του πωλητήριου εγγράφου που συνήφθη με τον τελικό αγοραστή του επίδικου ακινήτου στις 17.11.2005 και στο οποίο προβλεπόταν η πληρωμή του ποσού των ΛΚ102.000,00σ. σε δύο δόσεις, ήτοι ΛΚ2.000,00σ. ως προκαταβολή άμα τη υπογραφή του πωλητήριου εγγράφου και ΛΚ100.000,00σ. εντός 3 μηνών ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση· (β) ως Τεκμήρια 16 και 17, δύο αποδείξεις πληρωμών έναντι λογαριασμού δανείου των ΜΥ1 και ΜΥ2 στην Τράπεζα Κύπρου για το ποσό των ΛΚ26.530,00σ. και ΛΚ73.470,30σ, και οι δύο πληρωμές γενόμενες την 16.1.2006· (γ) ως Τεκμήριο 18, την απόδειξη είσπραξης ποσού ΛΚ2000 έναντι πώλησης του ακινήτου ως προκαταβολή· (δ) ως Τεκμήρια 19 και 20 τις καταστάσεις λογαριασμών που τηρούσαν οι ΜΥ1 και ΜΥ2 στην Τράπεζα Κύπρου όπου φαίνονται να έγιναν κατά την 31.1.2006 τα εμβάσματα των ποσών ως οι αποδείξεις πληρωμών (Τεκμήρια 16 και 17, ανωτέρω)· (ε) ως Τεκμήρια 21 και 22, καταστάσεις λογαριασμών δανείων του ΜΥ1 κατά την 30.6.2006 και 28.2.2006, αντίστοιχα. Οι πληρωμές, ως τα Τεκμήρια 16 και 17, αποδεικνύουν, ως ο ισχυρισμός της Εναγομένης, το λόγο που επείγονταν για πώληση του ακινήτου. Τον τότε καιρό αυτή και ο σύζυγός της είχαν κάποιες οικονομικές δυσκολίες και έπρεπε να εξοφλήσουν κάποια χρέη, για να μειωθεί η δόση τους στο δάνειο και να μπορούν να την εξυπηρετούν. Είχαν πιέσεις από την Τράπεζα και έπρεπε να προχωρήσουν άμεσα με κάποιες πληρωμές. Αυτός ήταν και ο λόγος που δέχθηκαν να ρίξουν την τιμή προς τον κ. Χάρπα από ΛΚ150.000 που ήταν η τιμή πώλησης στην αγγελία, σε ΛΚ130.000, αλλά και μετέπειτα σε ΛΚ102.000 προς τον τελικό αγοραστή. Ακόμη και μετά από την πληρωμές από τα έσοδα της πώλησης, δυστυχώς δεν εξόφλησαν όλες τις υποχρεώσεις τους. Λόγω της ματαίωσης της συμφωνίας με τον Ενάγοντα, ήταν η θέση της ΜΥ2 ότι υπέστηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο ζημιά της τάξεως των ΛΚ 28.000 Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.

(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138). Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο Ενάγων, ο Ενάγων οφείλει να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Έλαβα υπόψη μου μία εξίσου βασική παράμετρο꞉ ότι η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να κρίνεται με μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, το περιεχόμενο της μαρτυρίας θα πρέπει να υποβάλλεται στη «βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Στην υπόθεση Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1367) λέχθηκε ότι «Επέμβαση επίσης δικαιολογείται όταν οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία (Αντωνίου ν. Γεστάμη & Σια Λτδ κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1070), ή όταν τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο (Παπαδόπουλος ν. Χριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 2004, 2008 και A.S. Air Control Ltd v. Ερωτοκρίτου κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1056). Γ.
  1. Η γενική εντύπωση για τη μαρτυρία του ΜΕ1 Ο ΜΕ1 υπήρξε ιδιαιτέρως σοβαρός και ήρεμος καθ' όλη τη διάρκεια που έδιδε μαρτυρία ενόρκως. Δεν έδειξε να διακατέχεται από υπερβάλλοντα ζήλο να αποδείξει την υπόθεση. Δεν υπήρξε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ΜΕ1 το οποίο να παρεκκλίνει από τη δικογραφημένη εκδοχή ως δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης. Ήρθε στο Δικαστήριο για να διηγηθεί τα γεγονότα ως το πρόσωπο που εξ αρχής φαίνεται να είχε συμβουλέψει τον αποβιώσαντα ότι είχε καλή υπόθεση για να κινηθεί νομικά στο δικαστήριο. Δεν δίστασε να αναγνωρίσει τις ελλείψεις του πεδίου γνώσης του όσον αφορά τις λεπτομέρειες γεγονότων που του υπέβαλλε η συνήγορος της Εναγομένης. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι αυτός αναφέρθηκε στην εκδοχή του Χάρπα (βλ. την παρα. 6 της Έκθεσης Απαίτησης) ότι δήθεν είχε επανειλημμένα επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την Εναγόμενη μετά την επιστροφή του από το εξωτερικό, καλώντας την να προχωρήσουν στην εξόφληση και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, χωρίς όμως να γνωρίζει ο ίδιος ο ΜΕ1 πώς έγινε αυτή η επικοινωνία και σε ποιες χρονικές περιόδους επικοινώνησε ο Χάρπας με την Εναγόμενη. Παραδέχθηκε επίσης ο ΜΕ1 ότι αυτός δεν γνώριζε αν ο Χάρπας είχε τα χρήματα για εξόφληση του ακινήτου κατά το έτος 2005, παρά μόνον γνώριζε την οικονομική του κατάσταση το 2007 και/ή όταν εκείνος αξίωσε μέσω του δικηγόρου του την ολοκλήρωση και εκτέλεση της συμφωνίας με την Εναγόμενη. Κρίνω ότι ο Ενάγων υπήρξε ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Γ.
  2. Η γενική εντύπωση για τη μαρτυρία του ΜΥ1 Ο ΜΥ1 πρόκειται για άτομο του οποίου την μαρτυρία αξιολογώ υπό το δεδομένο ότι έχει συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης, όχι απλώς επειδή είναι ο σύζυγος της Εναγόμενης, αλλά κυρίως επειδή είναι πρόσωπο που είχε να επωφεληθεί από το προϊόν της επίδικης συμφωνίας κατά τον ουσιώδη χρόνο, αφού όπως αποδεικνύεται στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας της Εναγόμενης, ένα εκ των δύο δανείων που πιέζονταν να εξοφλήσουν κατά το χρόνο που διαπραγματεύονταν με τον Χάρπα ήταν στο όνομα του ΜΥ
  3. Άλλωστε τη διαπραγμάτευση με το Χάρπα ήταν ο ΜΥ1 που την ανέλαβε, όπως ήταν δεκτό από την Εναγομένη. Υπάρχει ακόμη μία παράμετρος που με οδηγεί στο να αξιολογώ με επιφύλαξη και προσοχή τα λεγόμενα του ΜΥ1꞉ το γεγονός ότι αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει έχοντας πλέον υπόψη του ως δεδομένο ότι ο Χάρπας είχε αποβιώσει και πως δεν θα υπήρχε ουσιαστικά αντίλογος στα λεγόμενά του, εφόσον ο ίδιος ο Ενάγων δεν ήταν παρών κατά τις διαπραγματεύσεις με τον Χάρπα και δεν θα μπορούσε να τον αμφισβητήσει. Είναι γι' αυτό το λόγο που κατέληξα να ελέγχω στη λεπτομέρειά της τη μαρτυρία του ΜΥ1 σε συσχετισμό, αφενός, με τα δικόγραφα και, αφετέρου, με την προσκομισθείσα προφορική μαρτυρία. Η άσκηση αυτή με έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν υπήρξε απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τη δικογραφηθείσα εκδοχή υπεράσπισης. Ήταν πρόδηλη από μέρους του ΜΥ1 η διάθεσή του να αποστεί από όσα δικογραφήθηκαν στην παρα. 4(γ) της Έκθεσης Υπεράσπισης ή/και η ενέργειά του να διορθώσει την εκεί δικογραφηθείσα εκδοχή για να συνάδει με την κοινή λογική. Επεξηγώ. Στην εν λόγω παράγραφο δικογραφήθηκε η εκδοχή ότι στις 15.7.2005 είχε συμφωνηθεί ότι ο Χάρπας «θα έφερνε στο Κτηματολόγιο στις 16.7.2005 για εξόφληση του τιμήματος πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου και έτσι έπεισε την Εναγόμενη να συμφωνήσει στην πώληση του εν λόγω ακινήτου σε ΛΚ10.000 ή σε €17.086 χαμηλότερα από την πραγματική του αξία». Αντίθετα προς την εκδοχή αυτή, προσήλθε ο ΜΥ1 στο Δικαστήριο να εξηγήσει ότι ήταν πρακτικά αδύνατον να είχαν συμφωνήσει να γίνει η μεταβίβαση στις 16.7.2005, αφού υπήρχαν άλλες ενέργειες που θα έπρεπε να προηγηθούν, όπως η υπογραφή αγοραπωλητήριου εγγράφου και η τακτοποίηση φορολογικών υποχρεώσεων. Όπως, όμως, εύλογα και εύστοχα υπέβαλε στον ΜΥ1 ο συνήγορος του Ενάγοντος, αυτή η τοποθέτηση του ΜΥ1 πολύ πιθανόν να έγινε για να καλύψει μια άλλη πτυχή που καθιστούσε εκ των πραγμάτων αναληθή την εκδοχή περί συμφωνίας μεταβίβασης του ακινήτου στις 16.7.2005꞉ το γεγονός, ότι η 15η Ιουλίου 2005 ήταν ημέρα Παρασκευή και κατά συνέπεια η 16η Ιουλίου 2005 ήταν ημέρα Σάββατο, κατά την οποία το Κτηματολόγιο δεν παρείχε υπηρεσίες στο κοινό. Ο κανόνας της Δικαστικής γνώσης δίνει την ευχέρεια σε ένα Δικαστήριο να δέχεται ως αποδεδειγμένα μερικά αναμφισβήτητα και πασίδηλα γεγονότα όπως π.χ. ότι ένας μήνας έχει ένα συγκεκριμένο αριθμό ημερών και ότι μια συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν Κυριακή (Hanson v. Shackleton 4 Dowl. 48). Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση ήταν παραδεκτό στην πορεία της ακροαματικής διαδικασίας από τους μάρτυρες Υπεράσπισης το γεγονός ότι η 16η Ιουλίου 2005 ήταν ημέρα Σάββατο, όταν τούτο τους υποβλήθηκε από το συνήγορο του Ενάγοντος κατά την αντεξέτασή τους. Ένα άλλο σημείο που υπήρξε αμφιλεγόμενο στην όψη των δικογράφων είναι αυτό που αφορά στο αν και ποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη ήγειρε ή/και υποσχέθηκε τα περί μη επιστρεπτέας προκαταβολής. Σε αυτό το σημείο, το οποίο επιλέγω να αναλύσω πιο κάτω λεπτομερέστερα, έχω διακρίνει να υπάρχει διάσταση ανάμεσα στη μαρτυρία του ΜΥ1 και της ίδιας της Εναγόμενης. Ο μεν πρώτος έθεσε το θέμα ως ζήτημα υπόσχεσης ή/και διαβεβαίωσης ότι η προκαταβολή δεν θα ήταν επιστρεπτέα, η οποία διαβεβαίωση ή υπόσχεση προήλθε από τον Χάρπα προς τον ΜΥ1 ενώ η Εναγόμενη έθεσε το θέμα διαφορετικά, ως θέμα εκ των πραγμάτων μη διεκδίκησης της επιστροφής της προκαταβολής ή/και σιωπηρής συγκατάνευσης του Χάρπα στη μη επιστροφή της. Ακόμη μία πτυχή της υπόθεσης στην οποία διέκρινα να υπάρχει διάσταση ανέμεσα στον τρόπο που την περιέγραψε ο ΜΥ1 από ό,τι η Εναγόμενη αφορά στον ισχυριζόμενο τερματισμό της σύμβασης. Αφενός, ο ΜΥ1 έδωσε μαρτυρία για να δείξει ότι η σύμβαση διατηρήτο σε ισχύ μέχρι τις 21.7.2005 που την τερμάτισε η Εναγόμενη και μίλησε ουσιαστικά για αναβολή του χρόνου εξόφλησης του τιμήματος αγοράς μέχρι τις 20.7.2005 (βλ. την παρα. 4(δ)), ενώ η Εναγόμενη έδωσε, όπως το αντιλαμβάνομαι, μαρτυρία περί του ότι η προφορική συμφωνία της 15.7.2005 τελούσε υπό όρο σύναψης τελικής συμφωνίας, η οποία ουδέποτε συνήφθη εφόσον ο Χάρπας τους γνωστοποίησε από το ίδιο βράδυ της 15.7.2005 ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει στη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας. Τέλος, υπήρξε διάσταση μεταξύ της μαρτυρία του ΜΥ1 και εκείνης της Εναγόμενης και ως προς το εξής꞉ ο ΜΥ1 προέβαλε αντεξεταζόμενος τον ισχυρισμό ότι μέσα στην ίδια εβδομάδα που ανέμεναν από τον αποβιώσαντα να ανταποκριθεί στην προφορική συμφωνία, έχασαν έναν πελάτη ο οποίος τους πρόσφερε ΛΚ110.
  4. Απεναντίας, κατά την αντεξέτασή της, η Εναγόμενη διευκρίνισε ότι συζητούσαν με ακόμη έναν ενδιαφερόμενο αγοραστή ταυτόχρονα με τον αποβιώσαντα, αλλά δεν είχαν προλάβει να καταλήξουν σε κάποιο ποσό πώλησης με εκείνο το πρόσωπο όταν συνήψαν την προφορική συμφωνία με το Χάρπα. Καταλήγω να μην έχω πεισθεί για την αξιοπιστία του ΜΥ
  5. Γ.3 Η γενική εντύπωση από τη μαρτυρία της Εναγόμενης Η Εναγόμενη μου έδωσε την εντύπωση ενός αυθόρμητου μάρτυρα, με γνήσιο και ειλικρινή λόγο. Ήταν καθαρός ο λόγος της ως προς το ότι ο Χάρπας τους έδωσε την προκαταβολή για να εκφράσει τη βεβαιότητά του ότι θα προχωρούσε η συμφωνία πώλησης για το ποσό των ΛΚ130.
  6. Τούτο συνάδει με τα λεγόμενα του ΜΕ1, του οποίου τη μαρτυρία έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη, καθώς επίσης και με το περιεχόμενο της απόδειξης πληρωμής, στην οποία το μόνο που αναφέρεται είναι ότι το ποσό των ΛΚ5000 δόθηκε έναντι του ανταλλάγματος της πώλησης του επίδικου ακινήτου. Αποκαλυπτικό της διάστασης της μαρτυρίας της Εναγομένης με τη δικογραφηθείσα γραμμή υπεράσπισης περί «μη επιστρεπτέας προκαταβολής», το οποίο όμως στοιχείο εκλαμβάνω και εκτιμώ ως εξίσου αποκαλυπτικό της ειλικρίνειας της Εναγομένης, είναι ότι αυτή έθεσε τα πράγματα ως εξής꞉ ότι ο Χάρπας δεν ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής του. Αυτός δηλαδή ήταν ο λόγος που δεν του την επέστρεψαν μετά το ναυάγιο της συμφωνίας και όχι επειδή τους είχε υποσχεθεί ή/και είχε συμφωνήσει πως δεν θα ήταν επιστρεπτέα. Προχωρώ πιο κάτω σε πιο αναλυτική αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Δ. Αξιολόγηση της εκδοχής του Ενάγοντος, ευρήματα γεγονότων και εκτίμηση Δικαστηρίου Δ.
  7. Αναφορικά με τη σύναψη σύμβασης νομικά τελικής και δεσμευτικής ή μη. Αναφορικά με τον τερματισμό της σύμβασης. Ποιο το υπαίτιο μέρος για τον τερματισμό. Ποιο το ζημιογόνο αποτέλεσμα αυτού. Αξιολογώντας τις ενώπιον μου αναπτυχθείσες εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές όσον αφορά το ερώτημα ποιο από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ήταν το υπαίτιο μέρος για τη διάρρηξη της σύμβασης και ποιο μέρος τερμάτισε πρώτο τη σύμβαση επικαλούμενο διάρρηξή της από το άλλο μέρος, έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ Από πλευράς του Ενάγοντος, είναι ξεκάθαρη η εκδοχή ότι ο αποβιώσας τερμάτισε πρώτος τη σύμβαση στις 26.3.2008, μέσω επιστολής του δικηγόρου του, ημερ. 26.3.2008, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη ενώπιόν μου ως το Τεκμήριο 8, και την οποία αποδεδειγμένα η Εναγόμενη παρέλαβε στις 9.4.2008 (βλ. την απόδειξη συστημένης ταχυδρόμησης και παραλαβής ως το Τεκμήριο 9). Στην ίδια επιστολή τερματισμού, ο Ενάγων προωθεί ξεκάθαρη εκδοχή ότι ο τερματισμός επέρχεται εξ υπαιτιότητας της Εναγομένης λόγω παράλειψής της να ανταποκριθεί στο περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου του αποβιώσαντος ημερ. 1.2.2008 (βλ. το Τεκμήριο 6), την οποία αποδεδειγμένα εκείνη παρέλαβε στις 15.2.2008 (βλ. την απόδειξη συστημένης ταχυδρόμησης και παραλαβής ως το Τεκμήριο 7). Με την οποία την καλούσε να εκτελέσει τη συμφωνία πώλησης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία λήψης της επιστολής ημερ. 1.2.2008, εν προκειμένω εντός 30 ημερών από 15.2.
  8. Από πλευράς Εναγομένης, παρουσιάστηκε πιο συγκεχυμένα η εκδοχή περί τερματισμού από μέρους της. Εντοπίζω να υπάρχει διάσταση ανάμεσα σε αυτά που δήλωνε η συνήγορος της Εναγομένης σε απάντηση της πιο πάνω επιστολής τερματισμού εκ μέρους του συνηγόρου του Ενάγοντος και σε αυτά που εν τέλει προώθησε στη βάση του δικογράφου της Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στην επιστολή της συνηγόρου της Εναγομένης, ημερ. 9.4.2008 (βλ. το Τεκμήριο 10) αναφέρεται ότι η Εναγόμενη τερμάτισε πρώτη τη σύμβαση στις 16.9.2005, ενώ στην παρα. 4(στ) της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφερόταν ότι η Εναγόμενη τερμάτισε τη σύμβαση στις 21.7.2005, δηλαδή την επαύριο της 20ης Ιουλίου 2005, ημερομηνίας κατά την οποία - ως ο ισχυρισμός της - αυτή είχε καλέσει τον Χάρπα να βρίσκεται στο Κτηματολόγιο για εκτέλεση της συμφωνίας (ήτοι για αποπληρωμή του υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος από μέρους του Χάρπα και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου από την Εναγόμενη σε αυτόν). Παρατηρώ ότι στην επιστολή της δικηγόρου της Εναγομένης ως το Τεκμήριο 10, δεν δινόταν ουδεμία επεξήγηση ως προς την ημερομηνία της 16.9.2005 που εκεί αναφερόταν ως η ημερομηνία τερματισμού από μέρους της Εναγομένης. Δεν επεξηγείται γιατί η Εναγόμενη επέλεξε να τερματίσει τη σύμβαση στις 16.9.2005 αντί σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ή/και προηγουμένως. Εν πάση περιπτώσει η εν λόγω ημερομηνία τερματισμού ήταν αντιφατική προς το περιεχόμενο των δύο επιστολών που επισυνάπτονταν στο Τεκμήριο 10 με σκοπό την απόδειξη του ισχυρισμού ότι με την επιστολή ημερ. 18.7.2005 η Εναγόμενη είχε καλέσει τον Χάρπα στις 20.7.2005 μεταξύ 8꞉30 και 11꞉00 να παρουσιαστεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για εξόφληση του τιμήματος και για μεταβίβαση, αλλά εκείνος δεν ανταποκρίθηκε και πως για τούτο το λόγο η Εναγόμενη τερμάτισε τη μεταξύ τους σύμβαση από 21.7.2005 με την επιστολή ημερ. 21.7.2005 που το απέστειλε. Υπήρξε ασφαλώς αμφισβήτηση από πλευράς του Ενάγοντος της αποστολής των εν λόγω δύο επιστολών ημερ. 18.7.2005 και 21.7.2005 από την Εναγόμενη προς τον Χάρπα. Ουδέν στοιχείο πραγματικής μαρτυρίας υφίσταται ενώπιόν μου το οποίο να μπορεί να αποδείξει ότι οι επιστολές ημερ. 18.7.2005 και 21.7.2005 πράγματι εστάλησαν στον Χάρπα κατά την ημερομηνία που αναφέρεται ως ημερομηνία σύνταξης των εν λόγω επιστολών ή/και σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία. Παρά το ότι η εκδοχή που προωθήθηκε ενώπιόν μου με τη μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν ότι και οι δύο επιστολές στάληκαν στον Χάρπα με φαξ στο φαστφουντάδικό του στη Λευκωσία, εντούτοις ουδεμία απόδειξη της αποστολής τους με φαξ δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο ενώπιόν μου. Παρατηρώ, εξάλλου, ότι ούτε οποιαδήποτε ένδειξη υπάρχει στο κείμενο των επιστολών που να δείχνει ότι αυτές αποστέλλονται με φαξ (τηλεομοιότυπο) και σε ποιον αριθμό εν τοιαύτη περιπτώσει, όπως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις με βάση την κοινή εμπειρία στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Από την άλλη, δεν προωθήθηκε ποτέ από τους μάρτυρες υπεράσπισης οποιαδήποτε εκδοχή περί ταχυδρόμησης των δύο επιστολών κατά την ημερομηνία που αναφέρεται σε αυτές, ώστε να ετίθετο ζήτημα τεκμηρίου παραλαβής τους από τον Χάρπα βάσει του λεγόμενου «postal rule». Στην υπόθεση Thedorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9 είχε λεχθεί ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Αφ' ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Στην παρούσα περίπτωση αφενός δεν περιλαμβάνεται καν διεύθυνση του παραλήπτη επί των επιστολών ώστε να μπορούσε να τεκμηριώσει την αποστολή τους στην ορθή ταχυδρομική διεύθυνση και αφετέρου δεν θα μπορούσαν - ως θέμα κοινής λογικής και ως θέμα εμπειρίας από την καθημερινότητα - να ταχυδρομηθούν και να παραληφθούν με κανονικό ταχυδρομείο μέσα σε διάστημα δύο μόνο ημερών οι επιστολές. Οφείλω, συναφώς, να μην αφήσω απαρατήρητο το γεγονός ότι η ίδια η Εναγόμενη, κατά την κυρίως εξέτασή της, δεν θέλησε ή/και δεν έκρινε αναγκαίο να προχωρήσει και να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες περί αποστολής από μέρους της προς τον Χάρπα οποιωνδήποτε επιστολών περί κλήσης του να προσέλθει στο Κτηματολόγιο ή/και τερματισμού σύμβασης. Δεν είπε λέξη περί τούτου. Το ότι αντεξεταζόμενη η Εναγόμενη δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι οι εν λόγω δύο επιστολές ήσαν υπογραμμένες από την ίδια, δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού πότε και αν αυτές αποστάληκαν στον Χάρπα. Παρατηρώ, εξάλλου, ότι ενώ σε όλες τις άλλες απαντήσεις που έδινε έδειχνε να έχει θετική γνώση των γεγονότων, στο σημείο που αντεξετάσθηκε για το αν θυμόταν να είχαν πάει στο Κτηματολόγιο και για ποιο σκοπό, ήταν η πρώτη φορά που επικαλέστηκε την παρέλευση πολλών ετών από τότε που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, προκειμένου να εξηγήσει γιατί δεν θυμόταν να πει με βεβαιότητα. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο ή μηδενικής σημασίας το γεγονός ότι ούτε ο ΜΥ1 θέλησε να πει κατά την κυρίως εξέτασή του οτιδήποτε περί αποστολής επιστολών για κλήση του Χάρπα στο Κτηματολόγιο για σκοπούς μεταβίβασης ή/και για τερματισμό συμφωνίας. Ακόμη και αυτός ο ίδιος ο δικονομικός χειρισμός της αντεξέτασης του ΜΕ1 απομειώνει την δυναμική της εκδοχής της υπεράσπισης περί αποστολής των πιο πάνω αναφερθέντων επιστολών, αφού ουδέποτε υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η Εναγομένη πράγματι απέστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 18.7.2005 και 21.7.2005 σε κάποια συγκεκριμένη διεύθυνση ή σε συγκεκριμένο αριθμό φαξ. Ούτε υποβλήθηκε στον ΜΕ1 οποιαδήποτε θέση η οποία να άπτεται του περιεχομένου των δύο επιστολών ή/και ειδικότερα η θέση ότι η Εναγόμενη παρουσιάστηκε πράγματι στο Κτηματολόγιο στις 20.7.2005, έτοιμη για μεταβίβαση. Η παράλειψη αντεξέτασης του ΜΕ1 σε σχέση με ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής της υπεράσπισης, ισοδυναμεί με σιωπηρή εγκατάλειψή τους με βάση τη νομολογία που έχω παραθέσει πιο πάνω. Απεναντίας, όταν υποβλήθηκε στην Εναγόμενη από το συνήγορο του Ενάγοντος ότι αυτή δεν ήταν έτοιμη στις 20.7.2005 για τη μεταβίβαση καθ' ότι δεν είχαν τακτοποιηθεί οι φορολογικές υποχρεώσεις, δεν ήταν σε θέση να το αρνηθεί παρά μόνο παρέπεμψε στον ΜΥ1 λέγοντας ότι εκείνος θα έπρεπε να ερωτηθεί καθ' ότι εκείνος μόνο θα μπορούσε να γνωρίζει ως εκ του επαγγέλματός του. Έδειξε συνεπώς να τελεί υπό άγνοια για αυτήν την ίδια την ετοιμότητά της για τη μεταβίβαση στις 20.7.
  1. Πάντως, ορθά επεσήμανε ο συνήγορος του Ενάγοντος ότι ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτό (που εδώ δεν είμαι ικανοποιημένη ότι έχει αποδειχθεί η αποστολή στον Χάρπα με φαξ ή άλλως πως των δύο επιστολών) ότι οι εν λόγω δύο επιστολές είχαν πράγματι αποσταλεί με φαξ στον Εναγόμενο στο γραφείο του στη Λευκωσία, αποτελεί αποδεδειγμένο γεγονός βάσει του διαβατηρίου του αποβιώσαντος που κατατέθηκε ενώπιόν μου ως Τεκμήριο 5 ότι ο αποβιώσας δεν εβρίσκετο στην Κύπρο κατά τις ημερομηνίες της 20ης και 21ης Ιουλίου 2005 και συνεπώς είναι αδύνατο να τις είχε παραλάβει εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός του χρονοδιαγράμματος που του έτασσαν για να ανταποκριθεί στο κάλεσμα για τη μεταβίβαση. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν υπήρξε αρκούντως πειστική ή συνεκτική όσον αφορά το αν ο Χάρπας είχε λάβει γνώση για τις επιστολές κατά ή περί τις 18.7.2005 και 21.7.
  2. Σε ένα σημείο της μαρτυρίας του ΜΥ1 αυτός άφησε να νοηθεί ότι η τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν ήταν το πρωινό της 16.7.2005 όταν τηλεφώνησε ο Χάρπας στον ΜΥ1 για να του δηλώσει την αδυναμία του να προχωρήσει με τη συμφωνία λόγω μη πώλησης του δικού του διαμερίσματος και κατ' επέκταση μη είσπραξης του ποσού σε μετρητά που είχε υποσχεθεί να καταβάλει. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ΜΥ1 αυτός άφησε να νοηθεί ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Χάρπα ενόσω εκείνος βρισκόταν στο εξωτερικό και του ζητούσε ολιγοήμερη παράταση για ολοκλήρωση της συμφωνίας. Η δε συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι η τηλεφωνική επικοινωνία του Χάρπα με τον ΜΥ1 έγινε το βράδυ της 15.7.2005 Εν πάση περιπτώσει, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ΜΥ1 δεν αναφέρθηκε ότι ο ΜΥ1 γνωστοποίησε στον Χάρπα την αποστολή των δύο επιστολών. Ούτε υποβλήθηκε τέτοια θέση στον ΜΕ
  3. Η μαρτυρία της Εναγομένης κρίνω ότι υπήρξε αποκαλυπτική ακόμη μίας πτυχής της υπόθεσης, η οποία φαίνεται να επεξηγεί γιατί στην πραγματικότητα η Εναγόμενη ουδέποτε απέστειλε τις δύο επίμαχες επιστολές. Εξηγώ. Ήταν σαφής η αναφορά της Εναγομένης ότι ουσιαστικά όλα έληξαν όταν ο Χάρπας επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το σύζυγό της για να του πει ότι δεν εξασφάλισε τελικά τα χρήματα και έτσι δεν θα μπορούσε να προχωρήσει με την αγορά. Όλα αυτά προτού υπογραφεί οποιοδήποτε πωλητήριο έγγραφο. Κατά τη δική μου αντίληψη, στο μυαλό της Εναγομένης δεν υπήρχε τελική συμφωνία σε ισχύ, η οποία να χρήζει τερματισμού, άπαξ και ο Χάρπας τους ενημέρωσε την ίδια ημέρα και προτού μεταβεί στο εξωτερικό ότι δεν θα είχε τα χρήματα για να προσέλθει και να κάνουν το συμφωνητικό ή/και να προβούν σε μεταβίβαση. Και τούτο υπήρξε ένα σημείο της μαρτυρίας του ΜΥ1 που το ενισχύει, αφού αυτός μίλησε για το ενδεχόμενο η τελική τιμή πώλησης να ανέβαινε στις ΛΚ140.000 αν ο Χάρπας δεν κατάφερνε να εξασφαλίσει έχρι τις 16..2005 το συνολικό ποσό των ΛΚ130.000 σε μετρητά. Άφησε δηλαδή ο ΜΥ1 εκκρεμές το ζήτημα καθορισμού της τελικής τιμής πώλησης καθ'ον χρόνο συνάπτετο η προκαταρκτική συμφωνία της 15.7.
  4. Δεν είναι κατά την κρίση μου τυχαίο ότι η συνήγορος της Εναγομένης επέλεξε να αναπτύξει στην τελική (γραπτή) της αγόρευση την παρούσα υπόθεση ως υπόθεση που αφορά σε σύμβαση υπό αίρεση, η οποία αίρεση δεν εκπληρώθηκε. Υπενθυμίζω ότι ακόμη και κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 η θέση που του υπέβαλε ήταν ότι ο αποβιώσας το ίδιο βράδυ που σύναψε την προφορική συμφωνία υπό την αίρεση εξασφάλισης του υπολοίπου ποσού των ΛΚ125.000 σε μετρητά και κατέβαλε το ποσό της προκαταβολής των ΛΚ5.000 (ήτοι στις 15.7.2005), επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Εναγόμενη και της ανάφερε ότι δυστυχώς δεν μπορούσε να εξασφαλίσει το ποσό αυτό που ανάφερε σε μετρητα και πως, ενόψει του ταξιδιού του στο εξωτερικό, δεν θα μπορούσε ούτε τις επόμενες ημέρες να εξασφαλίσει τα λεφτά αυτά και εκδήλωσε το ίδιο βράδυ την αδυναμία του να υλοποιήσει την προφορική συμφωνία. Υπενθυμίζω συναφώς, ότι ο ΜΕ1 επέλεξε να απαντήσει στη βάση του ότι δεν γνώριζε τις λεπτομέρειες αυτές. Δεν τις αρνήθηκε, όμως. Ευρήματα Στη βάση της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας, αποτελεί εύρημά μου ότι στην παρούσα υπόθεση αυτό το οποίο συνέβη στην πραγματικότητα ήταν ως εξής꞉ Την 15.7.2005 ο Χάρπας και η Εναγόμενη κατέληξαν σε μία προκαταρκτική συμφωνία ως προς τους όρους πώλησης, η οποία τελούσε υπό τον όρο ή την αίρεση σύναψης τελικής συμφωνίας ενσωματωμένης σε γραπτή συμφωνία, νοουμένου ότι ο Χάρπας θα εξασφάλιζε σε μετρητά το ποσό των ΛΚ125.000 μέσω της πώλησης του δικού του διαμερίσματος, προς άμεση εξόφληση του τιμήματος των ΛΚ130.
  5. Προς απόδειξη της βεβαιότητάς του ότι θα υλοποιήτο η συμφωνία αυτή, ο Χάρπας επέμεινε στις 15.7.2005 να καταβάλει και κατέβαλε στην Εναγόμενη με επιταγή, το ποσό των ΛΚ5000 έναντι της πώλησης του επίδικου ακινήτου. Ο Χάρπας δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλίσει το ποσό αυτό λόγω του ότι ναυάγησε η πώληση του διαμερίσματός του και γνωστοποίησε το γεγονός αυτό στον ΜΥ1 πριν την αναχώρησή του στις 16.7.2005 για το εξωτερικό. Ουδέποτε προχώρησαν τα μέρη στη συνέχεια στη σύναψη τελικής συμφωνίας και τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν υπήρξε αγοραπωλητήριο έγγραφο το οποίο να κατατεθεί ως τεκμήριο στο Δικαστήριο προς απόδειξη των τελικών όρων της σύμβασης, ενώ αυτή καθ' εαυτή η απόδειξη είσπραξης του ποσού των ΛΚ5.000 δεν αναγράφει καν ποιο ήταν το συνολικό τίμημα της πώλησης. Αμφότερες οι πλευρές άφησαν έτσι το χρόνο να παρέλθει άπρακτος. Η μεν Εναγόμενη δεν θεώρησε αναγκαίο να αποστείλει οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού, ο δε Χάρπας δεν αναζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής, μέχρι που αυτός ανέφερε το 2007 στον ΜΕ1 τα πιο πάνω συμβάντα και εκείνος τον παρέπεμψε στον γιο του που ήταν δικηγόρος, ο οποίος και τον συμβούλεψε όπως κινηθεί νομικά για ανάκτηση του ποσού των ΛΚ5.000 ως αχρεωστήτως καταβληθέντος. Τότε, ενεργώντας υπό τη συμβουλή του συγκεκριμένου δικηγόρου, ο Χάρπας απέστειλε επιστολή καλώντας την Εναγομένη σε ολοκλήρωση της μεταξύ τους συμφωνίας και με δεδομένη τη μη ανταπόκρισή της απέστειλε επιστολή τερματισμού. Νομική πτυχή Έχω ανατρέξει στο Σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος Β' εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Λευκωσία 2014, στη σελ. 522 - 524 και θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω όσα επεξηγηματικά καταγράφονται εκεί αναφορικά με τη διαφοροποίηση μεταξύ «σύμβασης» και «συμφωνίας υπό αίρεση περαιτέρω ή τελικής συμβάσης»꞉ «Είναι δυνατόν κάποια συμφωνία να είναι «υπό αίρεση ή επιφύλαξη περαιτέρω ή τελικής σύμβασης» (subject to contract). Στη συνήθη περίπτωση, τέτοια συμφωνία δεν θεωρείται νομικά δεσμευτική.[3] Σε τέτοιες περιπτώσεις, η συμφωνία μεταξύ των μερών συνήθως θεωρείται προκαταρκτική και υπό την αίρεση της προετοιμασίας περαιτέρω και λεπτομερούς συμφωνίας, η οποία όταν υπογραφεί, θα είναι νομικά έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση μεταξύ των μερών. Παρά την πιο πάνω γενική θέση [...] είναι δυνατόν να κριθεί με βάση τα γεγονότα κάποιας υπόθεσης ότι τα μέρη έχουν συνομολογήσει νομικά έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση παρά τη χρησιμοποίηση των πιο πάνω όρων, διότι η πραγματική τους πρόθεση ήταν οι όροι που συμφωνήθηκαν να ισχύουν άμεσα παρά την απόφασή τους να ετοιμαστεί πληρέστερο κείμενο σε μεταγενέστερο στάδιο. Αντίθετα, είναι δυνατόν το Δικαστήριο να κρίνει ότι η ερμηνεία του κειμένου που ετοιμάστηκε και που τελεί «υπό επιφύλαξη» (subject to contract), είναι ότι τα όσα έχουν καταγραφεί δεν θα έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ, διότι η κοινή πρόθεση των μερών είναι η νομικά δεσμευτική σύμβαση να διατυπωθεί με πληρότητα ή/και με διαφοροποιημένους όρους αργότερα. [...] Σε περίπτωση που κάποια συμφωνία είναι υπό αίρεση ή επιφύλαξη, υπό την παραδοσιακή έννοια, και δεν ακολουθεί νομικά έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση, τότε δεν έχει προκύψει οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση εκ μέρους των μερών. Είναι όμως δυνατόν, στην κατάλληλη περίπτωση, το Δικαστήριο να αποδώσει θεραπεία είτε του τύπου quantum meruit σε σχέση με υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από το ένα μέρος στο άλλο είτε του τύπου αποκατάστασης (restitution) για επιστροφή χρημάτων ή αντικειμένων που μεταβιβάστηκαν από έναν συμβαλλόμενο στον άλλο, παρά την απουσία συμβατικής σχέσης.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση, όπου δεν υπήρξε ολοκληρωμένη τελική συμφωνία μεταξύ των μερών, δεν ετίθετο ούτε θέμα τερματισμού της και κατ' επέκταση ούτε άντλησης δικαιωμάτων για αποζημιώσεις. Το μόνο που μπορεί να αποδοθεί ως θεραπεία είναι η επιστροφή οποιουδήποτε ποσού αχρεωστήτως καταβλήθηκε στη βάση της προκαταρκτικής και μη νομικά δεσμευτικής συμφωνίας, εν προκειμένω του ποσού των ΛΚ5000 που κατέβαλε ο Χάρπας στην Εναγόμενη ως προκαταβολής. Δ.
  6. Όσον αφορά το επιστρεπτέο της προκαταβολής Άνευ βλάβης της πιο πάνω κατάληξής μου, προχωρώ να αξιολογήσω το ζήτημα του επιστρεπτέου της προκαταβολής. Κρίνω ότι τα κενά στο πεδίο γνώσης του Ενάγοντος δεν ήταν τέτοιας αποδεικτικής αξίας ή βαρύτητας που να τον εμποδίζουν από το να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης της υπόθεσής του τουλάχιστον όσον αφορά την αξίωσή του ως η παράγραφος Α της Έκθεσης Απαίτησης περί του ότι το αξιούμενο ποσό των ΛΚ5000 καταβλήθηκε αχρεωστήτως και/ή άνευ ανταλλάγματος. Λαμβάνω, συναφώς, υπόψη το γεγονός ότι η Εναγόμενη ουδέποτε αρνήθηκε ότι - (α) στις 15.7.2005 αυτή εισέπραξε από τον Χάρπα το αξιούμενο ποσό των ΛΚ5000, δια επιταγής εκδοθείσας από τον ίδιο και την οποία η Εναγόμενη εξαργύρωσε, (β) ότι το ποσό αυτό, όπως αναγράφεται και μαρτυρείται στην όψη της απόδειξης είσπραξης την οποία κατέθεσε ο ΜΕ1 και την οποία η Εναγόμενη είδε και αναγνώρισε, καταβλήθηκε από το Χάρπα έναντι της πώλησης του επίδικου ακινήτου, η οποία πώληση συμφωνήθηκε προφορικά την 15.7.2005, (γ) ότι η προφορική συμφωνία της 15.7.2005 ουδέποτε υλοποιήθηκε ή/και εκπληρώθηκε, με αποτέλεσμα αυτός να μην έλαβε το αντάλλαγμα της καταβολής του ποσού των ΛΚ
  7. Σύμφωνα με καλά καθιερωμένη νομολογία, στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, εφόσον υπό τα ιδιαίτερα περιστατικά μιας υπόθεσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ένα χρηματικό ποσό καταβλήθηκε έναντι του συνολικού τιμήματος της συμφωνίας αγοραπωλησίας, τότε, σε περίπτωση τερματισμού της σύμβασης, το ποσό αυτό καθίσταται επιστρεπτέο στο πρόσωπο που το κατέβαλε, ως αχρεωστήτως καταβληθέν εφόσον ουδέν αντάλλαγμα έλαβε για την πληρωμή του και τούτο ισχύει ανεξαρτήτως του ποιο από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ήταν υπαίτιο για τη διάρρηξη της συμφωνίας. Στην υπόθεση Kαλησπέρας Kώστας ν. Δάφνου Δρυάδη κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 867 λέχθηκε ότι: «Αδιαμφισβήτητο είναι ότι, βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, χρηματικό ποσό, το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος, το οποίο δεν παρέχεται, είναι ανακτητέο ως χρέος (money had and received). Ότι παραγνωρίζεται από τον εφεσείοντα, είναι ότι το ποσό καταβλήθηκε αποκλειστικά για την απόκτηση της ιδιοκτησίας του διαμερίσματος. Η απουσία ανταλλάγματος ήταν πλήρης. Ανάλογα απόλυτη ήταν και η υποχρέωση του εφεσείοντα να επιστρέψει το ποσό στους εφεσίβλητους, για την αποκατάστασή τους. (Βλ. Hicks v Hicks [1802] 3 East 16, 102 ER 502. Rover International v Cannon Film Sales (No 3) [1989] 3 All ER 423. Westdeutsche v Islington London BC [1996] 2 All ER 961. Guinness Mahon v Kensington BC [1998] 2 All ER 272.)» Στην Αγαπίου κ.α ν. Λεωνίδου Πολ. Εφ. Αρ. 104/05, ημερ. 19.1.2007
(2007)1 Α.Α.Δ. 50 λέχθηκαν τα εξής: «Η εφεσίβλητη διεκδίκησε το ποσό με την αγωγή της και το πρωτόδικο Δικαστήριο το επεδίκασε υπέρ της θεωρώντας ότι ήταν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος και ως τέτοιο επιστρεπτέο εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε, ανεξάρτητα από το λόγο του τερματισμού της. Ο πυρήνας των επιχειρημάτων των εφεσειόντων αφορά στη φύση του ποσού και με αναφορά σε νομολογία και οι δύο πλευρές επικεντρώθηκαν στο κατά πόσο αυτό το ποσό θα έπρεπε, στο πλαίσιο της συμφωνίας, να θεωρηθεί ότι αποτελούσε είδος εγγύησης που κατά την εισήγηση των εφεσειόντων θα χανόταν εφόσον με υπαιτιότητα η εφεσίβλητη τερμάτιζε τη συμφωνία ή ήταν μέρος του τιμήματος που θα επιστρεφόταν. Έχουμε εξετάσει τα δεδομένα και είναι χωρίς δυσκολία που καταλήγουμε πως σαφώς το ποσό ήταν μέρος του τιμήματος και τίποτε άλλο. Η συμφωνία αναφέρει ως τίμημα πώλησης το ποσό των £62.000 για να ακολουθήσει η πρόνοια της για τον τρόπο πληρωμής, εννοείται αυτού του τιμήματος. Ως τέτοιος τρόπος καθορίζεται η προκαταβολή του ποσού των £2.000 που είναι το επίδικο ποσό με ακόλουθη πρόνοια πως το υπόλοιπο, το οποίο καθορίζεται ότι είναι £60.000, θα πληρωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο μετά τη μεταβίβαση της κατοικίας. Ορθώς επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν υπήρχε το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο οι εφεσείοντες στήριξαν τη θέση τους. Οπότε, δεν χρειάζεται να εξεταστούν και τα εναλλακτικά επιχειρήματα της εφεσίβλητης.» Αντίστοιχη ήταν και η κατάληξη στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Χαρίτου
(2004)1(Β) ΑΑΔ
  1. Ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση όπου διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων - Εφεσείων αξίωνε την επιστροφή της προκαταβολής και όπου απορρίφθηκε η αγωγή με το σκεπτικό ότι ο Ενάγων - Εφεσείων ήταν υπαίτιος της παράβασης της συμφωνίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, αφού διαπίστωσε ότι ήταν δεόντως δικογραφημένη η αξίωση του ποσού της προκαταβολής, εξέδωσε απόφαση υπέρ του Εφεσείοντος, χωρίς να υπεισέλθει σε εξέταση ανεξάρτητα από τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τις συνθήκες παράβασης της συμφωνίας. Έπεται ότι, στην παρούσα υπόθεση, τίποτα άλλο δεν χρειαζόταν να αποδείξει ο Ενάγων, πέραν των στοιχείων (α), (β) και (γ) που έχω παραθέσει ανωτέρω, προκειμένου να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης της υπόθεσής του όσον αφορά την παρα. Α της Έκθεσης Απαίτησης. Ούτε ήταν απαραίτητο να υπάρξει από μέρους του ΜΕ1 απόδειξη οποιασδήποτε μεταξύ των αντισυμβαλλομένων μερών συμφωνίας περί επιστρεπτέου της προκαταβολής, αφού αυτή είναι εν πάση περιπτώσει η νομική επίπτωση σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας, ανεξαρτήτως του ποιο είναι το υπαίτιο μέρος και για ποιο λόγο (βλ. για αυτήν την προσέγγιση την πρωτόδικη απόφαση, ημερ. 18.10.2013, του Μ. Αμπίζα. Α.Ε.Δ, στην Αγωγή αρ. 1534/2008,
  2. ILYA TSIGELNITSKIY
  3. KOYZMINA YULIA ν. VIT LIVADIOTIS PROPERTIES LTD). Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση, όπως ορθά παρατηρεί στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος του Ενάγοντος, ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης είχε δικογραφηθεί από την Εναγόμενη η εκδοχή ότι το ποσό των ΛΚ5000 αποτελούσε «μη επιστρεπτέα προκαταβολή», εντούτοις ουδεμία υποβολή ως προς την ύπαρξη συμφωνίας των μερών περί του μη επιστρεπτέου της προκαταβολής έγινε στον ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του από τη συνήγορο Υπεράσπισης. Δεν κλήθηκε ο ΜΕ1 να σχολιάσει αυτή τη θέση της Υπεράσπισης, ούτε αν συμφωνεί ούτε αν διαφωνεί. Προωθήθηκε αυτή η εκδοχή για πρώτη φορά μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του Ενάγοντος, μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ
  4. Σύμφωνα με το δικαιϊκό μας σύστημα, το οποίο είναι αντιπαραθετικό, κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Βrowne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. V. Hart [1932] 23 Cr.App. R. 202 ). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Στην Κύπρο, στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. v. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Σχετική είναι και η υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 384: «Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper explanation of the omission, the Court may disregard it, because of the denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it.» Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, 791 λέχθηκαν, επίσης, τα εξής: «[...] Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διατυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου». Πέραν των πιο πάνω κανόνων αξιολόγησης της μαρτυρίας, οι οποίοι θα με οδηγούσαν στην απόρριψη της εκδοχής περί μη επιστρεπτέας προκαταβολής λόγω μη δεόντως υποβληθείσας στον ΜΕ1, υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που χρήζει σχολιασμού꞉ ότι η δικογράφιση της εκδοχής περί μη επιστρεπτέας προκαταβολής δεν υπήρξε επαρκώς διευκρινισμένη ευθύς εξ αρχής. Στην παρα. 4(β) της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφέρεται ότι- «(β) Προς το σκοπό αυτό κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των ΛΚ 5.000-, ποσό το οποίο σαφέστατα διευκρινίστηκε από την Ενάγουσα ότι αποτελούσε «μη επιστρεπτέα προκαταβολή». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Σε κανένα στάδιο της δίκης δεν ζητήθηκε η διόρθωση των λέξων «την Ενάγουσα». Εμφανώς πρόκειται για εσφαλμένη διατύπωση, αφού δεν υπάρχει Ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση, αλλά Ενάγων και Εναγόμενη. Αφέθηκε έτσι μέχρι τέλους αφηρημένο το αν η δικογραφημένη εκδοχή προορίζετο να εννοεί ότι η Εναγόμενη ήταν εκείνη που διευκρίνισε ρητά ότι δεν θα επιστρέφετο η προκαταβολή ή αν ήταν ο Ενάγων (ο Χάρπας) εκείνος που το διευκρίνισε ή/και υποσχέθηκε. Πάντως, η χρήση του όρου «Ενάγουσα» στο θηλυκό γένος, έδινε την εντύπωση ότι ήταν την Εναγόμενη που εννούσε το δικόγραφο. Αντί τούτου, ο ΜΥ1 προσήλθε και έδωσε μαρτυρία ότι ήταν ο Ενάγων αυτός που έδινε διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις ότι συμφωνούσε να μην είναι επιστρεπτέα η προκαταβολή αν δεν υλοποιείτο η συμφωνία. Επισημαίνω ως ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν είπε ότι ο Χάρπας υποσχέθηκε ή και δεσμεύτηκε ότι η προκαταβολή δεν θα ήταν επιστρεπτέα αν η συμφωνία δεν υλοποιήτο. Αντιθέτως, εξήγησε η Εναγόμενη ότι όλη η έμφαση του Χάρπα ήταν ότι ήταν τόσο σίγουρος πως θα υλοποιήτο η προφορική συμφωνία τους που έβαλε κάτω τα λεφτά του, ακόμη και χωρίς να υπάρξει πωλητήριο έγγραφο υπογραμμένο μεταξύ τους. Υπενθυμίζω το σχετικό απόσπασμα από την προπαρατεθείσα μαρτυρία της꞉ «Επικοινώνησε μαζί με το σύζυγο μου ότι τελικά δεν κατάφερε να βρει τα χρήματα με την πώληση του διαμερίσματος του και ότι δυστυχώς δεν θα μπορούσε να προχωρήσει με την αγορά του δικού μου ακινήτου. Δεν ζήτησε επιστροφή της προκαταβολής του.». Συνεπώς, με βάση την προεκτεθείσα μαρτυρία καταλήγω στο εύρημα ότι δεν υπήρξε ποτέ συμφωνία μεταξύ των μερών ότι η δοθείσα προκαταβολή ήταν μη επιστρεπτέα. Τούτου δεδομένου, το μόνο που απομένει να υπενθυμίσω αφορά στο δικονομικό χειρισμό της Υπεράσπισης που είχα την ευκαιρία να εξετάσω με ενδιάμεση απόφασή μου, ημερ. 5.3.2014, στην παρούσα υπόθεση. Με ενδιάμεση αίτηση, ημερ. 27.11.2013, η Εναγόμενη επεδίωξε την προσθήκη νέας παραγράφου 4(θ) στην Έκθεση Υπεράσπισης, η οποία να εισάγει ως γραμμή υπεράσπισης τον ισχυρισμό ότι «Συνεπεία της μακράς και παράλογης καθυστέρησης των τριών ετών, ο Χαράλαμπος Χάρπας ξεκάθαρα συγκατάνευσε (acquiescence) στον τερματισμό της προφορικής συμφωνίας των διαδίκων και/ή εγκατέλειψε τα δικαιώματά του (waived his rights) να αξιοί επιστροφή του ποσού της προκαταβολής, και ως εκ τούτου «κωλύεται» - "he is estopped" από του να αξιοί επιστροφή του ποσού της προκαταβολής και/ή οποιασδήποτε αποζημίωσης ή θεραπείας». Η πλήρης αιτιολογία της απόρριψης του αιτήματος προσθήκης της ως άνω γραμμής υπεράσπισης εκτίθεται στο κείμενο της πιο πάνω αναφερόμενης ενδιάμεσης απόφασής μου. Αρκεί εδώ να σημειώσω ότι το αίτημα ηγέρθη για πρώτη φορά και πάλιν μετά που ο Ενάγων έκλεισε την υπόθεσή του κατά την ακροαματική διαδικασία, χωρίς να έχουν υποβληθεί τέτοιες θέσεις στον ΜΕ1. Θα ήταν εν πάση περιπτώσει αντιφατικό αφενός να προωθείται η εκδοχή ότι υπήρξε ρητή συμφωνία περί μη επιτρεπτέας προκαταβολής και αφετέρου να εγείρεται ο ισχυρισμός περί σιωπηρής συγκατάνευσης. Ο όλος δικονομικός χειρισμός αποπνέει αμφιβολία για την αξιοπιστία της δικογραφηθείσας εκδοχής της Εναγομένης. Εξάλλου, όπως έχω αναδείξει πιο πάνω, προσελθείσα η Εναγόμενη στο Δικαστήριο ως μάρτυρας δεν την υποστήριξε και αντί τούτου έδωσε μαρτυρία προς υποστήριξη της εκδοχής που ουδέποτε δικογραφήθηκε συνεπεία της απορριπτικής ενδιάμεσης απόφασής μου Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να αποδέχομαι ως αποδειχθείσα την εκδοχή του Ενάγοντος και να απορρίπτω ως αναξιόπιστη και αναληθή την δικογραφηθείσα εκδοχή της Εναγομένης περί μη επιστρεπτέας προκαταβολής. Συνεπακόλουθα, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να αποδώσω στον Ενάγοντα το αξιούμενο ποσό της καταβληθείσας από τον Χάρπα προκαταβολής ως η παρα. Α της Έκθεσης Απαίτησης, εφόσον πρόκειται για ποσό που, ως αποτελεί εύρημά μου επί των γεγονότων, ήταν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος της αγοραπωλησίας, και ως τέτοιο κατέστη επιστρεπτέο, εφόσον η συμφωνία δεν εκπληρώθηκε, ανεξάρτητα από τα αίτια (βλ., ανωτέρω, Αγαπίου κ.ά. ν. Λεωνίδου
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 50). Επί του ποσού της προκαταβολής που διατάττω να επιστραφεί στον Ενάγοντα, κρίνω δίκαιο να επιδικάσω νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και όχι τόκο σε ποσοστό 8% ως αξιώνεται στην παρα. Γ της Έκθεσης Απαίτησης, εφόσον δεν έχει προσαχθεί ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία περί ύπαρξης ειδικής συμφωνίας μεταξύ των μερών ότι σε περίπτωση ματαίωσης της συμφωνίας, το ποσό της προκαταβολής θα ήταν επιστρεπτέο με τόκο 8%. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 627: «... στη βάση ευθυγραμμισμένης νομολογίας, πως, εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία να ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ' αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή (δες, την καταληκτική παράγραφο στη Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881).» Δ.
  1. Αναφορικά με την εκδοχή περί προκληθείσας απώλειας διαφυγόντος κέρδους του Ενάγοντος Άνευ βλάβης της πιο πάνω κατάληξής μου περί μη ύπαρξης νομικά δεσμευτικής συμφωνίας από την οποία να νατλούνται δικαιώματα, παρατηρώ ότι ο ΜΕ1 δεν τεκμηρίωσε την πρόκληση ζημιάς στον Χάρπα ως περιγράφεται στην παρα. 9 της Έκθεσης Απαίτησης, την οποία κατ' ισχυρισμόν αυτός υπέστη επί το ότι, από τη σύναψη της συμφωνίας έως τον τερματισμό της, η αξία του ακινήτου ανέβηκε κατακόρυφα. Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο Ενάγων δεν απέδειξε ποια ήταν η αξία του επίδικου ακινήτου κατά ή περί την 15.7.2008 που ως είναι παραδεκτό είναι η ημερομηνία κατά την οποία συνήφθη η επίδικη προφορική συμφωνία. Ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο Ενάγων αποδέχθηκε σιωπηρά την εκδοχή της Εναγομένης ότι το επίδικο ακίνητο άξιζε κατά την εν λόγω ημερομηνία ΛΚ150.000 καθ' ον χρόνο αυτός συμφώνησε να το αγοράσει, ως ήταν η τιμή στην αγγελία πώλησης του ακινήτου και για την οποία η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι είχε λάβει εκτίμηση αγοραίας αξίας, εντούτοις ο Ενάγων παρέλειψε να δώσει και/ή επέλεξε να μην δώσει καθόλου μαρτυρία για το ποια ήταν η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο του τερματισμού της σύμβασης ως η εκδοχή του (ήτοι κατά ή περί την 9.4.2008). Συνεπώς, δεν απέδειξε ότι από 15.7.2005 μέχρι 9.4.2008 υπήρχε κατακόρυφη αύξηση στις τιμές ως ο ισχυρισμός του στην παρα. 9 της Έκθεσης Απαίτησης. Έπεται ότι δεν έχει αποδειχθεί το δικαίωμα του Ενάγοντος να λάβει αποζημιώσεις, ως οι αξιούμενες στην παράγραφο Β της Έκθεσης Απαίτησής του, για διαφυγόν κέρδος. Δ.
  2. Όσον αφορά την εκδοχή του Ενάγοντος ότι η συμπεριφορά της Εναγομένης υπήρξε τέτοια που δικαιολογεί να αποδοθούν τιμωτηρικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά την αξίωση του Ενάγοντος για τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις, ως η παράγραφος Γ της Έκθεσης Απαίτησης, το δικαίωμα του Ενάγοντος να του αποδοθούν τέτοιες αποζημιώσεις προϋποθέτει, αφενός, απόδειξη της εκδοχής ότι ο τερματισμός της συμφωνίας οφειλόταν στη συμπεριφορά της Εναγομένης αντί του ιδίου και αφετέρου, καθορίζεται στη βάση των περιορισμών που έχει θέσει η νομολογία ως προς το ποιου είδους συμπεριφορά δικαιολογεί την απόδοση τέτοιων αποζημιώσεων (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση
  3. Δάφνος Δρυάδης,
  4. Εύη Δρυάδη ν Κώστα Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881, η οποία παραπέμπει στην απόφαση Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου και άλλης
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1800). Όσον αφορά τις τιμωρητικές αποζημιώσεις, στην προμνησθείσα Ερωτοκρίτου ν Θεοδώρου αποσαφηνίστηκε ότι꞉ «Οι περιπτώσεις, στις οποίες μπορεί να διαταχθούν τιμωρητικές αποζημιώσεις, σύμφωνα με τη θεμελιακή Αγγλική απόφαση Rookes ν. Barnard [1964] 1 All E. R. 367, είναι οι ακόλουθες τρεις όπως διευκρινίζεται στην Papakokkinou (σελ. 75). "(
  1. a)Civil wrongs resulting from the use of oppressive and unconstitutional conduct by servants of the Crown. (
  2. b)Civil wrongs committed in gross disregard to the rights of the injured party, perpetrated in circumstances calculated to yield profit to the perpetrator, and (
  3. c)where the statute expressly permits award of exemplary damages." (Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη.) "(α) Αστικά αδικήματα τα οποία προκύπτουν από τη χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από λειτουργούς του Στέμματος (νοείται του δημοσίου). (β) Αστικά αδικήματα τα οποία διαπράττονται με πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους και τα οποία διενεργούνται κάτω από συνθήκες που αποβλέπουν στον προσπορισμό κέρδους από τον αδικοπραγούντα. (γ) Όπου ο νόμος ρητά επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων." Η ίδια προσέγγιση είχε υιοθετηθεί και στην Constantinides. [...] Όσον αφορά τις αυξητικές αποζημιώσεις, στην προμνησθείσα Ερωτοκρίτου ν Θεοδώρου αποσαφηνίστηκε ότι «Η αποδοκιμασία της συμπεριφοράς διαδίκου, σε σχέση με την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, δεν υπεισέρχεται στον καθορισμό των αποζημιώσεων, ούτε αποτελεί λόγο για την αύξησή τους». Έγινε παραπομπή στην πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου - A.G. v. Blake [1998] 1 All E.R. 933:- "We do not think that the basis on which damages are awarded should depend on the Defendant's moral culpability alone. The fact that this breach of contract is cynical is not by itself a good ground for departing from the normal basis on which damages are awarded ". (Ελεύθερη μετάφραση꞉ «Δε νομίζουμε ότι η βάση, επί της οποίας επιδικάζονται αποζημιώσεις, πρέπει να εξαρτάται μόνο από το ηθικά αποτρόπαιο της διαγωγής του εναγομένου. Το γεγονός ότι η πράξη διάρρηξης της συμφωνίας, για την οποία είναι ένοχος, είναι κυνική, δεν αποτελεί, αφ' εαυτής, καλό λόγο απόκλισης από την καθιερωμένη βάση καθορισμού των αποζημιώσεων». Στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα προεκτεθέντα ευρήματά μου, δεν έχει αποδειχθεί τέτοια συμπεριφορά της Εναγομένης, η οποία να την καθιστά υπαίτιο μέρος για τερματισμό νομικά έγκυρης και δεσμευτικής σύμβασης, πόσο μάλλον συμπεριφοράς η οποία να μπορούσε να καταταγεί στις περιορισμένες περιπτώσεις όπου χωρεί η επιβολή παραδειγματικών και/ή αυξημένων αποζημιώσεων. Απορρίπτω αυτή την αξίωση του Ενάγοντος. Ε. Η ανταπαίτηση της Εναγομένης Στη βάση των προεκτεθέντων ευρημάτων μου, η ανταπαίτηση της Εναγομένης δεν δύναται να έχει επιτυχή κατάληξη. Δεν υπήρξε ποτέ τελική σύμβαση μεταξύ αυτής και του Χάρπα, από την οποία να αντλούσε οποιαδήποτε δικαιώματα τα οποία να θίγηκαν, και να της άφησαν ζημιογόνο κατάλοιπο. Εάν για οποιοδήποτε λόγο ήθελε κριθεί εσφαλμένη η ως άνω νομική εκτίμησή μου των πραγματικών γεγονότων, ήτοι ως προς τη μη ύπαρξη τελικής και νομικά δεσμευτικής συμφωνίας, και πάλιν δεν θα μπορούσα στη βάση των ιδίων ευρημάτων ως προς τα γεγονότα να κρίνω ότι ο Χάρπας ήταν υπαίτιος για τερματισμό της σύμβασης. Παραπέμπω στα όσα υποδείχθησαν στη Σπύρου ν. Aristo Developers
(2004)1 A.A.Δ. 1159, 1166 της εν λόγω απόφασης: «Στην παρούσα υπόθεση, η στάση και των δύο συμβαλλομένων ως προς την εκπλήρωση των αμοιβαίων υποσχέσεων τους κατά την κοινή και για τους δύο ταχθείσα ημερομηνία, κατά την ευνοϊκότερη για τον εφεσείοντα εκδοχή, αφαιρουμένης δηλαδή της κρίσης πως δεν ήταν πράγματι έτοιμος και πρόθυμος τότε ήταν ακριβώς η ίδια. Δεν επικοινώνησαν μεταξύ τους και ουδείς εξέφρασε προθυμία και δυνατότητα εκπλήρωσης. Τούτου δοθέντος, ουδείς απέκτησε ιδιαίτερο δικαίωμα έναντι του άλλου, απλώς με αναφορά στην ημερομηνία που τάχθηκε. Εφόσον δε αναφερόμαστε στον εφεσείοντα, αυτός δεν μπορούσε, ενώ παρέμεινε σιωπηλός και δεν ζήτησε πληρωμή κατ΄ επίκληση του ουσιώδους του χρόνου, εκδηλώνοντας και την προθυμία και ετοιμότητά του να μεταβιβάσει ταυτοχρόνως, να καταλογίσει στους εφεσίβλητους παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης παρέχουσας, άνευ ετέρου, δικαίωμα τερματισμού ή ακύρωσής της. Η σύμβαση, βεβαίως, παρέμεινε ζωντανή αλλά, πλέον με αποδυναμωμένους τους όρους για το ουσιώδες του χρόνου εκπλήρωσης. Από εκεί και πέρα, ήταν θέμα του καθενός να ενεργήσει και το ζήτημα δεν αφορά στο ποιος πρόλαβε να κάμει τι. Οι εφεσίβλητοι θα ήταν ένοχοι παράλειψης αν σε πρόσκληση για πληρωμή και μεταβίβαση σε ορισμένο νέο ευλόγως τιθέμενο χρόνο, δεν ανταποκρίνονταν. Ο εφεσείων δεν μπορούσε, όπως ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, απλώς να τερματίσει τη σύμβαση.» Εάν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρχε τελική και νομικά δεσμευτική σύμβαση μεταξύ των μερών, δεδομένης της αποτυχίας της Εναγομένης να αποδείξει την αποστολή προς τον Ενάγοντα των επιστολών ημερομηνίας 18.7.2005 και 21.7.2005, η συμφωνία αυτή φαντάζει να παρέμεινε σε ισχύ με αποδυναμωμένους πλέον τους όρους ως προς το ουσιώδες της ημερομηνίας εξόφλησης και μεταβίβασης μέχρι που αποδεδειγμένα τερματίστηκε από τον Χάρπα με την επιστολή του δικηγόρου του στις 26.3.2008. Κατάληξη Η αγωγή επιτυγχάνει ως η παρα. Α της Έκθεσης Απαίτησης, με νόμιμο τόκο επί του ποσού των €8.550 από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής (ήτοι από 6.5.2008), πλέον τα δικηγορικά έξοδα τα οποία επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγομένης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση της Εναγομένης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγομένης. (υπ.)..................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Δεν δημοσιοποιώ τον αριθμό για χάριν προστασίας των προσωπικών δεδομένων. [2] Δεν δημοσιοποιώ τον αριθμό για χάριν προστασίας των προσωπικών δεδομένων. [3] Βλ. Winn v Bull [1877] 7 Ch. D.29. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.