← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΡΣΟΥΜΠΑΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΦΕ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9204/2012, 20/2/2015

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΡΣΟΥΜΠΑΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΦΕ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9204/2012, 20/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9204/2012 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΡΣΟΥΜΠΑΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ Εναγόντων - και -

  1. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΦΕ ΛΤΔ
  2. Κυριάκος Στυλιανού
  3. Κώστας Γερολέμου Εναγομένων Ημερομηνία: 20.2.2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για τους Εναγόμενους: κ. Κιτρομιλίδης, για Κιτρομιλίδης, Πέτσας, Δ.Ε.Π.Ε. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 14.2.2013, η Ενάγουσα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αξιώνει την έκδοση Συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων ως η απαίτηση στο ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα λόγω του ότι αυτοί στερούνται υπεράσπισης. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, Δ.18, Θ. 1-2 & 9 (α), Δ.48 θ.θ. 1-4, 9 ως και επί της Διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αυτή εκτίθενται σε ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ»), ημερ. 14 Φεβρουαρίου 2013, του κ. Ανδρέα Κουρσουμπά, Διευθυντή της Ενάγουσας - Αιτήτριας εταιρείας από τη Λευκωσία, ο οποίος όπως δηλώνει είναι προσωπικά γνώστης όλων των γεγονότων τα οποία αναφέρονται στην Ε/Δ του και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να προβεί στη Ε/Δ αυτή. Συγκεκριμένα, ο κ. Κουρσουμπάς παραθέτει στην Ε/Δ του το ιστορικό της διαφοράς μεταξύ των ως άνω διαδίκων μερών, η οποία κατέληξε στην έγερση της ως άνω αγωγής꞉ · Καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο για τους σκοπούς της αγωγής αυτής, η Ενάγουσα εταιρεία ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης ή το πρόσωπο που δικαιούταν όπως εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του ακινήτου, του ευρισκόμενου στη Λεωφόρο Κένεττυ αρ.6, στη Λευκωσία, το οποίο αποτελείται από ένα κατάστημα μαζί με τις υπάρχουσες διευκολύνσεις (στο εξής «το ΑΚΙΝΗΤΟ»). · Την 30.09.2005 δυνάμει Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ιδίας ημερομηνίας συναφθέντος μεταξύ της Ενάγουσας ως ιδιοκτήτριας και των Εναγομένων αρ. 1 ως ενοικιαστών, οι Εναγόμενοι αρ. 1 ενοικίασαν το ΑΚΙΝΗΤΟ για την περίοδο από 1.10.2005 μέχρι την 31.12.2012, με τους όρους και τις προϋποθέσεις όπως εκτίθενται στο αναφερόμενο Ενοικιαστήριο έγγραφο (στο εξής «το ΕΓΓΡΑΦΟ»), το οποίο επισυνάπτεται στη παρούσα ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ «1». · Με το ΈΓΓΡΑΦΟ συμφωνήθηκε ότι η τιμή μετατροπής του συμφωνημένου ενοικίου το οποίο ήταν σε λίρες Κύπρου, σε Ευρώ θα είναι €0.56 σέντ ανά

(1)Ευρώ. · Το συμφωνηθέν ως πληρωτέο μηνιαίο ενοίκιο αναφορικά με το ΑΚΙΝΗΤΟ ήταν:
(1)Από 1.10.2005 μέχρι 31.12.2006 £600.- €1071.40.- μηνιαίως
(2)Από 1.1.2007 μέχρι 31.12.2008 £800.- €1428.60.- μηνιαίως
(3)Από 1.1.2009 μέχρι 31.12.2010 £880.- €1571.40.- μηνιαίως
(4)Από 1.1.2011 μέχρι 31.12.2012 £1400.- €2500.00.-μηνιαίως · Το ΕΓΓΡΑΦΟ προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι οι Ενοικιαστές θα κατέβαλλαν ανελλιπώς το συμφωνηθέν ενοίκιο στους Ενάγοντες και ότι εάν οι ενοικιαστές ήθελαν παραλείψει να πληρώσουν το πληρωτέο ενοίκιο οιουδήποτε μηνός ή μέρος αυτού πέραν των δέκα ημερών και εάν παρέβαιναν οποιονδήποτε άλλο όρο του τοιούτου εγγράφου, τότε η ιδιοκτήτρια - Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει το συμβόλαιο, να αναλάβει την κατοχή του ακινήτου και να αξιώσει την πληρωμή των οφειλομένων ενοικίων μαζί με συμφωνημένο τόκο προς 8% τον χρόνο μέχρι τελείας εξόφλησης. · Οι Εναγόμενοι αρ. 1 ανέλαβαν επίσης την υποχρέωση όπως καταβάλουν στην Ενάγουσα το ποσό των £600.- €1.071,40σ., το οποίο ποσό η Ενάγουσα θα κρατούσε ως ντεπόζιτο - εγγύηση για την πιστή τήρηση των όρων του συμβολαίου. Το ποσό αυτό σε καμιά περίπτωση δεν θα εθεωρείτο ως ενοίκιο. · Ο Εναγόμενοι αρ. 1, κατά ρητή παράβαση της ανωτέρω αναφερομένης συμφωνίας ενοικίασης ως περιέχεται στο ΕΓΓΡΑΦΟ, αρνήθηκαν και παρέλειψαν να καταβάλουν τα μηνιαίως οφειλόμενα ενοίκια αναφορικά με το ΑΚΙΝΗΤΟ και οφείλουν στην Ενάγουσα ως καθυστερημένα οφειλόμενα ενοίκια το ποσό των €2.355,00.- ως υπόλοιπο οφειλομένου ενοικίου του μηνός Οκτωβρίου 2011, ως και τα ενοίκια των μηνών Νοεμβρίου του 2011 μέχρι και το ενοίκιο του μηνός Νοεμβρίου 2012, ήτοι δέκα τρία
(13)ενοίκια προς €2.500,00.- το καθένα, ήτοι συνολικά οφείλουν το ποσό των €34.855.00σ. καθυστερημένα οφειλόμενα και δεδουλευμένα ενοίκια αναφορικά με το ΑΚΙΝΗΤΟ. · Η Ενάγουσα επιφυλάσσει όλα τα δικαιώματά της που απορρέουν από το ΕΓΓΡΑΦΟ και όπως αξιώσει αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων για οποιεσδήποτε ζημίες προκληθούν επί του επίδικου ακινήτου ή συνεπεία της παράβασης οποιουδήποτε όρου του άνω αναφερομένου ενοικιαστηρίου εγγράφου. · Οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 εγγυήθηκαν γραπτώς αλληλεγγύως μαζί με τους Εναγομένους αρ. 1 προς την Ενάγουσα την πιστή τήρηση όλων των όρων του ΕΓΓΡΑΦΟΥ, περιλαμβανομένης και της υποχρέωσης για την πληρωμή του συμφωνηθέντος ενοικίου μέχρι την τελεία εξόφληση όλων των υποχρεώσεων των ενοικιαστών - Εναγομένων αρ. 1 και την παράδοση του ΑΚΙΝΗΤΟΥ εις την ιδιοκτήτρια - Ενάγουσα. · Η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένως τους Εναγόμενους όπως προβούν στην καταβολή των εις την παράγραφο 7 ανωτέρω αναφερομένων οφειλομένων ενοικίων, πλήν όμως αυτοί μέχρι σήμερα εξακολουθούν να οφείλουν ολόκληρο το αξιούμενο ποσό. Όπως, επίσης, ενόρκως δηλώνει ο κ. Κουρσουμπάς, την 27.12.2012 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα η υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή και επεδόθη στους Εναγομένους αρ. 1 και 2 την 9.01.2013, οι οποίοι και καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 31.01.
  1. Με βάση συμβουλή που λαμβάνει ο κ. Κουρσουμπάς από το δικηγόρο της Ενάγουσας, κ. Γεώργιο Παπαθεοδώρου, οι Εναγόμενοι καμιά απολύτως νομική ή πραγματική υπεράσπιση δεν έχουν σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Το καταχωρηθέν από αυτούς Σημείωμα Εμφάνισης σκοπεύει μόνο στη καθυστέρηση της διαδικασίας χωρίς να έχουν καμιά υπεράσπιση. Και τούτο διότι καμιά απολύτως δικαιολογία δεν έχουν δώσει στην Ενάγουσα οι Εναγόμενοι, ούτε και έχουν οποιαδήποτε δικαιολογία ώστε να μπορούν να την προβάλουν, για να δικαιολογήσουν την μη πληρωμή των οφειλομένων ενοικίων. Για τους πιο πάνω λόγους, η Ενάγουσα αιτείται όπως εκδοθεί απόφαση υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα (jointly and or severally), ως το Κλητήριο Ένταλμα και η οπισθογραφημένη σε αυτό Έκθεση Απαίτηση, πλέον τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Οι Εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2 ενίστανται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση των Εναγομένων είναι:
  2. «Η απαίτηση αναφορικά με τα καθυστερημένα ενοίκια 13 μηνών δεν ανταποκρίνεται ούτε στην πραγματικότητα, αλλά ούτε και στους υπολογισμούς των Αιτητών. Το ποσό των €34.855,00ο δεν συνάδει μαθηματικά με την απαίτηση των Εναγόντων (€2.500,00σ χ 13=€32.500,00σ).
  3. Το μηνιαίο ενοίκιο για το υποστατικό είχε προφορικά συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων όπως καθορισθεί στα €1570,00σ από 1.1.2009 μέχρι 31.12.2012 και αυτό ήταν το καταβαλλόμενο ενοίκιο.
  4. Το οφειλόμενο ποσό δεν ανταποκρίνεται στο ποσό της απαίτησης αλλά είναι πολύ μικρότερο και συγκεκριμένα ανέρχεται σε ποσό εκ €10.000,00σ., το οποίο οι Εναγόμενοι ήταν και είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν και ή να καταθέσουν στο Δικαστήριο, εάν οι Ενάγοντες εξακολουθούν να μην το αποδέχονται.
  5. Η μετατροπή του μηνιαίου ενοικίου από Λίρες (Λ.Κ £) σε Ευρώ (€) δεν ανταποκρίνεται στην ορθή ισοτιμία. Οι Αιτητές κατά την μετατροπή ζήτησαν ουσιαστικά υψηλότερο ενοίκιο από το συμφωνημένο βάσει του Συμβολαίου Ενοικιάσεως, εφαρμόζοντας ουσιαστικά, παράνομα και αυθαίρετα, λανθασμένη ισοτιμία κατά την πράξη μετατροπής.
  6. Η αίτηση έγινε κακόπιστα και εκδικητικά.». Νομική βάση της ένστασης αποτελεί η Δ.18, Δ.48 Θ.4, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένστασή τους εκτίθενται στην Ε/Δ, ημερ. 27/8/2013, του Εναγομένου αρ. 2, κ. Κυριάκου Στυλιανού, η οποία είναι επισυνημμένη στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης. Ο Εναγόμενος αρ. 2 δηλώνει ενόρκως ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τον Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3 όπως προβεί στην Ε/Δ προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η εκδοχή γεγονότων που προβάλλεται από τους Εναγόμενους είναι η εξής꞉ · Από 1.1.2007 μέχρι 31.12.2008 το μηνιαίο ενοίκιο για το επίδικο υποστατικό ανέρχετο στα €1.428,60σ. · Πριν την 31.12.2008 οι Εναγόμενοι συμφώνησαν προφορικά με την Ενάγουσα όπως το ενοίκιο από 1.1.2009 μέχρι 31.12.2012 καθοριστεί στα €1.570,00σ., παρά τις πρόνοιες του συμβολαίου. · Κατόπιν της ως άνω αναφερόμενης προφορικής συμφωνίας, οι Εναγόμενοι συμμορφούμενοι με τα συμφωνηθέντα προχώρησαν σε καταβολές μηνιαίου ενοικίου εκ ποσού €1.570,00σ και η Ενάγουσα, αναγνωρίζοντας τα συμφωνηθέντα, τους εξέδωσαν τις αντίστοιχες αποδείξεις. Δέσμη αντιγράφων των σχετικών αποδείξεων είσπραξης μηνιαίων ενοικίων για το ποσό των €1.570,00σ για το έτος 2009 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ του Εναγομένου αρ.
  7. · Το ποσό της απαίτησης, ακόμα και εάν αυτό υπολογίσθη βάσει του συμβολαίου ημερομηνίας 30.9.2005, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (13 χ €2.500,00σ=€32.500,00σ και όχι €34.855,00σ). · Κατά την μετατροπή των λιρών (Λ.Κ £) σε Ευρώ (€), το μηνιαίο ενοίκιο σε ευρώ ήταν αυξημένο σε σύγκριση με το ποσό που θα έπρεπε να καταβαλλόταν εάν η μετατροπή γινόταν βάσει της ορθής ισοτιμίας. Η Ενάγουσα ζήτησε ουσιαστικά υψηλότερο ενοίκιο από το συμφωνημένο, καθότι κατά την μετατροπή εφάρμοσε αυθαίρετα και παράνομα άλλη ισοτιμία και όχι την ορθή, ξεγελώντας τους Εναγομένους με τον τρόπο αυτό. · Το ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι οφείλουν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια αναφορικά με καθυστερημένα ενοίκια ανέρχεται σε €10.000,00σ, δηλαδή σαφώς σημαντικά μικρότερο από το ποσό της απαίτησης. Αυτό το ποσό οι Εναγόμενοι το έχουν προσφέρει στην Ενάγουσα, πλην όμως αυτή αρνείται να το αποδεκτεί. Οι Εναγόμενοι είναι διατεθειμένοι να καταθέσουν αυτό το ποσό στο Δικαστήριο εάν η Ενάγουσα συνεχίσει να μην το αποδέχεται. Βάσει των ανωτέρω, οι Εναγόμενοι, έχουν λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους τους ότι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση, η οποία πρέπει να τεθεί ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου προτού αποφασισθεί η υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγή δια σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και πως δεν είναι δίκαιο ούτε ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, αμφότερες οι πλευρές των διαδίκων καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των θέσεών τους. Στη Συμπληρωματική Ε/Δ του κ. Α. Κουρσουμπά, ημερ. 12.6.2014, προβάλλονται οι εξής απαντητικοί ισχυρισμοί προς όσα αναφέρθηκαν από τον Εναγόμενο αρ. 2 στην προεκτεθείσα Ε/Δ꞉ · Η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων περί αυθαίρετων αξιώσεων και λέγει ότι τα αξιούμενα ποσά είναι ορθά και πραγματικά. · Η αγωγή καταχωρήθηκε μετά από πάρα πολλές εκκλήσεις του κ. Ανδρέα Κουρσουμπά προς τους Εναγομένους όπως διευθετήσουν την πληρωμή που οι Εναγόμενοι όφειλαν προς την Ενάγουσα και τα οποία εξακολουθούν να οφείλουν. · Ο κ. Ανδρέας Κουρσουμπάς ποτέ δε συμφώνησε ούτε βέβαια οποιοσδήποτε άλλος εκ μέρους της Ενάγουσας συμφώνησε είτε με τον ισχυριζόμενο είτε με οποιονδήποτε τρόπο ότι το ενοίκιο για το επίδικο ακίνητο από 1.1.2009 μέχρι 31.12.2013 καθορισθεί σε
  8. Σύμφωνα με τον κ. Κουρσουμπά, «αυτό είναι το ποσό που ήθελαν όπως επιβάλουν για να πληρώνουν οι Εναγόμενοι ως ενοίκιο και ποτέ δεν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία η οποία να τροποποιεί ή μεταβάλλει το συμφωνηθέν ως πληρωτέο ενοίκιο όπως αυτό παρατίθεται στο ενοικιαστήριο έγγραφο που είναι το Τεκμήριο «1» στην προηγούμενη Ένορκη Δήλωση μου ημερομηνίας 14.2.2013 επί της Αίτησης ίδιας ημερομηνίας και συνοπτικής απόφασης». · Όσον αφορά τις αποδείξεις που επικαλέστηκε ο Εναγόμενος αρ. 2 και επεσύναψε ως Τεκμήριο 1 στη δική του Ε/Δ, ο κ. Κουρσουμπάς απαντά και λέγει ότι αυτές «σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς που εκτίθενται σε αυτή. Πουθενά δεν αναφέρεται στις αποδείξεις ότι τα ποσά που είχαν καταβληθεί ήταν για εξόφληση οποιασδήποτε ενοικιαστικής περιόδου.». · Επεξηγεί ο κ. Κουρσουμπάς την ορθότητα του υπολογισμού του αξιούμενου ποσού λέγοντας ότι «Πέραν των αξιούμενων 13 ενοικίων ήτοι των ενοικίων από τον Νοέμβριο 2011 μέχρι το ενοίκιο του μηνός Νοεμβρίου 2012, ήτοι 13 ενοίκια, οι Εναγόμενοι οφείλουν και το ποσό των €2355- ως υπόλοιπο ενοικίου του μηνός Οκτωβρίου 2011.». Συνεπώς η μαθηματική πράξη των Εναγόντων είναι ορθή ως εξής꞉ (α) 13 ενοίκια Νοέμβριο 2011 - Νοέμβριο 2012 χ €2500 = €32.500 (β) Υπόλοιπο ενοικίου Οκτωβρίου 2011 €2355 = €2355 ------------- €34.855 · Περαιτέρω, ο κ. Κουρσουμπάς απορρίπτει υους ισχυρισμούς περί αυθαίρετης τιμής μετατροπής της λίρας Κύπρου σε Ευρώ, λέγοντας ότι «δεν έχει εφαρμοσθεί αυθαίρετα», αφού ήταν «η συμφωνηθείσα εκτιμηθείσα τιμή μετατροπής της λίρας Κύπρου σε ευρώ πριν την εισαγωγή του Ευρώ ως τοπικού νομίσματος». · Καταλήγει, ενόψει όλων των ανωτέρω, ο κ. Κουρσουμπάς ότι το ποσό που οφείλουν οι Εναγόμενοι ως καθυστερημένα ενοίκια μέχρι το ενοίκιο του μηνός Νοεμβρίου 2012 είναι €34.855.- και όχι το ποσό €10.000.- όπως λανθασμένα, αναιτιολόγητα και χωρίς κανένα στοιχείο ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ότι οφείλουν. Στη Συμπληρωματική Ε/Δ που καταχώρησε ο Εναγόμενος αρ. 2 στις 14/10/2014, αναφέρει ότι꞉ «
  9. Εκ λάθους και ή παραδρομής μου, δεν επισυνάφθηκαν στο Τεκμήριο 1 ακόμα δύο
(2)αποδείξεις είσπραξης ενοικίου, εκ συνολικού ποσού των €3.200,00σ. (€1.600,00σ έκαστη) που αφορούν καθυστερημένα ενοίκια για την επίδικη περίοδο. Επισυνάπτω στην παρούσα ως Τεκμήριο 2 αντίγραφα των σχετικών αποδείξεων είσπραξης για καθυστερημένα ενοίκια.
  1. Επιπρόσθετα αναφέρω ότι κατά ή περί την 12.7.2012 καταβλήθηκε στους Ενάγοντες το επιπλέον ποσό των €1.000,00σ. που και πάλι αφορούσε καθυστερημένα ενοίκια την επίδικη περίοδο.». Καταλήγει ο Εναγόμενος αρ. 2 να εισηγείται ότι, εφόσον το αξιούμενο στην αγωγή ποσό αντιπροσωπεύει ενοίκια από τον Νοέμβριο 2011 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2012 και δεδομένων των αποδείξεων που αυτός κατέθεσε ως το Τεκμήριο 2, η απαίτηση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθ' ότι έγιναν πληρωμές έναντι των καθυστερημένων ενοικίων. Παρά το ότι η Ενάγουσα είχε καταχωρήσει αίτηση για αντεξέταση του ομνύοντος κ. Κυριάκου Στυλιανού επί του περιεχομένου της Ε/Δ του, επικράτησαν στη συνέχεια δεύτερες σκέψεις και η εν λόγω αίτηση απεσύρθη.στις 19.11.
  2. Προωθήθηκε έτσι η αίτηση σε ακρόαση στη βάση των προεκτεθέντων ενόρκων δηλώσεων (αρχικών και συμπληρωματικών), χωρίς να υποβληθεί σε αντεξέταση οποιοσδήποτε εκ των ομνυόντων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία καθορίζονται στη Δ.18 θ.
  3. Συγκεκριμένα, η Δ.18 έχει ως ακολούθως: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων μπορεί σε ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και να πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης με ή χωρίς ενοίκιο ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.». Σε πρόσφατη απόφασή του, ημερομηνίας 4.9.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της πιο πάνω διάταξης Δ.18, θ.
  4. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεσή του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co. Ltd v Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAD 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v Persona Advertising Ltd
(1996)1 AAD 1074, Subotic v Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν Environvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818). Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18, θ1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθαː
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο
  2. Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136 - 138 και Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO. LTD v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co. Ltd, ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18, θ.3(α)).». Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, και πιο πρόσφατα στην απόφαση ημερ. 14.11.2011 στην Πολιτική Έφεση 322/2008, J& M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του. Το τι αναμένεται από έναν εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. A mere general denial that the defendant is indebted will not suffice (Wallingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas., per Lord Blackburn, at p. 704: Re General Rail, Syndicate, Whitsley´s Case,
(1900)1 Ch., per Lindley, M.R., at p. 369; Anon.,
(1875)W.N. 249, per Quain, J., at p. 250), unless the grounds on which the defendant relies as showing that he is not indebted are stated (ibid.)......................................................................................................... If the defence relied on is fraud the affidavit should state the particulars of the fraud (Wellingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas. 685). A mere vague general allegation of fraud is useless (ibid). Similarly, if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν Άριστου Καναουρίδη, Πολ. Έφ.10015, αποφαση ημερ. 26/4/99). Υπεράσπιση που είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστά συζητήσιμη ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας. (βλ. Ανδρέας Ιωάννου και Το Σκάφος «Veronika» Αγωγή Ναυτοδικείου 6302, απόφαση ημερ. 16/4/03, K.C.P. Commission Agents & Importers LTd v Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Κατ' αρχάς, από το περιεχόμενο του ενώπιον μου φακέλου της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι, πρώτον, το κλητήριο ένταλμα είναι όντως ειδικά οπισθογραφημένο και, δεύτερον, ότι και οι τρεις Εναγόμενοι - Καθ'ων η αίτηση αρ. 1, 2 και 3 έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 31.1.2013. Εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσον πληρούται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, θ.1(α), υπό το φως της ένστασης των Καθ'ων η αίτηση. Το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντος, εν προκειμένω του Διευθυντή της Ενάγουσας, κ. Ανδρέα Κουρσουμπά, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με γνώμονα τη Δ.18 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη βάση του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο λεκτικό που χρησιμοποιεί ο ομνύων, διαπιστώνω ότι ρητά αναφέρει ότι αυτός είναι Διευθυντής της Ενάγουσας και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, καθώς και ότι έχει την αναγκαία εξουσιοδότηση για να προβεί στην ένορκο δήλωση (βλ. παρα. 2 της Ε/Δ του). Με δεδομένο ότι η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο, είναι λογικό και αποδεκτό η ένορκη δήλωση να γίνεται από φυσικό πρόσωπο που είναι Διευθυντής της (βλ., μεταξύ άλλων, την Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, σελ. 136 - 138, την προμνησθείσα απόφαση Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794,). Συγκεκριμένα, στην Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obschondi Banka S.A.
(1972)1 CLR 130, 137, λέχθηκε ότι: «The deponent must be clearly in a position to swear positively to the facts and the affidavit must show this. It cannot be an affidavit where the deponent can only depose upon information and belief. Order 39 r.2 which regulates the contents of affidavits, provides that the affidavits shall be confined to such facts as the witness is able on his own knowledge to prove. Statements on information and belief, with the sources and grounds thereof, or allowed only in affidavits for interlocutory applications)).». Περαιτέρω, στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, 783, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι: «[...] το ζήτημα κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά με τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Η φύση της αξίωσης διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο». Και πιο κάτω στη σελίδα 790 αναφέρεται: «Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει.». Εκείνο που απαιτείται να αποδειχθεί στο πλαίσιο της Δ.18, θ.1 είναι ότι ο ομνύων έχει «θετική» γνώση. Υποδεικνύεται εδώ ότι, στην περίπτωση νομικών προσώπων, ο όρος «θετική γνώση» τυγχάνει λογικής ερμηνείας και όχι αυστηρής σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και παράλογα αποτελέσματα (βλ. Marketrends v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ.223 ). Ουδείς λόγος ένστασης έχει εγερθεί από τους Εναγόμενους ο οποίος να άπτεται της ικανότητας του κ. Κουρσουμπά να ορκίζεται για τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση. Δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους είτε η ιδιότητα του ως Διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας είτε ως προσώπου που έχει πράγματι τη δεδηλωμένη «προσωπική γνώση» ή τη θετική γνώση για τα επίδικα γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει, είμαι ικανοποιημένη, με βάση όσα εξέτασα ανωτέρω, ότι ο ομνύων για την Αιτήτρια είναι ικανό πρόσωπο, εντός του ορισμού της Δ.18 Θ. 1, για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έχει πράξει. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεών μου, κρίνω ότι η Αιτήτρια έχει συμμορφωθεί με τις τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες τίθενται στη Δ.18, θ.1 και, επομένως, σύμφωνα και με τη νομολογία όπως συνοψίζεται στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ., το βάρος της απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση, να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας (good defence on the merits) ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να τους δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Υπενθυμίζω ότι δεν αποσείεται το βάρος της απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους των Εναγομένων όταν εγείρουν μόνο γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Στην προμνησθείσα απόφαση N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Lfd
(1999)1 ΑΑΔ 1912, όπου εις τις σελ. 1915- 1916, ο Νικήτας Δ., είπε τα εξής: «Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου.». Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία που παρουσίασαν οι Εναγόμενοι κρίνω ότι δεν είναι τέτοια που να μπορεί να στηρίξει καλόπιστη και καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης ούτε αποκαλύπτει τέτοιους ισχυρισμούς γεγονότων που να δημιουργούν θέμα προς εκδίκαση. Επεξηγώ το σκεπτικό με το οποίο καταλήγω στη διαπίστωση αυτή꞉ (α) Κατ' αρχάς, η αίτηση για συνοπτική απόφαση στρέφεται εναντίον και των τριών Εναγομένων. Οι αξιώσεις που αφορούν στο πρόσωπο της Εναγομένης αρ. 1 εγείρονται δυνάμει του Ενοικιαστήριου Εγγράφου (βλ. πιο πάνω το «ΕΓΓΡΑΦΟ») στο οποίο ΕΓΓΡΑΦΟ η Εναγόμενη αρ. 1 περιγράφεται ως ο Ενοικιαστής και κατά συνέπεια ως ο πρωτοφειλέτης αυτών των ενοικίων. Οι αξιώσεις που αφορούν στο πρόσωπο των Εναγομένων αρ. 2 και 3 εγείρνται δυνάμει Εγγράφου ΕΓΓΥΗΣΗΣ που επισυνάπτεται στο ΕΓΓΡΑΦΟ ανωτέρω. (β) Η ενώπιον μου καταχωρηθείσα Ειδοποίηση των Εναγομένων περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται σε ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται σε δύο ένορκες δηλώσεις (βλ. ημερ, 27.8.2013 και 14.10.2014) στις οποίες ομνύων είναι ο κ. Κυριάκος Στυλιανού που είναι ο Εναγόμενος αρ.
  1. (γ) Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 ορκίστηκε και στις δύο περιπτώσεις λέγοντας ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην Ένορκη Δήλωση από τον Καθ' ου αρ. 3, ήτοι από τον Εναγόμενο αρ.
  2. Δεν λέγει ότι έχει τέτοια εξουσιοδότηση και από την Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία που είναι η πρωτοφειλέτιδα. Δεν αποκαλύπτει εξάλλου αν αυτός είχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οποιαδήποτε άλλη σχέση με την Εναγουσα, μετοχική ή διευθυντική, ώστε η δική του γνώση των γεγονότων να τεκμαίρεται και ως γνώση από μέρους της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας. Το έλλειμμα εν πάση περιπτώσει εξουσιοδότησης του Εναγομένου αρ. 2 από μέρους της Εναγόμενης αρ. 1 τόσο στην αρχική όσο και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ουδεμία μαρτυρία έχω ενώπιον μου, η οποία να προέρχεται από την Εναγόμενη αρ.
  3. (δ) Το πιο πάνω συμπέρασμα είναι καθοριστικό για την τύχη της εγειρόμενης ένστασης αφού, χωρίς μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης η οποία να προέρχεται από το μέρος που είχε συμβληθεί με την Ενάγουσα και που φέρει την κύρια συμβατική ευθύνη ως πρωτοφειλέτης, ήτοι την Εναγόμενη αρ. 1, το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης απογυμνώνεται. Και τούτο διότι δεν μπορεί να προωθείται μια εκδοχή υπεράσπισης που άπτεται του περιεχομένου της συμφωνίας ενοικίασης (όχι της συμφωνίας εγγύησης που αφορά τους Εναγομένους αρ. 2 και 3) όταν η ίδια η Εναγόμενη αρ. 1 ως η αντισυμβαλλόμενη της Ενάγουσας δεν αμφισβητεί με δική της μαρτυρία το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης ενοικίασης όπως το παρουσιάζει στην ένορκη δήλωσή του ο Διευθυντής της Ενάγουσας και εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα, κ. Κουρσουπάς. Οι εγγυητές (Εναγόμενοι αρ. 2 και 3) ανέλαβαν τις υποχρεώσεις ως τις συμφώνησε η Εναγόμενη αρ. 1 με γραπτή σύμβαση ενοικίασης (το ΕΓΓΡΑΦΟ ανωτέρω) και δεν θα μπορούσαν να υπαναχωρήσουν από αυτές όταν η ίδια δεν τις αμφισβητεί. (ε) Παρατηρώ ότι κ. Κυριάκου Στυλιανού χρησιμοποιεί σε όλο το κείμενο της ένορκης δήλωσής του, ημερ. 27.8.2013, το 1ο πρόσωπο στον πληθυντικό (ήτοι συμφωνήσαμε προφορικά, συμμορφούμενοι προχωρήσαμε σε καταβολές, οφείλουμε στους Ενάγοντες, έχουμε προσφέρει), αλλά τούτο δεν σώζει την κατάσταση, αφού η όλη ένορκη δήλωση θα πρέπει να διαβάζεται με αφετηρία την 1η παράγραφο αυτής όπου προσδιορίζει εκ μέρους ποιων είναι που μιλά. (στ) Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω διαπιστώσεών μου, προχωρώ και επισημαίνω ότι η ισχυριζόμενη υπεράσπιση των Εναγομένων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως καλόπιστη ή καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, για τους εξής λόγους꞉ (i) Κατ' αρχάς, ό,τι επιχειρείται από τον Εναγόμενο αρ. 2 είναι να εισάξει μαρτυρία περί προφορικής συμφωνίας για να τροποποιήσει ή μεταβάλει το περιεχόμενο μιας γραπτής σύμβασης ενοικίασης. Η εισαγωγή τέτοιας μαρτυρίας στη δίκη θα προσέκρουε στη νομική αρχή του δικαίου της απόδειξης ότι γραπτές συμφωνίες δεν μπορεί να τροποποιηθούν με προφορική μαρτυρία (γνωστής και ως «the rule against parol evidence»). Στο σύγγραμα "Halsbury's laws of England" 3η έκδοση, τόμος 11, στη σελίδα 396, στην παράγραφο 646, αναφέρονται τα ακόλουθα: « Where the intention of the parties has been reduced to writing it is, in general, not admissible to adduce extrinsic evidence, whether oral or contained in writing, ..... to contradict vary or add to the terms of the document». Στη σελίδα 400, παράγραφο 649 του εν λόγω Συγγράμματος αναφέρεται ότι ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται σε κάθε μορφής έγγραφη συμφωνία, και «the rule is of equal force in equity as at law». Σχετική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μελάνη Χρ. Ευθυμίου ν. Γεώργιου Δημητρίου
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1721 όπου στην σελίδα 1725. αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην απόφαση της, η πρωτόδικη δικαστής διαπιστώνει σωστά ότι η προσπάθεια της εφεσείουσας να αλλοιώσει τη συμφωνία σαν να μην υπήρχαν οι λέξεις που καθορίζουν την ιδιότητα της έπρεπε να αποτύχει. Για το λόγο ότι παραβιάζεται θεμελιακός κανόνας του δικαίου της απόδειξης, που αποκλείει γενικά μαρτυρία n οποία αντιστρατεύεται το γραπτό κείμενο της συμφωνίας. Αναφέρθηκε γι΄ αυτό σε νομολογία που ασχολήθηκε με το θέμα. Και μνημονεύει μεταξύ άλλων, τις υποθέσεις Polycarpou v. Polycarpou
(1981)1 CLR. 182, Saab & Another v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 CLR. 499 και Πόκουρου κ.α. v. Κώστα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1618 Δεν είναι δυνατή η προσκόμιση μαρτυρίας, με λίγες καλά καθορισμένες εξαιρέσεις, γραπτής ή προφορικής, έξω από το γραπτό κείμενο συμφωνίας, για να τροποποιήσει το περιεχόμενο της» (ii) Ακόμη και πριν υπεισέλθει κανείς στην αποδεικτική αξία και αποδεκτότητα που θα είχε η προσκομισθείσα μαρτυρία του Εναγομένου αρ. 2 για την ισχυριζόμενη προφορική σύμβαση, μπορεί να παρατηρήσει την παντελή έλλειψη στην ένορκη δήλωσή του λεπτομερειών ως προς το πού έγινε η κατ' ισχυρισμόν προφορική συμφωνία, ποιος τη σύναψε εκ μέρους της Ενάγουσας. (iii) Ο ισχυρισμός περί μείωσης του προβλεπόμενου στη γραπτή σύμβαση ενοικίασης ενοικίου σε €1.570,00σ. από 1.1.2009 μέχρι 31.12.2012 δυνάμει ισχυριζόμενης προφορικής σύμβασης, έχει αντικρουστεί εκ πρώτης όψεως ως μη καλόπιστος, αφού όπως δηλώνεται από τον κ. Κουρσουμπά στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του και όπως επίσης επισημαίνεται από το συνήγορο της Ενάγουσας στη γραπτή αγόρευσή του, όλες οι αποδείξεις που ο Εναγόμενος αρ. 2 επισύναψε στην ένορκη δήλωσή του ως Τεκμήριο αρ. 1 για να προωθήσει την ως άνω εκδοχή αφορούν στους μήνες από Ιανουάριο 2009 έως Νοέμβριο 2009, περίοδος όμως κατά την οποία η ίδια η γραπτή σύμβαση ενοικίασης ως το ΈΓΓΡΑΦΟ καθόριζε το οφειλόμενο ενοίκιο στο εν λόγω ποσό (βλ. στο ΕΓΓΡΑΦΟ και στην παρα. 3
(3)της Έκθεσης Απαίτησης το ποσό των ΛΚ880, μετατρεπόμενο σε €1571,40σ.) από 1.1.2009 μέχρι και την 31.12.
  1. Συνεπώς, για να υπήρχε καλόπιστο θέμα προς εκδίκαση περί της ύπαρξης τροποποιητικής συμφωνίας μεταξύ των μερών, θα έπρεπε ο Εναγόμενος αρ. 2 να παρουσίαζε μαρτυρία (π.χ. εξοφλητικές αποδείξεις έναντι της πληρωμής του ποσού των €1.570,00σ.) για την περίοδο μετά την 31.12.2010, ήτοι μεταξύ 1.1.2011 και 31.12.2012 που κανονικά με βάση το ΈΓΓΡΑΦΟ το οφειλόμενο ενοίκιο καθοριζόταν σε διαφορετικό ποσό από εκείνο που προβλεπόταν στο ΈΓΓΡΑΦΟ, εν προκειμένω διαφορετικό από το ποσό των ΛΚ1400 (ή €2.500,00σ). Οι δύο αποδείξεις που παρουσίασε ο Εναγόμενος αρ. 2 ως Τεκμήριο αρ. 1 στη Συμπληρωματική του Ένορκη Δήλωση, ημερ. 14.10.2014, οι οποίες αποδείξεις φέρονται να εκδόθηκαν στις16.2.2012 και 10.4.2012 είναι για ποσό €1600 έκαστη, που και πάλιν δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό περί συμφωνημένου τιμήματος για €
  2. Πέραν αυτού, εύστοχα επισημαίνει ο Διευθυντής της Ενάγουσας ότι και οι δύο αναφερόμενες αποδείξεις που εκδόθηκαν το 2012 αναφέρουν ρητά ότι τα ποσά εισπράχθηκαν «έναντι καθυστερημένων ενοικίων, άνευ βλάβης». (iv) Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου αρ. 2 περί λανθασμένου, παράνομου και αυθαίρετου υπολογισμού της μετατροπής των ποσών από Λίρες Κύπρου σε Ευρώ, απορρίπτεται και πάλιν το εκ πρώτης όψεως καλόπιστο της έγερσής του, εφόσον λαμβάνω υπόψη την απάντηση του κ. Κουρσουμπά στην παρα. 8 της Συμπληρωματικής του Ένορκης Δήλωσης, ημερ. 12.6.2014, στην οποία επισημαίνει προς το Δικαστήριο ότι η ίδια η σύμβαση ενοικίασης ως το ΈΓΓΡΑΦΟ είχε προβλέψει ρητά για την τιμή μετατροπής της λίρας σε Ευρώ που θα εφαρμοζόταν στο συμβόλαιο σε περίπτωση υιοθέτηση του ευρώ ως νομίσματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρατηρώ ότι ότι πράγματι υπάρχει τέτοιος όρος στο ΈΓΓΡΑΦΟ, στην παρα. 23 αυτού, την οποία και παραθέτω꞉ «
  3. Συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι σε περίπτωση υιοθέτησης του Ευρώ ως νόμισμα στην Κύπρο, τότε θα ισχύει η ισοτιμία κατά την ημέρα υπογραφής του παρόντος Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ήτοι 30/9/2005 η οποία είναι 0,56 σέντ ανά
(1)ευρώ.». Συνεπώς, ούτε αυθαίρετη ούτε λανθασμένη είναι εκ πρώτης όψεως η μετατροπή στην οποία προέβηκε η Ενάγουσα για σκοπούς της Έκθεσης Απαίτησης, δεδομένου του τί είχαν συμφωνήσει τα συμβαλλόμενα μέρη μεταξύ τους. Αν η συμφωνία αυτή είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο παράνομη, είναι νομικό ζήτημα που απαντάται εύκολα μέσω του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου꞉ Στην Κύπρο από 1.1.2008 καθορίσθηκε η αμετάκλητη ισοτιμία του ευρώ εν σχέση προς την Κυπριακή λίρα κατά τρόπο που 1 ευρώ ισούται με 0,585274 κυπριακές λίρες. Η ισοτιμία αυτή καθορίσθηκε με τον περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο του 2007 (33(Ι)/2007), ο οποίος παραπέμπει στις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1103/97, ο οποίος έχει άμεση ισχύ και εφαρμογή στη Δημοκρατία. Επισημαίνω λοιπόν ότι, ανεξάρτητα από την καθορισθείσα κατά τα ανωτέρω αμετάκλητη ισοτιμία, ο Κανονισμός (ΕΚ) αρ. 1103/97 καθορίζει ότι꞉ «Άρθρο 3 «Η καθιέρωση του εύρω δεν μεταβάλλει τους όρους των νομικών πράξεων ούτε απαλλάσει ούτε δικαιολογεί τη μη εκτέλεση των υποχρεώσεων δυνάμει νομικών πράξεων, ούτε παρέχει μονομερώς το δικαίωμα σε έναν συμβαλλόμενο να μεταβάλει ή να καταργήσει μια νομική πράξη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται με την επιφύλαξη κάθε άλλης ρύθμισης την οποία ενδέχεται να συμφωνήσουν τα μέρη. Άρθρο 1 Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού: - ως «νομικές πράξεις» νοούνται οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, οι διοικητικές πράξεις, οι δικαστικές αποφάσεις, οι συμβάσεις, οι μονομερείς δικαιοπραξίες, τα μέσα πληρωμών εκτός των τραπεζογραμματίων και των κερμάτων, και άλλες πράξεις παράγουσες έννομες συνέπειες,». Συνεπώς, δεν διαπιστώνω να υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση των Εναγομένων στην παρούσα υπόθεση ούτε ως προς αυτό το σημείο. (v) Ο Διευθυντής της Ενάγουσας απάντησε πλήρως στην εκδοχή που ανέπτυξε στην αρχική του ένορκη δήλωση ο Εναγόμενος αρ. 2 περί εσφαλμένου μαθηματικού υπολογισμού των συνολικών οφειλόμενων ενοικίων ως αξιώνονται στην Έκθεση Απαίτησης (ήτοι €34.855,00σ) και την κατέρριψε με την παρα. 7 της Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του όπου επεξηγεί ότι εκκρεμούσε και μέρος του ενοικίου του Οκτωρβίου 2011, το οποίο προφανώς ο Εναγόμενος αρ. 2 δεν έλαβε υπόψη του όταν ήγειρε τον ισχυρισμό του. Αναγνωρίζοντας τούτο ο Εναγόμενος αρ. 2, έστρεψε αλλού την προσοχή του Δικαστηρίου στη δική του Σ.Ε/Δ, ήτοι στην ύπαρξη των δύο αποδείξεων είσπραξης που εκδόθηκαν από την Ενάγουσα εντός του 2012 και οι οποίες επισυνάπτονται στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου αρ. 2 ως Τεκμήριο
  1. Ανασκεύασε ο Εναγόμενος αρ. 2 την εκδοχή του και ισχυρίστηκε (βλ. τις παρα. 5,6 και 8 της Σ.Ε/Δ του) ότι το σφάλμα στον υπολογισμό του αξιούμενου από την Ενάγουσα συνολικού ποσού ως οφειλόμενων ενοικίων, έγκειται στο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη αυτές οι δύο πληρωμές και ακόμη μία ημερ. 12.7.
  2. Αρκεί εδώ να σημειώσω ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 27.12.2012, ότι η Ενάγουσα ήγειρε την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση πραγμάτων μέχρι τότε. Οι εν λόγω τρεις πληρωμές που επικαλείται ο Εναγόμενος αρ. 2 δεν είναι μεταγενέστερες της έγερσης της αγωγής, ώστε να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να εξασφαλίσει απόφαση για ολόκληρο το ποσό που αξιώνει στην Έκθεση Απαίτησής της. Κατάληξη Υπό το φως όλων των προεκτεθέντων, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αποκάλυψαν εκ πρώτης όψεως καλή ή καλόπιστη υπεράσπιση ή ισχυρισμούς γεγονότων που να θεωρούνται ικανοποιητικοί ώστε να τους δοθεί δικαίωμα καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης. Καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδώσω συνοπτική απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για τα ποσά ως οι παρα. Α (ήτοι €34.855,00σ ως οφειλόμενα καθυστερημένα ενοίκια για την περίοδο από Οκτώβριο του 2011 μέχρι 30.11.2012), ως η παρα. Β (ήτοι τόκο 8% επί ποσού €34.855,00σ από τις 30/11/2012 μέχρι εξόφλησης), πλέον δικηγορικά έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον νόμιμο τόκο επί των εξόδων από σήμερα. (υπ.).............................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.