← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Ιωάννη Λυσάνδρου κ.α., Αγωγή Αρ. 1629/08, 26/2/2015

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Ιωάννη Λυσάνδρου κ.α., Αγωγή Αρ. 1629/08, 26/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1629/08 Μεταξύ:- Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Εναγόντων και

  1. Ιωάννη Λυσάνδρου
  2. Αναστάσιου Χριστoφόρου
  3. Δημήτρη Ιωάννου Εναγομένων Ημερομηνία: 26.2.2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα꞉ κ. Ν. Κουρσάρης, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 3꞉ κ. Λάμπρος Α. Ιωαννίδης ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες αξίωσαν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, €18.805,29 σαν οφειλόμενο υπόλοιπο ενοικιαγοράς ή και σαν αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 20.9.06, πλέον τόκο προς 11,75% από 7.2.08 επί ποσού €3.262,61 (ληγμένα ενοίκια) μέχρι εξοφλήσεως και νόμιμο τόκο επί του ποσού των €15.348,81.- (μη ληγμένα ενοίκια) από 7.2.08 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €719 δικηγορικά έξοδα αγωγής, πλέον 15% ΦΠΑ, πλέον €24 έξοδα επίδοσης (βλ. την παρα. 9Α της Έκθεσης Απαίτησης). Περαιτέρω, αξίωσαν εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 Διάταγμα που να τον διατάσσει να παραδώσει στα γραφεία των Εναγόντων το Mobile canteen αρ. Εγγραφής 522CT εντός 7 ημερών από της επιδόσεως του εν λόγω διατάγματος και Διάταγμα πώλησης του εν λόγω αντικειμένου με δημόσιο πλειστηριασμό προς ικανοποίηση όλων των πιο πάνω οφειλόμενων ποσών. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου, έχουν ήδη εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις ως η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 στις 8.7.10 και 30.11.09, αντίστοιχα. Στην περίπτωση του Εναγομένου αρ. 1, η απόφαση εκδόθηκε ερήμην του, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην αγωγή, ενώ στην περίπτωση του Εναγομένου αρ. 2 δηλώθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Πιστοποιημένο αντίγραφο της εκδοθείσας απόφασης εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 τέθηκε ενώπιον μου στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας ως Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α, ενώ όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 σχετικό είναι το Τεκμήριο 7 υπό το ίδιο Έγγραφο. Όπως επίσης προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου, όσον αφορά τον Εναγόμενο αρ. 3, το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε σ' αυτόν στις 23.10.2008 και καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης εμπρόθεσμα στις 31.10.
  4. Προώθησε μέχρι τέλους της δίκης την υπεράσπισή του, όπως περιέχεται στην Έκθεση Υπεράσπισης ημερομηνίας 9.12.
  5. Β. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΚΑΙ /Ή ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Είναι καλά γνωστό ότι στις πολιτικές υποθέσεις μπορεί να γίνει παραδοχή για κάποιο γεγονός με διάφορους τρόπους, περιλαμβανομένης και σχετικής παραδοχής μέσα από τη δικογραφία (βλ. το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία, 2014, σελ.279). Στην παρούσα υπόθεση, ο Εναγόμενος αρ. 3 (στο εξής «ο Εναγόμενος») παραδέχθηκε ρητά στην παρα. 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης του (στο εξής «η Ε/Υ») τους ισχυρισμούς γεγονότων ως εκτίθενται στις παρα. 1, 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων (στο εξής «η Ε/Α»). Βάσει της παραδοχής αυτής, καθώς και από τη δοθείσα μαρτυρία ειδωμένη στο σύνολό της, προκύπτουν ως παραδεκτά τα εξής γεγονότα꞉ · Οι Ενάγοντες διεξάγουν όλων των ειδών τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο και έχουν τα κεντρικά γραφεία στην Λευκωσία. · Μέχρι την 11.7.04 οι Ενάγοντες λειτουργούσαν με το όνομα Τράπεζα Κύπρου Λτδ, και από 12.7.04 έχουν μετονομασθεί σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Σχετικό πιστοποιητικό που κατατέθηκε στον Εφορο Εταιρειών και πιστοποιεί τα ανωτέρω κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α . · Την 20.9.06 οι Ενάγοντες συμφώνησαν δυνάμει έγγραφης Συμφωνίας Ενοικιαγοράς όπως ενοικιάσουν στους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 το Mobile Canteen με αρ. εγγραφής 5222CT ως το Τιμολόγιο υπ' αρ.
  6. Αντίγραφο του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς και του τιμολογίου υπ' αρ. 17160 κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2Α και Τεκμήριο 2Β, αντίστοιχα, υπό το Έγγραφο Α). · Το συμφωνηθέν ποσό έναντι του οποίου θα ενοικιάζετο η εν λόγω καντίνα ήταν £10.000 πλέον £22 χαρτόσημα, πλέον £1.500 ΦΠΑ, πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς και τόκους υπερημερίας. Περαιτέρω, ως ενοίκιο συμφωνήθηκε όπως το ως άνω ποσό καταβληθεί σε 60 μηνιαίες δόσεις εκ £238,97.- και η πρώτη δόση θα καταβάλλετο την 20.10.06 και ούτω καθ' εξής, ως η συμφωνία ενοικίασης ημερ. 20.9.
  7. · Η Συμφωνία Ενοικιαγοράς συνήφθη μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1, 2 και των Εναγόντων υπό την εγγύηση και/ή κάλυψη (guarantee and indemnity) του Εναγομένου αρ. 3, δυνάμει «Συμφωνίας Εγγύησης και Αποζημίωσης» ιδίας ημερομηνίας (ήτοι 20.9.06). Συγκεκριμένα, στο Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς, ο όρος 19 αυτού προέβλεπε ότι꞉ «Οι υποχρεώσεις του Ενοικιαστή βάσει της παρούσας Συμφωνίας θα εξασφαλίζονται με τις προσωπικές εγγυήσεις των προσώπων που έχουν υπογράψει την «ΕΓΓΥΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ» και με οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις που έχουν δοθεί ή θα δοθούν μελλοντικά.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Είναι παραδεκτό από τον Εναγόμενο, στη βάση της δικής του ένορκης μαρτυρίας ότι το ως άνω αναφερόμενο έγγραφο της Συμφωνίας Εγγύησης και Αποζημίωσης είναι υπογραμμένο από τον ίδιο. · Το επίδικο Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς διέπετο από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001 (Ν.39(Ι)/2001). · Ήταν όρος του συμβολαίου, μεταξύ άλλων, ότι οι καθυστερημένες δόσεις από της λήξεως τους μέχρι πληρωμής τους θα φέρουν τόκο προς ποσοστό επιτοκίου ίσο προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου ετησίως το οποίο επιτρέπεται κάθε φορά από το νόμο. · Ήταν επίσης όρος του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς ότι παράλειψη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης έδιδε στους Ενάγοντες το δικαίωμα να τερματίσουν αμέσως τη Συμφωνία ενοικιαγοράς και να ζητήσουν αμέσως την επιστροφή του αντικειμένου καθώς και την πληρωμή όλων των καθυστερημένων ενοικίων. · Οι εναγόμενοι κατέβαλαν τα απαιτούμενα και συμφωνηθέντα υπό του Συμβολαίου ενοίκια μέχρι τον 20.5.2007 και ακολούθως παρέλειψαν να πληρώσουν τα ενοίκια από την 20.6.07 μέχρι και την 20.1.08, ήτοι του ποσού των £1.909,52 πλέον τόκο και έξοδα. Γ. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων (βλ. την παρα. 4 της Ε/Α) ότι αυτοί ειδοποίησαν τους πρωτοφειλέτες (Εναγόμενους αρ. 1 και 2) με επιστολή τους ημερ. 27.11.2007 και τους κάλεσαν να πληρώσουν εντός 21 ημερών τις ως άνω καθυστερημένες δόσεις, διαφορετικά οι Ενάγοντες θα εξασκούσαν τα δικαιώματά τους για τερματισμό της συμφωνίας και άμεση ανάκτηση του αντικειμένου και τους ενημέρωσαν για το ποσοστό του επιτοκίου αναφορικά με το σχετικό λογαριασμό. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων (βλ. παρα. 5 της Ε/Α) ότι αυτοί δια επιστολής ημερ. 6.2.2008 προς τους πρωτοφειλέτες τερμάτισαν την ειρημένη συμφωνία και κάλεσαν τους Εναγόμενους να προσέλθουν να πληρώσουν τις καθυστερημένες δόσεις και να επιστρέψουν συνάμα το ρηθέν αντικείμενο. Οι Εναγόμενοι ουδέν έπραξαν. Στη συνέχεια, είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων (βλ. παρα. 6 της Ε/Α) ότι με αντίστοιχες επιστολές, ημερ. 27.11.2008 και 6.2.2008, αυτοί κάλεσαν και τους εγγυητές όπως προσέλθουν να εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο της συμφωνίας, για το οποίο ευθύνονταν δυνάμει της εγγύησης, αλλά αυτοί αμέλησαν μέχρι την έγερση της αγωγής να το πράξουν. Τέλος, οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν (βλ. την παρα. 8 της Ε/Α) ότι αυτοί κοινοποίησαν στον Εναγόμενο[1] τα νέα ποσοστά του τόκου υπερημερίας σύμφωνα με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999, Ν.160(Ι)/99, άρθρο 3

(1)(γ). Στην παρα. 7 της Ε/Α, οι Ενάγοντες δικογράφησαν τη θέση τους ότι αυτοί υπέστησαν ζημιά ως ακολούθως꞉ «(α) £10.892,78 πλέον τόκους με τόκο 9% τον χρόνο πάνω στο ποσό των καθυστερημένων και ληγμένων ενοικίων ήτοι £1.909,52 από 6.2.2008 μέχρι εξοφλήσεως, νόμιμο τόκο επί του ποσού των £8.983,26 (μη ληγμένα ενοίκια) από 7.2.2008 μέχρι εξόφλησης, (β) £20,88 τόκους υπερημερίας επί των ληγμένων ενοικίων από την ημέρα που κάθε δόση κατέστη πληρωτέα μέχρι 6.2.2008, (γ) £92,58 δικαιώματα ενοικιαγοράς, ήτοι το κόστος πίστωσης του συμβολαίου ενοικιαγοράς που υπολογίζεται με ετήσιο ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο των Εναγόντων προσαυξανόμενο κατά 4,50% σύμφωνα με τον πίνακα του συμβολαίου.». Με βάση την παρα. 9 της Ε/Α, ο επίδικος λογαριασμός των Εναγομένων κατά την έγερση της αγωγής εδείκνυε υπόλοιπο οφειλόμενο, εκ €18.805,29 πλέον τόκο προς 11,75% από 7.2.08 επί ποσού €3.262,61 (ληγμένα ενοίκια) μέχρι εξοφλήσεως και νόμιμο τόκο επί του ποσού των €15.348,81- (μη ληγμένα ενοίκια) από 7.2.08 μέχρι εξοφλήσεως, το οποίο και αξιώνουν οι Ενάγοντες στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Δ. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Αν και δεν αρνείται την σύναψη της επίδικης Συμφωνίας Ενοικιαγοράς ημερ. 20.9.06 καθώς και της επίδικης Συμφωνίας Εγγύησης και Αποζημίωσης που είναι επίσης ημερομηνίας 20.9.2006, εντούτοις ο Εναγόμενος αρ. 3꞉ Πρώτον, αμφισβητεί την πιστή εφαρμογή των όρων της σύμβασης από μέρους των Εναγόντων και ειδικότερα βάλλει κατά της συμπεριφοράς που οι Ενάγοντες επέδειξαν έναντι των πρωτοφειλετών πριν τον τερματισμό της σύμβασης Ενοικιαγοράς, υποδεικνύοντας ότι υπήρξε ανοχή σε παραλείψεις των πρωτοφειλετών, σε βάρος των συμφερόντων του ιδίου ως εγγυητή, η οποία ανοχή αντιστρατεύεται δέσμευση που κατ' ισχυρισμόν οι Ενάγοντες είχαν αναλάβει έναντι του Εναγομένου αρ. 3 όπως εξαντλήσουν πρώτα κάθε δυνατό μέτρο έναντι των πρωτοφειλετών. · Συγκεκριμένα, στην παρ. 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ»), εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι꞉ «έχει απαλλαγεί από τις όποιες υποχρεώσεις ανέλαβε ως εγγυητής καθ' ότι οι Ενάγοντες, ρητά και/ή εξυπακουόμενα, με τις πράξεις και/ή παραλείψεις των, συμφώνησαν και/ή αποδέχθηκαν να απαλλάξουν τους Εναγόμενους 1 και 2 (οι οποίοι θα καλούνται "οι Πρωτοφειλέτες") από κάθε ευθύνη και/ή οι Ενάγοντες ως Πιστωτής ενέργησαν με τρόπο ασυμβίβαστο με τις υποχρεώσεις τους.». Σημειωτέον ότι δεν ζητήθηκε να προωθηθεί η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της ως άνω αναφερόμενης «προδικαστικής ένστασης», γι' αυτό και το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί του εγειρόμενου ισχυρισμού ως μέρος της υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης. · Όσον αφορά την ισχυριζόμενη ανάληψη δέσμευσης των Εναγόντων έναντι του Εναγομένου αρ. 3 ότι θα εξαντλούσαν προηγουμένως όλα τα μέτρα εναντίον των πρωτοφειλετών, ο Εναγόμενος αρ. 3 διατυπώνει τον ισχυρισμό του στην παρ. 3 της Ε/Υ ως εξής꞉ «κατά τον ουσιώδη χρόνο προ της σύναψής της [συμφωνίας ενοικιαγοράς], είχε καταστήσει σαφές στους Ενάγοντες ότι η δέσμευση που αναλάμβανε δεν ήταν ανεπιφύλαχτη, αλλά ήταν υπό την αίρεση της εκπλήρωσης συγκεκριμένων ενεργειών που αναμένονταν να γίνουν εκ μέρους των Εναγόντων ήτοι, ότι, προτού προχωρήσουν εναντίον του ιδίου με βάση τους όρους της συμφωνίας ενοικιαγοράς, θα εξαντλούσαν προηγουμένως όλα τα μέτρα εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, συμπεριλαμβανόμενης και της κατάσχεσης και πώλησης του επίδικου αντικειμένου ενοικιαγοράς, δέσμευση την οποία οι Ενάγοντες ανέλαβαν αλλά δεν εκπλήρωσαν». Τα ίδια ισχυρίζεται και προωθεί στην παρα. 4 της Ε/Υ. Δεύτερον, υποδεικνύει ότι υπήρξε παράλειψη των Εναγόντων να ασκήσουν τα δικαιώματά τους αποτελεσματικά έναντι των πρωτοφειλετών ακόμη και μετά τον τερματισμό της σύμβασης Ενοικιαγοράς και ειδικότερα μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον τους. · Ειδικότερα, στην παρα. 7 της Ε/Υ ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ίδιος και/ή μέσω τρίτου προσώπου υπέδειξε στους Ενάγοντες το χώρο στον οποίο ευρίσκεται το επίδικο όχημα - καντίνα, ζητώντας να ενεργήσουν με βάση τα συμφωνηθέντα για να το εκποιήσουν, ώστε αυτό να πωληθεί και συνεπακόλουθα να μειωθεί η οφειλή των Εναγομένων 1 και 2, πλην όμως δεν έπραξαν κάτι τέτοιο, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων. Τρίτον, ισχυρίζεται ότι η σύναψη της σύμβασης ήταν εξ υπαρχής άκυρη και /ή ακυρώσιμη (βλ. την παρ. 5 της Ε/Υ) καθ' ότι ο σκοπός και/ή η αντιπαροχή της σύμβασης εγγύησης δεν είναι νόμιμος και/ή καταστρατηγεί τις διατάξεις - o του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/96), o του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2001 (Ν.39(Ι)/2001), και/ή o του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(Ι)/2003). Εξειδικεύοντας το παράπονό του στην ίδια παρα. 5 της Ε/Υ, ο Εναγόμενος αρ. 3 ισχυρίζεται ότι η Συμφωνία Ενοικιαγοράς κατέστη άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθότι ο τόκος και/ή το επιτόκιο που κατά καιρούς εχρέωσαν και εξακολουθούν να χρεώνουν οι Ενάγοντες είναι κατά παράβαση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου αρ. 160(Ι)/1999 και κατά παράβαση του βασικού και/ή του κυμαινόμενου επιτοκίου που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Τέταρτον, ισχυρίζεται, στην παρ. 6 της Ε/Υ, ότι η Συμφωνία δεν τερματίστηκε με τον ορθό και/ή τον προβλεπόμενο τρόπο, ότι αυτός αγνοεί και συνεπώς αρνείται όσα οι Ενάγοντες αναφέρουν στις παρα. 4, 5, 6, 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Στο πλαίσιο αυτό, ο Εναγόμενος αρ. 3 αρνείται ότι του αποστάληκαν ή και ότι αυτός παρέλαβε τις επιστολές ημερ. 27.11.2008 και 6.2.2008, με τις οποίες κατά τον ισχυρισμό των Εναγόντων αυτός έτυχε προειδοποίησης για την ύπαρξη καθυστερημένων ενοικίων και ενημερώθηκε για τον τερματισμό της σύμβασης Ενοικιαγοράς. Περαιτέρω, αρνείται ότι ο ίδιος ενημερωνόταν από τους Ενάγοντες για τις αυξομειώσεις του τόκου υπερημερίας. Πέμπτον, στην παρ. 9 της Ε/Υ επαναλαμβάνει ότι - «οι Ενάγοντες χρέωναν τόκο πέραν του προβλεπόμενου από τον σχετικό Νόμο και ισχυρίζεται ότι το απαιτούμενο ποσό είναι εξόχως διογκωμένο και περιλαμβάνει τόκο πέραν του επιτρεπόμενου από τον νόμο και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών των και να παρουσιάσουν έγγραφα και στοιχεία με βάση τα οποία να φαίνεται η μέθοδος υπολογισμού του τόκου». Συγχρόνως προς τα ως άνω, ισχυρίζεται, στην παρ. 8 της Ε/Υ, ότι δεν του εδόθη κατά τον ουσιώδη χρόνο ή σε οιονδήποτε μεταγενέστερο χρόνο, το πρωτότυπο έγγραφο της Συμφωνίας, με αποτέλεσμα να μην έχει λάβει γνώση των όρων της. Ε. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξουν την υπόθεσή τους, οι Ενάγοντες παρουσιάσαν ως μάρτυρες τους κ.κ. Μάριο Κουντούρη (στο εξής «ο ΜΕ1») και Μάριο Γεωργίου (στο εξής «ο ΜΕ2»), οι οποίοι βρίσκονται στην υπηρεσία των Εναγόντων και οι οποίοι προσήλθαν και έδωσαν δια ζώσης μαρτυρία με σκοπό να αποδείξουν (α) το περιεχόμενο της Σύμβασης Ενοικιαγοράς και της Σύμβασης Εγγύησης και Αποζημίωσης, (β) την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού ενοικιαγοράς κατά την ημερομηνία έγερσης της αγωγής, (γ) τις επιστολές που οι Ενάγοντες απέστειλαν, αφενός, στους πρωτοφειλέτες και, αφετέρου, στον Εναγόμενο αρ. 3 για προειδοποίηση ότι υφίστανται καθυστερημένα ενοίκια και, ακολούθως, για τερματισμό της σύμβασης. Ειδικότερα, ο Μ.Ε.1 είναι, ως ο ίδιος δήλωσε ενόρκως στο Δικαστήριο, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και συγκεκριμένα εργάζεται στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department). Προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητά του σαν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των λογαριασμών των Εναγομένων. Κατόπιν εξουσιοδότησης από τους Ενάγοντες ο ΜΕ1 ετοίμασε γραπτή δήλωση, την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του στο Δικαστήριο και την κατέθεσε ως το Έγγραφο Α. Ο ΜΕ1 παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Α) για να αποδείξει το ποσό της οφειλής ως η αξίωση στην Έκθεση Απάιτησης και αναφέρθηκε στο σύστημα που τηρούν οι Ενάγοντες σχετικά με την αποστολή των επίμαχων επιστολών προειδοποίησης προ τερματισμού για καθυστερημένα ενοίκια καθώς και για τον τερματισμό της σύμβασης (Τεκμήρια 5Α και 5Β υπό το Έγγραφο Α). Ο ΜΕ2 έδωσε εξ ολοκλήρου προφορική μαρτυρία. Προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητά του ως υπάλληλος των Εναγόντων, ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών και είναι ένας εκ των υπευθύνων για τον έλεγχο των λογαριασμών των Εναγομένων. Όπως εξήγησε, αυτός ασχολήθηκε με την ετοιμασία, εκτύπωση και έλεγχο της ορθότητας της αναλυτικής κατάστασης του επίδικου λογαριασμού, την οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Β. Σε αυτήν την κατάσταση λογαριασμού αναγράφεται η ημερομηνία ανάληψης του δανείου ενοικιαγοράς, οι καταθέσεις που κατά καιρούς είχαν γίνει και το ύψος του επιτοκίου που έφερε ο λογαριασμός. Από την άλλη, από πλευράς Υπεράσπισης έδωσαν δια ζώσης μαρτυρία ο κ. Τάσος Χριστοφόρου (στο εξής «ο ΜΥ1») και ο Εναγόμενος αρ. 3 (στο εξής «ο ΜΥ2»). Ο ΜΥ1 δήλωσε ότι κατέχει τη θέση του Ανώτερου Ταχυδρομικού Λειτουργού και εργάζεται στο Ταχυδρομείο με έδρα επί της οδού Προδρόμου στη Λευκωσία, έχοντας συνολική υπηρεσία 30 ετών. Προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητά του ως υπεύθυνος των Ταχυδρομικών Διανομέων της περιοχής Παλλουριώτισσας - Καϊμακλίου κατά τους τελευταίους 7 μήνες. Ο ΜΥ1 επεξήγησε τη διαδικασία για τη διανομή των απλών επιστολών. Όπως διαφάνηκε από τη ροή της κυρίως εξέτασής του, αυτός κλήθηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να δώσει μαρτυρία προς ενίσχυση της εκδοχής του Εναγομένου αρ. 3 ότι, αφενός, υπάρχει το ενδεχόμενο να μην απέστειλαν ποτέ οι Ενάγοντες τις δύο επιστολές σε αυτόν ή/και να μην παραλείφθηκαν ποτέ από αυτόν οι εν λόγω επιστολές λόγω προβλήματος στη διαδικασία ταχυδρόμησής τους. Ο Εναγόμενος αρ. 3 υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο υπό την ένδειξη «Έγγραφο Ζ». Ανέπτυξε την εκδοχή του ως δικογραφήθηκε στην Ε/Υ. Κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων από τους μάρτυρες, τα οποία βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και στα οποία θ' αναφερθώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση με την εκατέρωθεν υποβολή τελικών αγορεύσεων, γραπτώς, από πλευράς των συνηγόρων των διαδίκων. ΣΤ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138). Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Σύμφωνα με πάγια νομολογία η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο Ενάγων, ο Ενάγων οφείλει να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Θ' αναφερθώ, κατ' αρχάς, στη γενική εντύπωση που αποκόμισα. Η γενική εντύπωση που μου έκανε ο Μ.Ε.1 ήταν θετική. Απαντούσε στις ερωτήσεις με σοβαρότητα, ευθύτητα, χωρίς υπερβάλλοντα ζήλο, με εμφανή διάθεση να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια στηριζόμενος στα στοιχεία που είχε στην κατοχή και γνώση του. Δεν κλονίσθηκε η αξιοπιστία του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του. Απεναντίας, ενισχύθηκε η εικόνα της φιλαλήθειας του, δεδομένης της σταθερότητας και συνοχής που είχε η μαρτυρία του. Ο ίδιος ο συνήγορος Υπεράσπισης αναγνώρισε την ειλικρίνεια του μάρτυρα σε διάφορα σημεία της αντεξέτασής του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της ως αληθή. Κρίνω ότι ο Μ.Ε.2 υπήρξε ιδιαίτερα άνετος και ικανός στο να επεξηγήσει στην αναγκαία λεπτομέρεια και με καθαρότητα την κατάσταση λογαριασμού και το εφαρμοστέο επιτόκιο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο όσον αφορά την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Όλες οι εξηγήσεις που έδωσε ήταν τεκμηριωμένες στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας που παρουσίασε. Είμαι ικανοποιημένη ότι πρόκειται για ειλικρινή και αξιόπιστο μάρτυρα, του οποίου τη μαρτυρία αποδέχομαι στο σύνολό της ως αληθή. Είμαι ικανοποιημένη ότι ο ΜΥ1 ενήργησε ως ανεξάρτητος μάρτυρας, ότι δεν καθοδηγήθηκε στη μαρτυρία του από οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της δίκης και πως όσα ανέφερε τα στήριξε στην μακρόχρονη πείρα του στο συγκεκριμένο επάγγελμα του ταχυδρόμου. Διευκρίνισε ο ΜΥ1 ότι με τον ίδιο τον Εναγόμενο αρ. 3 δεν είχαν ποτέ μιλήσει στο παρελθόν αναφορικά με το παράπονο του περί μη παραλαβής της αλληλογραφίας του. Πρώτη φορά τον έβλεπε στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως ειλικρινή, αληθή και αξιόπιστη. Σπεύδω να παρατηρήσω ότι κατέληξε η όλη μαρτυρία του ΜΥ1 να μην δημιουργεί το αναμενόμενο, από τον Εναγόμενο αρ. 3 που τον προσκάλεσε, αποτέλεσμα. Δεν θεωρώ είτε ότι επιβεβαιώθηκε είτε ότι ενισχύθηκε η εκδοχή του Εναγομένου αρ. 3 όσον αφορά τη μη παραλαβή των δύο επίμαχων επιστολών λόγω της αποστολής τους με κανονικό ταχυδρομείο (ήτοι ως απλές και όχι ως συστημένες επιστολές). Τέλος, κρίνω ότι η μαρτυρία του Εναγομένου αρ. 3 δεν υπήρξε επαρκώς τεκμηριωμένη και κατά συνέπεια δεν με έπεισε ότι είναι αξιόπιστη και αληθής. Υπήρξε ανακολουθία ανάμεσα στις θέσεις που προώθησε ο συνήγορος Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 και στην εκδοχή που προώθησε με τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ.
  1. Δεν υπήρξε εμβάθυνση της μαρτυρίας του Εναγομένου αρ. 3 σε ουσιώδεις λεπτομέρειες της δικής του εκδοχής, αφήνοντάς την έτσι μετέωρη και θεωρητική. Προβαίνω πιο κάτω σε αναλυτικότερη αξιολόγηση της μαρτυρίας, συσχετίζοντάς την προς τις εκατέρωθεν εκδοχές꞉ Ζ. ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ζ.
  2. Όσον αφορά τους όρους της Σύμβασης Ενοικιαγοράς και της Σύμβασης Εγγύησης. Η Ενάγουσα επικαλείται και βασίζεται για την έγερση της παρούσας αγωγής στο περιεχόμενο της Σύμβασης Ενοικιαγοράς και της Σύμβασης Εγγύησης ως περιέχεται στο Τεκμήριο 2Α υπό το Έγγραφο Α που κατέθεσε ο ΜΕ
  3. Παρά το ότι το εν λόγω κατατεθέν τεκμήριο δεν αποτελεί το πρωτότυπο των εν λόγω συμβάσεων, εντούτοις δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένσταση ενώπιόν μου στην κατάθεσή του, αφού, όπως αναφέρθηκε και όπως επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου, το πρωτότυπο του εν λόγω συμβολαίου βρίσκεται κατατεθειμένο στο φάκελο του Δικαστηρίου ως επισυνημμένο τεκμήριο σε ένορκη δήλωση του κ. Χρ. Παπαλαμπριανού, ημερ. 8.8.2008, η οποία συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον του Εναγομένου αρ. 2 επί το ότι εκείνος στερείτο Υπεράσπισης. Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να αναφέρω εισαγωγικά, ο Εναγόμενος αρ. 3 δεν αμφισβητεί ότι αυτός υπέγραψε τη Σύμβαση Εγγύησης και Αποζημίωσης την οποία παρουσίασαν οι Ενάγοντες μέσω του ΜΕ
  4. Απεναντίας, το επιβεβαίωσε ενώπιον μου με την ένορκη μαρτυρία του. Ούτε αμφισβητείται από τον Εναγόμενο αρ. 3 ότι η Σύμβαση Εγγύησης υπήρξε δεόντως υπογραμμένη και σφραγισμένη ή/και χαρτοσημασμένη εκ μέρους των Εναγόντων στην παρουσία μάρτυρα. Απεναντίας, ο Εναγόμενος αρ. 3 επικαλείται την παρουσία του συγκεκριμένου μάρτυρος της υπογραφής του, ως φαίνεται το όνομά του επί της Σύμβασης Ενοικίασης, ήτοι του κ. Κώστα Σιαξατέ, Α. 1265, ο οποίος ως ήταν παραδεκτό από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 αποτελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπογραφής της σύμβασης υπάλληλο των Εναγόντων, για να εισάξει τη δική του εκδοχή περί του ότι αυτός υπέγραψε τη Σύμβαση Εγγύησης υπό τη διαβεβαίωση του κ. Σαξιατέ ότι οι Ενάγοντες δεν θα λάμβαναν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του, παρά μόνον αφού εξαντλούσαν όλα τα μέτρα εναντίον των πρωτοφειλετών - Εναγομένων αρ. 1 και
  5. Επιχείρησε μάλιστα ο Εναγόμενος αρ. 3 να εισάξει την εκδοχή ότι αυτή η διαβεβαίωση που έλαβε από την κ. Σαξιατέ ήταν ουσιώδης όρος στη μεταξύ τους συμφωνίας, η μη τήρηση του οποίου από τους Ενάγοντες, θα έδιδε δικαίωμα στον Εναγόμενο αρ. 3 να υπαναχωρήσει από την ίδια τη Σύμβαση Εγγύησης. Τόσον ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΕ2 παραδέχθηκαν κατά την ενώπιον μου δοθείσα μαρτυρία τους, αντεξεταζόμενοι από το συνήγορο Υπεράσπισης, ότι δεν υπήρξαν παρόντες κατά την υπογραφή της Σύμβασης Εγγύησης και συνεπώς δεν μπορούσαν να γνωρίζουν επακριβώς τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Εναγόμενος αρ. 3 υπέγραψε τη Σύμβαση. Σημειωτέον ότι όσον αφορά τον ΜΕ1 δόθηκε αντικειμενική αιτιολογία για τη μη παρουσία του καθ' ον υπογράφετο η Σύμβαση, αφού αυτός δεν βρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων. Όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ1, μέχρι τις 30.3.2013 αυτός ήταν υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας, στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της εν λόγω τράπεζας και ότι ανέλαβε τα συγκεκριμένα καθήκοντα στην υπηρεσία των Εναγόντων από 30.9.
  6. Όσον αφορά τον ΜΕ2, αυτός διευκρίνισε κατά την αντεξέτασή του ότι η εμπλοκή του Τμήματος όπου υπηρετεί στα της παρούσας υπόθεσης άρχισε μετά τον τερματισμό της σύμβασης ενοικιαγοράς. Δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή το Τμήμα του καθ' ον χρόνο υπογραφόταν η συμφωνία. Πέραν τούτου, η δική του εμπλοκή με την υπόθεση δεν ανατρέχει στν ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης, αλλά άρχεται πολύ πιο πρόσφατα, μόλις τους τελευταίους μήνες πριν τη δίκη, όταν έγινε μία συνάντηση με τον Εναγόμενο αρ. 3 στα γραφεία των Εναγόντων, στην οποία παρόν ήταν και ο Εναγόμενος αρ.
  7. Ωστόσο, τούτο και μόνο το γεγονός δεν δημιουργεί αποδεικτικό κενό στην υπόθεση των Εναγόντων, αφού είναι ο Εναγόμενος αρ. 3 και όχι οι Ενάγοντες εκείνος που επιζητεί να στηριχθεί στην ισχυριζόμενη διαβεβαίωση του κ. Σαξιατέ ή/και στην εισαγωγή της εν λόγω διαβεβαίωσης ως ουσιώδους όρου στην επίδικη Σύμβαση Εγγύησης. Το ειδικό βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου ισχυρισμού ήταν συνεπακόλουθα στους ώμους του Εναγομένου αρ. 3 και σε εκείνον εναπόκειτο να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για να τον αποδείξει. Θα μπορούσε ο Εναγόμενος αρ. 3 να είχε καλέσει τον κ. Σαξιατέ ως μάρτυρα Υπεράσπισης. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπήρχε πραγματική αδυναμία στο να προσδιορίσει τον κ. Σαξιατέ ως τον αρμόδιο υπάλληλο που θα μπορούσε να φέρει ως μάρτυρα. Παρά το ότι στην παρα. 7 της γραπτής του δήλωσης, ως το Έγγραφο Ζ, ο Εναγόμενος αρ. 3 ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε το όνομα του υπαλλήλου της τράπεζας, εντούτοις ήταν σε θέση να δηλώσει ότι «πιθανολογώ ότι είναι αυτός που υπόγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής μου». Είχε στην κατοχή του κατά την έναρξη της δίκης το έγγραφο της Σύμβασης Εγγύησης και ο δικηγόρος του υπέβαλε σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης των ΜΕ1 και ΜΕ2 με θετικό τρόπο ότι ο μάρτυρας της υπογραφής του Εναγομένου αρ. 3 ήταν ο κ. Σαξιατέ, ο οποίος ρητά προσδιοριζόταν με σχετική σφραγίδα και αριθμό επί της Σύμβασης Εγγύησης. Η μη προσέλευση του κ. Σαξιατέ ως μάρτυρα, κατά την κρίση μου δεν είναι την εκδοχή της Ενάγουσας που απογυμνώνει, αλλά την εκδοχή του Εναγομένου αρ.
  8. Είναι ο Εναγόμενος αρ. 3 που όφειλε να αποδείξει τί του υποσχέθηκε ο κ. Σαξιατέ. Όπως εύστοχα επεσήμανε κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή αναφορά στο έγγραφο της Σύμβασης Εγγύησης που να επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του Εναγομένου αρ. 3 περί υπογραφής της σύμβασης υπό την αίρεση της εκπλήρωσης συγκεκριμένων ενεργειών που αναμένονταν να γίνουν εκ μέρους των Εναγόντων. Εάν ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 3 ήθελε να είναι καλυμμένος, συνέχισε ο ΜΕ1, θα έπρεπε να απαιτούσε από τους Ενάγοντες την ετοιμασία τέτοιου εγγράφου ή να μην υπόγραφε το έγγραφο της Σύμβασης Εγγύησης. Πράγμα που πρόδηλα δεν έπραξε ο Εναγόμενος αρ.
  9. Αντί τούτου, παρατηρώ ότι ο Εναγόμενος αρ. 3 παραδέχθηκε στην ίδια την κυρίως εξέτασή του (βλ. την παρα. 8 της γραπτής του δήλωσης, ως το Έγγραφο Ζ) ότι αυτός υπέγραψε τη Σύμβαση Εγγύησης έχοντας πλήρη επίγνωση ότι δεν συμπεριλήφθηκε στη σύμβαση ρητή αναφορά για τον ουσιώδη κατά τον ισχυρισμό του όρο που είχε θέσει και συμφωνήσει με τον υπάλληλο των Εναγόντων προκειμένου να αποδεχθεί να προχωρήσει στην υπογραφή της Σύμβασης Εγγύησης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα꞉ «Άκουσα τον Δικηγόρο των Εναγόντων να ρωτά στο Δικαστήριο τον κ. Μάριο Κουντούρη εάν έχουν καταγραμμένο οπουδήποτε τον όρο που έθεσα ως προϋπόθεση για να υπογράψω ως εγγυητής και τον κ. Μάριο Κουντούρη να απαντά αρνητικά. Σίγουρα κάτι τέτοιο δεν αντιλήφθηκα να έγινε, να καταγράψει δηλαδή ο εν λόγω υπάλληλος κάπου αυτό που είχα ζητήσει ως προϋπόθεση. [...]». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Υπό το φως της ενώπιον μου μαρτυρίας ως περιγράφεται ανωτέρω και, ειδικότερα, ελλείψει ρητής ενσωμάτωσης του όρου που επικαλείται ο Εναγόμενος στο κείμενο της Σύμβασης Εγγύησης, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η εκδοχή του Εναγομένου αρ. 3 είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι, ήτοι να έγιναν τα πράγματα, καθ' ον χρόνο (ήτοι στις 20.9.2006) υπογράφετο η Σύμβαση Εγγύησης μεταξύ αυτού και των Εναγόντων στην παρουσία του κ. Σαξιατέ, όπως τα περιέγραψε ο Εναγόμενος αρ.
  10. Λαμβάνω συναφώς υπόψη ότι αυτό που ισχυρίζεται ο Εναγόμενος αρ. 3 ως συμφωνηθέν ουσιώδη όρο ή αίρεση, αντιστρατεύεται εξόφθαλμα ακόμη και αυτό το ίδιο το κείμενο της Σύμβασης Εγγύησης που ο ίδιος παραδέχεται ότι υπόγραψε. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο κείμενο, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 2Α υπό το Έγγραφο Α, που του υπέδειξε και ανέγνωσε ο συνήγορος των Εναγόντων κατά την αντεξέτασή του, το οποίο και παραθέτω꞉ «ΕΓΓΥΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ Ημερ. 20/09/06 ΠΡΟΣΟΧΗ Με την παραχώρηση της εγγύησης σας με το έγγραφο αυτό, δυνατό να βρεθείτε εξ ολοκλήρου και μόνος υπεύθυνος για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη κατά το χρόνο υποβολής απαίτησης από την Τράπεζα και τούτο ισχύει είτε είστε ο μοναδικός εγγυητής είτε υπογράφετε έγγραφο μαζί με άλλους εγγυητές. Προς την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Αναφερόμενος/οι στην ενοικίαση (Hiring) από σας προς ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ & ΑΝ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ από Λ/σια των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς με ημερομηνία 20/9/
  11. Με την παρούσα, προσωπικά και αλληλέγγυα (jointly and severally) εγγυώμαι/ούμαστε την τήρηση των όρων του εν λόγω Συμβολαίου. Επιπλέον αναλαμβάνω/ουμε να σας αποζημιώσω/ουμε για οποιαδήποτε ζημιά σχετική με την πράξη αυτή και η εγγύηση αυτή θα ισχύει μέχρι πλήρους ικανοποίησης από τον Ενοικιαστή όλων των όρων και προνοιών του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς που έχει αναφερθεί. Δικαιούστε σ' όλη τη διάρκεια που ισχύει η εγγύηση να χορηγείτε στον Ενοικιαστή οποιαδήποτε παράταση ή διευκόλυνση για να παραλείψει ή αποφύγει την εφαρμογή οποιωνδήποτε όρων του εν λόγω Συμβολαίου χωρίς ειδοποίηση προς εμέ/εμάς. Επιπλέον συμφωνώ/ούμε ότι η Εγγύηση αυτή δε θα ακυρωθεί, τερματιστεί ή επηρεαστεί από τη συμπλήρωση από σας κενών που έμειναν στο Συμβόλαιο από τον Ενοικιαστή ή από αντικατάσταση των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο εν λόγω Συμβόλαιο με οποιαδήποτε άλλα εμπορεύματα, νοουμένου ότι η αντικατάσταση αυτή ή αλλαγή δε θα μας καθιστούσε υπεύθυνους δυνάμει της παρούσας Εγγύησης για ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο τώρα οφείλω/ουμε και επιπλέον συμφωνώ/ουμε ότι δε θα θεωρηθούν απαλλαγμένοι ευθύνης βάσει της παρούσας αν ο/οι Ενοικιαστής/ές κηρυχτούν σε πτώχευση, καταστούν αναξιόχρεοι ή αποθάνουν σε περίπτωση Συνεταιρισμού ή Εταιρείας αν διαλυθούν. Και για να καταστήσω/ουμε την Εγγύηση και υποχρέωση αποζημιώσεώς σας πλήρως αποτελεσματική δηλώνω/ουμε ότι μπορείτε ελεύθερα να ενεργήσετε ως να ήμουν/ήμαστε ο/οι πρωτοφειλέτης/ες και με την παρούσα αποκηρύττω/ουμε όλα τα δικαιώματα μου/μας ως εγγυητή/ών που δυνατό σ' οποιοδήποτε χρόνο να μην συμφωνούν με μερικές από τις πιο πάνω πρόνοιες. Έχω/ουμε διαβάσει και ενημερωθεί για τα δικαιώματα μου/μας βάση του Νόμου περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία Ατόμου) και με την υπογραφή μου/μας ως πιο κάτω δίνω/ουμε ελεύθερα και με πλήρη επίγνωση τη ρητή συγκατάθεση και αποδοχή μου/μας για τη νόμιμη επεξεργασία των προσωπικών μου/μας δεδομένων για τους σκοπούς που περιγράφονται στην Παράγραφο 21 του εν λόγω Συμβολαίου. Συμφωνώ/ουμε ότι όλες οι Εταιρείες που ανήκουν κατά καιρούς στο Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου θα έχουν πρόσβαση και δικαίωμα επεξεργασίας των δεδομένων που με/μας αφορούν. Συμφωνώ όπως με ενημερώνετε για τις υπηρεσίες ή τα προϊόντα που εσείς ή επίλεκτοι τρίτοι προσφέρετε ως αναφέρεται στην παράγραφο 21 στους όρους του παρόντος συμβολαίου. Με την παρούσα δηλώνω/ουμε ότι ανάγνωσα/με το εν λόγω Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς ή το αντίγραφό του.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ουδεμία υπόσχεση εμφανίζεται να έλαβε ο Εναγόμενος αρ. 3 περί εξάντλησης των μέτρων εναντίον των πρωτοφειλετών προτού οι Ενάγοντες κινηθούν εναντίον του. Απεναντίας, εμφανίζεται να δίδει εξουσιοδότηση στους Ενάγοντες όπως τον χειριστούν ωσάν να ήταν αυτός ο πρωτοφειλέτης και να αποποιείται δικαιωμάτων που θα είχε ως εγγυητής. Τί ήταν αυτό που πρόταξε ο Εναγόμενος αρ. 3 στη μαρτυρία του για να αποστεί από την ανωτέρω δήλωση - συμβατική δέσμευσή του; Ότι δεν του επεξηγήθηκαν οι όροι της Σύμβασης Εγγύησης ή/και ότι αυτός δεν ανέγνωσε τους όρους της Σύμβασης προτού την υπογράψει και ότι ψευδώς αναγράφεται στη Σύμβαση Εγγύησης ότι αυτός την υπέγραψε αφότου ανέγνωσε το κείμενό της. Παραθέτω αυτούσιες τις παρα. 10 και 11 της γραπτής δήλωσης ως το Έγγραφο Ζ꞉
  12. «Ο υπάλληλος απλώς μου έδειξε το σημείο που έπρεπε να υπογράψω και πράγματι υπέγραψα μόνο στην σελίδα του συμβολαίου με τον τίτλο «εγγύηση και αποζημίωση», στην οποία ο υπάλληλος της τράπεζας μου υπέδειξε να υπογράψω. Σε καμιά περίπτωση ο υπάλληλος δεν μου έδωσε τον χρόνο να διαβάσω τους όρους στις υπόλοιπες σελίδες της συμφωνίας και σίγουρα δεν μου τους διάβασε, ούτε μου τους εξήγησε. Από την άλλη, πρέπει να αναφέρω ότι ούτε εγώ ο ίδιος επέμενα να αφιερώσω χρόνο για να τους διαβάσω γιατί βιαζόμουν.
  13. Έχω αναφέρει τα πιο πάνω όχι για να ισχυριστώ στο Δικαστήριο ότι δεν γνώριζα τις συνέπειες της εγγύησης που έθετα, αλλά για να διαψεύσω ότι ισχύει αυτό που πρόσφατα διάβασα στην Συμφωνία Ενοικιαγορός που αναφέρει στο τέλος της παραγράφου, όπου δηλώνω ότι, δήθεν, ανάγνωσα το συμβόλαιο ή το αντίγραφο του. Αυτό είναι ανέντιμο εκ μέρους της Τράπεζας, να βάζει τον εγγυητή να υπογράφει ότι διάβασε το συμβόλαιο, ενώ αυτό δεν έγινε, συμβόλαιο το οποίο ουδέποτε έδωσε στον εγγυητή.». Επ' αυτού του θέματος, αξίζει να σημειώσω ότι ο ΜΕ1 δήλωσε ευθαρσώς ότι αυτός δεν μίλησε ποτέ με τον συνάδελφό του, κ. Κώστα Σαξιατέ, ο οποίος ήταν παρών κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Εγγυήσεως από τον Εναγόμενο αρ. 3, για να μάθει τί επακριβώς έγινε, αλλά - εξήγησε ο ΜΕ1 - «γνωρίζοντας την πρακτική της τράπεζας σίγουρα υποδείχθηκε στον εγγυητή, τον κ. Δημήτρη Ιωάννου, για ποιο λόγο υπογράφει αυτό το εγγράφο». Παρά το ότι η τοποθέτηση του ΜΕ1 επ' αυτού του σημείου υπήρξε υποθετική, δεν θεωρώ ότι τούτο μειώνει την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης της Ενάγουσας, αφού λαμβάνω υπόψη ότι η ίδια η νομολογία και η νομική πτυχή του θέματος, την οποία θα αναλύσω πιο κάτω προβάλλοντας τις τρεις εκφάνσεις του ιδίου θέματος (ήτοι το κώλυμα λόγω έγγραφων καταχωρήσεων, το non est factum και το parol rule), δείχνουν ότι είναι ο Εναγόμενος αρ. 3 αυτός που έχει το ειδικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δεν ισχύει αυτό που ενυπόγραφα και εγγράφως αποδέχθηκε. Αξίζει εδώ να σημειώσω ότι ο Εναγόμενος αρ. 3 επέκτεινε την εκδοχή του ως προς το ότι δεν είχε πλήρη γνώση των όρων της σύμβασης που υπέγραψε, λέγοντας ότι ούτε είχε διαβάσει ούτε του είχαν επεξηγηθεί ή υποδειχθεί οι όροι της Σύμβασης Ενοικιαγοράς. Επ' αυτού του σημείου σημειώνω ότι ο ΜΕ1 εξήγησε ότι την ώρα που υπογράφει ο Εγγυητής τίθεται υπόψιν του ολόκληρο το έγγραφο, ήτοι το έγγραφο της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς και της Συμφωνίας Εγγυήσεως, διότι πρόκειται για ενιαίο έγγραφο, εκτυπωμένο σε δύο κόλλες Α4, μπρος -πίσω. Είχα την ευκαιρία να επιθεωρήσω το Τεκμήριο 2Α υπό το Έγγραφο Α και να διαπιστώσω του λόγου το αληθές. Παρατηρώ ότι το κείμενο της Συμφωνίας Εγγύησης ήταν ενσωματωμένο στο ενιαίο έγγραφο της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω Συμφωνίας Ενοικιαγοράς, γι' αυτό και η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης εμφαίνεται στο ίδιο τεκμήριο με τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς, ήτοι στο Τεκμήριο 2Α υπό το Έγγραφο Α. Παρατηρώ εξάλλου ότι αυτό το επιμέρους γεγονός, ως προς την υφή του εγγράφου των Συμφωνιών, δεν το αρνήθηκε ο Εναγόμενος αρ.
  14. Ως προς τη θέση που υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος αρ. 3 «ουδέποτε εδιάβασε ολόκληρο το συμβόλαιο, ούτε καν έδωσε σημασία», εύστοχα ο ΜΕ1 παρέπεμψε στη δήλωση που προσυπόγραψε ο Εναγόμενος αρ. 3 στο πλαίσιο της Σύμβασης Εγγύησης, ότι «Με την παρούσα δηλώνω/ουμε ότι ανάγνωσα/με το εν λόγω Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς ή το αντίγραφό του.». Επεσήμανε ο ΜΕ1 με νόημα ότι αν ο Εναγόμενος αρ. 3 δεν το έπραξε, κακώς, αφού θα έπρεπε να το είχε διαβάσει και να ζητούσε να έχει το χρόνο να το διαβάσει. Και πάλιν, παρατηρώ ότι επ' αυτού του σημείου η τοποθέτηση του ΜΕ1 φαίνεται να είναι υποθετική ή και να έχει τη χροιά γνώμης παρά μαρτυρίας γεγονότων, αλλά υπενθυμίζω ότι η νομική πτυχή του θέματος non est factum γέρνει ευθύς εξ αρχής το βάρος της απόδειξης του συγκεκριμένου ισχυρισμού στους ώμους του Εναγομένου αρ.
  15. Παρεμβάλλω εδώ ότι όπως ευθαρσώς δήλωσε ο ΜΕ1, ο εγγυητής λαμβάνει γνώση των όρων του εγγράφου της Σύμβασης Ενοικιαγοράς και της Σύμβασης Εγγύησης την ώρα που υπογράφει το έγγραφο. Δεν του αποστέλλεται μετά αντίγραφο αυτού του εγγράφου. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι ο περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του 2001 (Ν.39(Ι)/2001), και ειδικότερα το άρθρο 8
(1)(γ)(i) του εν λόγω Νόμου, ρητά επιβάλλει υποχρέωση στην τράπεζα να, δίδει, πρωτότυπο ή αντίγραφο της συμφωνίας. Την ίδια στιγμή, όμως, ο εν λόγω συνήγορος παρατήρησε από μόνος του ότι το εν λόγω άρθρο θεσπίζει υποχρέωση του πιστωτή έναντι του μισθωτή, ενώ παραμένει σιωπηρό όσον αφορά τον εγγυητή. Παρεμβάλλω εδώ ότι, πράγματι, το άρθρο 8 του Ν.399ι)/2001, το οποίο φέρει πλαγιότιτλο «Γενικές απαιτήσεις ως προς τον τύπο και το περιεχόμενο πιστωτικών συμφωνιών», επιβάλλει σε κάθε πιστωτή την υποχρέωση να δίδει στον καταναλωτή δια χειρός, πρωτότυπο ή αντίγραφο της πιστωτικής συμφωνίας κατά τη σύναψη της συμφωνίας ή να παραδίδει ή αποστέλλει πρωτότυπο ή αντίγραφο της συμφωνίας με συστημένη επιστολή εντός δεκαπέντε ημερών από τη σύναψη της: Νοείται ότι ο πιστωτής δύναται να αποστείλει το πρωτότυπο ή το αντίγραφο της συμφωνίας και με απλό ταχυδρομείο, αν ο καταναλωτής καταδείξει ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, με την υπογραφή σχετικής προς τούτο δήλωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της πρώτης επιφύλαξης της παραγράφου (δ) του παρόντος άρθρου. Αυτή η γενική απαίτηση περί πιστωτικών συμφωνιών εφαρμόζεται, όπως αναφέρει το άρθρο 12 του ιδίου Νόμου και στις Συμβάσεις Ενοικιαγοράς. Ενώ στο πλαίσιο του ιδίου Νόμου υπάρχει ρητή αναφορά στην έννοια του όρου «σύμβαση εγγύησης»[2] και «εγγυητής» εντούτοις δεν την συγκαταλέγει εντός της έννοιας που αποδίδει στον όρο «πιστωτική συμφωνία»[3]. Συνεπώς, ορθώς ο συνήγορος Υπεράσπισης αναγνώρισε εν τέλει ότι είναι σιωπηρός ο Νόμος ως προς την ύπαρξη τυχόν υποχρέωσης του πιστωτή, εν προκειμένω των Εναγόντων ως ιδιοκτητών του αντικειμένου ενοικιαγοράς, να εφοδιάζουν τον εγγυητή με αντίγραφο της σύμβασης εγγυήσεως, και ορθώς δεν προώθησε στην αντεξέταση του ΜΕ1 οποιαδήποτε θέση περί ύπαρξης υποχρέωσης παροχής αντίγραφου ως παραπονείται ο Εναγόμενος αρ.
  1. Δεν έφερε ο Εναγόμενος αρ. 3 οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης για να ενισχύσει στη δική του εκδοχή ως προς το ότι δεν του δόθηκε χρόνος να διαβάσει ολόκληρο το κείμενο της σύμβασης ως το Τεκμήριο 2Α, ή/και ότι αυτός πράγματι δεν το διάβασε. Και τούτο παρά το γεγονός ότι, ως ισχυρίστηκε στην παρα. 5 της γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Ζ), ο Εναγόμενος αρ. 1, που είναι και φίλος του Εναγομένου αρ. 3, ήταν παρών καθ' ον χρόνο ο Εναγόμενος αρ. 3 υπέγραψε τη Σύμβαση Εγγύησης. Δεν έδωσε οποιαδήποτε αιτιολογία ο Εναγόμενος αρ. 3 γιατί δεν κάλεσε τον εναγόμενο αρ. 1 ως μάρτυρα υπεράσπισης στο Δικαστήριο. Καταλήγω να αποδέχομαι ως αξιόπιστη την εκδοχή των Εναγόντων και να λέγω ότι είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι η εκδοχή τους ότι όλοι οι όροι της Σύμβασης Εγγύησης που συμφωνήθηκαν μεταξύ του Εναγομένου αρ. 3 και των Εναγόντων είναι αυτοί ως καταγράφονται στο Τεκμήριο 2Α υπό το Έγγραφο Α και ότι αυτοί αναγνώσθηκαν από τον Εναγόμενο αρ. 3 και ήσαν πλήρως υπόψη του κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, περιλαμβανομένης της ημερομηνίας τερματισμού της σύμβασης αλλά και καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Για χάριν πληρότητας στη μελέτη της υπόθεσης, υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή των εκατέρωθεν εκδοχών ως προς το ποιοι ήταν οι όροι της σύμβασης, πως αποδεικνύονται και σε ποιο βαθμό είναι δεσμευτικοί ακόμη και αν δεν είχαν αναγνωσθεί από τον Εναγόμενο. Ζ.1.
  2. Non est factum Μια μακρά σειρά δικαστικών αποφάσεων θέλει τον υπογράφοντα γραπτή συμφωνία να δεσμεύεται από αυτή ακόμα και αν δεν την έχει προηγουμένως διαβάσει. Στην υπόθεση L´Estrange v. Graucob
(1934)All E.R.16, 18 υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Parker v. South Eastern Rail ότι δηλαδή: «In an ordinary case, where an action is brought on a written agreement which is signed by the defendant the agreement is proved by proving his signature and in the absence of fraud, it is wholly immaterial that he has not read the agreement and does not know its contents.» Στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R.961 εξετάσθηκε με κάθε λεπτομέρεια πότε πρόσωπο που έχει υπογράψει έγγραφη συμφωνία δικαιούται να απαλλαγεί των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή με βάση την αρχή non est factum ή με βάση την ύπαρξη πραγματικής ή νομικής πλάνης. Λέχθηκε κατ΄ αρχάς ότι το βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες της συμφωνίας. Επικυρώθηκε επίσης η αρχή που είχε διατυπωθεί σε κατώτερο Δικαστήριο στην ίδια υπόθεση ότι όταν κάποιος που είναι ενήλικας, δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, χωρίς να το διαβάσει δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειες του ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος τα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. Διατυπώθηκε, ακόμη, η άποψη ότι μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις είναι δυνατό να επικαλεστεί επιτυχώς non est factum διάδικος που δεν έχει μειωμένη ικανότητα να συνάψει σύμβαση ή να αντιληφθεί το περιεχόμενο εγγράφου. Και ότι οι περιστάσεις αυτές σίγουρα δεν περιλαμβάνουν την περίπτωση που είτε λόγω φόρτου εργασίας, είτε επειδή βασίστηκε σε άλλο πρόσωπο δεν μελέτησε το έγγραφο προτού το υπογράψει. Στη σελίδα 963 αναφέρθηκαν τα εξής: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being granted to him and that necessarily involves his proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But that could only be in very exceptional circumstances; certainly not where his reason for not scrutinizing the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted.» Ας σημειωθεί ότι το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην απόφαση Χ΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ.1113 στη σελίδα 1121. Η επίδειξη επιμέλειας από πλευράς του διαδίκου που επικαλείται την αρχή αυτή είναι απαραίτητο στοιχείο το οποίο ο ίδιος πρέπει να αποδείξει με θετική μαρτυρία. Στην ίδια υπόθεση (Saunders) λέχθηκε ότι το πρόσωπο που επέδειξε αμέλεια, απροσεξία ή επιπολαιότητα δεν μπορεί μετά να την επικαλεσθεί για να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πλάνης επειδή δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί σε κάποιον να εκμεταλλευθεί το δικό του λάθος ή παράλειψη προς όφελος του ιδίου και προς ζημιά άλλων οι οποίοι ενδεχομένως ενήργησαν υπεύθυνα και προσεκτικά. Αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Saunders (πιο πάνω) έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο με επιδοκιμασία, μεταξύ άλλων, στις Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ν Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 264 και Κουταλιανός ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Εφαρμόζοντας λοιπόν τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα αγωγή, παρατηρώ τα εξής: Ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι υπέγραψε χωρίς να διαβάσει το περιεχόμενο του εγγράφου, είναι ισχυρισμός που ο ίδιος έχει το ειδικό βάρος να τον αποδείξει και συνεπώς άπτεται της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του. Εάν και εφόσον η μαρτυρία του Εναγομένου γινόταν αποδεκτή ως αξιόπιστη και αληθής, τότε και μόνον θα είχε λόγο το Δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσον υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης ο Εναγόμενος δικαιούται βάσιμα να επικαλεσθεί την υπεράσπιση που στηρίζεται στην αρχή non est factum. Πάντως, εδώ ο Εναγόμενος δεν ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν μιλά ή δεν αντιλαμβάνεται Ελληνικά, αφού είναι Κύπριος με μητρική γλώσσα την Ελληνική και όπως απέδειξε κατά την ακρόαση αντιλαμβάνεται και ομιλεί την Ελληνική με άνεση. Ούτε ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος ότι εμπίπτει σε κάποια προστατευόμενη κατηγορία προσώπων που είναι είτε τυφλά ή έχουν κάποια προσωρινή ή μόνιμη αναπηρία ή ανικανότητα που τα εμποδίζουν είτε να διαβάσουν είτε να κατανοήσουν ένα κείμενο ανάλογης έκτασης και σημασίας. Ούτε δικογράφησε ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή της ισχυρισμό δόλου από πλευράς της Ενάγουσας. Απεναντίας, όπως ίδιος ο Εναγόμενος το έθεσε στη γραπτή του δήλωση, ο μόνος λόγος για τον οποίο αυτός δεν διάβασε τη συμφωνία εγγύησης ήταν επειδή βιαζόταν. Παραδέχθηκε επίσης στην ίδια τη γραπτή του δήλωση ότι αυτός (δηλ. ο Εναγόμενος αρ. 3) είχε από την αρχή σαφή αντίληψη περί του ότι ο υπάλληλος της τράπεζας, ενώπιον του οποίου υπογράφηκε η συμφωνία εγγύησης, δεν κατέγραψε στη συμφωνία εγγύησης αυτό που κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα είχαν συμφωνήσει αναφορικά με την ισχυριζόμενη αίρεση υπό την οποία θα τελούσε η εν λόγω συμφωνία εγγύησης και παρά την αντίληψή του αυτή ο Εναγόμενος δεν ζήτησε να καταγραφεί ή ενσωματωθεί αυτή η αίρεση ή όρος στη συμφωνία εγγύησης. Συνεπώς, η όλη εικόνα που δημιουργείται στο Δικαστήριο είναι ότι η Ενάγουσα ή/και ο υπάλληλος της Ενάγουσας ως αντιπρόσωπος αυτής δεν απέκρυψαν την πραγματική φύση και το πραγματικό περιεχόμενο της εγγράφου συμφωνίας από τα Εναγόμενο. Υπό το φως των ανωτέρω στοιχείων, καταλήγω ότι, ακόμη και αν η μαρτυρία του Εναγομένου ήθελε κριθεί αξιόπιστη ως προς τον ισχυρισμό ότι αυτός δεν διάβασε το κείμενο της έγγραφης συμφωνίας προτού το υπογράψει (που δεν έχω καταλήξει σε τέτοιο συμπερασμα κατά τον έλεγχο της αξιοπιστίας του), τούτο αποδεικνύεται στη βάση της λοιπής μαρτυρίας του ότι οφείλεται σε δική του αμέλεια ή επιπολαιότητα ή βιασύνη. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι στοιχειοθετούνται στην περίπτωση του Εναγομένου οι προϋποθέσεις για την έγερση της υπεράσπισης «non est factum» όπως αυτές έχουν προδιαγραφεί στη σχετική Αγγλική αυθεντία Saunders n Anglia Building Society [1971] AC 1004 και οι οποίες έχουν υιοθετηθεί από την Κυπριακή νομολογία ως ανωτέρω αναφέρεται. Όταν ένα πρόσωπο, ενώ έχει την ικανότητα να διαβάσει το περιεχόμενο ενός εγγράφου που υπογράφει, δεν επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή στο περιεχόμενό του πριν το υπογράψει, δεν εφαρμόζεται η αρχή «non est factum». Συγχρόνως, όταν ένα πρόσωπο έχει σαφή αντίληψη για το ότι συγκεκριμένος όρος δεν έχει ενσωματωθεί στη γραπτή συμφωνία, έστω και αν δεν τη διάβασε, δεν μπορεί να επικαλείται εκ των υστέρων ότι υπέγραψε υπό πλάνη ως προς το πραγματικό περιεχόμενο της συμφωνίας. Και τούτο ισχύει εν προκειμένω στην περίπτωση του Εναγομένου. Ζ.1.
  2. Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα και λόγω συμπεριφοράς (estoppel by deed and by conduct). Οι Ενάγονται επικαλούνται στην παρούσα υπόθεση την εφαρμογή του κωλύματος λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Phipson on Evidences 12η έκδοση, σελ. 912, το κώλυμα (estoppel) είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Το κώλυμα μπορεί να είναι: (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (estoppel by record), (β) Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (estoppel by deed), και (γ) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct). Σύμφωνα με το Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Λευκωσία 2004 HIPPASUS Publishing, σελ. 936, «Το κώλυμα λόγω δηλώσεων σε έγγραφα, θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι μια σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο επιβάλλεται να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και άρα μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε αντικρουστικής μαρτυρίας ( Χ''Στυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, ΠΕ 38/09, ημ. 22.5.2012, Gallie v Lee and Another
(1969)1 All ER 1062, Baker v Dewey
(1823)1 B&C 704).». Στην Αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, εις απάντηση του ερωτήματος κατά πόσο ένας διάδικος δεσμεύεται από το έγγραφο το οποίο υπέγραψε, αναφέρθηκαν τα εξής꞉ « ....a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e to prove,that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary». Σε μετάφραση: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο.». Στην περίπτωση έγγραφης συμφωνίας, ο διάδικος που επικαλείται την εφαρμογή κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγραφα πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία ότι σχετικό έγγραφο έχει υπογραφεί και από τα δύο μέρη (Ορφανίδου ω Ορφανίδη
(2001)1(Γ) ΑΑΔ
  1. Είναι παραδεκτή στην παρούσα υπόθεση η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγυήσεως, ως το Τεκμήριο 2(α) υπό το Έγγραφο Α, από τον Εναγόμενο και από τους Ενάγοντες. Αποδέχομαι, ενόψει των ανωτέρω, την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων, ότι ο Εναγόμενος αρ. 3 δια της υπογραφής του έχει αποδεχθεί όλους τους όρους της Σύμβασης Εγγύησης και της Σύμβασης Ενοικιαγοράς της οποίας αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος, και ότι συνεπώς οι όροι αυτών έχουν καταστεί συμβατικοί και δεσμευτικοί μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να κωλύεται και/ή παρεμποδίζεται από το να τους αμφισβητεί (estoppel by deed). Ζ.1.
  2. Εξωγενής μαρτυρία Αποτελεί γενικό κανόνα ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, είτε ως αποτέλεσμα νομικής υποχρέωσης είτε κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, να τροποποιήσει, να αφαιρέσει ή να προσθέσει στους όρους του εγγράφου. Η επεξήγηση του εν λόγω κανόνα έχει διατυπωθεί ως εξής: «Η υιοθέτηση του κανόνα βασίζεται στο γεγονός ότι αφού οι συμβαλλόμενοι υπογράφουν μια συμφωνία, τούτο σημαίνει ότι από κοινού έχουν δεχθεί ότι η συμφωνία περιέχει την πλήρη και τελική έκφραση των προθέσεων τους έτσι που να μην επιτρέπεται η τοποθέτηση της συμφωνίας σε μελλοντική αβεβαιότητα, κακή πίστη ή προδοτική μνήμη. (Hutton v. Waiting
(1948)CH 398).». Όπως έχει περιγράψει τον κανόνα ο Δικαστής Πικής - «Είναι ένας πολύ παλιός κανόνας στο Νόμο της Απόδειξης που δεν επιτρέπει την αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους ενός εγγράφου. Ο κανόνας αναπτύχθηκε για να προσδώσει μια βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές». (Πολυκάρπου ν. Πολυκάρπου
(1982)2 CLR 182). Αν π.χ. ο Α συμφωνεί εγγράφως να ενοικιάσει ένα σπίτι στο Β με τα έπιπλα που περιέχονται δεν θα επιτραπεί στο Β να ισχυρισθεί ότι είχε συμφωνήσει προφορικά με τον Α ότι ο Β θα έφερνε και άλλα επιπρόσθετα έπιπλα, αφού η έγγραφη μαρτυρία έχει υποσκελίσει την προφορική συμφωνία. (Γεωρνιάδης ν. Γεωρνιάδης
(1988)1 CLR 430). Η γραπτή αποδοχή θεωρήθηκε ότι αποκλείει λάθη και ανακρίβειες. Ο κανόνας βασίζεται στο τεκμήριο ότι ένα έγγραφο περιέχει αληθώς και επακριβώς τα γεγονότα που αναφέρονται.». Έχοντας υπόψη τον πιο πάνω κανόνα, κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εξωγενής μαρτυρία του Εναγόμενου αρ. 3 στο βαθμό που επιχειρείται με αυτήν να αρνηθεί και αντικρούσει την ύπαρξη των όρων της Σύμβασης Εγγύησης και έμμεσα της Σύμβασης Ενοικιαγοράς, εφόσον τις έχει προσυπογράψει και ανεπιφύλακτα αποδεχθεί ως φαίνεται στο Τεκμήριο 2Α υπό το Έγγραφο Α. Ζ.
  1. Επί της ουσίας της οφειλής στην οποία στηρίζεται η αξίωση των Εναγόντων. Ο ΜΕ1 έθεσε το πραγματικό υπόβαθρο για την κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου της κατάστασης λογαριασμού (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Α) όπου εμφαίνονται οι καθυστερημένες δόσεις και το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την ημερομηνία έγερσης της αγωγής. · Συγκεκριμένα, όπως ο ΜΕ1 εξήγησε, στο Τμήμα όπου εργάζεται ο ίδιος, κατέχονται και φυλάττονται όλα τα σχετικά έγγραφα παρακολούθησης λογαριασμών ενοικιαγορών. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της θέσης και των καθηκόντων του, ο ΜΕ1 έχει στην κατοχή του όλα τα στοιχεία του λογαριασμού ενοικιαγοράς υπ΄ αρ. 0149-38-000221 που αφορούν την επίδικη Συμφωνία Ενοικιαγοράς. · Ο ΜΕ1 δήλωσε, περαιτέρω, ότι οι Ενάγοντες τηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένων και του επίδικου λογαριασμού των Εναγομένων. · Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή είναι και ήταν καθόλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του πιο πάνω λογαριασμού ενοικιαγοράς μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Κατά το χρόνο καταχώρησης στο τραπεζικό βιβλίο όλων των πράξεων που αφορούσαν το λογαριασμό των Εναγομένων, το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία των Εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για το λογαριασμό που ανέφερα πιο πάνω έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. · Το τραπεζικό βιβλίο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων, υπό τον έλεγχο των Εναγόντων και έχουν σε αυτό πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων και ο ΜΕ
  2. · Όπως επεξήγησε ο ΜΕ1, μετά από δική του εντολή, παρήχθη και εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή η κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με την επίδικη Συμφωνία Ενοικιαγοράς. Ο ΜΕ1 διαπίστωσε την ορθότητα της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού αφού τη σύγκρινε με την αρχική καταχώρηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Παρατηρώ ότι η κατάσταση λογαριασμού, ως το Τεκμήριο 3,, είναι δεόντως υπογεγραμμένη και φέρουσα την σφραγίδα των Εναγόντων. Είμαι ικανοποιημένη ότι πρόκειται για γνήσιο έγγραφο. Δίδεται στη βάση του Τεκμηρίου αρ. 3 η εξής εικόνα ως προς το οφειλόμενο ποσό꞉ «Ημερομηνία Κατάστασης 06/02/2008 ΟΝΟΜΑ꞉ ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ & ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΑΡΙΘΜΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ 0149-38-000221 ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ (α) Ληγμένα ενοίκια (ως τερματισμός 06/02/2008) €3.262,61 (β) τόκοι επί ληγμένων ενοικίων €35,68 (γ) Μη ληγμένα ενοίκια €15.348,81 (δ) Τόκοι επί μη ληγμένων ενοικίων €158,19 ΣΥΝΟΛΟ €18.805,29 ΜΕΙΟΝ πληρωμές μετά τον τερματισμό €0,00 ΠΟΣΟ ΓΙΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΕΚΔΙΚ. ΑΠΟΦΑΣΗ €18.805,29 ΑΙΤΕΙΤΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ Α) Για ποσό ύψους €18.805,29 Β) Πλέον τόκους από 07/02/2008 (i) €3262,61 (ληγμένα ενοίκια) με συμβατικό επιτόκιο 11,75% (ii) €15.348,81 (μη ληγμένα ενοίκια) με νόμιμο επιτόκιο, με κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 6 μήνες στις 30/6 και 31/12.». Διαπιστώνω ότι η πιο πάνω εικόνα συνάδει πλήρως με το αξιούμενο ποσό ως η Έκθεση Απαίτησης. Σημειώνω επίσης ότι, όπως επεσήμανε ο ΜΕ1 και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, καμία πληρωμή δεν έγινε από τους Εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3 από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι από 27.3.08, μέχρι σήμερα. Αλλά ακόμη και για το χρόνο προ της έγερσης της αγωγής, είμαι ικανοποιημένη στη βάση της μαρτυρίας του ΜΕ2 ότι όλες οι γενόμενες πληρωμές και χρεώσεις, ορθώς και αληθώς αναγράφονται στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού που ο ΜΕ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Έγγραφα Β και Ε. Όσον αφορά τη χρήση του όρου «Statement Reproduction» στον τίτλο των Εγγράφων Β και Ε, λαμβάνω υπόψη ότι ο ΜΕ2 εξήγησε ότι ο όρος αυτός αντανακλά στο γεγονός ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν επανεκτύπωση της αρχικής κατάστασης. Η αρχική εκτύπωση είναι αυτή που αποστέλλεται ταχυδρομικώς στους πρωτοφειλέτες κατά την ημερομηνία έκδοσης της κατάστασης λογαριασμού. Είμαι ικανοποιημένη ότι οι αναπαραχθείσες αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού είναι δυνατόν να συνιστούν κατάλληλη μαρτυρία στο Δκαστήριο. Στην Θωμάς Παπαγεωργίου κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 961 λέχθηκε ότι: «Η μαρτυρία του Ε. Μεστιτζή, σε συνάρτηση με το Τεκμήριο Θ, συνιστούσαν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία ως προς το υπόλοιπο του λογαριασμού της νέας συμφωνίας ενοικιαγοράς. Το Τεκμήριο Θ κατέγραφε με σαφήνεια ότι η συνημμένη κατάσταση λογαριασμού αναπαράχθηκε από ηλεκτρονικό υπολογιστή, δείχνοντας την κίνηση και το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού, ότι κατά τη διάρκεια χρήσης ο υπολογιστής εχρησιμοποιείτο συστηματικά, κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών, για τη συγκέντρωση και επεξεργασία πληροφοριών σχετικά με τον ίδιο λογαριασμό, ότι λειτουργούσε κανονικά και ότι η παραγωγή και ακρίβεια της κατάστασης δεν επηρεάστηκε από οποιαδήποτε δυσλειτουργία και, τέλος, ότι οι πληροφορίες ήσαν ταυτόσημες με εκείνες που προέρχονταν από την τροφοδότηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Και στην παρούσα υπόθεση όπως στην προσμνησθείσα, ο ΜΕ2 έθεσε το αναγκαίο υπόβαθρο προτού καταθέσει τις αναπαραχθείσες καταστάσεις λογαριασμού. Παρά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες κλήθηκαν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους ως προς την κίνηση του επίδικου λογαριασμού, των χρεοπιστώσεων σε αυτό περιλαμβανομένων και των χρεώσεων τόκου, εντούτοις η ίδια η Υπεράσπιση δεν συγκεκριμενοποίησε την επίθεσή της είτε υποβάλλοντας ότι έγιναν εσφαλμένες χρεώσεις είτε ότι υπήρξαν παραλείψεις στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού σε οποιαδήποτε ημερομηνία. Η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 και ειδικότερα το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού ως το Τεκμήριο 3 ως το παρουσίασε ο ΜΕ1 και των αναλυτικών καταστάσεων αναλήψεων και πληρωμών ως τα Έγγραφα Β και Ε που παρουσίασε ο ΜΕ2 συνιστούν κατά την κρίση μου ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για το υπόλοιπο του λογαριασμού των Εναγομένων καθώς και για το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο. Δεν έχει προσκομισθεί από πλευράς Υπεράσπισης οποιαδήποτε μαρτυρία που να διασαλεύει την αλήθεια του περιεχομένου των εν λόγω καταστάσεων. Ειδικότερα όσον αφορά τον τόκο, η αμφισβήτηση του εφαρμοστέου ποσοστού από μέρους της Υπεράσπισης παρατηρώ ότι υπήρξε γενική και όχι συγκεκριμένη. Δεν ηγέρθηκε ισχυρισμός ότι θα έπρεπε να είχε εφαρμοσθεί ένα συγκεκριμένο επιτόκιο, άλλο από αυτό που οι Ενάγοντες εφάρμοσαν αποδεδειγμένα. Σημειώνω ότι όπως εξήγησε ο ΜΕ2 ότι οι τόκοι στα ληγμένα ενοίκια είναι με βάση το συμβατικό επιτόκιο 11,75% και οι τόκοι πάνω στα μη ληγμένα ενοίκια είναι με βάση το συμβατικό επιτόκιο 8,5%. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι υπήρξε γνωστοποίηση των μεταβολών του επιτοκίου. Ο ΜΕ2 εξήγησε ότι υπήρξε μία μόνο μεταβολή ως ακολούθως꞉ · αρχικά το επιτόκιο του συμβολαίου ενοικιαγοράς ανερχόταν στο 9%, ήτοι 4,5% βασικό επιτόκιο, προσαυξημένο κατά 4,5%. · στη συνέχεια (βλ. στην 3η σελίδα του Εγγράφου Β), το επιτόκιο του λογαριασμού μειώθηκε σε 8,5% λόγω μείωσης του βασικού επιτοκίου της τράπεζας κατά 0,50%. Εξήγησε ο ΜΕ2, προς απόδειξη του ισχυρισμού των Εναγόντων ότι υπήρξε γνωστοποίηση προς το ευρύ κοινό αναφορικά με τη μείωση του βασικού επιτοκίου κατά 0,50%, με δύο δημοσιεύσεις꞉ · Πρώτον, με τη δημοσίευση του άρθρου «Με σφραγίδα Κεντρικής το 4%» στην Εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» στις 22.12.
  1. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω άρθρο αναφέρει ότι «Κίνηση ματ στις Τράπεζες στο παρά πέντε πριν την εισαγωγή του ευρώ, έκανε ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Αθανάσιος Ορφανίδης δίνοντας στήριξη σε χιλιάδες δανειολήπτες. Εναρμόνισε το επιτόκιο της λίρας με το ευρώ, μειώνοντας το επιτόκιο repo rate κατά 0,50% στο 4% και καθόρισε με βάση τη νομοθεσία, πριν την ένταξη στην ΟΝΕ, ότι το βασικό επιτόκιο των τραπεζών για τα εν λόγω δάνεια είναι το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (repo) της Κεντρικής.» Επιχείρησε ο ΜΕ2 να καταθέσει ως τεκμήριο στο Δικαστήριο αντίγραφο της δημοσίευσης του εν λόγω άρθρου και συνάντησε την ένσταση του συνηγόρου Υπεράσπισης ο οποίος ζήτησε εξηγήσεις γιατί να μην κατατεθεί το πρωτότυπο έγγραφο της δημοσίευσης (ήτοι η εφημερίδα). Ο ΜΕ2 εξήγησε πως το πρωτότυπο απόκομμα της εφημερίδας είχε απωλεσθή και διευκρίνισε, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι το έγγραφο, για το οποίο δόθηκε τελικά άδεια από το Δικαστήριο να κατατεθεί ως Έγγραφο Γ, αποτελεί φωτοαντίγραφο του αποκόμματος από την Εφημερίδα του 2007, το οποίο φωτοαντίγραφο αποθηκεύθηκε στο ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρούν οι Ενάγοντες με όλες τις δημοσιεύσεις που αφορούν τα τραπεζικά ιδρύματα. · Δεύτερον, με Ανακοίνωση των Εναγόντων, η οποία δημοσιεύθηκε στις 22.4.2008 στην Εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» γνωστοποιήθηκε η διατήρηση του βασικού επιτοκίου ως είχε μειωθεί στο 4% ακόμη και μετά τις 2.4.2008 για όσα δάνεια είχαν χορηγηθεί πριν την 1.1.2008 (ήτοι πριν την υιοθέτηση του Ευρώ ως νομίσματος της Κύπρου). Όπως εξήγησε ο ΜΕ2 στο Δικαστήριο, φωτοαντίγραφο της συγκεκριμένης δημοσίευσης της Ανακοίνωσης είχε αποθηκευθεί στο ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων και ακολούθως εκτυπώθηκε από τον ΜΕ2 προσωπικά από το εν λόγω αρχείο προκειμένου να το καταθέσει στο Δικαστήριο. Το συγκεκριμένο φωτοαντίγραφο της δημοσιευθείσας Ανακοίνωσης κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Δ αφότου δόθηκε από τον ΜΕ2 η εξήγηση ότι ο λόγος που οι Ενάγοντες επιλέγουν να τηρούν το εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο παρά τα πρωτότυπα των εφημερίδων είναι επειδή τα αντίγραφα των εφημερίδων σε έντυπη μορφή μπορεί να απωλεσθούν ή να αλλοιωθούν. Η πιο πάνω μεταβολή στο βασικό επιτόκιο και η γνωστοποίησή της μέσω ανακοίνωσης στον ημερήσιο τύπο, παρατηρώ ότι έγινε δικαιωματικά από τους Ενάγοντες, ως εύστοχα και βάσιμα εξήγησε ο ΜΕ2, δυνάμει του όρου 2(ε) της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς (βλ. το Τεκμήριο 2Α υπό το Έγγραφο Α). Ο συγκεκριμένος όρος προβλέπει τα εξής꞉ «2) Ο Ενοικιαστής συμφωνεί με τα ακόλουθα꞉ ε) Οι ιδιοκτήτες δικαιούνται να μεταβάλλουν (είτε να αυξάνουν, είτε να μειώνουν) οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος κατά την κρίση τους, το Βασικό Επιτόκιο, τις προσαυξήσεις και ή άλλα Δικαιώματα και χρεώσεις και η αλλαγή και ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με προσφερότερο κατά την κρίση των ιδιοκτητών τρόπο και θα ισχύουν από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.». Δεν μπορώ παρά να επισημάνω ότι η μόνη μεταβολή του επιτοκίου την οποία προωθούν οι Ενάγοντες είναι, ενόψει των ανωτέρω, ευνοϊκότερη για τον Εναγόμενο, παρά δυσμενής. Συνεπώς, ο μόνος λόγος για τον οποίο αντιλαμβάνομαι ότι αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση το γεγονός της μεταβολής του επιτοκίου ή/και της γνωστοποίησής της, ήταν για να ελέγξει ή και πλήξει την αξιοπιστία των μαρτύρων των Εναγόντων και της εκδοχής αυτών γενικότερα, παρά για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Δεν θεωρώ ότι θα ήταν αναγκαίο να μου παρουσιάσουν οι Ενάγοντες την Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας προκειμένου να αποδείξουν τη μεταβολή του επιτοκίου. Λαμβάνω, συναφώς, υπόψη ότι οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει με τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, στη βάση της Σύμβασης Ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 2Α υπό το Έγγραφο Α) και ειδικότερα του όρου 2(ε) αυτής, όσον αφορά το εφαρμοστέο επιτόκιο, ότι꞉ «2ε) Οι ιδιοκτήτες δικαιούνται να μεταβάλλουν (είτε να αυξάνουν είτε να μειώνουν) οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος κατά την κρίση τους, το Βασικό Επιτόκιο, τις προσαυξήσεις και ή άλλα δικαιώματα και χρεώσεις και η αλλαγή και /ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφερότερο κατά την κρίση των Ιδιοκτητών τρόπο και θα ισχύουν από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.». Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεχθώ την μαρτυρία του ΜΕ2 ως ικανοποιητική, επαρκή και αξιόπιστη προς απόδειξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού γεγονότος του εκάστοτε εφαρμοστέου επιτοκίου. Προχωρώ επισημαίνοντας ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος αρ. 3 δεν μπόρεσε ή/και δεν επεδίωξε να υποδείξει στο Δικαστήριο τις χρεώσεις που ο ίδιος θεωρούσε παράνομες. Εν αντιθέσει, οι μάρτυρες των Εναγόντων υπέδειξαν ξεκάθαρα στο Δικαστήριο, μέσω των Τεκμηρίων που έχουν καταθέσει, ότι όλες οι χρεώσεις έχουν γίνει νόμιμα βάσει των όρων που αναγράφονται ρητά στο έγγραφο εγγύησης. Ζ.
  2. Αναφορικά με τις συνθήκες τερματισμού και την αποστολή των επίμαχων επιστολών Ο ΜΕ1 έδωσε μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών των Εναγόντων όσον αφορά την αποστολή από αυτούς προς τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 της προειδοποιητικής επιστολής, ημερ. 27.11.07 και της επιστολής τερματισμού της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς, ημερ. 6.2.
  3. Οι εν λόγω επιστολές κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 4(α) και 4(β), αντίστοιχα, υπό το Έγγραφο Α. Αναφορικά με τις επιστολές ιδίων ημερομηνιών που οι Ενάγοντες απέστειλαν, ως ισχυρίζονται, στον Εναγόμενο αρ. 3, ο ΜΕ1 τις παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τα Τεκμήρια 5 (α) και (β), αντίστοιχα, υπό το Έγγραφο Α. Παραθέτω το λεκτικό της προειδοποιητικής επιστολής, ημερ. 27.11.2007, ως το Τεκμήριο 5(α) υπό το Έγγραφο Α꞉ «Λευκωσία, 27/11/2007 DEMETRIS IOANNOU 12, POMBIAS KAIMAKLI LEFKOSIA 1022 NICOSIA Ενοικιαγοραστής꞉ LYSANDROU IOANNIS & CHRISTOFOROU ANASTAS Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς꞉ 014938000221 Χρεωστικό Υπόλοιπο꞉ ΛΚ 10803.08 / EUR18458.16 Αντικείμενο꞉ MOBILE CANTEEN 5222CT Καθυστερημένα Ενοίκια꞉ ΛΚ 1432.79 / EUR2448.07 Σχετικά με το πιο πάνω συμβόλαιο, στο οποίο είστε εγγυητής, παρατηρούμε ότι εξακολουθεί να παρουσιάζει καθυστερημένα ενοίκια ως φαίνεται πιο πάνω. Με εκτίμηση, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.». Παραθέτω, επίσης, το λεκτικό της επιστολής τερματισμού, ημερ. 6.2.2008, ως το Τεκμήριο 5(β) υπό το Έγγραφο Α꞉ «6 Φεβρουαρίου 2008 Κύριο Δημήτρη Ιωάννου, Πομπίας 12, 1022 Καϊμακλί NIC/ΜΠ18293/2008 Αγαπητέ κύριε, Θέμα꞉ Ενοικιαγοραστής꞉ ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς αρ.꞉ 0149-38-000221 Αντικείμενο꞉ Αυτοκίνητο Καντίνα αρ. Εγγρ. 5222CT Χρεωστικό Υπόλοιπο꞉ €18.611,42 (Ενδεικτικό ποσό σε Λίρες Κύπρου 10.892,78) Σας πληροφορούμε ότι έχουμε σήμερα τερματίσει το Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς αρ. 0149-38-000221 για το οποίο ευθύνεστε ως εγγυητής και έχουμε υποβάλει απαίτηση προς τον πρωτοφειλέτη για ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς. Με την επιστολή αυτή σας καλούμε να εξοφλήσετε εντός είκοσι ενός
(21)ημερών ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο για το οποίο ευθύνεστε και το οποίο ανέρχεται σε €18.611,42 πλέον τόκους υπερημερίας μέχρι σήμερα ύψους €35,68 και άλλα έξοδα. Παράλειψή σας να συμμορφωθείτε με την επιστολή αυτή θα συνεπάγεται τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον σας. Σημειώστε ότι ο λογαριασμός επιβαρύνεται με επιτόκιο προς 11.75% ετησίως. Νοείται ότι το πιο πάνω επιτόκιο θα κυμαίνεται σύμφωνα με τις αυξομειώσεις του Βασικού Επιτοκίου της Τράπεζας που ισχύει από καιρού εις καιρό. Επικοινωνήστε με την Υπηρεσία Recoveries Λευκωσία της Τράπεζας Κύπρου τηλ. [...]. Με υπόληψη, Για την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.». Ο ΜΕ1 έδωσε εξηγήσεις στο πλαίσιο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α) αναφορικά με το σύστημα αποστολής των ως άνω επιστολών που τηρούσαν οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δήλωσε, ειδικότερα, ότι, από την θέση που αυτός κατέχει, γνωρίζει ότι υπάρχει σύστημα αποστολής επιστολών τερματισμού και επιστολών προς τους εγγυητές και ότι όταν μία επιστολή δεν επιστραφεί ως αζήτητη θεωρείται ότι αυτή έχει παραληφθεί από τον παραλήπτη της. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο ΜΕ1 γνωρίζει ότι η επιστολή τερματισμού προς τους Εναγομένους έχει σταλεί στην διεύθυνση που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι έχουν δώσει προς την Τράπεζα και ότι όλες οι επιστολές εστάλησαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην διεύθυνση που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι είχαν δηλώσει. Ερωτηθείς ο ΜΕ1 από το συνήγορο Υπεράσπισης να πει αν αυτός είναι βέβαιος ότι έχουν σταλεί στον Εναγόμενο αρ. 3 οι επιστολές ως τα Τεκμήρια 5Α και 5Β, και ειδικότερα αν αυτός έκανε οποιεσδήποτε ενέργειες για να διαπιστώσει ποιος κλητήρας τις έστειλε μέσω ταχυδρομείου, ο ΜΕ1 απάντησε λέγοντας «Θεωρώ ότι εφόσον υπάρχουν αντίγραφα αυτών στο φάκελο της υπόθησης, ότι εστάληκαν στον προορισμό τους.». Δεν δίστασε ο ΜΕ1 να παραδεχθεί ότι οι επιστολές ως τα Τεκμήρια 5Α και 5Β εστάλησαν χωρίς να γίνει οποιοσδήποτε έλεγχος για το αν ο Εναγόμενος αρ. 3 εξακολουθούσε να διαμένει στην τελευταία γνωστή προς τους Ενάγοντες διεύθυνσή του, αλλά βασίστηκαν οι Ενάγοντες σε ό,τι προβλέπει το συμβόλαιο και ειδικότερα στον όρο 11 αυτού, σύμφωνα με τον οποίο꞉ «Οποιαδήποτε ειδοποίηση, απαίτηση ή λογαριασμός, που πρέπει να δοθεί από το ένα συμβαλλόμενο μέρος στο άλλο μέρος, θα θεωρείται ότι δόθηκε κανονικά κατά την ημέρα κατά την οποία θα δίδεται ή κατά την ημέρα κατά την οποία ταχυδρομείται προς αυτό το μέρος στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.». Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ως οι ημερομηνίες αποστολής των επιστολών ως τα Τεκμήρια 5Α και 5Β, ο Εναγόμενος δεν διέμενε στη συγκεκριμένη διεύθυνση όπου είχαν σταλεί, αλλά στην οδό Αγ. Γεωργίου 46, 2480 Τσέρι. Η αντίδραση του ΜΕ1 ήταν ότι «Αν δεν μας ενημέρωσε ο Εναγόμενος, σίγουρα δεν το γνωρίζαμε.». Δεν τον αμφισβήτησε επί τούτου ο συνήγορος Υπεράσπισης. Απεναντίας, ο εν λόγω συνήγορος επεσήμανε προς τον ΜΕ1 ότι όντως ο Εναγόμενος δεν είχε ενημερώσει τους Ενάγοντες για την αλλαγή διεύθυνσης. Προχώρησε μάλιστα περαιτέρω ο συνήγορος Υπεράσπισης υποβάλλοντας προς τον ΜΕ1 ότι ουδείς στην υπηρεσία των Εναγόντων είχε ενημερώσει τον Εναγόμενο για την υποχρέωσή του να ενημερώνει την τράπεζα για οποιαδήποτε αλλαγή της διεύθυνσης διαμονής του. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι οι υπάλληλοι έχουν οδηγίες να ενημερώνουν τους πρωτοφειλέτες και εγγυητές για την υποχρέωσή τους αυτή. Εδώ διαφάνηκε και η ανακολουθία ανάμεσα στη γραμμή Υπεράσπισης που προώθησε ο συνήγορος Υπεράσπισης και στη μαρτυρία που έδωσε ο πελάτης του. Και εξηγώ. Ο Εναγόμενος αρ. 3 δεν αρνήθηκε σε κανένα στάδιο της δικής του μαρτυρίας το γεγονός ότι κατά την περίοδο της ισχυριζόμενης από τους Ενάγοντες αποστολής των επιστολών ως τα Τεκμήρια 5Α και 5Β, αυτός διέμενε στη διεύθυνση που στάλθηκαν οι επιστολές και ότι αυτή ήταν η διεύθυνση που ο ίδιος είχε δώσει στους Ενάγοντες. Μάλιστα ο Εναγόμενος αρ. 3 διέψευσε τον συνήγορό του και αυτές τις ίδιες τις θέσεις που εκείνος είχε υποβάλει στον ΜΕ1, λέγοντας στη γραπτή του δήλωση ως το Έγγραφο Ζ ότι (βλ. την παρα. 26)꞉ «Όσον αφορά την διεύθυνση μου, η οποία αναφέρεται στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, διευκρινίζω ότι είναι η οικία των πεθερικών μου και έμενα οικογενειακώς σε αυτή μέχρι τον Νοέμβριο του 2010. Μετά μετακόμισα στο Τσέρι στην οδό Αγίου Γεωργίου 46, 2480, όπου εξακολουθώ να διαμένω. Διορθώνω αυτό που είχε υποβάλει λανθασμένα ο Δικηγόρος μου στον μάρτυρα κ. Κουντούρη, ότι δεν διέμενα στην οδό Πομπηίας κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις δύο επιστολές. Ό,τι τελικά προωθήθηκε μέχρι τέλους από τον Εναγόμενο σε μια προσπάθεια να διεμβολήσει την εκδοχή των Εναγόντων με αμφιβολία, αφορούσε κατά την κρίση μου στο στάδιο της παραλαβής από αυτόν των δύο επίμαχων επιστολών, παρά το στάδιο της ταχυδρόμησής τους. Ήτοι, επιχείρησε να εισάξει μαρτυρία για να δείξει (α) ότι λόγω ορθογραφικού λάθους στο όνομα της οδού του ως αναγραφόταν στις δύο επιστολές, ίσως να μην παραδόθηκαν καθόλου ή/και ορθά, ή (β) ότι λόγω κάποιας απειρίας των ταχυδρόμων ενδέχεται να μην παραδόθηκαν καθόλου ή/και ορθά, ή (γ) ότι λόγω σύγχυσης που ενδεχομένως να προκαλεί η διαρρύθμιση των γραμματοκιβωτίων των γειτονικών του οικειών ίσως να μην τέθηκε στο κατάλληλο κιβώτιο. Οφείλω εδώ να επισημάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, εφόσον αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου η πράξη τnς αποστολής των επίμαχων επιστολών (Τεκμήρια 5 (α) και (β)) στην δοθείσα διεύθυνση του εναγομένου 3, τούτο είναι αρκετό νια να οδηγήσει στην έγερση τεκμηρίου ότι οι εν λόγω επιστολές παραλήφθηκαν από τον αποδέκτη τους. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Χριστόδουλος Πιττάκας ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1895: «Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed .."). Έχουμε την άποψη πως η επίδικη προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συνάδει απόλυτα με την πιο πάνω θέση της Νομολογίας. Έπεται πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.». Εδώ υπάρχει, συναφώς, η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι οι εν λόγω επιστολές στάληκαν και δεν επεστράφηκαν από το ταχυδρομείο ως απευθυνόμενες σε εσφαλμένη διεύθυνση. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγομένου αρ. 3 περί σφάλματος στο ονομα της οδού, παρατηρώ ότι όπως επεσήμανε ο ΜΕ1, παρά το γεγονός ότι η επιστολή ημερ. 6.2.2008 (Τεκμήριο 5(β)) είναι διατυπωμένη στην Ελληνική γλώσσα ενώ η επιστολή ημερ. 27.11.2007 (Τεκμήριο 5(α)) είναι διατυπωμένη με λατινικούς χαρακτήρες, ήτοι «Πομπίας 12, 1022 Καϊμακλί» και «Pombias 12 Kaimakli Lefkosia 1022 Nicosia», αντίστοιχα, εντούτοις και στις δύο αναγράφεται η ίδια ουσιαστικά διεύθυνση και ο σωστός Ταχυδρομικός Κώδικας. Αποδέχομαι την εκδοχή του ΜΕ1 πως ήταν τόσο ασήμαντο το γράμμα που παραλείπεται (η) ή (i) αντίστοιχα, που δεν μπορούσε να παρασύρει τον αναγνώστη της διεύθυνσης σε άλλη οδό. Τούτο εξάλλου επιβεβαιώθηκε από τον ΜΥ1 ως Ανώτερο ταχυδρόμο. Ο δε Κωδικός του ταχυδρομικού τομέα ήταν καθοριστικός για να εντοπιστεί η ορθή διεύθυνση. Ήταν κατηγορηματικός ο ΜΥ1 ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο να επηρεαστεί το σύστημα διαλογής των επιστολών από το γεγονός ότι πάνω στο φάκελο αναγραφόταν η διεύθυνση «Pompias 12» ή «Πομπίας 12» αντί «Pompiias 12» ή «Πομπηίας 12», αντίστοιχα. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ1, επανέλαβε ότι το ένα «i» ή «η» που απουσίαζε από το όνομα της οδού δεν είχε καμία σημασία για την ορθή αναγνώριση της οδού και ανέδειξε τη σημασία του Ταχυδρομικού κώδικα, ήτοι ότι στον ταχυδρομικό κώδικα «1022» δεν μπορούσαν να υπάρχουν δύο διαφορετικές οδοί με το ίδιο όνομα. Το ίδιο όνομα οδού είναι δυνατόν να υπάρξει σε δύο εντελώς διαφορετικές περιοχές, στην οποία περίπτωση όμως ο ταχυδρομικός κώδικας διαφέρει. Καταλήγω να δέχομαι αξιόπιστη τη θέση του ΜΕ1 ότι εφόσον το Ταχυδρομείο δεν τις επέστρεψε στον αποστολέα τους (ήτοι στους Ενάγοντες) λόγω λανθασμένης διεύθυνσης, τεκμαίρεται ότι αυτές αποστάληκαν κανονικά. Επομένως, εφόσον εδώ έχει εγερθεί το συγκεκριμένο τεκμήριο, το ειδικό βάρος απόδειξης της μη παραλαβής των δύο επίμαχων επιστολών είναι στους ώμους του Εναγομένου αρ.
  1. Δεν έχω ικανοποιηθεί για την αξιοπιστία της εκδοχής του Εναγομένου αρ. 3 περί μη παραλαβής. Όσον αφορά το ενδεχόμενο να παραλήφθηκε από τρίτο πρόσωπο, άσχετο, το οποίο να μην την παρέδωσε στον Εναγόμενο ή και να μην την επέστρεψε στο ταχυδρομείο, θεωρώ λογική την αντικρουστική τοποθέτηση του ΜΕ1 ότι꞉ «Κοντά στην αυξημένη πιθανότητα να πήρε ο Εναγόμενος την επιστολή και να την αγνόησε, υπάρχει και η μειωμένη πιθανότητα να την παρέλαβε κάποιος άλλος και να μην την έστειλε πίσω.». Όσον αφορά το ενδεχόμενο να αφέθηκαν οι επίμαχες επιστολές από τον ταχυδρόμο σε λάθος κιβώτιο, σε λάθος θυρίδα ή πάνω στο σκυβαλλοδοχείο ως φαίνεται στις φωτογραφίες (Τεκμήριο αρ. 1 προς αναγνώριση, οι οποίες στη συνέχεια κατατέθηκαν από τον Εναγόμενο αρ. 3 ως κανονικό τεκμήριο), σημειώνω την αντίδραση του ΜΥ1 ότι «Από τη στιγμή που η επιστολή έγραφε Πομπίας 12 Καϊμακλί», ο ταχυδρόμος θα την έβαζε μέσα στο κουτί με αρ. 12.». Δεν έδωσε έρεισμα ο ΜΥ1 προς υποστήριξη της εκδοχής του Εναγομένου. Δεν μου διαφεύγει ότι ο συνήγορος Υπεράσπισης επιχείρησε να εισάξει μέσω του ΜΥ1 μαρτυρία αναφορικά με δικό του παράπονο, το οποίο ο εν λόγω συνήγορος είχε υποβάλει γραπτώς με επιστολή ημερ. 27.5.2011 προς το Ταχυδρομείο Κύπρου για το γεγονός ότι επιστολές δεν κατέληγαν στη δική του θυρίδα και κατέληγαν σε άλλες θυρίδες και αντίστροφα για το γεγονός ότι αυτός έβρισκε επιστολές στη δική του θυρίδα οι οποίες προορίζονταν για άλλους γείτονές του. Δεν υπήρξε ένσταση από πλευράς συνηγόρου Εναγόντων στην εισαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. Ο ΜΥ1 απάντησε καταφατικά. Αναγνώρισε δηλαδή ότι υπήρξε τέτοια έγγραφη καταγγελία από μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης για τη δική του αλληλογραφία στη δική του επαγγελματική διεύθυνση στο συγκρότημα Γαλαξίας. Η επιστολή ημερ. 27.5.2011 κατατέθηκε ως Έγγραφο Στ. Είναι εν πάση περιπτώσει εντελώς διαφορετικά και άσχετα τα δεδομένα του χώρου Γαλαξίας με τα δεδομένα της κατοικίας του Εναγομένου αρ. 3 και συνεπώς δεν θα μπορούσα να βασιστώ στη μαρτυρία αυτή για να δεχθώ ως πιθανή την εκδοχή του Εναγομένου αρ. 3 ότι δεν του παραδόθηκαν οι επίμαχες επιστολές στη δική του θυρίδα στην οικία του. Όσον αφορά το ενδεχόμενο να υπήρξε κάποιο λάθος στην παράδοση λόγω της απειρίας των ανειδίκευτων - προσωρινών ταχυδρόμων, σημειώνω ότι όταν ρωτήθηκε ο ΜΥ1 από το συνήγορο Υπεράσπισης να πει κατά πόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο της ισχυριζόμενης αποστολής προς τον Εναγόμενο αρ. 3 των δύο επίδικων επιστολών είχαν προσληφθεί εποχιακοί ταχυδρόμοι για να εξυπηρετούν τις ανάγκες του συγκεκριμένου δρόμου στον οποίο διέμενε ο Εναγόμενος αρ. 3, ο ΜΥ1 απάντησε ότι τον τότε καιρό ο ίδιος υπηρετούσε σε άλλον Τομέα και συνεπώς δεν μπορούσε να γνωρίζει. Δεν έδωσε έρεισμα ο ΜΥ1 προς υποστήριξη της εκδοχής του Εναγομένου. Συνεπώς αποδέχομαι ότι η εκδοχή των Εναγόντων ότι αυτοί απέστειλαν δεόντως τις δύο επίμαχες επιστολές εδράζεται σε αξιόπιστη μαρτυρία και είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι, ενώ δεν αποδέχομαι ως αξιόπιστη και αληθή την εκδοχή του Εναγομένου αρ. 3 ότι αυτός δεν τις παρέλαβε. Ζ.
  2. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη ανοχή των παραλείψεων των πρωτοφειλετών και/ή την παράλειψη των Εναγόντων να λάβουν μέτρα κατά των πρωτοφειλετών Απορρίπτω την εκδοχή της Υπεράσπισης περί παράλειψης των Εναγόντων να λάβουν μέτρα κατά των πρωτοφειλετών προ του τερματισμού ή/και να ανεχθούν ή επιτρέψουν τις παραλείψεις καταβολής των οφειλόμενων ενοικίων. Απεναντίας, υπάρχει η επιστολή προτερματισμού που δείχνει τη μη ανοχή τέτοιας συμπεριφοράς. Υπάρχει ακολούθως η επιστολή τερματισμού και η έγερση της αγωγής εναντίον των πρωτοφειλετών. Δεν έχει δοθεί από πλευράς Υπεράσπισης τέτοια μαρτυρία η οποία να δηλώνει ότι οι Ενάγοντες έδωσαν παρατάσεις στους πρωτοφειλέτες για την καταβολή των ενοικίων ή ότι ανέχθηκαν τις παραλείψεις των πρωτοφειλετών να καταβάλλουν τα ενοίκια, κατ' εφαρμογήν του όρου της Σύμβασης Εγγύησης (βλ. το Τεκμήριο 2Α υπό το Έγγραφο Α) όπου γράφει: «Δικαιούστε σ' όλη τη διάρκεια που ισχύει η εγγύηση να χορηγείτε στον ενοικιαστή οποιαδήποτε παράταση ή διευκόλυνση για να παραλείψει ή αποφύγει την εφαρμογή οποιωνδήποτε όρων του εν λόγω συμβολαίου χωρίς ειδοποίηση προς εμέ/εμάς». Καταλήγει να είναι εντελώς υποθετική και θεωρητική η αμφισβήτηση του εν λόγω όρου ως καταχρηστικού, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία στη βάση της οποίας να μπορεί να εξαχθεί εύρημα γεγονότων ότι υπήρξε επίκληση και εφαρμογή του συγκεκριμένου όρου. Όσον αφορά την εκδοχή της Υπεράσπισης περί παράλειψης των Εναγόντων να λάβουν μέτρα κατά των πρωτοφειλετών μετά τον τερματισμό και δη την έγερση της αγωγής, παρατηρώ ότι ήταν η θέση του Εναγόμενου αρ. 3 στην παρα. 20 της γραπτής του δήλωσης ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να προωθήσουν με επιμέλεια την υπόθεση τους, με αποτέλεσμα τόσα χρόνια μετά να μην έχουν κατάσχει το επίδικο όχημα/καντίνα, παρά το σχετικό διάταγμα παράδοσης που περιέχεται στις δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου ως τα Τεκμήρια 6 και 7). Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του Εναγομένου αρ. 3 ότι κατ΄αυτόν τον τρόπο οι Ενάγοντες έβλαψαν τα δικαιώματά του ως εγγυητή, γι' αυτό και πρέπει να απαλλαγεί από την εγγύηση του. Συναφώς προς τα ανωτέρω, στις παρα. 45 και 46 της γραπτής του δήλωσης, ο Εναγόμενος έδωσε μαρτυρία περί των δικών του ενεργειών μετά την έγερση της αγωγής για να διευκολύνει τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων από μέρους των Εναγόντων έναντι των πρωτοφειλετών. Παραθέτω꞉
  3. «Μετά την επίδοση της αγωγής σε εμένα και πριν και μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον των δύο Εναγομένων, άσκησα αρκετές πιέσεις και στους δύο για να πληρώσουν και άσκησα πιέσεις στον Εναγόμενο 1 που γνώριζα ότι κατέχει το επίδικο όχημα για να το παραδώσει, χωρίς όμως θετική ανταπόκριση και έτσι υπέδειξα προ ετών στους Ενάγοντες μέσω της κυρίας Μαρίας Σκορδή πού βρισκόταν το όχημα για να το κατάσχουν και να το παραλάβουν.
  4. Είχα επικοινωνία με τους Ενάγοντες περί τις 12/6/2009, όταν επικοινώνησα τηλεφωνικώς με την Μαρία Σκορδή, υπάλληλο της Τράπεζας για να την ενημερώσω σε σχέση με τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2, και να ενημερώσω πού βρίσκεται το επίδικο όχημα, θυμάμαι ότι το είχα εντοπίσει σε συγκεκριμένο χώρο στην Λινόπετρα, έξω από το Γυμνάσιο, αλλά δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα. Το ίδιο επαναλήφθηκε και πιο μετά, ενώ είχα και συνάντηση με την κα Μαρία Σκορδή στα γραφεία της Τράπεζας μόνος και αργότερα μαζί με τον Εναγόμενο 1 τον οποίο εγώ πήρα εκεί. Σε πρόσφατη συνάντηση που είχαμε στην Τράπεζα μαζί με τον Εναγόμενο 1, τον άκουσα που ανέφερε ότι έχει κάθε διάθεση να παραδώσει το καραβάνι στην Τράπεζα, όποτε του ζητηθεί.». Στο πλαίσιο προώθησης της εκδοχής αυτής κατά τη δίκη, ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να απαντήσει αν το μηχανοκίνητο όχημα που αποτέλεσε το αντικείμενο ενοικιαγοράς, ήτοι η καντίνα, έχει κατασχεθεί και πωληθεί. Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι ενώ εκδόθηκε διάταγμα κινητής περιουσίας, τούτο δυστυχώς επιστράφηκε ανεκτέλεστο λόγω μη ανέυρεσης του κ. Λυσάνδρου. Δόθηκαν ξανά πριν από λίγους μήνες νέες οδηγίες για έκδοση διατάγματος παράδοσης του επίδικου οχήματος και έγιναν ξανά προσπάθειες κατάσχεσης του οχήματος σε δύο διαφορετικές διευθύνσεις. Αν τις υπέδειξε ο Εναγόμενος αρ. 3 ή άλλο πρόσωπο, δεν το γνώριζε ο ΜΕ
  5. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι ήταν ο Εναγόμενος αρ. 3 αυτός που πριν λίγους μήνες έφερε τον κ. Λυσάνδρου στον λειτουργό της τράπεζας, κ. Βανέζη για να βρεθεί λύση. Επανέλαβε ο ΜΕ1 ότι δεν είχε υπόψιν του αυτή τη λεπτομέρεια. Πάντως, ο ίδιος ο Εναγόμενος ο οποίος ήγειρε τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς περί παραλείψεων των Εναγόντων ή αδράνειας αυτών, δεν έφερε τον πρωτοφειλέτη κ. Λυσάνδρου ως μάρτυρα υπεράσπισης για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενά του περί προθυμίας του να παραδώσει την καντίνα στους Ενάγοντες. Αντίθετα, παρέμεινε ενώπιον του Δικαστηρίου, η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι ο κ. Λυσάνδρου ζητούσε από τους Ενάγοντες χρόνο να πωλήσει την καντίνα γιατί είχε εξεύρει αγοραστή. Ανεξάρτητα του ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα όσον αφορά τις συνθήκες εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε κατά των πρωτοφειλετών, τούτο δεν εμποδίζει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής να εκδώσει απόφαση κατά του εγγυητή. Στον εγγυητή εναπόκειται να προβεί στη συνέχεια στα δικονομικά διαβήματα που κρίνει κατάλληλα, όπως για παράδειγμα την υποβολή αίτησης για αναστολή της εκτέλεσης της εναντίον του απόφασης δυνάμει του άρθρου 10 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003, Ν.197(Ι)/2003, εάν και εφόσον θεωρεί ότι οι πρωτοφειλέτες έχουν περιουσία ικανή να αποπληρώσει το ποσό της απόφασης.[4] Ενώπιον μου δεν εκκρεμεί τέτοιο αίτημα βάσει του εν λόγω άρθρου στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Η. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΑ ΕΝΟΙΚΙΑ Στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ.ά. ν. Νίκου Τσαρτελλή
(2003)1 Α.Α.Δ. 246, η οποία υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην Θωμάς Παπαγεωργίου κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 961, ο Πικής, Π., εξήγησε με σαφήνεια τι δικαιούται να αξιώσει ο εκμισθωτής σε περίπτωση καταγγελίας, επαγόμενης τον τερματισμό σύμβασης ενοικιαγοράς. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: "Η παράλειψη καταβολής των προβλεπομένων από σύμβαση ενοικιαγοράς ενοικιαστικών δόσεων παρέχει, αφ΄εαυτής, έρεισμα για την καταγγελία της, επαγόμενη τον τερματισμό της, εφόσον παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τις πρόνοιές της. Επί τούτου, ο εκμισθωτής αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεων, ανάλογο προς τη ζημία που υφίσταται. Αυτή ποικίλλει, ανάλογα με τα επακόλουθα του τερματισμού. Εάν επιστραφεί το αντικείμενο της μίσθωσης, η ζημία περιορίζεται στη διαφορά μεταξύ, αφενός, του ολικού τμήματος της ενοικιαγοράς και, αφετέρου, της αξίας του αντικειμένου της μίσθωσης κατά το χρόνο της επιστροφής, που συνήθως παίρνει τη μορφή του τμήματος της διάθεσής του. Στην περίπτωση μη επιστροφής του αντικειμένου της ενοικιαγοράς, ο εκμισθωτής δικαιούται σε αποζημιώσεις για ποσό ίσο προς την αξία του αντικειμένου το οποίο κατακρατεί ή οικειοποιείται ο μισθωτής. Τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης (detinue) και της παράνομης οικειοποίησης (conversion) διαγράφουν, ανάλογα με την περίπτωση, το πλαίσιο διεκδίκησης αποζημιώσεων για τη ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής. Και στις δύο περιπτώσεις, η αξία των απωλεσθέντων αντικειμένων θεωρείται ίση προς τη συμφωνηθείσα στη σύμβαση ενοικιαγοράς αξία των αντικειμένων." Επίσης, στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, με παραπομπή στην απόφαση στην υπόθεση Savvides n. Cristofides
(1978)1 C.L.R. 303, κρίθηκε ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Όπως αναφέρθηκε στην αγγλική υπόθεση Stimpson v. Smith
(1999)2 All E.R. 833 η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Λαζαρίδη (ανωτέρω), ο όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως το έθεσε ο Δικαστής Tuckley LJ ". the time from which the liability can be enforced". Παρατηρώ συναφώς ότι, όσον αφορά το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας, το Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς περιλαμβάνει τον όρο 5, στον οποίο προβλέπονται υπό τις παραγράφους (α) έως (η) οι περιπτώσεις στις οποίες οι Ιδιοκτήτες (εν προκειμένω οι Ενάγοντες, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ) δύνανται να ασκήσουν τέτοιο δικαίωμα. Ειδικότερα, στην παρα. 5(α) γίνεται πρόνοια ότι- «5α) Αν ο Ενοικιαστής καθυστερήσει την πληρωμή οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής είτε οι ιδιοκτήτες απαίτησαν την πληρωμή της αναφερόμενης δόσης είτε όχι, ή [έπονται οι διαζευκτικές περιπτώσεις των 5β) έως 5η)], τότε και σε τέτοια περίπτωση και οποτεδήποτε οτιδήποτε από τα πιο πάνω ήθελε συμβεί χωρίς να επηρεαστεί η απαίτηση των ιδιοκτητών για πληρωμή καθυστερημένων ενοικίων ή τόκων ή άλλων ποσών που οφείλονται ή αποζημίωση για παράβαση της παρούσας Συμφωνίας, οι ιδιοκτήτες μπορούν να τερματίσουν αμέσως τη συμφωνία, οπότε χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση ή ζήτηση (ανεξάρτητα του αν έχουν προηγουμένως επιτρέψει οποιαδήποτε παράλειψη από μέρους του Ενοικιαστή) δικαιούνται σε άμεση κατοχή των Εμπορευμάτων και ο ενοικιαστής παύει πλέον να κατέχει τα Εμπορεύματα με τη συγκατάθεση των Ιδιοκτητών.» Εδώ υπεισέρχεται η εφαρμογή του όρου 11 της Σύμβασης Ενοικιαγοράς που λέγει ότι οποιαδήποτε απαίτηση που πρέπει να δοθεί από το ένα μέρος στο άλλο μέρος θα θεωρείται ότι δόθηκε κανονικά κατά την ημέρα την οποία ταχυδρομείται προς αυτό το μέρος στην τελευταία του γνωστή διεύθυνση. Εφόσον στην παρούσα υπόθεση έχω αποδεχθεί ως αληθή την εκδοχή των Εναγόντων ότι η επιστολή τερματισμού και η απαίτηση εξόφλησης των οφειλομένων ταχυδρομήθηκε στον Εναγόμενο αρ. 3, εν προκειμένω κατά την ημερομηνία που αναγράφεται στην επιστολή, ήτοι στις 6.2.2008, έπεται ότι από εκείνην την ημέρα οι Ενάγοντες είχαν τη δυνατότητα ανάκτησης των αξιούμενων ποσών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Οι ενάγοντες έχουν αποδείξει επί το ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση τους εναντίον του Εναγομένου αρ. 3 ως η εκδοχή γεγονότων που εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησης. Εκδίδω απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου αρ. 3, για ποσό €18.805,29 σαν οφειλόμενο υπόλοιπο ενοικιαγοράς, με τόκο προς 11.75% επί του ποσού των €3.262,61 (ληγμένα ενοίκια) από 7.2.08 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €15.348,81 (μη ληγμένα ενοίκια) από 7.2.08 μέχρι μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα δικηγορικά έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Εδώ ο ενικός αριθμός χρησιμοποιείται κατά τρόπο απρόσωπο, εφόσον δεν προσδιορίζεται αν η αναφορά γίνεται για έναν συγκεκριμένο εκ των τριών Εναγομένων. [2] «σύμβαση εγγύησης» σημαίνει, σε σχέση με οποιαδήποτε πιστωτική συμφωνία, σύμβαση που συνάπτεται με τρίτο πρόσωπο για να εγγυηθεί την εκτέλεση των υποχρεώσεων του καταναλωτή που πηγάζουν από την πιστωτική συμφωνία και η έκφραση «εγγυητής» ερμηνεύεται ανάλογα· [3] «πιστωτική συμφωνία» σημαίνει συμφωνία με την οποία πιστωτής παραχωρεί ή υπόσχεται να παραχωρήσει σε καταναλωτή, πίστωση με τη μορφή προθεσμιακής πληρωμής, δανείου ή άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης και περιλαμβάνει συμφωνία ενοικιαγοράς, αλλά δεν περιλαμβάνει συμβάσεις για τη συνεχή παροχή υπηρεσιών, περιλαμβανομένων και των παρεχομένων από οργανισμούς κοινής ωφελείας, σύμφωνα με τις οποίες ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να καταβάλλει με δόσεις το σχετικό τίμημα κατά τη διάρκεια της παροχής τους· [4] 10.—
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) Όταν υποβληθεί από τον εγγυητή στο δικαστήριο κατά την ακρόαση αγωγής εναντίον του ή εναντίον του και εναντίον του πρωτοφειλέτη ή και των συνεγγυητών για την είσπραξη οφειλής αίτημα για αναστολή και το δικαστήριο ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιον του σχετική με το αίτημα μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, (β) όταν ο πιστωτής, ο εγγυητής, και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν κατά την έκδοση απόφασης ή οποτεδήποτε μετά την έκδοση της, ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, και εκ συμφώνου δέχονται να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: [...] cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.