← Κύπρος

Μαρίνας Παγιάτσου ν. Σταύρος Ρώσσος κ.α., Αγωγή αρ. 7347/09, 6/2/2015

Μαρίνας Παγιάτσου ν. Σταύρος Ρώσσος κ.α., Αγωγή αρ. 7347/09, 6/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 7347/09 Μεταξύ: Μαρίνας Παγιάτσου, Πολυκράτους 1, Διαμ. 301, 1075 Λευκωσία Ενάγουσας -και-

  1. Σταύρος Ρώσσος,
  2. Κώστας Ρώσσος, αμφοτέρων εμφανιζομένων στις Συναλλαγές ως Σ & Κ. Ρώσσος, Μακαρίου Γ' 135, Πάνω Δευτερά Εναγομένων Ημερομηνία: 6.2.2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κα Πηνελόπη Χαραλάμπους, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κ. Σταύρος Τσιναρέλης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 25.2.2014, ο Εναγόμενος αρ. 1 - Αιτητής εξαιτείται ως εξής: (α) Όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα που να ακυρώνει και / ή παραμερίζει (SET ASIDE) προηγούμενη εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση ημερομηνίας 08/06/11, στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον αγωγήν. (β) Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται και/ή επιτρέπεται η επαναφορά της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. (γ) Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία. (δ) Τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Η αίτηση βασίζεται επί των θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.17, Θ. 10, Δ.48, Θ. 9 και Δ.26, Θ.
  3. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται σε Ένορκη Δήλωση του ιδίου του Εναγομένου αρ. 1, ημερ. 25.2.
  4. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενό της:
  5. «Είμαι ο Εναγόμενος 1 στην παρούσα αγωγή.
  6. Στις 22/02/2010 επεδόθη το κλητήριο ένταλμα στην ανωτέρω αγωγή, στον Εναγόμενο 2, ο οποίος τυγχάνει να είναι και πατέρας μου.
  7. Την ημέρα εκείνη ο Εναγόμενος 2 με δική του πρωτοβουλία, προθυμοποιήθηκε να παραλάβει και για λογαριασμό μου το εν λόγω κλητήριο ένταλμα αφού εσφαλμένα έδωσε και την εντύπωση στον δικαστικό επιδότη ότι διέμενα και εργαζόμουν μαζί του, στην οδό Μακαρίου Γ' 135, στην Πάνω Δευτέρα.
  8. Επίσης την 01/03/11 και πάλι επισκέφτηκε ο ίδιος δικαστικός επιδότης στην πιο πάνω διεύθυνση για να επιδώσει σε εμένα και στον Εναγόμενο 2 την έκθεση απαίτησης που αφορούσε την παρούσα αγωγή.
  9. Την ημέρα εκείνη, εκεί βρισκόταν ο αδερφός μου Αγαθοκλής Ρώσσος, ο οποίος όντως τον ουσιώδη χρόνο διέμενε και εργάζονταν μαζί με τον Εναγόμενο 2 και, στην πιο πάνω διεύθυνση. Αφού επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2, ο τελευταίος του είπε να την παραλάβει και για λογαριασμό μου.
  10. Ο αδερφός μου στην συνέχεια, την εν λόγω έκθεση απαίτησης της παρούσας αγωγής την έδωσε στον Εναγόμενο, ο οποίος του είπε να μην το πει τίποτε για να μην με ανησυχήσει και ότι θα τα κανονίσει όλα αυτός και έτσι ο αδερφός δεν μου ανάφερε ποτέ οτιδήποτε.
  11. Την 08/06/11 η Ενάγουσα εξέδωσε απόφαση εναντίον εμού και του Εναγόμενου 2 λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης.
  12. Τον ουσιώδη χρόνο που έγινε η επίδοση της αγωγής εγώ δεν διέμενα και ούτε εργαζόμουν στην πιο πάνω διεύθυνση αλλά διέμενα μαζί με την πρώην σύζυγό μου, Ευγενία Νικολάου, στην οδό Σπάρτης 4, στην Κάτω Δεύτερα.
  13. Επίσης και κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης της έκθεσης απαίτησης διέμενα στον Άγιο Δομέτιο, στην Λευκωσία με την νυν σύζυγο μου, Νίνα Παπαδοπούλου, Ελληνίδα ομογενή από την Ρωσία.
  14. Εν ολίγοις και στις δυο φορές που έλαβαν χώρα οι πιο πάνω επιδόσεις ουδέποτε διέμενα ή εργαζόμουν στην οδό Μακαρίου Γ' 135, στην Πάνω Δευτερά μαζί με τον Εναγόμενο 2 ή με τον αδερφό μου, Αγαθοκλή Ρώσσο. Αντιθέτως ήμουν ελεύθερος επαγγελματίας ήτοι εφαρμοστής παρκέ και δεν είχα σταθερό χώρο εργασίας αφού εκτελούσα τις εργασίες κατόπιν τηλεφωνικής κλήσης από τον πελάτη.
  15. Από τον Αύγουστο 2012 και μετά διαμένω και εργάζομαι μόνιμα στην Ρωσία ως συντηρητής στο ξενοδοχείο του πεθερού μου, με την επωνυμία Κύπρος ([.][1]) το οποίο βρίσκεται στην οδό Moskvskagia 6, στην πόλη Anapa, στην περιοχή Vitezivo, της Ρωσίας.
  16. Επισυνάπτω ως ΤΕΚ 1, αντίγραφο του διαβατηρίου μου με αρ, Κ00077055 καθώς επίσης και τις ακόλουθες σελίδες του εν λόγω διαβατηρίου μου, το ΤΕΚ 2 σελ. 8-9, το ΤΕΚ 3 σελ 10-11, το ΤΕΚ 4 σελ. 12-13 και το ΤΕΚ 5 σελ. 16-17 στις φαίνεται ότι είχα και εξακολουθώ να έχω ανελλιπώς άδεια παραμονής (VISA) στην Ρωσία, από την 05/08/12 μέχρι και την 22/05/
  17. Το διαβατήριο μου βρίσκεται στην κατοχή μου και το χρειάζομαι για να επιστρέψω στην Ρωσία.
  18. Όλο αυτό το διάστημα, ούτε ο Εναγόμεος 2 και ούτε ο αδερφός μου, Αγαθοκλής Ρώσσος, δεν με ενημέρωσαν ή πληροφόρησαν ότι υπάρχει αγωγή εναντίον μου ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε άλλη δικαστική διαδικασία της παρούσας απόφασης εναντίον μου και ως εκ τούτου βρισκόμουν ακούσια, ειλικρινά και πραγματικά σε πλήρη άγνοια.
  19. Στις 24/01/14, επεδόθη στον πατέρα μου η αίτηση πτώχευσης με αρ. 01/14 και από ότι πληροφορήθηκε από τον δικαστικό επιδότη, ο οποίος αναζητούσε και εμένα, υπήρχε και σχετική αίτηση πτώχευσης εναντίον μου για να μου την επιδόσει. Έτσι ο πατέρας μου αφού ενημέρωσε τον δικαστικό επιδότη ότι διαμένω στο εξωτερικό, πήρε την απόφαση να με ενημερώσει όταν θα επέστρεφα στην Κύπρο.
  20. Στις 18/02/2014, επέστρεψα στην Κύπρο για να ανανεώσω την Visa μου για να μπορεί να μου επιτραπεί να επιστρέψω πίσω στην Ρωσία. Για πρώτη φορά με ενημέρωσε ο πατέρας μου για την παρούσα αγωγή καθώς επίσης ότι η Ενάγουσα προχώρησε και με αίτηση πτώχευσης εναντίον μου.
  21. Επισυνάπτω το ΤΕΚ 6 το οποίο είναι οι κάρτες επιβίβασης μου και το ΤΕΚ 7 αντίγραφο της κράτησης εισιτηρίου μου (Passenger Itinerary Receipt). Στην Κύπρο ήρθα από το κατεχόμενο αεροδρόμιο της Τύμπου μέσω Κωνσταντινούπολης.
  22. Στις 20/02/2014 επισκέφτηκα τον Δικηγόρο μου και τον ενημέρωσα για τα πιο πάνω ώστε να προβεί στις ανάλογες ενέργειες.
  23. Η όλη καθυστέρηση και το διαρρεύσαν διάστημα που μεσολάβησε για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, όπως αναφέρω και πιο πάνω οφείλεται καθαρά και μόνο στο γεγονός ότι ακούσια, πραγματικά και ειλικρινά ήμουν σε πλήρη άγνοια αφού δεν με είχε ενημερώσει ποτέ ο Εναγόμενος 2 - πατέρας μου ή ο αδελφός μου για την παρούσα αγωγή και το όλο θέμα επήλθε εις γνώση μου παρά μόνο από στις 18/02/
  24. Εξ όσον κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως με συμβουλεύει και ο Δικηγόρος μου έχω καλή υπεράσπιση.
  25. Ο τίτλος της αγωγής είναι ελαττωματικός και/ή λανθασμένος.
  26. Ο Εναγόμενος 2 και πατέρας μου δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να εμφανίζεται εκ μέρους μου ή για λογαριασμό μου ως Σ & Κ Ρώσσος και/ή άλλως πως.
  27. Τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής ήμουν εφαρμοστής πατωμάτων τύπου παρκέ και εργαζόμουν μόνος μου ως αυτοεργοδοτούμενος και όχι μαζί με τον Εναγόμενο
  28. Το ειρημένο χρέος αφορά καθαρά τον Εναγόμενο 2, αφού εγώ ουδέποτε συμβλήθηκα με την Εναγομένη και ουδέποτε μετήλθα στην οικία της Εναγομένης για να προβώ σε οποιαδήποτε εργασία.
  29. Η μόνη επαφή που είχα με την Ενάγουσα ήταν μόνο για να παραλάβω εκ μέρους του Εναγομένου 2 και πατέρα μου, τις επιταγές με αρ. 81748801, 81748817 και 81748845 οι οποίες αφορούσαν την πληρωμή των ποσών των €2.600, € 9.000 και €12.100 αντίστοιχα και τα οποία αφορούσαν την μεταξύ τους συμφωνία.
  30. Τις πιο πάνω επιταγές τις εξαργύρωσα και εν λόγω ποσά τα έδωσα στον Εναγόμενο
  31. Για την παραλαβή των πιο πάνω επιταγών και ποσών επισυνάπτω ως ΤΕΚ 8 την απόδειξη με αρ. Β0098451 και ημ. 09/01/09, το ΤΕΚ 9 την απόδειξη με αρ. Β0098454 και ημ. 10/03/09 και το ΤΕΚ 10 απόδειξη με αρ. Β0098452 και ημ. 04/02/09, στις οποίες αποδείξεις υπογράφει ως ο Λαβών, ο Εναγόμενος 2 .
  32. Οι πρωτότυπες αποδείξεις είναι στην κατοχή και/ή έλεγχο της Ενάγουσας.
  33. Επίσης και η απαίτηση της Ενάγουσας για την επιστροφή του αναφερόμενου στην αγωγή ξύλινου τραπεζιού, αφορά καθαρά υπόθεση μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 2 αφού όπως αναφέρω και πιο πάνω ουδέποτε συμβλήθηκα με την Εναγομένη, ουδέποτε επισκέφθηκα την οικία της και εν πάση περίπτωση τον εν λόγω τραπέζι δεν ήταν και ούτε είναι στην κατοχή μου.
  34. Σε καμία περίπτωση, η συμπεριφορά μου δεν αποτελεί καταφρόνηση του Δικαστηρίου, της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της αντιδίκου.
  35. Ένεκα όλων των πιο πάνω πιστεύω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/06/2011, παραμεριστεί και μου δοθεί η ευκαιρία να προβάλω την υπεράσπιση μου.
  36. Γι' αυτό αιτούμαι ως η πιο πάνω αίτηση.». Η Ενάγουσα καταχώρησε στις 11.8.2014 Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση αίτηση και δικογράφησε τους εξής λόγους ένστασης:
  37. «Ο Εναγόμενος - Αιτητής δεν έχει δείξει σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης καθιστώντας την αίτηση ανεδαφική και ατεκμηρίωτη.
  38. Ο Εναγόμενος - Αιτητής δεν έχει καταδείξει σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί τη μη έγκαιρη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης παρόλο που η αγωγή επεδόθη δεόντως και νομότυπα στους εναγόμενους.
  39. Ο Εναγόμενος - Αιτητής δεν επικαλείται αποχρώντα λόγο για τη μη εμφάνιση του και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 8.6.
  40. Η παρούσα διαδικασία γίνεται για λόγους καθυστέρησης και μη πληρωμής του οφειλόμενου ποσού με σκοπό να προκαλέσει περαιτέρω ταλαιπωρία στην Ενάγουσα παρεμποδίζοντας την να εισπράξει το λαβείν της από την προς όφελος της νομότυπα εκδοθείσα απόφαση.
  41. Η δοθείσα δικαιολογία για μη καταχώρηση εμφάνισης εντός της ταχθείσης προθεσμίας δεν είναι αληθής και δεν αποτελεί λόγο που μπορεί να στηρίξει ισχυρισμό περί της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
  42. Ο αιτητής δεν παρουσιάζει υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως ικανή να στηρίξει το αίτημα του.
  43. Είναι ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η Ενάγουσα εισπράξει το λαβείν της, το οποίο της οφείλει ο Εναγόμενος - Αιτητής.
  44. Η αίτηση αποσκοπεί στην παρέλκυση της διαδικασίας και γίνεται καταχρηστικώς.». Η ένσταση της Ενάγουσας βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17, Θ.10, Δ.26, Θ.14, Δ.48, Θ.4-7 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, ημερ. 11.8.
  45. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενό της:
  46. «Είμαι η εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής και ενάγουσα στην πιο πάνω υπό τον τίτλο και αριθμό αγωγή. Γνωρίζω πολύ καλώς και προσωπικώς τα γεγονότα στα οποία και αναφέρομαι κατωτέρω. Αναφορικώς με τα νομικά ζητήματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα αίτηση έχω λάβει νομική συμβουλή από τον δικηγόρο μου την οποία πιστεύω ως ορθή και αληθή.
  47. Όπως φαίνεται και στον φάκελο του Δικαστηρίου το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίσθηκε την 8.12.2009 και η Έκθεση Απαιτήσεως την 29.10.
  48. Αντίγραφο της αγωγής επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 22.02.2010 ενώ αντίγραφο της Έκθεσης Απαιτήσεως στις 01.02.2011 συμφώνως των οδηγιών του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν και αδιαφόρησαν να καταχωρήσουν εμφάνιση και οι δικηγόροι μου, ως πληροφορήθηκα, προέβηκαν στην καταχώρηση αιτήσεως για έκδοση απόφασης εναντίον όλων των Εναγομένων λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης και προώθησης της υπόθεσης. Μετά την καταχώρηση της ex parte αίτησης ημερομηνίας 4.3.2011 για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης των εναγομένων να εμφανιστούν εκδόθηκε η δικαστική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την 8.6.
  49. Ως πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής καθώς και ως ενημερώθηκα από την ιδιώτη δικαστική επιδότη κα Σοφία Σταματάρη οι επιδόσεις έγιναν σύμφωνα με τον νόμο και τους εν ισχύ διαδικαστικούς κανονισμούς που διέπουν την αστική διαδικασία, δεόντως και νομότυπα. Πιο συγκεκριμένα, το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην πιο πάνω υπό τον αριθμό και τίτλο αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο αρ.2 και για τον εναγόμενο αρ.1 στις 22.02.
  50. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 εμπορεύονταν και επιχειρούσαν -ως πολύ καλώς γνωρίζω- από κοινού υπό την επωνυμία Σ & Κ Ρώσσος. Και μαζί εκτελούσαν τις οικοδομικές εργασίες για τις οποίες και καταχώρησα την αγωγή. Σχετική ένορκη δήλωση επιδόσεως της κας Σοφίας Σταματάρη επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  51. Αναφορικά με την επίδοση της Έκθεσης Απαιτήσεως αυτή επιδόθηκε σε οικείο πρόσωπο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος αμφοτέρων των εναγόμενων αρ.1 και αρ.2 δηλαδή στον κ. Αγαθοκλή Ρώσσο αδελφού και υιού των εναγομένων αντίστοιχα και συγκατοίκου του εναγομένου αρ.2 στις 1.2.
  52. Σχετική ένορκη δήλωση επιδόσεως της ιδιώτης επιδότης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  53. Περαιτέρω, αναφέρω ότι τις εργασίες στο διαμέρισμα μου για τις οποίες καταχώρισα αγωγή και επέτυχα απόφαση έγιναν και από τους δύο εναγομένους, οι οποίοι ενεργούσαν ως κοινή επιχείρηση εργολάβων. Με τους ίδιους τους εναγόμενους είχα συζητήσει και καταλήξει στις εργασίες και την αμοιβή τους και απορρίπτω ως εκ τούτου τους ισχυρισμούς του αιτητή εναγομένου αρ.1 ότι δήθεν αυτός δεν έχει σχέση με την υπόθεση ή την εργασία που έγινε στο διαμέρισμα.
  54. Επίσης αναφέρω ότι και οι δύο εναγόμενοι ενεργούσαν υπό κοινή επαγγελματική σχέση είχαν κοινό έντυπο και λογότυπο, υπό κοινή διεύθυνση η οποία και αναφέρεται στο επισυνημμένο Τεκμήριο 3 το οποίο και καταθέτω.
  55. Ο πρωτοφανής και εξοργιστικός ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται από τον εναγόμενο αρ.1 ότι ο πατέρας και συνέταιρος του εναγόμενος αρ.2 δεν τον ενημέρωσε για να μην τον ανησυχήσει γίνεται εκ του πονηρού και είναι παντελώς αντίθετος προς τα γεγονότα της υποθέσεως.
  56. Επιπλέον, και ως συμβουλεύομαι, ο ίδιος ο εναγόμενος αρ. 1 στην ένορκη δήλωση του παράγραφος 10 αυτής αναφέρει ότι δεν είχε σταθερό χώρο εργασίας κάτι που εκ της δικής του παραδοχής καθιστούσε -και επι αυτού του λόγου- πρακτικά επιτρεπτή την γενομένη επίδοση. Πουθενά στην ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος αρ.1 δεν προβάλλει σοβαρό ισχυρισμό γιατί ο εναγόμενος αρ.2 να αποκρύψει από τον εναγόμενο αρ.1 - αιτητή ότι παράλαβε και για λογαριασμό του τελευταίου το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα.
  57. Από την αγωγή αλλά και τα γεγονότα της υπόθεσης, αποκαλύπτεται ότι και οι δύο εναγόμενοι συμβλήθησαν μαζί μου, και οι δύο διέπραξαν την συμπεριφορά την οποία περιγράφω στην αγωγή μου, οι δε περί του αντιθέτως αιτιάσεις του εναγομένου αρ.1 γίνονται εκ του πονηρού.
  58. Η παρούσα αίτηση και ως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και αποσκοπεί στην περαιτέρω καθυστέρηση της ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης αφού η αίτηση δεν μπορεί να τεκμηριώσει ισχυρισμό για ακύρωση της απόφασης. Η στάση του εναγομένου αρ.1 προσλαμβάνει τη μορφή της καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας καθότι επί πολλάκις έγιναν προσπάθειες για εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ώστε να διευθετηθεί η ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου.
  59. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι είχα αρχικώς καταχωρίσει αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 301/13 και αίτηση πτωχεύσεως με αριθμό 2/14 εναντίον και των δύο εναγομένων οι οποίοι και ήσαν ενήμεροι για την απόφαση και οι οποίοι είχαν υποσχεθεί διευθέτηση της αποφάσεως εναντίον τους την οποία και προτίθεμαι να αποσύρω στις 29.9.
  60. Σήμερα, το 2014 διατείνεται ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση της πτωχευτικής διαδικασίας και κατ' επέκταση της εκδοθείσας απόφασης και δια αυτού καταχωρεί την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης χωρίς να προβάλλει αποχρώντα λόγο, ικανό να δικαιολογήσει την παντελή του αδιαφορία και καθυστέρηση του.
  61. Επιπλέον, ο εναγόμενος-αιτητής ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής δεν έχει καταδείξει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως καλή και εύλογη υπεράσπιση με σκοπό να αποδείξει επί της ουσίας την υπόθεση του. Ο εναγόμενος αρ. 1 περιορίζεται στην ένορκο δήλωση του στον αόριστο ισχυρισμό ότι καταχρηστικά ο πατέρας του χρησιμοποιούσε στις συναλλαγές το όνομα του.
  62. Στην ένορκη δήλωση μου, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης προέβηκα σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης, η οποία σε γενικές γραμμές ήταν ότι κατ' ακολουθίαν της διαδικασίας της προσφοράς διά της οποίας συμφωνήθηκε η ανάληψη συγκεκριμένου έργου έναντι συγκεκριμένου ποσού έλαβα μέρος εγώ και οι δύο εναγόμενοι οι οποίοι και εμφανίζονταν στις συναλλαγές σαν Σ & Κ ΡΩΣΣΟΣ, οι οποίοι μάλιστα ψευδώς παρουσιάζονταν και ως εργολάβοι και για αυτό είχαν λάβει μέρος και στην διαδικασία προσφορών η οποία είχε ζητηθεί μέσω των αρχιτεκτόνων μου Α. Δημητρίου & Μ. Τεμπριώτη. Το έγγραφο της κοστολογημένης προσφοράς επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο
  63. Ο εναγόμενος αρ.1 ήτο άτομο του πολύ στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του εναγομένου αρ.2 ήταν και συνεργάτης και συνέταιρος του εναγομένου αρ.2 επιχείρησης εμφανιζόμενης στις εμπορικές συναλλαγές ως συνεργασίας Σ & Κ Ρώσσος. Συναλλάχθηκα και με τους δύο εναγόμενους και η παρούσα αίτηση γίνεται με σκοπό την περαιτέρω ταλαιπωρία μου.
  64. Περαιτέρω ως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής οι ισχυρισμοί που συνοδεύουν την ένορκο δήλωση του εναγόμενου αρ.1 είναι αόριστοι, ανεδαφικοί και ατεκμηρίωτοι, προϊόν κακοβουλίας επι σκοπώ την προσβολή της αρχής της τελεσιδικίας. Ο εναγόμενος αρ.1 παρά τις πάμπολλες επιδόσεις δικογράφων σήμερα 5 χρόνια μετά την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του προβάλλει ισχυρισμούς περί παραμερισμού της δικαστικής απόφασης την στιγμή που ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί υψίστης σημασίας παράγοντα για την διεκδίκηση δικαιωμάτων και μάλιστα στενά συνυφασμένη με την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας.
  65. Είναι ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η αίτηση του Εναγόμενου αρ.1 απορριφθεί με έξοδα υπέρ εμού. Κάτι το αντίθετο πιστεύω θα ήταν ενάντιο με τη βασική αρχή της φυσικής δικαιοσύνης ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει χωρίς εύλογο λόγο να στερείται τους καρπούς της επιτυχίας του.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10096, Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ

(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, ο Ηλιάδης Δ. κατέγραψε τα εξής, τα οποία απηχούν μέχρι σήμερα τη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίουː «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που λήφθηκε λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανισθεί αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων. (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρο)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Στην Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίσθηκαν στην απόφαση Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204,210, που τονίζουν αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουσθεί και αφετέρου την ανάγκη διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Ταυτόχρονα σημειώθηκε ότι όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως εξηγεί ο Πικής, Π., που έδωσε την απόφαση του Εφετείου, "Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης." Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω),"Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του."». Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλης Περατικός (5788/2005, απόφαση ημερομηνίας 05/08/2013): «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. lason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13).». Υπό το φως των πιο πάνω νομολογηθέντων είναι που θα πρέπει να διαβάζεται η Διαταγή 17, Θ.10, η οποία προβλέπει ότιː «10. Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου, δυνάμει της Δ.17 θ.10 ανωτέρω, συνοψίσθηκαν πρόσφατα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.». Ως προς το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, παραπέμπω στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 όπου λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης ... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.». Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατουρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των αιτητών. Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά. v. ΥΡ Trade & Service Ltd, 3225/2011, απόφαση ημερ. 12 Ιουνίου 2013). Στην απόφαση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθος Κούρτη
(1997)1B ΑΑΔ 941, επεξηγήθηκε η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στη σελ. 945, αναφέρεται: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου [...]. [...] Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν με την εξής επισήμανση του Ναθαναήλ, Δ., στην προμνησθείσα απόφαση στην Πολιτική Έφεση 205/2010ː «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Επομένως, όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης στην παρούσα υπόθεση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, οι οποίες αξιολογούνται στην όψη τους, δεδομένου ότι δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι αμφότερων διαδίκων ανέπτυξαν τη νομική τους επιχειρηματολογία με γραπτές αγορεύσεις τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω και τις οποίες έχω λάβει υπόψη κατά τη διαμόρφωση της δικαστικής μου κρίσης επί της αίτησης. (α) Κατ' αρχάς, κρίνω κατάλληλο να σημειώσω ότι σύμφωνα με τη Δ.16, θ.θ. 2 και 7 οι Εναγόμενοι σε μια αγωγή αναμένεται να καταχωρούν εμφάνιση εντός προθεσμίας ορισθείσας στο Κλητήριο ένταλμα.[2] (β) Εν προκειμένω, το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής περιείχε διαταγή προς τους Εναγόμενους όπως καταχωρήσουν εμφάνιση εντός δέκα
(10)ημερών από της επιδόσεως του κλητηρίου σε αυτούς. Περιείχε, συγχρόνως, σημείωση, ότι σε περίπτωση παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης από τους εναγόμενους εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Ενάγουσα θα δικαιούτο να προχωρήσει στην αγωγή και να δοθεί απόφαση στην απουσία τους. (γ) Το δικαίωμα της Ενάγουσας να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης στην αγωγή ερήμην των Εναγομένων ελλείψει καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης από μέρους τους στην αγωγή, τελούσε υπό τον όρο ή προϋπόθεση που θέτει η Δ.17, θ.2 ότι αυτή θα απεδείκνυε ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους Εναγομένους.[3] (δ) Στην προκειμένη περίπτωση το κλητήριο ένταλμα της αγωγής ήταν γενικά οπισθογραφημένο. Ακολούθησε, η καταχώρηση έκθεσης απαίτησης. Η Ενάγουσα έδωσε λεπτομέρειες επίδοσης και για τα δύο δικόγραφα (δηλ. τόσο για το κλητήριον όσο και για την έκθεση απαίτησης). Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι το νομότυπο ή μη της επίδοσης και κατ' επέκταση της έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ερήμην των Εναγομένων, προϋποθέτει μόνον την απόδειξη καλής και νομότυπης επίδοσης του κλητηρίου και όχι της έκθεσης απαίτησης. Τούτο απορρέει από τη διατύπωση της Δ.17, θ.2, καθώς και από τα όσα έχουν υποδειχθεί στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυριακή Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλής Σοφοκλέους (βλ. απόφαση Ναθαναήλ, Δ., ημερομηνίας 15.1.2013), τα οποία και παραθέτω: "Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, είναι γεγονός ότι δεν χρειάζεται επίδοση της έκθεσης απαίτησης στον εναγόμενο, εφόσον δυνάμει της Δ.17 θ.. 11[4], εκείνο το οποίο χρειάζεται είναι σε περίπτωση παράλειψης εμφάνισης να αποδειχθεί η επίδοση του κλητηρίου και όπου αυτό δεν είναι ειδικώς οπισθογραφηθέν δυνάμει της Δ.2 θ.6, τότε με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, ο ενάγων δύναται να αιτηθεί ex parte τη λήψη απόφασης. Η Δ.17, Θ.11, προνοεί ειδικά για αίτηση ex parte, εφαρμοζόμενης έτσι αυτής της μονομερούς διαδικασίας εφόσον κατά τα άλλα, η Δ.48 θ.8 δεν περιλαμβάνει τη Δ.17 Θ.11 στις πρόνοιες της. Η υπόθεση Λούκα v. Cyprus Pipes Industries Ltd - πιο πάνω -, αποτελεί επίσης αυθεντία ότι πράγματι η πρακτική να επιδίδεται η έκθεση απαίτησης στον εναγόμενο, ιδιαίτερα σε υποθέσεις μη εκκαθαρισμένων απαιτήσεων, δεν εξισώνεται με δικονομικό κανόνα, (ο οποίος, ας σημειωθεί, εισήχθη μεταγενέστερα στην Αγγλία δέστε Annual Practice 1970, σελ. 113-115, 0.13, r.6).» (υπογράμμιση δική μας) (ε) Αξίζει εδώ να επισημάνω ότι η αξίωση της Ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση, ως φαίνεται στο Κλητήριο ένταλμα αφορούσε σε μη εκκαθαρισμένη απαίτηση, ήτοι σε αποζημιώσεις (Α) για δόλο και/ή απάτη και/ή για αχρεωστήτως καταβολή ποσού €23.700 λόγω του ότι οι Εναγόμενοι παρέστησαν στην Ενάγουσα ότι αυτοί ήσαν εγγεγραμμένοι εργολάβοι και/ή εργολήπτες σύμφωνα με το Νόμο ενώ δεν ήσαν, (Β) για ζημιές που προκλήθηκαν στην Ενάγουσα από κακοτεχνίες τις οποίες μετήλθαν οι εναγόμενοι στην οικία της και/ή (Γ) για σωματικές βλάβες που η ενάγουσα υπέστη λόγω των κακοτεχνιών αυτών και/ή (Δ) για παράνομη κατακράτηση ενός ξύλινου τραπεζιού. (στ) Λέγω τα πιο πάνω για να δείξω ότι εφόσον αποδειχθεί από την Ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο αρ. 1 έγινε δεόντως, τούτο είναι αρκετό για την ίδια προκειμένου να στοιχειοθετήσει το δικαίωμά της να αιτηθεί την έκδοση απόφασης ερήμην του κατ' εφαρμογή της Δ.17. Δεν παρέχεται νομική βάση ή έρεισμα για να αποστερήσει το Δικαστήριο στην ενάγουσα το δικαίωμα να αιτηθεί απόφαση δεδομένης της μη εμφάνισης σε νομότυπα επιδοθέν κλητήριο, εισάγοντας ως πρόσθετη προϋπόθεση τη νομότυπη επίδοση της έκθεσης απαίτησης. Ούτε η Δ.17, θ.θ. 5 και 7 στηρίζουν ή επιτρέπουν την εισαγωγή μιας τέτοιας πρόσθετης προϋπόθεσης.[5] (ζ) Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω το νομότυπο ή μη της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής προς τον Εναγόμενο αρ. 1 - Αιτητή. Η Διαταγή 5 καθορίζει τα εξής꞉ "1. Every defendant named on the writ of summons shall, except a Judge otherwise orders, be served in the manner provided in Rule 2 of this Order with an office copy of the writ, and such service shall be deemed good service of the writ. 2.-
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is lefl- (
  1. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
  2. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment. (Form 5) " (η) Στην παρούσα υπόθεση, η Ενάγουσα αιτήθηκε στις 4.3.2011 και εξασφάλισε στις 8.6.2011 απόφαση στην αγωγή εναντίον των Εναγομένων αρ.1 και 2, στηριζόμενη στη Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί το ότι οι εν λόγω Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή, παρά το γεγονός ότι στις 22.2.2010 τους επιδόθηκε πιστό αντίγραφο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Αναφερόταν επίσης στην αίτηση ότι την 1.2.2011 είχε επιδοθεί στους Εναγόμενους 1 και 2 η έκθεση απαίτησης. (θ) Οι λεπτομέρειες της επίδοσης του κλητηρίου αποδεικνύονται με την ένορκη δήλωση της ιδιωτικής δικαστικής επιδότη κας Σοφίας Σταματάρη, ημερ. 1.3.2010, η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, όπου αυτή ενόρκως δηλώνει ότι επέδωσε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής στον Εναγόμενο 1 Σταύρο Ρώσσο την 22.2.2010, δια της αφέσεως του κλητηρίου στην παρουσία του συνεργάτη / συναιτέρου του Εναγομένου 1, κ. Κώστα Ρώσσου από την Πάνω Δευτερά, έναντι της υπογραφής αυτού. Σημειωτέον ότι ο κ. Κώστας Ρώσσος είναι επίσης Εναγόμενος, υπ' αρ. 2 στον τίτλο της αγωγής, και υπάρχει στο φάκελο ξεχωριστή ένορκη δήλωση για την επίδοση σ' αυτόν, η οποία αποδεικνύει ότι όντως η ίδια επιδότης τον εντόπισε στις 22.2.2010 και του επέδωσε προσωπικά, έναντι της υπογραφής του, το κλητήριο ένταλμα για την παρούσα αγωγή. (ι) Η απόρριψη μιας ένορκης δήλωσης επίδοσης προϋποθέτει την κήρυξη του επιδότη που προέβη στον όρκο ως αναξιόπιστου. Παραπέμπω στην Πολιτική Έφεση 284/2008, Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, απόφαση ημερ. 10/5/2011, εξετάστηκε η θέση του αιτητή ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής λόγω του ότι το πρόσωπο στο οποίο αυτή επιδόθηκε του ήταν άγνωστο. Κρίθηκε ότι είναι ζήτημα ελέγχου της αξιοπιστίας του επιδότη έναντι της αξιοπιστίας αυτού που αμφισβητεί την επίδοση. Συνιστά, επομένως, σημαντικό έως καθοριστικό σημείο ως προς την έκβαση της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού, το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 1 - Αιτητή το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης του κλητηρίου ως αναληθές. Δεν ισχυρίστηκε ποτέ ο Εναγόμενος αρ. 1 - Αιτητής ότι ψευδώς η επιδότης κατέγραψε τις λεπτομέρειες που αναγράφονται στην ένορκη δήλωση επίδοσης. Απεναντίας, ο Εναγόμενος αρ. 1 - Αιτητής, όχι μόνον δεν ζήτησε μέσω του συνηγόρου του να αντεξετάσει την επιδότη, αλλά παραδέχθηκε στην Ε/Δ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ότι η προαναφερθείσα ιδιωτική δικαστική επιδότης συναντήθηκε όντως στις 22.2.2010 με τον Εναγόμενο αρ. 2 και ότι του επέδωσε το κλητήριο ένταλμα για έκαστο εκ των δύο εναγομένων στην παρούσα υπόθεση. Παραδέχθηκε μάλιστα στην παρα. 3 της Ε/Δ του ο Εναγόμενος αρ. 1 - Αιτητής ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 είναι πατέρας του, ο οποίος και «έδωσε και την εντύπωση στον δικαστικό επιδότη ότι διέμενα και εργαζόμουν μαζί του, στην οδό Μακαρίου Γ' 135, στην Πάνω Δευτέρα». (ια) Δεν υπάρχει ενώπιον μου οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία της δικαστικού επιδότη και κατ' επέκταση της ενόρκου δηλώσεώς της. Εφόσον ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής δεν ζήτησε να αντεξετάσει την εν λόγω επιδότη ως προς το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεώς του και δέχθηκε ότι αληθώς απέδιδε όσα λέχθηκαν στην επιδότη από τον παραλήπτη του κλητηρίου, το Δικαστήριο δεν δύναται με δική του πρωτοβουλία να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της επιδότου και την αλήθεια του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Εναπόκειται στον επηρεαζόμενο διάδικο (ήτοι τον αιτούντα τον παραμερισμό) να ζητεί την αντεξέταση του επιδότη, αν αμφισβητεί την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης (βλ.. απόφαση ημερ. 9.7.2012, του Χατζηχαμπή, Δ., στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλας Γεωργίου Κωστή). Δράττομαι της ευκαιρίας να σημειώσω ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 1 - αιτητής αποδέχθηκε ως αξιόπιστη για δεύτερη φορά τη συγκεκριμένη δικαστική επιδότη αναφορικά με ό,τι αυτή κατέγραψε στην ένορκη δήλωση επίδοσης της έκθεσης απαίτησης. Δεν αμφισβήτησε τις λεπτομέρειες που η επιδότης κατέγραψε όσον αφορά το όνομα αυτού που την παρέλαβε και την ιδιότητα ή σχέση που τον συνέδεε με τους Εναγόμενους 1 και 2. Σχετική η παραδοχή στην παρα. 5 της Ε/Δ του Εναγομένου αρ. 1. (ιβ) Βρίσκεται στους ώμους του Εναγομένου αρ. 1 - Αιτητή το βάρος της απόδειξης της εκδοχής ότι, παρά τη μη υπαιτιότητα της δικαστικού επιδότη ως προς τη διεέργεια της επίδοσης, εντούτοις η επίδοση δεν έγινε κατά τρόπο συνάδοντα προς τους Θεσμούς. Υπενθυμίζω ότι, με βάση την εκδοχή του Εναγομένου αρ. 1 - Αιτητή, το νομότυπο της επίδοσης πάσχει για το μόνο λόγο ότι «εσφαλμένα» ο πατέρας του - Εναγόμενος αρ. 2 - έδωσε στην επιδότη την εντύπωση ότι εργάζονται και διαμένουν μαζί. Ειδικότερα, είναι η εκδοχή του Εναγομένου αρ. 1 - Αιτητή, την οποία προωθεί στην παρα. 8 της Ε/Δ του, ότι «Τον ουσιώδη χρόνο που έγινε η επίδοση της αγωγής εγώ δεν διέμενα και ούτε εργαζόμουν στην πιο πάνω διεύθυνση αλλά διέμενα μαζί με την πρώην σύζυγό μου, Ευγενία Νικολάου, στην οδό Σπάρτης 4, στην Κάτω Δεύτερα.». Επιβάλλεται να σημειωθεί ότι η όλη εκδοχή του Εναγομένου αρ. 1 περί παράτυπης επίδοσης του κλητηρίου εστιάζεται στον ισχυρισμό του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης, αυτός δεν διέμενε στη διεύθυνση Μακαρίου Γ' 135 Πάνω Δευτερά μαζί με τον πατέρα του, ούτε εργαζόταν εκεί. (ιγ) Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 - Αιτητής έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που του αναλογεί. Κατ' αρχάς παρατηρώ ότι η διεύθυνση Μακαρίου Γ' 135, Πάνω Δευτερά όπου κατά την ομολογία του Εναγομένου αρ. 1 επιδόθηκε το κλητήριο είναι η διεύθυνση που αναγράφεται και στο Κλητήριο Ένταλμα ως διεύθυνση εργασίας των δύο Εναγομένων. Πρόκειται για τη διεύθυνση που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι περιέγραφαν και/ή παρίσταναν ως διεύθυνση του χώρου εργασίας τους υπό την εμπορική επωνυμία «Σ & Κ Ρώσσος» ή/και «Σ. Κ. Ρώσσος» στα Έντυπα Κοστολόγησης Προσφοράς που η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 3 και 4 και τα οποία είναι επισυνημμένα στην Ε/Δ που υποστηρίζει την Ένστασή της. Παρατηρώ, συγχρόνως, ότι το έντυπο προσφοράς ως το Τεκμήριο 3 φέρει την υπογραφή «Σ. Κ. Ρώσσος». Εφόσον ο Εναγόμενος αρ. 1, κ. Σταύρος Ρώσσος, ήθελε να αμφισβητήσει ότι ο χώρος εργασίας του ήταν στην αναφερθείσα στο κλητήριο και επιδοτήριο διεύθυνση, θα ανέμενα να έδινε λεπτομέρειες για την όποια άλλη κατ' ισχυρισμόν διεύθυνση εργασίας του. Απέφυγε, όμως, επιμελώς να προσδιορίσει στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού τη διεύθυνση εργασίας του κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου και έδωσε μόνο διεύθυνση κατοικίας. (ιδ) Η έμφαση που έβαλε ο Εναγόμενος αρ. 1 στο ζήτημα της διεύθυνσης διαμονής του κατά τον ουσιώδη χρόνο επίδοσης του κλητηρίου, παραγνωρίζει μία ουσιώδη λεπτομέρεια꞉ ότι η επιδότης ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι του επέδωσε το κλητήριο αφήνοντάς το στην οικία του στον πατέρα του και/ή σε ενήλικα συγκάτοικό του (ως να εμπίπτει στην περίπτωση της Δ.5, θ. 1
(2)(i)), αλλά αντίθετα δήλωσε ενόρκως ότι το επέδωσε στο συνηθισμένο τόπο εργασίας του στο συνεργάτη / συνέταιρό του, κ. Κώστα Ρώσσο ( ως εμπίπτει στην περίπτωση της Δ.5, θ. 1
(2)(ii)). Το ότι συνεργαζόταν με τον Κώστα Ρώσσο υπό την εμπορική επωνυμία «Σ&Κ Ρώσσος» ή «Σ.Κ. Ρώσσος» δεν το αρνήθηκε ευθέως ο Εναγόμενος αρ.
  1. Όσα αναφέρει στην παρα. 10 της Ε/Δ του περί μη σταθερού χώρου εργασίας ή και περί ελεύθερου επαγγελματία δεν είναι αρκούντως συγκεκριμένα ή πειστικά ενόψει της μαρτυρίας της ίδιας της Ενάγουσας ως περιέχεται στην Ε/Δ της και ειδικότερα υπό το φως των Τεκμηρίων αρ. 3 και
  2. Θα μπορούσε, εξάλλου, να είχε ζητήσει να αντεξετάσει την Ενάγουσα ώστε να αποσείσει ο ίδιος το βάρος της απόδειξης που έχει στους ώμους του ως το πρόσωπο που αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης. (ιε) Υπό το φως όλων όσων έχω αναφέρει στις παρα. (ζ) έως (ιγ), κρίνω ότι δεν απέσεισε ο Εναγόμενος αρ. 1 - αιτητής να αποδείξει ότι δεν έγινε καλή επίδοση του κλητηρίου σε αυτόν. Δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης ex debito justitiae. Απομένει να αποδείξει ο Εναγόμενος αρ. 1 ότι αυτός έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ό,τι δεν επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης παραμερισμού ώστε η συμπεριφορά του να συνιστά καταφρόνηση στη δικαστική διαδικασία. (ιστ) Παρεμβάλλω εδώ ότι όπως εύστοχα επισημαίνει στη γραπτή της αγόρευση η συνήγορος της Ενάγουσας, διαφορετική διαδικαστική οδό θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει ο Εναγόμενος αρ. 1 εφόσον ήθελε να προωθήσει την εκδοχή ότι ο πατέρας του Εναγόμενου αρ.1 τον ενέπλεξε στην παρούσα υπόθεση παριστάνωντας ότι ήταν εξουσιοδοτημένος να εμφανίζεται εκ μέρους του Εναγομένου αρ. 1 ή/και για λογιαριασμό του ως Σ.Κ. Ρώσσος ή Σ&Κ. Ρώσσος ή άλλως πως (βλ. την παρα. 21 της Ε/Δ του Εναγομένου αρ. 1). Αν ο Εναγόμενος αρ. 1 ήθελε να προωθήσει την εκδοχή ότι αυτός έτυχε δόλιας εκμετάλλευσης από τον πατέρα του ή/και ότι η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε με δόλο ή προκλήθηκε λόγω δόλου του πατέρα του, τότε ο Εναγόμενος θα έπρεπε να είχε θεμελιώσει το αίτημα παραμερισμού της δικαστικής απόφασης στη βάση της Δ.33, Θ.15 και όχι στη βάση της Δ.17, θ.
  3. Δεν είναι όμως σε αυτή τη νομική βάση της Δ.33, θ.15 που προώθησε ο Εναγόμενος αρ. 1 την παρούσα αίτηση παραμερισμού, αλλά στη Δ.17, θ.10 για το ότι δεν υπήρξε καλή και/ή νομότυπη επίδοση σε αυτόν του κλητηρίου. (ιζ) Δράττομαι του πιο πάνω σημείου για να σημειώσω ότι, έχοντας αποδεχθεί ως νομότυπη και ανταποκρινόμενη στα αληθινά γεγονότα την Ε/Δ επίδοσης του κλητηρίου, ο χρόνος της καθυστέρησης προσμετράται από την ημερομηνία της επίδοσης του κλητηρίου, ήτοι από 22.2.2010 μέχρι την 25.2.2014, εκτός εάν ο Εναγόμενος αρ. 1 αποδείξει ότι έλαβε πράγματι γνώση της εν λόγω επίδοσης σε πολύ κατοπινό στάδιο. Εδώ ο Εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος αρ. 2, ο οποίος τυγχάνει να είναι και πατέρας του, τον πληροφόρησε για πρώτη φορά για την αγωγή στις 18.2.2014 (βλ. την παρα. 15 της Ε/Δ του Αιτητή). Ουδεμία περαιτέρω εξήγηση δίδεται. Ούτε και υποστηρίζεται αυτός ο ισχυρισμός με ξεχωριστή ένορκη δήλωση του ιδίου του Εναγομένου αρ. 2, ενώ ο Εναγόμενος αρ. 1 θα μπορούσε λογικά να εξασφάλιζε εύκολα από τον πατέρα του μια τέτοια ένορκη δήλωση για να αποδείκνυε του λόγου το αληθές. Εάν ο πατέρας του Αιτητή απέκρυψε προηγουμένως από αυτόν την επίδοση του κλητηρίου (ως επίσης της έκθεσης απαίτησης, της ειδοποίησης πτώχευσης και της αίτησης πτώχευσης), ως ισχυρίζεται ο Αιτητής, ενεργώντας υπό την πεποίθηση ότι αυτό ήταν προς όφελος του Αιτητή, θα μπορούσε με ευκολία και με το ίδιο πατρικό ενδιαφέρον να ομολογήσει το ίδιο ενόρκως για να στηρίξει την αξιοπιστία του γιου του. Το ίδιο και ο αδερφός του Εναγόμενου αρ. 1 ο οποίος κατά τον ισχυρισμό του Εναγομένου αρ. 1 γνώριζε εξίσου για την ισχυριζόμενη απόκρυψη από μέρους του πατέρα τους τόσο της επίδοσης του κλητηρίου όσο και της επίδοσης της έκθεσης απαίτησης και των μετά την εκκαλούμενη απόφαση δικαστικών διαδικασιών. Αντί τούτου, ο ισχυρισμός του Αιτητή παρέμεινε μετέωρος και χωρίς ίχνος στοιχειοθέτησης. (ιη) Όπως ορθά επισημαίνει στην αγόρευσή της η συνήγορος της Ενάγουσας, η νομολογία είναι αυστηρή όσον αφορά την επιμέλεια και σπουδή που θα πρέπει να επιδεικνύεται από τον αιτούντα τον παραμερισμό. Στην υπόθεση Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου και Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ 1101 καθυστέρηση δυόμισι περίπου μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση της απόφασης και την καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό θεωρήθηκε τελείως ανεξήγητο γιατί δεν είχαν δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν να προσφέρουν οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας v. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(B) AAA 1283 καθυστέρηση τεσσάρων μηνών για υποβολή αίτησης παραμερισμού κρίθηκε αδικαιολόγητη. Λέχθηκε, επίσης, ότι το γεγονός ότι ο συνήγορος των εφεσειόντων συζητούσε με την άλλη πλευρά για εκ συμφώνου ακύρωση της απόφασης και γι' αυτό το λόγο καθυστέρησε στην υποβολή της αίτησης δεν εξηγεί επαρκώς και δεν αποτελεί δικαιολογία για την καθυστέρηση για τέσσερις ολόκληρους μήνες. (ιθ) Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω ικανοποιηθεί εκ πρώτης όψεως ούτε και για το καλόπιστο της προβαλλόμενης υπεράσπισης του Εναγομένου αρ.
  1. Υπενθυμίζω ότι, με βάση όσα αναφέρει στην παρα. 23 της Ε/Δ του, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι το ειρημένο χρέος αφορά καθαρά τον πατέρα του διότι ο ίδιος δεν συμβλήθηκε ποτέ με την Εναγόμενη και δεν μετήλθε στην οικία της για να προβεί σε οποιαδήποτε εργασία, παρά μόνο για να παραλάβει εκ μέρους του πατέρα του τις επιταγές που αφορούσαν την πληρωμή των εργασιών που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ της Ενάγουσας και του πατέρα του. Δίδει δηλαδή λεπτομέρειες για το ότι γνώριζε για την ύπαρξη της σύμβασης και για το ποσό που καταβλήθηκε από την Ενάγουσα. Παρά ταύτα, η Ενάγουσα δεν αντεξετάστηκε από τον Εναγόμενο αρ. 1 - αιτητή προκειμένου αυτός να κλονίσει τα λεγόμενά της ως οι παρα. 8, 12 και 13 της δικής της Ε/Δ περί του ότι στο πλαίσιο της συγκεκριμένης σύμβασης αυτή συναλλάχθηκε και με τους δύο Εναγόμενους υπό την εμπορική επωνυμία ως αναφέρεται στο κλητήριο. Δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και
  2. Δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε ή επαρκείς εξηγήσεις που να αντιπαραβάλλονται με το περιεχόμενο αυτών και με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι είχε επαφές και διαπραγματεύσεις με αφότερους τους Εναγομένους αρ. 1 και 2, οι οποίοι εμπορεύονταν και συναλλάττονταν μαζί της υπό τη συγκεκριμένη εμπορική επωνυμία. Ούτε προωθήθηκε οποιαδήποτε άλλη πιο εξειδικευμένη γραμμή υπεράσπισης, πέραν της γενικής άρνησης του Εναγομένου ότι αυτός ενεργούσε υπό την εμπορική επωνυμία Σ&Κ Ρώσσος. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η υπεράσπιση του Εναγομένου αρ. 1 δεν προωθείται στη βάση άρνησης του ισχυρισμού της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 προέβηκαν σε ψευδείς παραστάσεις προς την ίδια ότι ήταν εγγεγραμμένοι εργολάβοι / εργολήπτες, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήσαν (βλ. το Τεκμήριο 9 υπό την Ε/Δ της Ενάγουσας, ημερ. 5/5/2011). Δεν προωθείται υπεράσπιση στη βάση του ότι δεν δικαιολογούνταν στην όψη του διαθέσιμου μαρτυρικού υλικού τα ποσά που η αδελφή Δικαστής επιδίκασε. Δεν έδωσε ο ίδιος τέτοιες άλλες λεπτομέρειες γεγονότων, οι οποίες να συνθέτουν μια καλόπιστη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ενόψει όλω των ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο Εναγόμενος αρ.1 έχει αποδείξει τις αναγκαίες προϋποθέσεις (παράτυπο της επίδοσης και ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης) ή/και την απαιτούμενη επιμέλεια κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ώστε να επιτύχει στην υπό κρίση αίτηση. Απορρίπτω την αίτηση, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου αρ. 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ............................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Παρατίθεται η λέξη με γράμματα κυριλλικού αλφαβήτου. [2] O.16, r.
  3. A defendant shall enter his appearance to a writ of summons by delivering to the Registrar of the Registry mentioned in Rule 1 of this Order a memorandum in writing in conformity to the provisions of Rule 3 thereof, and by delivering at the plaintiff's address for service, on the same day as he delivers the memorandum to the Registrar, a duplicate of the memorandum dated, signed and sealed by the Registrar.
  4. A defendant may appear at any time before judgment. If he appears at any time after the time limited by the writ for appearance, he shall be ordered to pay any costs properly incurred by the plaintiff by his failure to appear within the time limited by the writ. [3] O.17, r.
  5. Where any defendant fails to appear to a writ of summons, and the plaintiff is desirous of proceeding upon default of appearance under any of the following Rules of this Order, he shall, before taking such proceeding upon default, file an affidavit of service, or of notice in lieu of service, as the case may he, if such affidavit has not already been filed by the Registrar. [4] O.17, r.
  6. In all actions for which no other provision is specially made by the Rules of this Order, in case the party served with the writ does not appear within the time limited for appearance, upon proof of service and, if the writ is not specially indorsed under Order 2, Rule 6, upon the filing of a statement of claim, the plaintiff may apply ex parte for judgment. [5]
  7. Where the writ is for pecuniary damages only, or for detention of goods with or without a claim for pecuniary damages, and the defendant fails, or all the defendants, if more than one, fail, to appear, the plaintiff may apply ex parte to the Court or a Judge for judgment, and the Court or Judge may ascertain the value of the goods or the amount of the damages in any way in which the Court or Judge may think fit and give judgment accordingly.
  8. Where the writ is for pecuniary damages only, or for detention of goods with or without a claim for pecuniary damages, and is further for a liquidated demand, whether specially indorsed or otherwise, and any defendant fails to appear, the plaintiff may apply for judgment for the debt or liquidated demand, interest and costs against the defendant or defendants failing to appear, and proceed as mentioned in Rule 5 or 6 of this Order, as the case may require, in regard to the value of the goods and/or the damages. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.